Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναστηράκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναστηράκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιουνίου 2019

Στου Φιλοπάππου


Η θέα της Αθήνας από τα βράχια του Φιλοπάππου




Πρωινό Σαββάτου και ο μικρός εκείνος ανήσυχος δαίμονας ψιθύρισε στ’ αυτί μου: “εμπρός, πάρε το βιβλίο σου κάνε μια βόλτα. Θα απαλύνει τις όποιες αρνητικές σκέψεις”. Πήρα το ποδήλατο λοιπόν, αδιαφορώντας για το ξεφουσκωμένο λάστιχο, και τράβηξα για τον λόφο του Φιλοπάππου. Σκοπός μου να βρω μια ιδανική σκιά να ξαποστάσω και να διαβάσω το βιβλίο.

Η ζέστη αφόρητη. Σμήνη οι τουρίστες, τους προσπερνούσα βιαστικά, με μόνο στόχο να καταφύγω σε κάποιο μέρος δίχως κόσμο. Τελικά έφτασα εκεί που ο λόφος ατενίζει την πόλη. Απόλυτη ησυχία. Εδώ κι εκεί κάποια παγκάκια – και τα δέντρα απάνω πρόσφεραν απλόχερα τον ίσκιο τους. Εδώ είμαστε.

Δεν έκατσα όμως. Παρατηρούσα το τοπίο, χιλιοπερπατημένο και αιώνιο, βράχοι που αχνίζουν και δέντρα που ψιθυρίζουν σιωπηλούς σκοπούς. Χιλιάδες κτίρια απλώνονταν πέρα μακριά, η παλλόμενη καρδιά της πόλης, ζωηρή και ανυπόφορη στην καθημερινή ρουτίνα της. Μα εκεί ψηλά δεν φτάνει ο θόρυβος – μόνο το τραγούδι των πουλιών, ισχυρότερο και από χίλια αμάξια που μουγκρίζουν. Εκεί ψηλά η πόλη μοιάζει περισσότερο με ζωγραφικό πίνακα: απομεινάρι κάποιας εποχής, εικόνα πέρα από τον χρόνο, ξεχαρβαλωμένη καρτ ποστάλ που βρήκες σε κάποιο σκοτεινό πατάρι. Όλα ήσυχα. Το μάτι του κυκλώνα. Η απάνεμη γωνιά καταμεσής της σαββατιανής κοσμοχαλασιάς.




Βόλτα στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα
Η Αθήνα από ψηλά, στον λόφο
Η Ακρόπολη από τον λόφο του Φιλοπάππου




Κάποιες σκέψεις ύφαναν ένα ανοιχτόχρωμο πέπλο στη σκέψη μου, υγρό και διάφανο σαν βρεγμένο μπλουζάκι σε γυναικείο στήθος. Σκέψου να συνδιαλέγεσαι με τα στοιχεία της φύσης – με τα πουλιά και τα δέντρα και τη γη. Σκέψου να μιλούσαν στην ανθρώπινη γλώσσα – ποτέ ξανά δεν θα αισθανόσουν μόνος. Θα ήσουν εκεί, καταμεσής των φυτών και των ζώων, και θα ένιωθες αυτάρκης. Σαν τις ταινίες της Disney ένα πράγμα, δίχως όμως τους ξενέρωτους πρίγκιπες και τις κάλπικες πριγκίπισσες.

Οι ίδιες όμως σκέψεις βρήκαν γρήγορα τον αντίλογό τους. Να μιλούν τα ζώα στη γλώσσα μας; Όχι δα! Σύμφωνοι – στην αρχή θα χαιρόμασταν. Μετά όμως θα συνέβαινε εκείνο που συμβαίνει πάντα: θα άρχιζαν οι παρεξηγήσεις, οι παρερμηνείες, τα «τι εννοείς με αυτό που είπες», ή «πάρ’ το πίσω αυτό!», ή «για να λες έτσι, μάλλον δεν συμφωνείς μαζί μου», ή «γιατί δεν εκφράζεσαι αλλιώς», ή «γιατί δεν μου μιλάς σαν άλλοτε»… και θα γινόμασταν μπάχαλο μεταξύ μας. Πάλι απ’ την αρχή, άνθρωποι, ζώα και φυτά, ένα μπλεγμένο κουβάρι, να τσακωνόμαστε με πολεμοφόδια μας τις λέξεις, έχοντας ανάγκη από λεξικά και αποκρυπτογράφηση μπας και συνεννοηθούμε.

Όχι, να λείπει το βύσσινο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην κατανόηση από την ανθρώπινη γλώσσα. Και αυτά τα ανόητα σύμβολα που χρησιμοποιούμε για να τιθασεύσουμε τον χείμαρρο που ξεχειλίζει μέσα μας: τις λέξεις. Τις λέξεις, στους λαβυρίνθους των οποίων χανόμαστε. Καλύτερα να συνεννοούμασταν μόνο με κραυγές και βογκητά και γουργουρητά και δαγκωνιές! 




Ένα πουλί σε δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου
Μοναχικό δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα




Το θέμα δεν είναι να μιλά η φύση στη δική μας γλώσσα – αλλά ΕΜΕΙΣ στη γλώσσα της φύσης. Και αυτό είναι το δυσκολότερο. Η απώλεια της επαφής με τη φύση είναι η μεγαλύτερη πληγή – ασύγκριτα ισχυρότερη από την επαφή που χάσαμε αναμεταξύ μας, τον καιρό που υψώναμε πύργους της Βαβέλ.

Κάποιες φορές μόνο, εδώ κι εκεί, μοιάζει να χάνεται εκείνη η αρχέγονη απόσταση: όταν αφηνόμαστε στη γλυκιά δροσιά μιας καλοκαιρινής βουτιάς… όταν αναπνέουμε τον φυσικό αέρα κάποιου δάσους… όταν απολαμβάνουμε το τραγούδι των πουλιών… όταν χαϊδεύουμε ένα ζώο… και όταν φτάνουμε σε οργασμό – η στιγμή του μουγκρητού είναι η ίδια αρχέγονη γλώσσα της φύσης.

Σα να ήθελε ν’ απηχήσει τη σκέψη μου, μια εκκλησιαστική ψαλμωδία αντήχησε στον αέρα. Ωχ. Εκεί κοντά είναι το εκκλησάκι του Λουμπαρδιάρη – και είχε ξεκινήσει λειτουργία. Στο εξής μια άλλη γλώσσα θα συνόδευε (ή μάλλον, θα συσκότιζε) τις σκέψεις μου: η γλώσσα των παπάδων.

Τράβηξα παραπέρα, βρήκα ένα παγκάκι. Πάνω έγραφε με μαρκαδόρο «Εύα» (σε καρδούλα) – και δίπλα «Μπακογιάννη, ψόφα». Μου άρεσε η αντίφαση. Έκατσα κι έβγαλα το βιβλίο.




Ένα βιβλίο για τον Tom Waits, Lowside of the Road
Με ποδήλατο στου Φιλοπάππου




Ξεκίνησα να διαβάζω. Με έχει απορροφήσει ολότελα αυτές τις μέρες. Μακάρι να καταθέσω κάποια στιγμή μελλοντικά μια εκτενή σειρά αφιερωμάτων στον Tom Waits. Ελάχιστους καλλιτέχνες μπορώ να ακούω με τις ώρες, να παρασύρομαι στον κόσμο τους και να ταυτίζομαι τόσο απόλυτα – ο Waits ανήκει σε εκείνους τους ελάχιστους. Δεν είναι τυχαία η παρουσία του παντού γύρω, αν κοιτάξετε τα κολάζ εδώ στο blog.

Κι ενώ βρισκόμουν καταμεσής της δεκαετίας του 70, σε κάποια σκοτεινά νυχτερινά μπαρ που μύριζαν φτηνές γυναίκες, μελαγχολία, ποίηση του δρόμου και αλκοόλ, παρατηρώ να καταφτάνει προς το μέρος μου, στην άκρη του πεζόδρομου, ένας τύπος που έμοιαζε με τον Πουλικάκο στα νιάτα του. Μιλούσε μόνος του. Ωχ. Γρήγορα έστρεψα το βλέμμα μου στο βιβλίο πάλι. Ο τύπος πήγε και έκατσε σε ένα παγκάκι απέναντι. Συνέχιζε να μιλάει και κοιτούσε προς εμένα. Κι ενώ οι εκκλησιαστικοί ψαλμοί ακόμα αντηχούσαν στο βάθος. Σκατά. Να που ξενέρωσα. Ο ανθρώπινος πολιτισμός εισέβαλε για άλλη μια φορά και σπίλωσε τη γαλήνη της φύσης. Ο παπάς από τη μία, ο τρελός από την άλλη. Κι εγώ, η γέμιση στο σάντουιτς.

Ο παπάς έλεγε κάτι για την αιώνια σωτηρία και έψελνε αμήν. Ο τύπος απέναντι, με τη σειρά του, μιλούσε μόνος του και έλεγε: “Βασίλη, αν το ξαναδώ αυτό θα σου ξυρίσω το μουστάκι”. Ή μήπως ήταν ο τύπος απέναντι που έψελνε αμήν και ο παπάς που απειλούσε να ξυρίσει το μουστάκι; Η ζέστη με είχε χτυπήσει στο κεφάλι και ίσως να τα μπέρδεψα.

Κάπου τότε κατέφτασε προς το μέρος μου κι ένα ζευγάρι τουριστών. Καλώς τα παιδιά. Κατευθύνονταν σε μια γειτονική κρήνη. Η κοπελιά ήταν ενδεδυμένη με το κατάλληλο κοντό σορτσάκι – το βλέμμα μου έπεσε μεμιάς στο σωστό σημείο, αντλώντας μια κάποια ικανοποίηση. Αν δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο με την ησυχία σου, τουλάχιστον ας δεις κάποιο θέαμα της προκοπής. Ο σύντροφός της, απ’ την άλλη, βάδιζε μισόγυμνος, η κοιλιά έξω να κρέμεται σαν τα μάγουλα ενός μπουλντόγκ. Αυτό δεν ήταν ευχάριστο. 

Σηκώθηκα. Αρκετά, όσο διάβασα διάβασα. Καλή η βόλτα, εποικοδομητική στην αρχή, η συνέχεια λιγότερο. Γέννησε προσδοκίες και τελικά σε άφησε με ανάμικτη γεύση στο στόμα – όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα, εδώ που τα λέμε.

Μα θα επανέλθω. Έχει γούστο να συναντήσω πάλι τον τύπο με το μουστάκι.

Πίσω στην ανθρωποθάλασσα. Πίσω στη βοή του πλήθους. Τέρμα η φιλοσοφία, ώρα να φέρουμε σε πέρας τις δουλειές μας. Λογαριασμοί, ψώνια. Και να φουσκώσω αυτό το λάστιχο. Η διαδρομή στο Μοναστηράκι ήταν αργή και επώδυνη – πάντα έτσι γίνεται όταν βαδίζεις με σκοπό: βιάζεσαι και κάθε εμπόδιο σε ενοχλεί. Να γιατί πρέπει να οικοδομήσουμε έναν πολιτισμό που θα βαδίζουμε περισσότερο, μα με λιγότερους σκοπούς. Να βαδίζουμε όχι «για να πάμε κάπου» - μα για να το απολαύσουμε. Ίσως τότε κατορθώσουμε και ένα-δυο πράγματα παραπάνω. Ίσως να μας σπάνε λιγότερο τα νεύρα. Είναι μια αρχή κι αυτό.

Τελικός προορισμός, το σούπερ μάρκετ. Το πρώτο πράγμα που έκανα, φτάνοντας σπίτι, ήταν να πλυθώ και ν’ αποτινάξω από πάνω μου την κάψα. Το δεύτερο – να βουτήξω ένα κουτάλι σ’ ένα μπολ με παγωτό.



Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19




Μοναστηράκι, Αθήνα, κάποια καλοκαιρινή σαββατιάτικη μέρα

18 Νοεμβρίου 2017

Το Μαγικό Ζώο






Παρατηρώ με ευχαρίστηση τα πρωινά, πηγαίνοντας στη δουλειά, την όμορφη αυτή γάτα, που αράζει καιρό τώρα πάνω στα μηχανήματα των εισιτηρίων στον σταθμό στο Μοναστηράκι. Ανεπηρέαστη από την κίνηση του κόσμου, απολαμβάνοντας με τις γατίσιες της αισθήσεις τους ήχους, τη μυρωδιά και το ενδιαφέρον των περαστικών - μοιάζει σαν αρχέτυπο τοτέμ.

Ιδού, λοιπόν, ένα απόσπασμα του Χορχέ Λουίς Μπόρχες που ταιριάζει απόλυτα. Προέρχεται από το διήγημα "Ο Νότος" - οι θαμώνες στην Κουνελοχώρα το γνωρίζετε ήδη... [από τη σειρά "Μυθοπλασίες" του 1944, σε μετάφραση Α.Κυριακίδη]

«Στην αίθουσα αναμονής του σταθμού, ο Ντάλμαν είδε πως είχε ακόμα μισή ώρα καιρό. Ξαφνικά θυμήθηκε πως σ' ένα καφενείο της οδού Μπρασίλ (λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι του Υριγκόγιεν) ήταν ένας πελώριος γάτος, που καθόταν να τον χαϊδεύουν οι περαστικοί, σαν καταχθόνια θεότητα.

Ο γάτος ήταν εκεί• κοιμόταν. Ο Ντάλμαν παράγγειλε έναν καφέ, ανακάτεψε αργά αργά τη ζάχαρη, τον δοκίμασε και, καθώς χάιδευε απαλά το μαύρο τρίχωμα, σκέφτηκε πως αυτή η επαφή ήταν απατηλή, πως ήταν σαν να τους χώριζε ένα τζάμι, γιατί ο άνθρωπος ζει στο χρόνο, στην αλληλουχία, ενώ το μαγικό ζώο, στο παρόν, στην αιωνιότητα της στιγμής».


Edit, τρεις μέρες μετά: Η φωτογραφία προκάλεσε τέτοιο σάλο στο διαδίκτυο και στο Facebook (< κλικ), που θα παρομοίαζα με παλιρροϊκό κύμα! Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πελώρια και το post έφτασε σε δεκάδες χιλιάδες κόσμου. 

Χαρακτηριστικό αυτό εδώ το λινκ.

Μεταξύ μας - δεν είμαι ο πρώτος που αναφέρθηκα στο φοβερό αυτό αιλουροειδές στο διαδίκτυο. Εδώ και δυο περίπου μήνες έχει κινήσει το ενδιαφέρον του κόσμου. Μα η πάνω φωτογραφία που τράβηξα, πηγαίνοντας στη δουλειά, και το κείμενο με την οποία τη συνόδεψα, φαίνεται εκτίναξαν το φαινόμενο...


Ήταν μια ευχάριστη αλλαγή ρυθμού. Σα να ακούω μια γνώριμη γατούλα να γουργουρίζει με ικανοποίηση... Αχ, ξέρουν οι γάτες τι κάνουν. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

~

26 Ιουλίου 2012

Μοναστηράκι - Ζωγραφίζοντας μια Βόλτα...




Η επιθυμία για απόδραση είναι βαθιά ριζωμένη σε πολλούς από μας. Και αν συνήθως η ιδέα της "απόδρασης" μας φέρνει κατά νου μακρινές και εξωτικές τοποθεσίες, ορισμένες φορές αυτό που αναζητάς μπορεί να βρίσκεται μόλις λίγη ώρα μακριά από το σπίτι σου. Κάποιες στάσεις με τον ηλεκτρικό. Πλάι στα ίδια εκείνα μέρη που σε ενοχλούν για την ρουτίνα και την έλλειψη αισθητικής τους. Το Μοναστηράκι και οι γύρω περιοχές (Πλάκα, Θησείο) είναι οι φευγάτες εξωτικές νησίδες στον βούρκο της πρωτεύουσας. 

Το καλοκαίρι σου δίνουν σχεδόν την αίσθηση πως έχεις φύγει για κάποιο νησί. Τριζοβολούν ζωηρά με τα φωτισμένα μικρομάγαζα τους και το πλήθος του κόσμου που γυροφέρνει, όχι για να πάει αγχωμένος στη δουλειά ή για να προλάβει το λεωφορείο αλλά για να κάνει τη βόλτα του. Και γνωρίζεις αμέσως την σημαντική αλήθεια: περιοχές στις οποίες ο κόσμος δεν τρέχει προσπαθώντας να φτάσει στην ώρα του σε έναν πιθανό προορισμό, είναι περιοχές έξω από τον χρόνο.

Είναι η πρώτη φορά που κάνω ανάρτηση σχετική με κάποιο συγκεκριμένο artwork μου. Το artwork το βλέπετε. Είναι η ζωγραφιά ενός δρόμου στο Μοναστηράκι, με την οποία ανοίγω το κείμενο. Πολλές φορές παρατηρούμε το τελικό αποτέλεσμα μιας δουλειάς χωρίς να γνωρίζουμε τα βήματα που έχουν προηγηθεί, σκέφτηκα λοιπόν πως δεν θα ήταν άσχημο να μοιραζόμουν μαζί σας ορισμένα από τα βήματα αυτά: με αυτόν τον τρόπο μπαίνετε οι ίδιοι κατά κάποιο τρόπο στην διαδικασία παραγωγής, γίνεστε μέρος της εικόνας. 

Και οι εικόνες, όπως το μέρος που απεικονίζεται, βρίσκονται εξίσου πέρα και έξω από τον χρόνο...


Μια απεικόνιση σε στάδια...


Το βλέμμα συνιστά πάντα το πρώτο σημείο αναφοράς για ένα ζωγραφικό έργο. Η τέχνη στα παλιά τα χρόνια θεωρείτο μια μορφή μίμησης της φύσης. Αργότερα για κάποιους η φύση θεωρήθηκε ατελής - ρόλος της τέχνης ήταν να την ξεπεράσει. Υπήρξε κόσμος που προσπάθησε να απεικονίσει ακριβώς αυτό που βλέπει, και άλλος που δοκίμασε να υλοποιήσει μέσω της τέχνης του τον εσωτερικό του κόσμο. 

Για όλα όμως το βλέμμα, το κοίταγμα, το "εξωτερικό αντικείμενο" παρέμενε πρώτο σημείο αναφοράς. Ακόμα και για εκείνους που θεώρησαν πως δεν υπάρχει τέτοιο αντικείμενο, πως όλα εναπόκεινται στην υποκειμενική αίσθηση του παρατηρητή...

Στην περίπτωση μου θέλησα να απεικονίσω εκείνο που "βλέπω", με έναν νατουραλιστικό τρόπο, μένοντας πιστός σε μεγάλο βαθμό στο αντικείμενο παρατήρησης. Το αντικείμενο ήταν μια φωτογραφία, την οποία και είχα ανοίξει σε ξεχωριστό παράθυρο στον υπολογιστή. Το μέσο ήταν το photoshop. Και ο σκοπός ήταν η πιστή αναπαράσταση της αίσθησης της φωτογραφίας, ξεκινώντας από μια λευκή επιφάνεια.

Το λευκό σηματοδοτεί το ξεκίνημα. Σταδιακά μπαίνουν οι πρώτες ψηφιακές πινελιές, θέτοντας τα πρώτα όρια, σχηματίζοντας όγκους και γενικές μορφές. 






Το γενικό περίγραμμα έχει σχηματιστεί. Θα λεγε κανείς πως αυτό είναι το Μοναστηράκι στην πρωτόλεια μορφή του, πριν πάρει σάρκα και οστά, πριν σχηματοποιηθεί σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά... Τα βασικά χρώματα (κόκκινο, κίτρινο, μπλε) συνιστούν τη βάση, το γκρι ο καταλύτης. Τα πάντα ξεκινάνε από έναν σπόρο, ορισμένες βασικές πινελιές. Η παλέτα είναι ίδια πάντα, οι συνδυασμοί της όμως άπειροι. Η ίδια παλέτα μας δίνει το Μοναστηράκι, τη Νέα Υόρκη, ένα διαμέρισμα, ένα δάσος, τον ουρανό ή ένα ζεστό χαμόγελο...

Σταδιακά αρχίζουν να μπαίνουν οι πρώτες λεπτομέρειες. Τα χρώματα αποκτούν αποχρώσεις, ο μέχρι πριν μονόχρωμος γκρίζος δρόμος δέχεται πινελιές που φανερώνουν πως η αίσθηση του χρώματος μονίμως ποικίλει και επαφίεται τόσο στο μάτι του παρατηρητή, όσο και στο πολύ βασικό θέμα του φωτισμού. Τα κτίρια στο δεξί μέρος της εικόνας αρχίζουν να σχηματοποιούνται. Φαινομενικές "μουτζούρες" είναι η πρώτη απόπειρα να απεικονιστούν οι πραμάτειες στα μαγαζιά...







Ακολουθώ την ίδια διαδικασία για όλη την επιφάνεια της εικόνας, από το δεξί προς το αριστερό μέρος του έργου... Οι πρώτες στέγες σταδιακά αποκτούν σάρκα και οστά, τα κτίρια στο βάθος δέχονται ορισμένα όμορφα μοβ παράθυρα, ενώ στο κέντρο ξεχωρίζουν οι φιγούρες τριών περαστικών, δοσμένοι όλοι με γρήγορες, βασικές πινελιές. Οι περαστικοί χαρίζουν ζωή στο τοπίο και προσδίδουν μια αίσθηση βάθους. Ο σκελετός της εικόνας έχει πια σχηματοποιηθεί.

Θα μπορούσε ίσως και να μείνει εκεί. 






Ανέφερα πάνω πως περιοχές όπως το Μοναστηράκι, η Πλάκα και το Θησείο ανήκουν έξω από την στενή κλίματα του καθημερινού χρόνου... Από μία άποψη αυτό θα μπορούσε να απορριφθεί ως μια ρομαντική εξιδανίκευση. Οι αυξανόμενες τιμές των προϊόντων στα μαγαζιά και στις καφετέριες - ή ο κόσμος που, σε εποχές οικονομικής κρίσης, διαπιστώνει πως δεν έχει τα απαιτούμενα χρήματα για να κάνει τα έξοδα που θέλει - αποδεικνύουν πως το Μοναστηράκι ανήκει κι αυτό στην εποχή μας, όπως όλα τα μέρη. 

Ωστόσο εκεί θα δει κανείς τα παλιά σπίτια, της εποχής εκείνης που η Αθήνα ήταν ακόμα όμορφη. Φτωχή μα όμορφη. Οι δρόμοι παραμένουν οι ίδιοι, εκείνοι οι χαρακτηριστικοί λαβύρινθοι της Πλάκας, από κείνους που κρύβουν βαθύτερα μυστικά στα μονοπάτια τους, και σχεδόν σου δίνουν την αίσθηση πως θα μπορέσεις να τα αποκρυπτογραφήσεις αν ακολουθήσεις τον σωστό συνδυασμό των δρόμων - πρώτα αριστερά, στο δεύτερο στενό στρίβεις δεξιά, μετά περνάς απέναντι και από κει ξανά αριστερά, χωρίς προορισμό, χωρίς σκοπό, αφήνοντας μόνο το ένστικτο να σε καθοδηγήσει.

Ποιός ξέρει, αν πετύχεις τον σωστό συνδυασμό, παίρνοντας την κατάλληλη στροφή στο κατάλληλο σημείο, κατεβαίνοντας κάτω από κείνη την πόρτα ή στρίβοντας στο συγκεκριμένο πλακόστρωτο μονοπάτι, ίσως καταλήξεις σε μια άλλη εποχή, σε αλλοτινούς καιρούς, εκεί όπου το χαμόγελο της γριάς στο πεζούλι κρύβει άχρονες αλήθειες, εκεί όπου η μαύρη γάτα που ζεσταίνεται κάτω από το δέντρο φανερώνει αιώνιους συμβολισμούς...







Σε μια εποχή που αποθεώνει το καινούργιο, το γρήγορο, το μοδάτο, το Μοναστηράκι και η Πλάκα μας θυμίζουν την ουσία του παλιού... Γιατί το παλιό είναι εκείνο που παρέχει την ομορφιά του στα μέρη αυτά, είτε μιλάμε για τα σπίτια, είτε για τους δρόμους, είτε για τα παραδοσιακά μικρομάγαζα, εκείνα που εκθέτουν έξω την πραμάτεια τους - μια παράδοση που μας έρχεται από την μακρινή ανατολή. Και αν συμπεριλάβουμε τα αρχαία μνημεία από την μία (μιας εποχής όπου η Πλάκα και το Θησείο υπήρξαν το κέντρο της δραστηριότητας των Αθηναίων) και την φύση από την άλλη (η φύση ανέκαθεν συμβόλιζε το άχρονο, όντας παλαιότερη από κάθε κτίριο, κάθε δρόμο), καταλαβαίνουμε γιατί η περιοχή εκείνη είναι πέρα και έξω από το στενό πλαίσιο του χρόνου όπως τον κατανοούμε...

Σταδιακά εμπλουτίζουμε με χρώμα το βασικό σχέδιο. Πολλές μικροσκοπικές πινελιές χρώματος, οι οποίες μας δίνουν τους τόνους και την αίσθηση του βάθους, μια ψευδαίσθηση ουσιαστικά, η οποία επιδιώκει να υπερβεί τη φύση αποτυπώνοντας την άχρονη ουσία της σε μια λευκή, επίπεδη επιφάνεια...

Το δεξί μέρος του σχεδίου έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Η μπλε πόρτα έχει εμπλουτιστεί με γκράφιτι και αποκόμματα από αφίσες που έχουν πια σκιστεί, και αποτυπώνονται στη ζωγραφιά σα να υπήρξαν πάντα μέρος της. Οι μέχρι πρότινος "μουτζούρες" στα δεξιά έχουν δεχτεί άφθονες μικροσκοπικές πινελιές, καθιστώντας πλέον αρκετά πειστική την ψευδαίσθηση πως οι ανάκατες εκείνες πινελιές δεν είναι κηλίδες χρώματος, αλλά εμπορεύματα που περιμένουν να πωληθούν.







Η ίδια διαδικασία εμπλουτισμού ακολουθείται στο αριστερό μέρος. Και είναι αρκετά χρονοβόρα όπως μπορείτε να φανταστείτε. Θεωρητικά, αν έχει όρεξη κάποιος, μπορεί να την προχωρήσει στο έπακρο, να προσπαθήσει να αποτυπώσει και την μικρότερη από τις λεπτομέρειες, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνιστά απαραίτητα κάτι καλύτερο αισθητικά. Μερικές φορές η ιδέα είναι ομορφότερη από την πλήρη πραγμάτωση της, το γενικό είναι ομορφότερο του ειδικού...

Ο δρόμος οριοθετείται με κάποιες βασικές γραμμές. Τα καταστήματα στο αριστερό μέρος ενισχύονται με πρόσθετα χρώματα, σκιές και φώτα. Σε κάποια σημεία ήθελα να αποτυπώσω περισσότερες λεπτομέρειες και εστίασα πάνω τους, σε άλλα πάλι δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Το έργο βρίσκεται πια κοντά στο τέλος του.







Είμαστε σχεδόν έτοιμοι να κάνουμε τη βόλτα μας. Τα κτίρια στο βάθος, τα όμορφα εκείνα παλιά σπίτια της περιοχής δέχονται πρόσθετες πινελιές χρώματος, αποκτώντας έτσι υπόσταση, τονίζοντας επιβλητικά την παρουσία τους, παρέχοντας μια προστατευτική ασφάλεια στο τοπίο - και μια απαραίτητη αίσθηση βάθους στην εικόνα, καθιστώντας την περισσότερο "ρεαλιστική"...

Λίγα έμειναν πια. Η παρέα που περπατάει στο κέντρο της εικόνας για κάποιο λόγο έμεινε τελευταία. Ίσως γιατί οι παρέες έρχονται και φεύγουν, τα μέρη όμως μένουν ίδια. Οι φιλίες μπορεί να χαθούν, οι σχέσεις που συνάπτουμε το ίδιο, ενώ εμείς οι ίδιοι θα λεγε κανείς πως είμαστε περαστικοί από τα μέρη αυτά, μέρη που βάδισαν μυριάδες άλλοι, αναπνέοντας τον ίδιο αέρα, κάνοντας τις ίδιες ίσως σκέψεις. Αντλώντας από την ομορφιά του τοπίου μια γενικότερη αίσθηση χαλάρωσης, σαν εκείνη που νιώθεις κάθε φορά που κάνεις τη βόλτα σου σ' εκείνα τα μέρη. Ίσως τότε να κατανοείς πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγχώνεσαι για οτιδήποτε, καθώς όλα έρχονται και φεύγουν μεν, ωστόσο, κατά βάθος, η ουσία είναι άχρονη, η ουσία είναι πάντα η ίδια.

Και θα είναι πάντα εκεί, μαζί μας, εφόσον την αναζητούμε.







Αυτό ήταν λοιπόν! Για τέλος, φύλαξα την αρχική φωτογραφία, που υπήρξε και η βάση της ζωγραφιάς.






Και, για άλλη μια φορά, κλείνω με το τελικό σχέδιο, στο οποίο πρόσθεσα κάποιες λεπτομέρειες στον δρόμο, δίνοντας την αίσθηση του πλακόστρωτου, τόνισα σε έναν βαθμό τις αντιθέσεις ανάμεσα στα φωτεινά και στα σκούρα σημεία του έργου, και φυσικά έντυσα με περισσότερες λεπτομέρειες την άγνωστη παρέα στο κέντρο... Μια παρέα που θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς που διαβάζουμε τώρα αυτό το κείμενο, σε κάποια από τις βόλτες μας. 

Κάπως έτσι λοιπόν η παρέα έδεσε με το τοπίο, έγινε μέρος του έργου, μέρος του ζωγραφικού χώρου, ξεπέρασε τον χρόνο και έμεινε παντοτινή.