4 Απριλίου 2019

Η Εκδίκηση του Κογιότ


Η εκδίκηση του Κογιότ... μια ιστορία σε κόμικς από το φονικό κουνέλι




Τον καιρό που ο υπογράφων Κούνελος έγραφε λιγότερο και σχεδίαζε περισσότερο, τις πρώτες μέρες που είχε ξεπροβάλλει η Κουνελοφωλιά στα διαδικτυακά λημέρια, έκανε την εμφάνισή του αυτό εδώ το μικρό κόμικ. Μα επειδή έχουν περάσει κάποια χρόνια από τότε, σας το παρουσιάζω εκ νέου!

Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση ενός παιδικού απωθημένου. Όπως οι περισσότεροι ανάμεσά μας, μεγάλωσα και μεγαλώνω παρακολουθώντας Looney Tunes, και, μεταξύ άλλων, η σειρά του Road Runner (γνωστού ως «Μπιπ Μπιπ») και του Coyote ανήκει στις αγαπημένες μου. Πόσες και πόσες φορές, όμως, δεν λυπηθήκαμε βλέποντας το έρμο το Κογιότ να τρώει τα μούτρα του από το διαολεμένο το πουλί. Ε, μια ωραία μέρα, λοιπόν, έπιασα το πενάκι μου και είπα να εξασκηθώ στο σκίτσο, καταθέτοντας παράλληλα μια… εναλλακτική μικρή ιστορία.

Για να διαβάσετε το κόμικ κάνετε Κλικ πάνω σε κάθε εικόνα, ώστε να σας την μεγενθύνει. Για όποιον ενδιαφέρεται, η ανάρτηση όπου μοιράστηκα για πρώτη φορά την ιστορία αυτή είναι αυτή εδώ – ουσιαστικά πάμε πίσω στις απαρχές του blog, το οποίο, παρεμπιπτόντως, σύντομα κλείνει μια δεκαετία ζωής!

Αυτά, λοιπόν. Καλή ανάγνωση – και σερβίρετε και οι ίδιοι τον εαυτό σας με ένα δροσιστικό ρόφημα στο τέλος.


Η εκδίκηση του Κογιότ, ένα κόμικ από το φονικό κουνέλι, σελίδα 1 / Coyote's revenge comics, pg 1
Η εκδίκηση του Κογιότ, ένα κόμικ από το φονικό κουνέλι, σελίδα 2 / Coyote's revenge comics, pg 2
Η εκδίκηση του Κογιότ, ένα κόμικ από το φονικό κουνέλι, σελίδα 3 / Coyote's revenge comics, pg 3
Η εκδίκηση του Κογιότ, ένα κόμικ από το φονικό κουνέλι, σελίδα 4 / Coyote's revenge comics, pg 4


© Το Φονικό Κουνέλι, 2009-2019. Παρακαλώ να μην αντιγραφτεί/αναδημοσιευτεί σε άλλες ιστοσελίδες.

1 Απριλίου 2019

Ο χορός της Άνοιξης


Άνοιξη, πίνακας του Κλωντ Μονέ - Claude Monet, Springtime painting, 1886




πρίλη ψεύτη, χάνομαι, στα ψεύτικα όνειρά σου…", λένε οι Κατσιμιχαίοι στον «Κόκκινο Χορό» τους. Απρίλης. Ο μήνας που σηματοδοτεί το επίσημο λάκτισμα του τραγουδιού της άνοιξης. Ποια είναι η Άνοιξη; Εκείνη η νεαρή γυναίκα, που τόσοι έχουν ποθήσει και τόσοι έχουν ερωτευτεί. Η πιο ποθητή και εκστατική απ’ τις γυναίκες. Μια ανθοφορούσα κοπέλα με διάφανο πέπλο, που χορεύει μπρος στα ορθάνοιχτα μάτια σου, κι εσύ απομένεις να χαζεύεις σαν υπνωτισμένος, έτοιμος να παραδώσεις σώμα και ψυχή στα ατελείωτα κάλλη της.

Ναι, είσαι όμορφη, Άνοιξη. Κανείς δεν το αρνείται. Μα φέρεις πάντα μαζί σου ένα καλάθι ξέχειλο υποσχέσεις. Και αυτές τις υποσχέσεις σου είναι που αδυνατώ ν’ αποδεχτώ. Γιατί πάντα ξεχειλίζουν – και το δικό μας ποτήρι, αλίμονο, δεν χωρά παρά μια στάλα απ’ τον χυμό τους. Ο περισσότερος πέφτει κάτω, γονιμοποιεί το έδαφος, το χώμα, τα δέντρα – όχι εμάς τους ίδιους.

Δεν φταις εσύ. Το ποτήρι μας απλά δεν σε χωρά. Το δικό μας τραγούδι φέρει κάτι από τη νοσταλγία του φθινοπώρου. Και ο χορός μας, όσο ελαφροπάτητος και αν πασχίζουμε να είναι, αντηχεί ενίοτε σαν το βαρύ πάτημα του χειμώνα.

Όσο και αν σε θαυμάζω, Άνοιξη, άλλο τόσο πιάνω τον εαυτό μου να τρέχει πίσω από τις υποσχέσεις σου – και μοιάζω με κυνηγό σπάνιων πεταλούδων, τρέχοντας ξωπίσω τους σαν ανόητος, μα αδυνατώντας να τις πιάσω.

Μπορώ να σ’ ερωτεύομαι, Άνοιξη. Μα δεν ξέρω πως να σ’ αγαπώ. Κι αυτό γιατί υπόσχεσαι πολλά – πάρα πολλά. Και αν χορέψω τον χορό σου, μάλλον λαβωμένος θα βγω στο τέλος. Εσύ θα συνεχίσεις να τινάζεις το αέρινο κορμί σου – κι εγώ θα σε κοιτάζω σαν ηλίθιος, βαριανασαίνοντας, αδυνατώντας να συγχρονιστώ μαζί σου. Έχει συμβεί τόσες φορές.

Τα φιλαράκια σου, απ’ την άλλη… το παρεξηγημένο Φθινόπωρο και ο σκυθρωπός Χειμώνας… δεν υπόσχονται πολλά. Έρχονται κρατώντας μικρό καλάθι. Και αδυνατούν να χορέψουν σαν εσένα. Μα γι’ αυτό τα αγαπώ – επειδή ακριβώς δεν υπόσχονται τίποτα. Δεν με τυφλώνουν με τα κάλλη τους. Δεν με γεμίζουν προσδοκίες. Η ομορφιά τους μοιάζει με εκείνη των σιγανών ρευμάτων που αργοκυλούν δίχως να κάνουν θόρυβο. Διακριτικά και ήσυχα, φέροντας όχι εκτυφλωτικά κόκκινα και πράσινα, μα απαλά χρώματα της γης και του αέρα.

Όσο αφορά το καλοκαίρι… επέτρεψέ μου να το αφήσω στην άκρη. Πολύ σαματατζίδικο, πολύ επιδειξιομανές. Εσύ χορεύεις και ο κόσμος γύρω σου ομορφαίνει. Το καλοκαίρι, από την άλλη, χορεύει ίσα για να τον βλέπουν οι άλλοι να χορεύει. Αυτή είναι η διαφορά σας.

Αυτά είχα να σου, όμορφη και απατηλή μου Άνοιξη. Συνέχισε τον εκστατικό και υπέροχο χορό σου… μα αν κάποιες φορές στρέφω πέρα και μακριά το βλέμμα μου - ελπίζω να με κατανοήσεις.



28 Μαρτίου 2019

1984: Η αναγκαιότητα του πολέμου για την κοινωνική ιεραρχία


Ένα απόσπασμα από το 1984 του Τζορτζ Όργουελ... Η αναγκαιότητα του πολέμου για την κοινωνική ιεραρχία




Ένα απόσπασμα από το "1984" του Τζόρτζ Όργουελ




«Αφότου εμφανίστηκε για πρώτη φορά η μηχανή, έγινε φανερό σε όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους ότι η ανάγκη του ανθρώπινου μόχθου και, κατά συνέπεια, σε μεγάλο βαθμό, της ανθρώπινης ανισότητας, είχε εκλείψει. Αν η μηχανή χρησιμοποιόταν γι' αυτόν το σκοπό, η πείνα, η υπερεργασία, ο αναλφαβητισμός και η αρρώστια θα εξαφανίζονταν μέσα σε λίγες γενεές. Πραγματικά, χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί με τέτοια πρόθεση, με το να παράγει πλούτη που μερικές φορές ήταν αδύνατο να μη μοιραστούν, η μηχανή, με ένα είδος αυτόματης διαδικασίας, ανέβασε πολύ το βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου, για μια περίοδο πενήντα χρόνων στο τέλος του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Αλλά ήταν επίσης φανερό πως μια γενική αύξηση του πλούτου απειλούσε με καταστροφή — γιατί πραγματικά με μια έννοια ήταν καταστροφή — μια κοινωνία ιεραρχική. Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα δούλευαν λίγο, όπου ο καθένας θα είχε αρκετή τροφή, θα ζούσε σε σπίτι με λουτρό και ψυγείο, θα είχε δικό του αυτοκίνητο ή ακόμα και αεροπλάνο, η πιο φανερή και ίσως η πιο σημαντική μορφή της ανισότητας θα είχε κιόλας εξαφανιστεί. Αν γενικευόταν, ο πλούτος δεν θα παρείχε καμιά διάκριση.

Αναμφίβολα, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια κοινωνία όπου ο πλούτος, με την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας και της πολυτέλειας θα μοιραζόταν ίσα, ενώ η δύναμη θα έμενε στα χέρια μιας μικρής προνομιούχας τάξης. Αλλά, στην πράξη μια τέτοια κοινωνία δε θα μπορούσε να παραμείνει σταθερή για πολύ. Γιατί, αν όλοι απολάμβαναν με τον ίδιο τρόπο τις ανέσεις και την ασφάλεια, η αποβλακωμένη από τη φτώχεια μεγάλη μάζα των ανθρώπων θα μπορούσε να μορφωθεί και να μάθει να σκέφτεται για τον εαυτό της• και όταν γινόταν αυτό, αργά ή γρήγορα αυτή η μάζα θα καταλάβαινε ότι η προνομιούχα μειοψηφία δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης και θα την έβγαζε από τη μέση.

Με λίγα λόγια, μια ιεραρχική κοινωνία δεν μπορούσε να σταθεί παρά μόνο βασισμένη στη φτώχεια και στην άγνοια. Η επιστροφή στο αγροτικό παρελθόν δεν ήταν λύση. […] Ούτε η διατήρηση των μαζών στη φτώχεια, με τον περιορισμό της παραγωγής αγαθών, ήταν ικανοποιητική λύση. […] Το πρόβλημα ήταν πως να συνεχιστεί η βιομηχανική παραγωγή χωρίς να αυξηθεί ο παγκόσμιος πλούτος. Τα προϊόντα έπρεπε να παράγονται, αλλά να μη διανέμονται.

Στην πράξη, ο μόνος τρόπος για να το πετύχουν αυτό, ήταν να κάνουν συνεχώς πόλεμο.

Ο πόλεμος κατ’ ουσίαν είναι η καταστροφή, όχι απαραίτητα της ανθρώπινης ζωής, αλλά των προϊόντων του ανθρώπινου μόχθου. Ο πόλεμος είναι ο τρόπος με τον οποίον μπορούν να καταστραφούν, να διαλυθούν στη στρατόσφαιρα ή να βυθιστούν στα βάθη της θάλασσας υλικά, που αλλιώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να κάνουν τις μάζες να ζουν πιο άνετα και κατά συνέπεια να σκέφτονται περισσότερο απ' όσο είναι επιθυμητό. Ακόμα και όταν δεν καταστρέφεται το πολεμικό υλικό, η παραγωγή του είναι ένας εύκολος τρόπος να ξοδεύεται η εργατική δύναμη, χωρίς να δημιουργεί κάτι που να μπορεί να καταναλωθεί. Ένα Πλωτό Οχυρό, επί παραδείγματι, έχει δεσμεύσει για την κατασκευή του εργατικό δυναμικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να κατασκευαστούν μερικές εκατοντάδες φορτηγά πλοία. Η τελική του κατάληξη είναι να κριθεί απαρχαιωμένο και να το στείλουν στα παλιοσίδερα, χωρίς να προσφέρει υλικό όφελος σε κανέναν, ενώ στη συνέχεια, με ακόμα μεγαλύτερη απασχόληση ενός τεράστιου εργατικού δυναμικού, αρχίζει η κατασκευή ενός άλλου Πλωτού Οχυρού.

Κατά κανόνα, ο πόλεμος είναι πάντα οργανωμένος έτσι ώστε να καταβροχθίζει το πλεόνασμα που θα μπορούσε να υπάρχει αφού καλυφθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες του πληθυσμού. Στην πράξη, υπολογίζουν τις απαραίτητες υλικές ανάγκες του πληθυσμού πάντα κάτω από το πραγματικό τους επίπεδο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χρόνια έλλειψη του μισού των απαραίτητων για τη ζωή αγαθών, όμως αυτό θεωρείται πλεονέκτημα. Κρατούν όλον τον κόσμο, ακόμα και τις προνομιούχες τάξεις, κοντά στα όρια της φτώχειας, κατόπιν εσκεμμένης πολιτικής. Η γενική στέρηση αυξάνει τη σπουδαιότητα των μικρών προνομίων και έτσι μεγεθύνει τη διάκριση μεταξύ των ομάδων. Κατά τα πρότυπα των αρχών του εικοστού αιώνα, ακόμα και τα μέλη του Εσωτερικού Κόμματος ζουν με αυστηρό τρόπο ζωής που κυριαρχείται από την εργασία.

Εν τω μεταξύ, οι μικρές πολυτέλειες που απολαμβάνουν — το μεγάλο τους καλοεπιπλωμένο διαμέρισμα, το καλύτερο ύφασμα των ρούχων τους, η καλύτερη ποιότητα της τροφής, του καπνού και του ποτού, οι δυο τρεις υπηρέτες τους, το ιδιωτικό αυτοκίνητο ή το ελικόπτερο, τους εντάσσουν σ' έναν κόσμο διαφορετικό από ένα μέλος του Εξωτερικού Κόμματος. Και τα μέλη του Εξωτερικού Κόμματος έχουν παρόμοια πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τις απόκληρες μάζες που ονομάζουμε «προλεταριάτο». […]

Την ίδια στιγμή, η συναίσθηση της εμπόλεμης κατάστασης, και, κατά συνέπεια, του κινδύνου, κάνει ώστε η παράδοση όλης της εξουσίας σε μια μικρή κάστα να φαίνεται σαν κατάσταση φυσική και αναπόφευκτη για την επιβίωση. […] Δεν έχει σημασία αν γίνεται πραγματικά πόλεμος και, αφού δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καμιά αποφασιστική νίκη, δεν έχει σημασία η καλή ή κακή έκβαση του πολέμου. Το απαραίτητο είναι να υπάρχει η εμπόλεμη κατάσταση.

Ο πόλεμος είναι τώρα καθαρά εσωτερική υπόθεση. Στο παρελθόν, οι ιθύνουσες ομάδες όλων των χωρών, παρ' όλο που μπορούσαν να αναγνωρίσουν το κοινό τους συμφέρον και επομένως να περιορίσουν την καταστροφικότητα του πολέμου, μάχονταν μεταξύ τους, και ο νικητής λεηλατούσε τον νικημένο. Σήμερα, δεν μάχονται καθόλου μεταξύ τους. Ο πόλεμος διεξάγεται από κάθε άρχουσα τάξη εναντίον των υποτελών της και ο αντικειμενικός σκοπός του δεν είναι η εδαφική κατάκτηση ή η άμυνα, αλλά το να διατηρηθεί άθικτη η κοινωνική δομή.

Η ίδια η λέξη «πόλεμος», επομένως, είναι λάθος. Ίσως θα ήταν σωστό αν λέγαμε πως, με το να είναι συνεχής, ο πόλεμος έπαψε να υπάρχει. Η ιδιαίτερη πίεση που ασκούσε στους ανθρώπους από τη Νεολιθική εποχή μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από κάτι εντελώς διαφορετικό.

Το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο, αν τα τρία υπερ-κράτη, αντί να μάχονται μεταξύ τους, συμφωνούσαν να ζουν σε διαρκή ειρήνη, το καθένα απαραβίαστο μέσα στα σύνορά του. Σ’ αυτή την περίπτωση, το καθένα θα ήταν και πάλι ένας κλειστός κόσμος απαλλαγμένος για πάντα από την επιρροή εξωτερικού κινδύνου. Μια ειρήνη πραγματικά διαρκής θα ήταν ό,τι είναι ένας διαρκής πόλεμος. Αυτό —μολονότι η μεγάλη πλειοψηφία του Κόμματος το καταλαβαίνει μόνο στη στενότερή του έννοια — είναι το βαθύτερο νόημα του συνθήματος του Κόμματος "Ο Πόλεμος Είναι Ειρήνη".»



Ένα απόσπασμα από το “1984” του Τζορτζ Όργουελ [George Orwell, “Nineteen Eighty-Four”]. Ημερομηνία πρώτης έκδοσης: 1949. Μετάφραση: Νίνα Μπάρτη.



Ο Τζορτζ Όργουελ στη γραφομηχανή του / George Orwell

26 Μαρτίου 2019

Η Ρόζα του Ρεμπέτικου



Ένα αφιέρωμα στη Ρόζα Εσκενάζυ και την ιστορία της στο ρεμπέτικο τραγούδι. Λόγια: το φονικό κουνέλι




Σάρα Σκιναζί ήταν τ’ όνομά σου, μα ήθελες να σε λένε Ρόζα. Ρόζα, σαν τα βαθυκόκκινα πέταλα που είχες φορέσει στα μαλλιά σου, τη νύχτα εκείνη που κλέφτηκες. Τη νύχτα που σκόρπισες παράνομα με τον έρωτά σου, καθώς η οικογένειά του δεν σ’ ενέκρινε. Μα ούτε οι δικοί σου σε ενέκριναν. Αγαπούσες το τραγούδι, τον χορό, όχι το νοικοκυριό. Κοιτούσες τους άντρες μες στα μάτια, δεν έσκυβες κεφάλι. Σε θεωρούσαν αμφιβόλου αρετής. Ήσουν μια Εβραία ελληνίδα σ’ έναν κόσμο μπάσταρδο• έναν κόσμο που αποζητούσε μια ταυτότητα• έναν κόσμο παραδομένο στα φενακισμένα όνειρά του.


Από το βράδυ ως το πρωί

με πρέζα στέκω στη ζωή

κι όλο τον κόσμο κατακτώ

την άσπρη σκόνη σαν ρουφώ.



Γυρνούσες σε τοπικές ταβέρνες της οθωμανικής, ακόμα, βορείου Ελλάδας. Οι Τούρκοι πρώτοι αγάπησαν τη φωνή σου. Σε είχαν δει, εκεί στην Κομοτηνή, ενώ τραγουδούσες κάποιο βράδυ – και σου ζήτησαν να εμφανιστείς στο κέντρο τους. Η μάνα σου, υπηρέτρια τότε σε μια εύπορη οικογένεια, είχε εξοργιστεί. «Αλίμονο, η κόρη μου να γίνει χορεύτρια!», έλεγε – ενώ χαμήλωνε το βλέμμα της την ώρα που περνούσε μπροστά ο κύρης. Μα η δική σου σκέψη φτερούγιζε με εικόνες και αρώματα σμυρναίικα, σκηνές νυχτερινής ζωής και ταξιδιάρες μελωδίες. Το τραγούδι και ο χορός κυλούσαν μέσα σου, όπως τα ψάρια στον βυθό. Και συ μαζί τους κολυμπούσες, αρμενίζοντας στις θάλασσες της φαντασίας σου.

Άλλαξες σε Ρόζα τ’ όνομά σου, τη στιγμή που αποφάσισες πως ήθελες να ακολουθήσεις τον δρόμο της τέχνης. Ήταν μια δήλωση ελευθερίας. Η στιγμή που ανάσαινες καθαρό αέρα.



Η Ρόζα Εσκενάζυ στα νιάτα της / Rosa Eskenazi when she was young
Η προκυμαία στην παλιά Σμύρνη / Old Smyrna docks / Les Quais



Μα αν ο αέρας ήταν καθαρός, το έδαφος που βάδιζες ήταν κακοτράχαλο. Ο άντρας σου θα πέθαινε μετά από λίγα χρόνια και θα άφηνες το παιδί σου σε οικοτροφείο – θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να το ξαναδείς. Στο μεταξύ θα έφευγες για την Αθήνα. Μια νέα εποχή ξημέρωνε, στο κατόπι του Πολέμου, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του 20… Εποχή λουσμένη στο φως των υποσχέσεων, μα ταυτόχρονα παραδομένη στις σκιές τους. Μα εσύ αποζητούσες φως και μόνο. Τα δικά σου όνειρα δεν ήταν σαν των άλλων.


Όλος ο κόσμος είναι θύμα μου

σαν έχω πρέζα και ρουφάω

κι οι πολιτσμάνοι όταν θα με δουν

μελάνι αμολάω.



Για ένα διάστημα τραγουδούσες σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, τουρκικά και αρμένικα. Μα σε όποια γλώσσα και αν μιλούσες, τη φωνή σου χρωμάτιζες το ίδιο. Οι λέξεις και τα συναισθήματα δεν άλλαζαν, ούτε τα νοήματα των στίχων.

Κάποια στιγμή θα σε ανακάλυπτε ο Παναγιώτης Τούντας. Ήταν εκείνος που έφερε τις μελωδίες απ’ τη Σμύρνη στην Αθήνα και συνέβαλε όσο ελάχιστοι στη διαμόρφωση ενός νέου είδους τραγουδιού, που ακόμα δεν είχε κάποιο όνομα. Ένα ανώνυμο τραγούδι που μιλούσε σε κείνους που αποζητούσαν στη μουσική όχι διασκέδαση, μα παρηγοριά. Σε κείνους τους χιλιάδες. Θα συνέδεες το όνομά σου με το τραγούδι αυτό και ο κόσμος θα σε γνώριζε… Δέκα χρόνια μετά η φωνή σου θα γινόταν αγαπητή από τα πλήθη, σε Ελλάδα, Αίγυπτο, Τουρκία, Αλβανία και Σερβία. 



Ο Παναγιώτης Τούντας, από τους πρωτοπόρους του Ρεμπέτικου τραγουδιού
Η Ρόζα Εσκενάζυ μαζί με τον Αγάπιο Τομπούλη / Ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού



Μα η φήμη ποτέ δεν σ’ αιχμαλώτισε. Τον καιρό που στη χώρα κάποιοι ύψωναν το χέρι σε χαιρετισμό φασιστικό και μιλούσαν για μεγαλεία εθνικά και απέραντες αυτοκρατορίες, εσύ με τόλμη τραγουδούσες.


Σαν μαστουρωθείς

γίνεσαι ευθύς

βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας.

Πρέζα όταν πιεις

βρε θα ευφρανθείς

κι όλα πια στον κόσμο ρόδινα θε να τα δεις.



Εξουσία, δικτατορία και πρέζα. Όψεις του ίδιου νομίσματος. Κάλπικες μορφές, σέρνοντας απατηλούς χορούς. Το καθεστώς του Μεταξά απαγόρευσε αυτό το τραγούδι σου, μα και άλλα σαν αυτό. Θα τα ανακάλυπτε ξανά πολλά, πολλά χρόνια μετά ο κόσμος.


Δική μου είναι η Ελλάς

και στην κατάντια της γελάς,

της λείπει το `να της ποδάρι

ρε και το παίξανε στο ζάρι.




Τανκ στη διάρκεια της Κατοχής / Greek occupation tanks



Έπειτα ήρθε ένας ακόμα πόλεμος. Η κατοχή. Προκειμένου να διαφυλάξεις τον εαυτό σου, είχες εκδώσει πλαστά χαρτιά γεννήσεως. Η εβραϊκή καταγωγή σου δεν γινόταν φανερή. Κι αν είχες συνδεθεί ερωτικά με έναν Γερμανό, παράλληλα έκρυβες μαχητές της Αντίστασης στο σπίτι σου, ενώ φυγάδευες Εβραίους από Αθήνα και Θεσσαλονίκη… μεταξύ των οποίων και την οικογένειά σου. Μα το γάβγισμα των μαύρων σκύλων αντηχούσε έξω από την πόρτα σου… Οι σκιές συχνά ζωντάνευαν. Κάποια στιγμή έγινε φανερή η δράση σου και σε συνέλαβαν. Θα έμενες φυλακισμένη για τρεις μήνες.

Έζησες, ωστόσο.

Τα χρόνια μετά τον πόλεμο θα απέβαιναν καρπερά για τη διεθνή καριέρα σου, μα όχι μόνο. Νέοι γάμοι, ταξίδια και περιοδείες στην Αμερική, άφθονοι δίσκοι και χειροκροτήματα δίχως τέλος… Κάτι ωστόσο είχε αρχίσει να τελειώνει: το τραγούδι εκείνο με το οποίο είχες συνδέσει το όνομά σου πλέον είχε μεταμορφωθεί. Οι καιροί άλλαζαν, οι συνθήκες το ίδιο. Στη μορφή και τη φωνή σου ο κόσμος θα άρχιζε σταδιακά να βλέπει ένα παράθυρο στον χρόνο, σε κείνα που ήταν πλέον περασμένα.

Κάποιοι θα ξεχνούσαν. Και η ιστορία θα επαναλαμβανόταν.


Εγώ θα είμαι ρε δικτάτορας

κι ο κόσμος στάχτη αν θα γίνει

ο ένας θα μ’ ανάβει τον λουλά

κι ο άλλος θα τον σβήνει.



Κάποιοι όμως σε θυμόμαστε. Σχεδόν βλέπουμε τ' αστέρια που ξεπηδούσαν απ’ τα μάτια σου, σαν ονειρευόσουν. Κάπου ανάμεσά τους ίσως τριγυρίζεις.

Το τραγούδι σου ονομάστηκε Ρεμπέτικο. Και συ ήσουν η Ρόζα Εσκενάζυ.

Click

© Λόγια: το Φονικό Κουνέλι, 2014-19.


Φωτογραφία πορτραίτο της Ρόζας Εσκενάζυ

14 Μαρτίου 2019

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #12: Ιδού η κοινωνία σου, αστέ.


Λαγούμι της λογοτεχνίας, μέρος 12. Ρεαλισμός και αστική κοινωνία... μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Μάλιστα κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέπτης που το περιφέρουν σ' έναν μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο τ' ουρανού, άλλοτε τον βούρκο απ' τις λασπολακκούβες του δρόμου.» - Σταντάλ, «Το Κόκκινο και το Μαύρο» [“Le Rouge Et Le Noir”, 1830]



Πάει καιρός από την τελευταία φορά που άνοιξε τις δρύινες πύλες του το Λαγούμι της Λογοτεχνίας. Και για δες – ίσως είναι η πολυκαιρία, ίσως η κλεισούρα… μα απόψε το Λαγούμι μοιάζει να αναδύει μια αποφορά βάλτου. Μια οσμή ψευδεπίγραφης ιεραρχίας, μια ώσμωση κεκαλυμμένης διαστροφής, μια λαχτάρα για υλικές απολαύσεις, μια ηθική ζούγκλας, μια ξεπουλημένη ευτυχία.

Οκτώ λογοτεχνικά αποσπάσματα, οκτώ συγγραφείς που περιέγραψαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παραμόρφωση της αστικής πραγματικότητας και την παράδοση σ’ έναν ανελέητο αγώνα όλων εναντίον όλων, με τρόπαιο το χρήμα, την εύκολη ηδονή και την ασφάλεια του ζώου στο κλουβί.

Στα αποσπάσματα πρωτοστατεί το «ρεαλιστικό» μυθιστόρημα – και οι πρωτοπόροι του, οι Γάλλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Σταντάλ (που έθεσε τις βάσεις του λογοτεχνικού ρεαλισμού στο έργο του, χαρακτηρίζοντας το μυθιστόρημα ως «καθρέπτη της πραγματικότητας»), ο Μπαλζάκ (με τις ανελέητες περιγραφές των αστών της εποχής του), και ο Εμίλ Ζολά (ο νατουραλισμός του οποίου εξώθησε το ρεαλιστικό μυθιστόρημα στα άκρα). Εκεί θα συναντήσουμε και έναν σημαντικό Ρώσο συνοδοιπόρο τους, που πάντρεψε έντεχνα την κοινωνική κριτική με τη σάτιρα: τον Νικολάι Γκόγκολ• τον Ιάπωνα Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα και τις τρομακτικές περιγραφές του μιας αδυσώπητης πραγματικότητας• τον Ζαν Κοκτώ και τον έντεχνο κοινωνιολογικό στοχασμό του.

Τα δύο τελευταία αποσπάσματα μοιάζουν σαν έσχατη αντίδραση στην παρακμή – μια απόπειρα να αντιμετωπίσεις τον βούρκο. Λειτουργούν όμως αντιθετικά το ένα στο άλλο.

Στο μεν ένα ο Τζακ Λόντον ξεσπά απέναντι στη διαφθορά και αγωνίζεται για τα δικαιώματα των καταπιεσμένων, προσδοκώντας μέρες βαμμένες στο κόκκινο της εξέγερσης. Στο δε άλλο όμως, δεν υπάρχει πια καμία ανάγκη για εξέγερση: ο βούρκος δεν ξεβούλωσε γιατί δεν υπάρχει λόγος πια να ξεβουλώσει… η αποφορά του επικαλύφθηκε με ευχάριστα αρώματα. Όταν η αστική κοινωνία παραχωρεί τη θέση της στον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» - και εκεί όλοι πια ζουν ασφαλείς, ευτυχείς και ναρκωμένοι.


Το ρεαλιστικό μυθιστόρημα



Εξώφυλλο του 19ου αιώνα για το Κόκκινο και το Μαύρο του Σταντάλ / Le Rouge et le Noir




«Εγώ, να αρνηθώ μια ηδονή που μου προσφέρεται! Μια γάργαρη πηγή που έρχεται να δροσίσει τη δίψα μου στην καυτή ερημιά της μετριότητας που με τόσα βάσανα διαβαίνω! Μα τον Θεό! Δεν είμαι τόσο βλάκας! Ο καθένας για πάρτη του, μέσα σ' αυτή την ερημιά του εγωισμού που τη λένε ζωή».


Λόγια του Ζυλιέν, του κεντρικού ήρωα του βιβλίου "Το Κόκκινο Και Το Μαύρο" [“Le Rouge Et Le Noir”] του Ανρί Σταντάλ [Stendhal , “Le Rouge Et Le Noir”]. Δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1830 και με υπότιτλο "Ένα Χρονικό Του 19ου Αιώνα".

Ναι, “χρονικό”, αν και επρόκειτο για λογοτεχνικό έργο. Ήταν κάτι που δεν είχε συνηθίσει ο λογοτεχνικός κόσμος της εποχής. Ένας κεντρικός ήρωας που, με κυνισμό, αντανακλά την πραγματικότητα των ανθρώπων των καιρών του. Δίχως εξιδανικεύσεις, πέρα από εξωραϊσμούς και αγνά ιδανικά. Ονομάστηκε “ψυχολογικό μυθιστόρημα” και έσπειρε τους σπόρους του λογοτεχνικού ρεαλισμού. Θα ακολουθούσαν ο Μπαλζάκ, ο Φλωμπέρ και άλλοι.

Ασφαλώς έργα όπως του Σταντάλ δεν άρεσαν σε όλους τον καιρό εκείνο. Η υπέρμετρη παρουσίαση μιας κοινωνίας γυμνής από εξιδανικεύσεις, καθοδηγούμενης από συμφέροντα και ξέχειλης υποκρισία, ενόχλησε μερίδα κόσμου (ιδιαίτερα ανάμεσα στην "καλή κοινωνία" της εποχής). Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο Σταντάλ, μέσα από το ίδιο έργο, σε ένα απόσπασμα που, λίγο πολύ, αποκαλύπτει τι εστί λογοτεχνικός ρεαλισμός - και ποια η σημασία του:



«Μάλιστα κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέπτης που το περιφέρουν σ' έναν μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο τ' ουρανού, άλλοτε τον βούρκο απ' τις λασπολακκούβες του δρόμου. Και τότε, τον άνθρωπο που κουβαλά τον καθρέπτη μ' ένα κοφίνι στη ράχη του θα τον κατηγορήσετε γι' ανήθικο! Ο καθρέπτης του δείχνει τον βούρκο και σεις κατηγορείτε τον καθρέπτη! Θα πρέπει να κατηγορήσετε τον μεγάλο δρόμο όπου είναι ο βόρβορος, κι ακόμα πιο πολύ τον επόπτη του οδικού δικτύου που αφήνει το νερό να λιμνάζει και να κάνει λασπολακκούβες».


Η μετάφραση είναι του Γιώργου Σπανού.


Ιεραρχία ενός σημαντικού προσώπου



Εικονογράφηση του Boris Mikhailovich Kustodiev για το Παλτό του Γκόγκολ / Gogol's Overcoat illustration by Boris Mikhailovich Kustodiev
Εικονογράφηση του Boris Kustodiev για το Παλτό του Γκόγκολ


Η ιστορία μας έρχεται από τη Ρωσία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Ήρωας ένας απλός ανθρωπάκος, ένας υπαλληλάκος, η μόνη περιουσία του οποίου είναι ένα καλοφτιαγμένο, ακριβό παλτό. Μια μέρα ληστές επιτίθενται στον ήρωα και του κλέβουν το παλτό - το μοναδικό πράγμα που του προσέδιδε μια κάποια αίσθηση αξίας σε μια κοινωνία που η ιεραρχία και το κύρος ήταν το παν.

Ο ανθρωπάκος (το όνομα του οποίου είναι Ακάκιος Ακακίεβιτς) αποφασίζει τότε να καταφύγει στη βοήθεια ενός ανωτέρου του στην κοινωνική ιεραρχία. Σε τι ακριβώς είναι ανώτερος; Πως διαφέρει ο ένας απ' τον άλλον; Αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει πως το δεύτερο αυτό πρόσωπο (του οποίου ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομα) είναι "σημαντικό".

Ας δούμε πως περιγράφει ο ίδιος ο συγγραφέας το "σημαντικό" αυτό πρόσωπο, με τα δικά του λόγια.



«Τι να κάνει, ο Ακάκιος Ακακίεβιτς αποφάσισε να απευθυνθεί στο σημαντικό πρόσωπο. Όσο αφορά το ποια ακριβώς ήταν και σε τι συνίστατο η αρμοδιότητα του σημαντικού προσώπου, αυτό παραμένει άγνωστο μέχρι σήμερα. Πρέπει εδώ να πούμε ότι αυτό το κάποιο σημαντικό πρόσωπο είχε γίνει μόλις πρόσφατα σημαντικό πρόσωπο, ενώ μέχρι τότε ήταν ασήμαντο πρόσωπο. Εξάλλου, ακόμα και σήμερα, η θέση του δεν εθεωρείτο ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με άλλες, σημαντικότερες. Πάντοτε όμως υπάρχουν οι άνθρωποι για τους οποίους είναι σημαντικό κάτι που για τους άλλους είναι ασήμαντο.

Επίσης, το πρόσωπο αυτό προσπαθούσε να ενισχύσει τη σημασία του με πολλά άλλα μέσα, δηλαδή: είχε διατάξει, όταν έρχεται στην υπηρεσία, να τον υποδέχονται οι υφιστάμενοί του στις σκάλες· να μην μπορεί κανείς να απευθυνθεί κατευθείαν σ' αυτόν, αλλά να τηρείται αυστηρά η ιεραρχία: ο κλητήρας ν' αναφέρεται στο γραμματέα, ο γραμματέας στον τμηματάρχη ή σε όποιον τέλος πάντων έρχεται μετά στην ιεραρχία.

Έτσι είναι στην Αγία Ρωσία, τα πάντα μολυσμένα από τη μίμηση – καθένας προσπαθεί ν' αντιγράψει τον ανώτερό του. [...]

Βάση του συστήματός του ήταν η αυστηρότης. "Αυστηρότης, αυστηρότης - και αυστηρότης", έλεγε συνήθως και με την τελευταία λέξη συνήθως κοιτούσε με πολλή σημασία το πρόσωπο του συνομιλητή του. Όλα αυτά βέβαια δε χρειάζονταν, αφού και οι δέκα υπάλληλοι που αποτελούσαν την υπηρεσία του τον φοβούνταν έτσι κι αλλιώς· βλέποντάς τον από μακριά παρατούσαν τη δουλειά τους και στέκονταν προσοχή, όσο ο διευθυντής διέσχιζε το δωμάτιο. Ο συνήθης διάλογος με τους κατωτέρους του χαρακτηριζόταν από αυστηρότητα και συνήθως περιοριζόταν σε τρεις φράσεις: "Πως τολμάτε; Αντιλαμβάνεστε σε ποιον απευθύνεστε; Έχετε συναίσθηση ποιος στέκεται μπροστά σας;"»


Από «Το Παλτό» του Νικολάι Γκόγκολ [Nikolai Vasilievich Gogol, “The Overcoat”, “Шинель”]. Πρώτη έκδοση το 1842. Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς.



Μαθήματα ψυχολογίας της μάζας



«Η φήμη είναι η συνέπεια μιας παρεξήγησης. Είναι όπως το πλήθος που συγκεντρώνεται γύρω από ένα ατύχημα. Όλη η ομορφιά είναι απλώς ένα ατύχημα. Ελάχιστοι σταματούν και αναρωτιούνται τι συμβαίνει. Κάποιοι άλλοι τους μιμούνται, τους ρωτάνε... Κι ύστερα έρχεται το πλήθος που δεν βλέπει πια τίποτα και είναι ευχαριστημένο απλώς με το να πυκνώνει τις γραμμές του.

Κι από 'κει και πέρα, οι πάντες επινοούν το ατύχημα, κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη. Σταδιακά το ατύχημα παραμορφώνεται και γίνεται το έργο αυτού του συνωστισμένου πλήθους, που δεν έχει δει τίποτα». 

Από το Ημερολόγιο του Ζαν Κοκτώ [Jean Cocteau], 3 Φεβρουαρίου του 1952.



Ένα Παρίσι βουτηγμένο στη λάσπη



Πίνακας του Jean Béraud, L’Attente, 1880
Jean Béraud, L’Attente, 1880



«Την εποχή εκείνη η Νανά ήταν πολύ στεναχωρημένη, δεν είχε καθόλου το νου της στη διασκέδαση. Χρειαζόταν χρήματα. Τότε επιδίδονταν με τη Σατέν σ’ ένα λυσσαλέο κυνήγι στα πεζοδρόμια του Παρισιού, ψωνίζοντας πελάτες μες στα λασπωμένα δρομάκια κάτω από το θαμπό φως του γκαζιού. Η Νανά επέστρεψε λοιπόν στα πρόστυχα καμπαρέ των φτωχογειτονιών όπου είχε σύρει τα πρώτα της βρόμικα μεσοφόρια, ξαναείδε τα σκοτεινά απόκεντρα των εξωτερικών λεωφόρων, τα μαρμάρινα αγκωνάρια όπου τη φιλούσαν οι άνδρες όταν ήταν δεκαπέντε χρόνων, ενώ ο πατέρας της την έψαχνε για να της μαυρίσει τον πισινό.

Έτρεχαν πάνω-κάτω, σύχναζαν στους χορούς και στα καφέ κάθε συνοικίας κι ανέβαιναν σκαλιά υγρά από τις φτυσιές και τη χυμένη μπύρα. […] Αλλά οι διακοπές πλησίαζαν κι οι γειτονιές δεν είχαν χρήμα. Έτσι ξαναγύρισαν στις κεντρικές λεωφόρους. Εκεί είχαν περισσότερες πιθανότητες. Από τα υψώματα της Μονμάρτρης μέχρι το Αστεροσκοπείο, όργωναν όλη την πόλη. Βροχερά βράδια όπου τα παπούτσια τους γλιστρούσαν, ζεστές βραδιές όπου τα κορσάζ τους κολλούσαν στο δέρμα, μακρόχρονες αναμονές, ατέλειωτες βόλτες, σπρωξίματα και καβγάδες, κτηνώδεις συμπεριφορές κάποιου περαστικού που τον οδήγησαν σ’ ένα τρισάθλιο ξενοδοχείο και που ξανακατέβηκε τα λιγδιασμένα σκαλιά του βλαστημώντας – αυτή ήταν όλη τους η ζωή. […]

Τα υγρά βράδια, όταν το νοτισμένο Παρίσι ανέδιδε μια άσχημη μυρωδιά μεγάλου βρόμικου κοιτώνα, ήξερε ότι αυτός ο μαλακός καιρός, αυτή η δυσωδία των ύποπτων δρόμων, ερέθιζαν τους άντρες. Και παραφύλαγε τους πιο καλοβαλμένους, που τους καταλάβαινε από τα άτονα μάτια τους. Ήταν σα μια επιδημία λαγνείας να τύλιγε την πόλη. Ωστόσο φοβόταν και λιγάκι, γιατί οι πιο καθωσπρέπει ήταν και οι πιο νοσηροί. Το λούστρο έφευγε και εμφανιζόταν το κτήνος, απαιτώντας την ικανοποίηση των πιο απίθανων διαστροφών. Και η πουτανίτσα η Σατέν, αμφισβητούσε την αξιοπρέπεια όλων εκείνων που τριγύριζαν με αμάξι, λέγοντας πως οι αμαξάδες ήταν πιο ευγενικοί γιατί σέβονταν τις γυναίκες και δεν τις τυραννούσαν με τα διάφορα βίτσια τους.

Μα τότε, λοιπόν, αναρωτιόταν σα μιλούσε σοβαρά, δεν υπήρχε στον κόσμο αρετή; Από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα στρώματα, όλοι είναι βουτηγμένοι στη λάσπη! Το τι γίνεται στο Παρίσι από τις εννιά μέχρι τις τρεις το πρωί δεν περιγράφεται! Και η Νανά έσκαγε στα γέλια λέγοντας πως αν μπορούσαν να κοιτάξουν σ’ όλες τις κρεβατοκάμαρες, θα ‘βλεπαν τα πιο παράξενα πράγματα, το φτωχόκοσμο ν’ αναζητά την ηδονή μες στα σκατά και μερικούς τρανούς να χώνουν τη μύτη τους βαθύτερα κι απ’ αυτόν. Τα καινούργια αυτά δεδομένα πλούτισαν τις γνώσεις της γύρω από τη ζωή».


Εμίλ Ζολά, «Νανά» [Émile Zola, “Nana”]. Πρώτη έκδοση, 1880. Μετάφραση: Μαρία Παγουλάτου.



Η διαφθορά της αστικής κοινωνίας



Πορτραίτο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ / Honoré de Balzac




«Πως θα πλουτίσουν γρήγορα, αυτό είναι το πρόβλημα που προσπαθούν να λύσουν αυτή τη στιγμή πενήντα χιλιάδες νέοι που βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση μ' εσάς. Είστε ένα νούμερο μέσα σ' όλο το πλήθος. Αναλογιστείτε τι προσπάθειες πρέπει να καταβάλετε και με πόση λύσσα πρέπει να παλέψετε. Πρέπει να αλληλοσπαραχθείτε σαν αράχνες εγκλωβισμένες μέσα σε βάζο, δεδομένου ότι δεν βρίσκονται πενήντα χιλιάδες καλές θέσεις. Ξέρετε πως ανοίγει κανείς το δρόμο του εδώ; Ή με τη λάμψη του μυαλού του, ή με την επιτηδειότητα της διαφθοράς. Πρέπει να εισβάλεις μέσα σ' αυτήν την ανθρώπινη μάζα ή σαν οβίδα κανονιού ή ύπουλα, τρυπώνοντας σαν την πανούκλα. Η εντιμότητα δε χρησιμεύει σε τίποτα. [...]

Η διαφθορά βασιλεύει παντού, το ταλέντο είναι σπάνιο. Γι' αυτό, η διαφθορά είναι το όπλο της μετριότητας που μας έχει κατακλύσει και που τα σημάδια της θα τα βρείτε παντού. Θα συναντήσετε γυναίκες που οι άντρες τους παίρνουν ένα μισθό ίσα-ίσα για να τρέφονται, κι αυτές ξοδεύουν μια περιουσία για να ντυθούν. Θα δείτε υπαλλήλους με μισθό χιλίων διακοσίων φράγκων ν' αγοράζουν κτήματα. [...]

Στο Παρίσι, τίμιος είναι αυτός που σιωπά και αρνείται να μοιραστεί! Δε μιλάω γι' αυτούς τους φουκαράδες είλωτες που, παντού, κάνουν όλες τις δουλειές χωρίς ν' ανταμείβονται γι' αυτό ποτέ και που τους αποκαλώ Η ΑΔΕΡΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΟΥΚΑΡΑΔΩΝ του καλού Θεού. Ασφαλώς εδώ έχουμε την αρετή σε όλο το μεγαλείο της βλακείας της, αυτή όμως είναι και η αθλιότητα. Βλέπω ήδη το μορφασμό αυτών των ανθρωπάκων, αν ο Θεός μάς έκανε καμιά άσχημη πλάκα και απουσίαζε από τη Δευτέρα Παρουσία. Αν λοιπόν θέλετε να πετύχετε γρήγορα πρέπει ή να είστε ήδη πλούσιος, ή να φαίνεστε ότι είστε. [...]

Αυτή είναι η ζωή στην πραγματικότητα. Δεν έχει τίποτα το ειδυλλιακό, μοιάζει σα να είσαι χωμένος στην κουζίνα, βρομάει όσο κι αυτή, κι εσύ πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου αν θες να μαγειρέψεις. Να ξέρεις μόνο να ξεπλένεσαι καλά• σ' αυτό έγκειται όλη η ηθική της εποχής μας.»


Ονορέ ντε Μπαλζάκ, «Ο Μπάρμπα-Γκοριό» [Honoré de Balzac, “Le Père Goriot”]. Πρώτη έκδοση το 1835. Μετάφραση: Μ.Τυρέα-Χριστοδουλίδου




Τρώγοντας τους εργάτες



Εικονογραφήσεις για το Κάππα του Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα / Akutagawa's Kappa illustrations




Στα μισά της δεκαετίας του 20 ο Ιάπωνας συγγραφέας Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα [Ryunosuke Akutagawa] εξιστόρησε τα ήθη και τον τρόπο ζωής των Κάπα, στο μυθιστόρημά του «Κάπα» [Kappa / 河童, μετάφραση: Γιούρι Κοβαλένκο]. Τα Κάπα είναι κάτι παράξενα μυθικά πλάσματα που μοιάζουν σε πολλά με τους ανθρώπους. Ζουν σε πόλεις, έχουν ανθηρές βιομηχανίες, φιλοσοφία, τέχνη και θρησκεία. Έχουν καπιταλιστές ιδιοκτήτες και πλήθη από προλετάριους. Σύμφωνα μάλιστα με τα τελευταία στατιστικά: 


«Η διαδικασία μαζικής παραγωγής καλπάζει με πολύ ταχύ ρυθμό. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι, σύμφωνα μ’ επίσημες εκτιμήσεις, έχασαν πρόσφατα τις δουλειές τους γύρω στις σαράντα με πενήντα χιλιάδες άτομα. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχα συναντήσει ακόμα τη λέξη «απεργία» σ’ αυτόν τον τόπο, όσο κι αν φυλλομετρούσα ανυπόμονα τις εφημερίδες κάθε πρωί. Ήταν κάτι που μου φαινόταν μάλλον περίεργο και δυσεξήγητο. Έτσι λοιπόν, σε μια περίπτωση που ήμουν καλεσμένος στο σπίτι του Γκάελ [ιδιοκτήτη βιομηχανίας], παρέα με τον Πεπ και τον Τσακ [δύο χαρακτηριστικούς Κάπα], βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω γιατί. 

«Μα, επειδή τρώγονται!»

Ο Γκάελ ήταν εκείνος που απάντησε. Το είπε με τον πιο φυσικό τρόπο, ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές καπνού απ’ το πούρο του.

Αυτό το «τρώγονται» δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα ακριβώς τι σήμαινε. Ο Τσακ όμως, με το γνωστό μονόκλ του, φαίνεται πως πρόσεξε το απορημένο μου ύφος κι έσπευσε να μου εξηγήσει.

«Αυτό που ήθελε να πει ο Γκάελ είναι ότι σφάζουμε όσους εργάτες χάνουν τη δουλειά τους και χρησιμοποιούμε τη σάρκα τους για κρέας. Να, εδώ έχω μια εφημερίδα. Για να δούμε αν γράφει τίποτε σχετικό. Να! Άκου: «Ο αριθμός νέων ανέργων αυτό το μήνα έφτασε τους 64.769. Αντίστοιχη πτώση παρατηρήθηκε στην τιμή του κρέατος».

«Καλά, και οι εργαζόμενοι δέχονται μια τέτοια κατάσταση χωρίς να διαμαρτύρονται; Να οδηγούνται στο...»

«Δεν θ’ άλλαζε τίποτε, όση φασαρία κι αν έκαναν. Η σφαγή του εργαζόμενου προβλέπεται με ειδικό άρθρο στο σύνταγμά μας [...] Με μια τέτοια τακτική, βλέπεις, η Πολιτεία γλιτώνει τον πολίτη απ’ το άγχος της αυτοκτονίας, ή της λιμοκτονίας. Μια εισπνοή από δηλητηριώδες αέριο... κι αυτό ήταν όλο. Ούτε πόνος, ούτε τίποτε».

«Ναι, αλλά να τρώτε τη σάρκα τους για κρέας...», έκανα.

«Πες μου, δεν είναι αλήθεια ότι στη χώρα σου τα κορίτσια τέταρτης κατηγορίας πουλιούνται σε πορνεία; Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν είναι καθαρός συναισθηματισμός εκ μέρους σου να δείχνεις ότι ενοχλείσαι επειδή εδώ τρώμε τις σάρκες του εργαζόμενου σαν κρέας;»

Ο Γκάελ περίμενε να γίνει κάποιο διάλειμμα στη συζήτηση για να μου προσφέρει ένα απ’ τα πιάτα με σάντουιτς που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι.

«Αυτά πως σου φαίνονται;», μου είπε. «Πάρε ένα! Κρέας εργαζόμενου είναι κι αυτό!»

Δεν χρειάζεται να πω ότι χλόμιασα. [...] Πήρα το δρόμο για το σπίτι μου μέσα σ’ ένα σκοτάδι μαύρο σαν πίσσα, κάνοντας συνέχεια εμετό. Στο κατάμαυρο φόντο της νύχτας, το ξερατό μου φάνταζε άσπρο, κάτασπρο».



Ξέσπασμα στη βουλή



Ο καπιταλισμός ξεζουμίζει τους εργάτες - παλιά γελοιογραφία / Capitalism draining the workers, old political cartoon




«Καθόμουνα στον εξώστη της βουλής εκείνη την ημέρα. Όλοι ξέραμε πως κάτι φοβερό ήταν να γίνει. Πλανιόταν στον αέρα και η παρουσία του γινόταν αισθητή από τους οπλισμένους στρατιώτες που ήταν παραταγμένοι στους διαδρόμους και από τους αξιωματικούς που συγκεντρώνονταν στις εισόδους της Βουλής. Η Ολιγαρχία θα χτυπούσε. Μιλούσε ο Έρνεστ. Ανιστορούσε τα βάσανα των ανέργων, με την ιδέα ότι μπορούσε ν’ αγγίξει τις καρδίες και τις συνειδήσεις τους. Αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί βουλευτές τον σάρκαζαν και επικρατούσε φασαρία και σύγχυση. Ο Έρνεστ άλλαξε απότομα ύφος.

— Γνωρίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να σας επηρεάσει, είπε. Δεν έχετε ψυχή για να επηρεαστεί. Είστε ασπόνδυλα και μαλθακά πλάσματα. Με πομπώδη τρόπο ονομάζετε τους εαυτούς σας Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς. Δεν υπάρχει Ρεπουμπλικάνικο Κόμμα. Δεν υπάρχει Δημοκρατικό Κόμμα. Δεν υπάρχουν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκράτες εδώ μέσα. Είστε κόλακες και προαγωγοί, τα τσιράκια της Πλουτοκρατίας. Φλυαρείτε με απαρχαιωμένη ορολογία για την αγάπη σας στην Ελευθερία, ενώ φοράτε την κόκκινη λιβρέα της Σιδερένιας Φτέρνας.

Στο σημείο αυτό, η φωνή του πνίγηκε από τις κραυγές: «Στην τάξη! στην τάξη!» κι εκείνος στεκόταν περιφρονητικά ώσπου η οχλαγωγία κατάπεσε. Έκανε μια χειρονομία που τους έκλεινε όλους μέσα, γύρισε στους συντρόφους του και είπε:

— Ακούτε πως μουγκρίζουν τα χορτασμένα κτήνη.

Πανδαιμόνιο έγινε ξανά. Ο πρόεδρος χτυπούσε για να επιβάλλει την τάξη και κοίταζε με προσδοκία κατά την πόρτα, στους αξιωματικούς. «Ανταρσία!» ακούγονταν φωνές κι ένας φωνακλάς βουλευτής της Νέας Υόρκης, φώναξε: «Αναρχικέ!» στον Έρνεστ. Και ο Έρνεστ δεν ήταν καθόλου ευχάριστος να τον κοιτάζεις. Τρεμούλιαζε κάθε αγωνιστική ίνα του και το πρόσωπό του ήταν το πρόσωπο ενός ζώου που πολεμάει, ωστόσο, ήταν ψύχραιμος και συγκεντρωμένος.

— Θυμηθείτε, είπε με φωνή που την έκανε ν’ ακουστεί πάνω από το θόρυβο, ότι όπως εσείς τώρα δείχνετε οίκτο στο προλεταριάτο, κάποια μέρα, αυτό το ίδιο το προλεταριάτο θα δείξει οίκτο για σας.

Οι φωνές «Ανταρσία!» και «Αναρχικός!» διπλασιάστηκαν.

— Ξέρω ότι δε θα ψηφίσετε το νομοσχέδιο αυτό, συνέχισε ο Έρνεστ. Πήρατε εντολές από τα αφεντικά σας να το καταψηφίσετε και με φωνάζετε, από πάνω, αναρχικό. Εσείς που έχετε εξοντώσει τις κυβερνήσεις του λαού, και που αδιάντροπα επιδείχνετε τη ντροπή σας στις δημόσιες πλατείες, με φωνάζετε αναρχικό. Δεν πιστεύω στις φωτιές της κόλασης και στο θειάφι, αλλά τέτοιες στιγμές λυπάμαι που δεν πιστεύω. Όσο υπάρχετε εσείς, υπάρχει και μια ζωτική ανάγκη για μια κόλαση στον κόσμο.»

Τζακ Λόντον, «Η Σιδερένια Φτέρνα» [Jack London, “The Iron Heel”]. Πρώτη έκδοση το 1908. Μετάφραση: Γεωργία Αλεξίου. 


Όλοι είναι ασφαλείς στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο




Εξώφυλλο για τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο του Άλντους Χάξλεϋ / Brave New World by Aldous Huxley, book cover




«Είναι αστείο να διαβάζει κανείς τι έγραφαν οι άνθρωποι για την επιστήμη την εποχή του Μεγάλου μας Φορντ. Νόμιζαν ότι η πρόοδός της θα ήταν απεριόριστη, ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες. Η γνώση ήταν το υπέρτατο αγαθό, η αλήθεια η υπέρτατη αξία και όλα τ’ άλλα συμπληρωματικά και δευτερεύοντα.

Από την εποχή εκείνη όμως, οι αντιλήψεις άρχισαν ν' αλλάζουν. Ο Μεγάλος Φορντ κατέβαλε τεράστια προσπάθεια να στρέψει την προσοχή από την αλήθεια και την ομορφιά στην ευημερία και την ευτυχία. Η μαζική παραγωγή, απαιτούσε αυτόν τον αναπροσανατολισμό. Η καθολική ευτυχία διατηρεί την εύρυθμη λειτουργία των μηχανισμών, η αλήθεια και η ομορφιά όμως όχι. Κι όποτε οι μάζες καταλάμβαναν την πολιτική εξουσία, η ευημερία τελικά μετρούσε και όχι η αλήθεια και η ομορφιά.

Παρ' όλα αυτά, η απεριόριστη επιστημονική έρευνα επιτρεπόταν. Οι άνθρωποι συνέχιζαν να συζητούν για την αλήθεια και την ομορφιά μέχρι τον Εννεαετή Πόλεμο. Αυτός ήταν η αφορμή ν' αλλάξουν οι αντιλήψεις ριζικά. Τι νόημα έχει η αλήθεια ή η ομορφιά όταν ανθρακοβόμβες σκάνε γύρω σου;

Από τότε άρχισε να ελέγχεται η επιστήμη. Οι άνθρωποι αντάλλασαν τα πάντα για μια ήσυχη ζωή, ήταν διατεθειμένοι ακόμα και η διατροφή τους να τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο.

Από τότε ελέγχουμε την κοινωνία. Η αλήθεια βέβαια τέθηκε σε δεύτερη μοίρα, ευνοήθηκε όμως η ευτυχία. Όλα έχουν τ' ανταλλάγματά τους. Η ευτυχία κι αυτή πληρώνεται.» 


Η ιδανική κατανομή του πληθυσμού έχει για μοντέλο της ένα παγόβουνο, όπου τα οκτώ ένατα βρίσκονται κάτω από το νερό και το ένα ένατο πάνω".

"Και όσοι ζουν από κάτω, μπορούν να είναι ευτυχισμένοι;"

"Είναι περισσότερο ευτυχισμένοι από τους από πάνω. Δεν βρίσκουν καθόλου απαίσια τη δουλειά τους, αντίθετα τους αρέσει. Διότι η εργασία τους είναι ελαφριά, παιδική. Δεν χρειάζεται να κουράζουν το μυαλό, ή τους μυς τους. Επτάμισι ώρες άνετης εργασίας κι ύστερα ναρκωτικά και παιχνίδια, ελεύθερες σχέσεις και αισθησιακά θεάματα. Τι άλλο να θέλουν; [...]

Σήμερα είμαστε προκαθορισμένοι να κάνουμε ακριβώς αυτό που πρέπει. Κι αυτό που πρέπει να κάνουμε μας είναι πολύ ευχάριστο.

Κι αν παρ' ελπίδα κάτι κάπου πάει στραβά, υπάρχει πάντα η σόμα για ένα ταξίδι μακριά από τα δυσάρεστα γεγονότα. Η σόμα σε ηρεμεί, σβήνει το θυμό, σε συμφιλιώνει με τους εχθρούς σου, σε κάνει υπομονετικό και ανθεκτικό στον πόνο. Στο παρελθόν όλα αυτά απαιτούσαν χρόνια ψυχικής εξάσκησης. Τώρα μ' ένα δυο γραμμάρια ναρκωτικών σόμα έχεις φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Όλοι είναι ενάρετοι στις μέρες μας. Τη μισή ηθικότητά σου την κουβαλάς πάνω σου σε χάπια ναρκωτικού. Χριστιανισμός δίχως δάκρυα - αυτή είναι η σόμα».



Άλντους Χάξλεϊ, «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» [Aldous Huxley, “Brave New World”]. Πρώτη έκδοση 1931. Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης. 



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11 – Ποίηση και Τρέλα



© Για την ψηφιοποίηση των αποσπασμάτων και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Μάρτιος 19. 



Metropolis painting by George Grosz, 1917-18 / Μητρόπολις, πίνακας του Τζορτζ Γκρος, 1917-18
Μητρόπολις, πίνακας του Τζορτζ Γκρος, 1917-18

6 Μαρτίου 2019

Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν


Vassily Kandinsky - Composition No 4, 1911




Αυτό είναι ένα πειραματικό κείμενο, και, ως τέτοιο, δεν επιθυμώ να βγάζει ιδιαίτερο νόημα. Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς θα του δώσω έναν τυχαίο τίτλο. «Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν». Αυτό μου ήρθε πρώτο σαν σκέψη, εντελώς γελοίο, μου αρέσει, το κρατάω.

Τι θα κάναμε δίχως τη γελοιότητα, που τόσο πετυχημένα μας θυμίζει πως υπάρχει μια κάποια τεχνητή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, το αποδεκτό και το μη-αποδεκτό, την πλευρά της όχθης όπου νομίζουμε πως στεκόμαστε και την όχθη όπως είναι στην πραγματικότητα: μια μεγάλη, γλιστερή φάλαινα, που ετοιμάζεται να καταδυθεί στον βυθό.

Splish splash, I was taking a bath. Δυο δυο, στη μπανιέρα δυο δυο. Παπάκια. Σκυλιά με τη γλώσσα να κρέμεται έξω. Νευρικά. Ευερέθιστα. Σαν τη χοντρή που μπήκε στο λεωφορείο. Την κοιτάζω. Με κοιτάζει. Αηδία. Παπάκια στη σειρά. Μισώ όλο τον κόσμο, μα τα παπάκια πιο πολύ. Και αυτόν τον τύπο, εκεί, απέναντι, που θέλει να τα ρίξει στη γκόμενα με τη γκρι φούστα. Τη γδύνει με το βλέμμα του. Εκείνη δεν κοιτάζει – τάχα. Λες και δεν καταλαβαίνουν. Σκυλιά με τη γλώσσα έξω. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν αν κουνούσαμε τις ουρές μας – ούτε χυλόπιτες, ούτε τίποτα. Με γουστάρεις; Κουνάς την ουρά σου, τόσο απλά. Και η χοντρή να κοιτάζει και το μωρό να γλύφει το παγωτό που κρέμεται στα στήθη της, αερόστατα σε πτώση.

«Νεαρέ, θα με αφήσεις να κάτσω στη θέση σου; Είμαι ηλικιωμένη», μου απευθύνει ευγενικά τον λόγο μια καλόψυχη ηλικιωμένη. «Όχι», απαντώ. Γελάω με τον εαυτό μου. Κλαίει. Η μπανιέρα πάει να ξεχειλίσει. Ιδρώνουν τα σκυλιά. Έξω οι γλώσσες. Το μωρό γλύφει το παγωτό που κυλάει στο πάτωμα του λεωφορείου, το ίδιο πάτωμα που πατήθηκε από –

Ένας τύπος, εκεί δα, απέναντι (δηλαδή πέρα στο άπειρο, καθώς ποτέ δεν θα γνωρίσω τίποτα πέραν της εικόνας που μου παρουσιάζει), γνωρίζει μια κοπέλα. Της μιλάει. Μόλις τη γνώρισε. Εκείνη τον κοιτάζει και τα μάτια της σκορπούν αστέρια.

«Γνωρίζεις τον μύθο του Σπηλαίου, του Πλάτωνα;», τη ρωτάει ο νεαρός.

«Ηλιόλουστη μέρα σήμερα. Αίθριος καιρός», του απαντάει εκείνη.

«Βλέπουμε μόνο εκείνα που μας υπαγορεύουν οι αισθήσεις μας. Πλέουμε σε πελάγη αγνοίας. Μα σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία η λύση βρίσκεται στην ορθή χρησιμοποίηση του Λογικού, που παρέχει τη δυνατότητα να αποτινάξουμε τις όμοιες με κουρτίνες ψευδαισθήσεις και να δούμε πέρα, στον αληθινό κόσμο των Ιδεών, εκεί που εδράζεται η γνώση, η αλήθεια, η σοφία.»

«Θα συμφωνήσω πως οι γάτες έχουν όμορφο τρίχωμα».

«Ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια αποξένωση στον κόσμο. Γιατί να ζούμε τόσο απομονωμένοι ο ένας απ’ τον άλλον. Σάμπως δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό; Όχι, μη με κοιτάζεις έτσι, δεν επιθυμώ να θέσω βιβλικές παραβολές τύπου «η Εύα φτιάχτηκε από το πλευρό του Αδάμ» και τέτοια. Είχα κατά νου περισσότερο εκείνους τους στίχους του Moby, ξέρεις, “we’ re all made of stars”, αστέρια, μακρόκοσμος, το απώτερο σύμπαν όπως κάποιες φορές εντοπίζεται σε μια τόσο δα δροσοσταλίδα, μια νότα σαξοφώνου, τον ήχο που κάνει το κουταλάκι όταν ανακατεύει τον καφέ.»

«Το αγαπημένο μου μουσείο είναι το αρχαιολογικό. Είχα πάει μικρή. Θυμάμαι τη θεία μου να με κρατά από το χέρι και να με κερνά παγωτό».

«Μα δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός για τον άνθρωπο. Κάθε φιλόσοφος, κάθε στοχαστής βλέπει μια πλευρά και αγνοεί μια άλλη. Άλλος θα σου πει για ζώα και άλλος για θεούς, μα το νόημα βρίσκεται στη σύνθεση των αντιθέτων και στην αιώνια διαπάλη τους – μα αδυνατούμε να συλλάβουμε τη διαπάλη, καθώς αδυνατούμε να επεξεργαστούμε ταυτόχρονα την αντίθεση, ο νους μας παλεύει να επιλύσει τις ασυμφωνίες θρυμματίζοντας την ίδια τη βάση τους, τη μήτρα του χάους που τις γεννά, παρέχοντας ένα κάλπικο εξορθολογισμένο περίβλημα στο άπειρο της αδιάκοπης ροής, φθοράς και αφθαρσίας, τέτοιο που μοιάζει με δίνη, με ρουφήχτρα».

Εισιτήρια! Τα εισιτήριά σας, παρακαλώ.

Είχε μπει ένας ελεγκτής. Μα του επεσήμανα πως άργησε. Εδώ και κάμποσο καιρό έχουν καταργηθεί τα εισιτήρια στα λεωφορεία και τα τρένα. Τώρα χτυπάμε κάρτα.

Το ξέρω πως άργησα, μου λέει. Πάντα τελευταίος φτάνω. Όσο και αν πασχίζω, πάντα μένω μόνος στο τέλος.

Γελάμε με την ψυχή μας. Η χοντρή με το μωρό τραντάζονται και το λεωφορείο ξεχειλίζει παγωτό που κυλάει στο πάτωμα και ξεχύνεται απ’ τα παράθυρα. Στη στάση ανοίγουν το στόμα τους και γλύφουν. Όλοι κρεμάμε τις γλώσσες έξω. Είστε χυδαίοι, βροντοφωνάζει η καλόψυχη ηλικιωμένη, μα ποιος την ακούει. Είμαστε όλοι απασχολημένοι στο γλείψιμο.

Στάση. Η πόρτα ανοίγει. Μπαίνουν μέσα δυο πενηντάρηδες, ένας ζητιάνος, ένα κοριτσάκι, οι τέσσερις καβαλάρηδες της αποκάλυψης και δυο φοιτητές της νομικής. «Συγγνώμη, σας έσπρωξα κύριε», λέει ο φοιτητής στον καβαλάρη. «Δεν πειράζει, κύριε, είμαστε ούτως ή άλλως στριμωγμένοι εδώ μέσα», απαντάει εκείνος καθησυχαστικά. Το κοριτσάκι βρίσκει τη μαμά του στο προτελευταίο κάθισμα – την είχε χάσει, μα ευτυχώς τη βρήκε.

Συνεχίζουμε τον δρόμο μας. Χαρούμενοι, δίχως προορισμό. Κάποιος θέλει να πατήσει το κουμπί της στάσης. «Το σκέφτεστε, βλέπω», του αποκρίνεται η διπλανή του. «Ναι… δεν είμαι σίγουρος», απαντάει αυτός.

Τελικά δεν πατάει το κουμπί. Υποχώρησε. Κρίμα.

Ο νεαρός φλερτάρει με την κοπέλα. Τώρα της μιλάει για τον Άγιο Αυγουστίνο και την Πολιτεία του Θεού. Εκείνη γοητεύεται. Κοιτάζει την τσάντα της και βγάζει ένα σεσουάρ. Στεγνώνει τα μαλλιά της. Ο αέρας εκσφενδονίζει απ’ το παράθυρο το κοριτσάκι. Θα χρειαστεί να μπει ξανά στο λεωφορείο, στην επόμενη στάση, να αναζητήσει πάλι τη μαμά του.

Και η ζωή συνεχίζεται. Και εγώ δεν είμαι εγώ, μα τι μπορώ να κάνω πια. Τίποτα παρά να αφεθώ στον ίδιο χορό. Τους βλέπεις να χορεύουν, όλοι, εδώ στο λεωφορείο που είναι ταυτόχρονα στάδιο και γυάλα σε ράφι βιβλιοθήκης. Χορεύουν, ξεσαλώνουν, ο ντι-τζέι παίζει μια μπαλάντα και η χοντρή κυρία χορεύει αγκαζέ με το παγωτό, ενώ το μωρό τρέχει πίσω απ’ τα απομεινάρια μιας νύχτας δίχως έρωτα.

Stop!

~