Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σμύρνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σμύρνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Μαρτίου 2019

Η Ρόζα του Ρεμπέτικου



Ένα αφιέρωμα στη Ρόζα Εσκενάζυ και την ιστορία της στο ρεμπέτικο τραγούδι. Λόγια: το φονικό κουνέλι




Σάρα Σκιναζί ήταν τ’ όνομά σου, μα ήθελες να σε λένε Ρόζα. Ρόζα, σαν τα βαθυκόκκινα πέταλα που είχες φορέσει στα μαλλιά σου, τη νύχτα εκείνη που κλέφτηκες. Τη νύχτα που σκόρπισες παράνομα με τον έρωτά σου, καθώς η οικογένειά του δεν σ’ ενέκρινε. Μα ούτε οι δικοί σου σε ενέκριναν. Αγαπούσες το τραγούδι, τον χορό, όχι το νοικοκυριό. Κοιτούσες τους άντρες μες στα μάτια, δεν έσκυβες κεφάλι. Σε θεωρούσαν αμφιβόλου αρετής. Ήσουν μια Εβραία ελληνίδα σ’ έναν κόσμο μπάσταρδο• έναν κόσμο που αποζητούσε μια ταυτότητα• έναν κόσμο παραδομένο στα φενακισμένα όνειρά του.


Από το βράδυ ως το πρωί

με πρέζα στέκω στη ζωή

κι όλο τον κόσμο κατακτώ

την άσπρη σκόνη σαν ρουφώ.



Γυρνούσες σε τοπικές ταβέρνες της οθωμανικής, ακόμα, βορείου Ελλάδας. Οι Τούρκοι πρώτοι αγάπησαν τη φωνή σου. Σε είχαν δει, εκεί στην Κομοτηνή, ενώ τραγουδούσες κάποιο βράδυ – και σου ζήτησαν να εμφανιστείς στο κέντρο τους. Η μάνα σου, υπηρέτρια τότε σε μια εύπορη οικογένεια, είχε εξοργιστεί. «Αλίμονο, η κόρη μου να γίνει χορεύτρια!», έλεγε – ενώ χαμήλωνε το βλέμμα της την ώρα που περνούσε μπροστά ο κύρης. Μα η δική σου σκέψη φτερούγιζε με εικόνες και αρώματα σμυρναίικα, σκηνές νυχτερινής ζωής και ταξιδιάρες μελωδίες. Το τραγούδι και ο χορός κυλούσαν μέσα σου, όπως τα ψάρια στον βυθό. Και συ μαζί τους κολυμπούσες, αρμενίζοντας στις θάλασσες της φαντασίας σου.

Άλλαξες σε Ρόζα τ’ όνομά σου, τη στιγμή που αποφάσισες πως ήθελες να ακολουθήσεις τον δρόμο της τέχνης. Ήταν μια δήλωση ελευθερίας. Η στιγμή που ανάσαινες καθαρό αέρα.



Η Ρόζα Εσκενάζυ στα νιάτα της / Rosa Eskenazi when she was young
Η προκυμαία στην παλιά Σμύρνη / Old Smyrna docks / Les Quais



Μα αν ο αέρας ήταν καθαρός, το έδαφος που βάδιζες ήταν κακοτράχαλο. Ο άντρας σου θα πέθαινε μετά από λίγα χρόνια και θα άφηνες το παιδί σου σε οικοτροφείο – θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να το ξαναδείς. Στο μεταξύ θα έφευγες για την Αθήνα. Μια νέα εποχή ξημέρωνε, στο κατόπι του Πολέμου, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του 20… Εποχή λουσμένη στο φως των υποσχέσεων, μα ταυτόχρονα παραδομένη στις σκιές τους. Μα εσύ αποζητούσες φως και μόνο. Τα δικά σου όνειρα δεν ήταν σαν των άλλων.


Όλος ο κόσμος είναι θύμα μου

σαν έχω πρέζα και ρουφάω

κι οι πολιτσμάνοι όταν θα με δουν

μελάνι αμολάω.



Για ένα διάστημα τραγουδούσες σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, τουρκικά και αρμένικα. Μα σε όποια γλώσσα και αν μιλούσες, τη φωνή σου χρωμάτιζες το ίδιο. Οι λέξεις και τα συναισθήματα δεν άλλαζαν, ούτε τα νοήματα των στίχων.

Κάποια στιγμή θα σε ανακάλυπτε ο Παναγιώτης Τούντας. Ήταν εκείνος που έφερε τις μελωδίες απ’ τη Σμύρνη στην Αθήνα και συνέβαλε όσο ελάχιστοι στη διαμόρφωση ενός νέου είδους τραγουδιού, που ακόμα δεν είχε κάποιο όνομα. Ένα ανώνυμο τραγούδι που μιλούσε σε κείνους που αποζητούσαν στη μουσική όχι διασκέδαση, μα παρηγοριά. Σε κείνους τους χιλιάδες. Θα συνέδεες το όνομά σου με το τραγούδι αυτό και ο κόσμος θα σε γνώριζε… Δέκα χρόνια μετά η φωνή σου θα γινόταν αγαπητή από τα πλήθη, σε Ελλάδα, Αίγυπτο, Τουρκία, Αλβανία και Σερβία. 



Ο Παναγιώτης Τούντας, από τους πρωτοπόρους του Ρεμπέτικου τραγουδιού
Η Ρόζα Εσκενάζυ μαζί με τον Αγάπιο Τομπούλη / Ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού



Μα η φήμη ποτέ δεν σ’ αιχμαλώτισε. Τον καιρό που στη χώρα κάποιοι ύψωναν το χέρι σε χαιρετισμό φασιστικό και μιλούσαν για μεγαλεία εθνικά και απέραντες αυτοκρατορίες, εσύ με τόλμη τραγουδούσες.


Σαν μαστουρωθείς

γίνεσαι ευθύς

βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας.

Πρέζα όταν πιεις

βρε θα ευφρανθείς

κι όλα πια στον κόσμο ρόδινα θε να τα δεις.



Εξουσία, δικτατορία και πρέζα. Όψεις του ίδιου νομίσματος. Κάλπικες μορφές, σέρνοντας απατηλούς χορούς. Το καθεστώς του Μεταξά απαγόρευσε αυτό το τραγούδι σου, μα και άλλα σαν αυτό. Θα τα ανακάλυπτε ξανά πολλά, πολλά χρόνια μετά ο κόσμος.


Δική μου είναι η Ελλάς

και στην κατάντια της γελάς,

της λείπει το `να της ποδάρι

ρε και το παίξανε στο ζάρι.




Τανκ στη διάρκεια της Κατοχής / Greek occupation tanks



Έπειτα ήρθε ένας ακόμα πόλεμος. Η κατοχή. Προκειμένου να διαφυλάξεις τον εαυτό σου, είχες εκδώσει πλαστά χαρτιά γεννήσεως. Η εβραϊκή καταγωγή σου δεν γινόταν φανερή. Κι αν είχες συνδεθεί ερωτικά με έναν Γερμανό, παράλληλα έκρυβες μαχητές της Αντίστασης στο σπίτι σου, ενώ φυγάδευες Εβραίους από Αθήνα και Θεσσαλονίκη… μεταξύ των οποίων και την οικογένειά σου. Μα το γάβγισμα των μαύρων σκύλων αντηχούσε έξω από την πόρτα σου… Οι σκιές συχνά ζωντάνευαν. Κάποια στιγμή έγινε φανερή η δράση σου και σε συνέλαβαν. Θα έμενες φυλακισμένη για τρεις μήνες.

Έζησες, ωστόσο.

Τα χρόνια μετά τον πόλεμο θα απέβαιναν καρπερά για τη διεθνή καριέρα σου, μα όχι μόνο. Νέοι γάμοι, ταξίδια και περιοδείες στην Αμερική, άφθονοι δίσκοι και χειροκροτήματα δίχως τέλος… Κάτι ωστόσο είχε αρχίσει να τελειώνει: το τραγούδι εκείνο με το οποίο είχες συνδέσει το όνομά σου πλέον είχε μεταμορφωθεί. Οι καιροί άλλαζαν, οι συνθήκες το ίδιο. Στη μορφή και τη φωνή σου ο κόσμος θα άρχιζε σταδιακά να βλέπει ένα παράθυρο στον χρόνο, σε κείνα που ήταν πλέον περασμένα.

Κάποιοι θα ξεχνούσαν. Και η ιστορία θα επαναλαμβανόταν.


Εγώ θα είμαι ρε δικτάτορας

κι ο κόσμος στάχτη αν θα γίνει

ο ένας θα μ’ ανάβει τον λουλά

κι ο άλλος θα τον σβήνει.



Κάποιοι όμως σε θυμόμαστε. Σχεδόν βλέπουμε τ' αστέρια που ξεπηδούσαν απ’ τα μάτια σου, σαν ονειρευόσουν. Κάπου ανάμεσά τους ίσως τριγυρίζεις.

Το τραγούδι σου ονομάστηκε Ρεμπέτικο. Και συ ήσουν η Ρόζα Εσκενάζυ.

Click

© Λόγια: το Φονικό Κουνέλι, 2014-19.


Φωτογραφία πορτραίτο της Ρόζας Εσκενάζυ

25 Ιανουαρίου 2019

Μ. Καραγάτση: Σμύρνη, το Όνειρο του Καφενέ


Σμύρνη, το όνειρο του καφενέ... από τα ταξιδιωτικά αφηγήματα του Μ. Καραγάτση. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




“Το όμορφο Τσαρσί με τα γραφικά στενά του δεν έχει αλλάξει” 




«Μέσα στο σημερινό Ισμίρ υπάρχει μια περιοχή που θυμίζει την παλιά Σμύρνη. Που παρ' όλη τη βασική αλλαγή της πολιτείας, αυτό το κομμάτι κάπως κατάφερε να μη χάσει εντελώς τη μορφή και την ατμόσφαιρά του. Απεναντίας, ίσως χάρη στον εκπατρισμό των Ελλήνων, να διατήρησε πιο αμόλυντη την ανατολίτικη ψυχή του. Επειδή εμείς οι Έλληνες είμαστε στοιχεία προοδευτικά, που βιαζόμαστε να εξευρωπαϊσθούμε και να εξευρωπαΐσουμε το περιβάλλον μας. Ενώ ο τουρκικός λαός, παρ' όλη την προσπάθεια των ιθυνόντων, παρουσιάζει ακόμα κάποια αντίσταση, που εγώ δεν την κατακρίνω. Που καλό θα ήταν αν εμείς οι Έλληνες την προβάλλαμε στο κύμα του επιπόλαιου και αναφομοίωτου εξευρωπαϊσμου (ή καλύτερα εξαμερικανισμού) των πάντων.

Αυτή η περιοχή είναι το περιώνυμο Τσαρσί της Σμύρνης. Τον παλιό καιρό βρισκόταν, κατά μεγάλο ποσοστό, στα χέρια των Ελλήνων, των Αρμένηδων και των Λεβαντίνων. Σήμερα όλα σχεδόν τα μαγαζιά του είναι τούρκικα. Κι όπως είπαμε, οι Τούρκοι εξευρωπαΐζονται με το στανιό και με το σταγονόμετρο. Έτσι — δόξα στ' όνομα του Αλλάχ — το σμυρναίικο Τσαρσί μπόρεσε να κρατήσει μεγάλο ποσοστό από τον γραφικότατο, τον γοητευτικότατο, ανατολίτικο χαρακτήρα του.

Βεβαίως δεν μπορεί να παραβληθεί σε μέγεθος και πλούτο με το θρυλικό Καπαλέ Τσαρσί της Πόλης. Είναι μικρότερο, φτωχότερο. Αλλά απείρως πιο όμορφο, πιο πρόσχαρο. Ευχαριστιέσαι να τριγυρνάς άσκοπα ώρες ολόκληρες στους στενούς και σκολιούς δρομάκους του. Να περιεργάζεσαι τις κάθε λογής πραμάτειες των μαγαζιών. Να ανακαλύπτεις τις μισοκρυμμένες αυλές απ' τα παλιά χάνια, τις σκιαγμένες με πυκνόφυλλα πλατάνια. Να χαίρεσαι το παιχνίδι του ήλιου και της σκιάς. Να αρχινάς — σε άπταιστη ελληνοτουρκολεβαντίνικη διάλεκτο — ατέρμονες διαπραγματεύσεις με έναν έμπορο, για κάποιο αντικείμενο που δεν σου πολυαρέσει κι ούτε έχεις σκοπό να το αγοράσεις. Να χαζεύεις με τους γραφικούς χωριάτες που ήρθαν να ψωνίσουν. Να θαυμάζεις τα πολύχρωμα σαλβάρια που φοράνε οι σαστισμένες χωριάτισσες.

Έτσι μπορείς να τριγυρνάς, ώρες ολόκληρες, στο Τσαρσί της Σμύρνης. Χωρίς να καταλάβεις πως πέρασαν οι ώρες. Κι άξαφνα νιώθεις πως κουράστηκες. Πως με μεγάλη ευχαρίστηση κάπου θα καθόσουν, να πιεις ένα ποτήρι νερό κι έναν καφέ. Προχωρείς να βρεις τον κατάλληλο καφενέ. Διασχίζεις ένα δρομάκι, στρίβεις μια γωνιά και, εντελώς αναπάντεχα, τα μάτια σου αντικρίζουν κάτι που, όσο κι αν ζήσεις, ποτέ δεν θα το ξεχάσεις.

Είναι μια πλατειούλα τόση δα, σχεδόν κουκλίστικη• Αλλά πόσο θαυμάσια σκηνογραφημένη! Ας την περιγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια.


Αναμνηστική καρτ ποστάλ από την παλιά Σμύρνη
Η προκυμαία στην παλιά Σμύρνη - Smyrne, Les Quais
Ιταλικό σχολείο στην παλιά Σμύρνη / Old Smyrna-Izmir italian school




Στην ανατολική πλευρά βρίσκεται ένα τζαμί — το Ισάρ τζαμί που της έχει δώσει τ' όνομά του. Όμορφο τζαμί, με το προαύλιό του και τους αραβικού ρυθμού μιναρέδες του. Πλάι στην είσοδό του, μερικοί έμποροι έχουν στήσει τις παραγκούλες τους και πουλούν ιερά αντικείμενα της μουσουλμανικής θρησκείας: κομπολόγια, μικροσκοπικά κοράνια, λεφχάδες και κάθε είδους ιερές επιγραφές, βιβλία θρησκευτικά, πίπες, τσιμπούκια κλπ. Στις άλλες τρεις πλευρές της πλατείας υπάρχουν κάθε λογής μαγαζιά, όλα όμως με αυστηρώς ανατολίτικο χαρακτήρα. Να ένα χαλάδικο που έχει απλωμένη προκλητικά την πολύχρωμη πραμάτεια του. Να κι ένα ναργιλετζίδικο με τους κάθε είδους ναργιλέδες, τα τσιμπούκια, τα μαρκούτσια και τ' άλλα κεχριμπαρένια του αντικείμενα. Πιο πέρα θα ιδείτε τα χρυσοκέντητα μεταξωτά, τους τζιβρέδες, τα χρωματιστά υφάσματα με τα ανατολίτικα σχέδια. Ακόμα πιο πέρα το γαλατάδικο με τη βιτρίνα γεμάτη τερψιλαρύγγια γλυκίσματα — μπακλαβά, τουλούμπες, χανούμ μπουρέκ, ταούκ οξού, μουαλεμπί. Δίπλα στο γαλατάδικο, το κεμπαπτζίδικο σκορπάει ευωδιές ικανές να κολάσουν και τον πιο λιτοδίαιτο αναχωρητή.

Έτσι είναι διαμορφωμένο το περίγυρο της πλατειούλας του Ισάρ τζαμί. Το κέντρο της όμως παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον με τις δυο μεγάλες οκτάπλευρες μαρμάρινες κρήνες, που τις σκεπάζουν κωνικά επιστεγάσματα από πρασινοβαμμένο μολύβι. Τρέχει το νερό από τις δεκάξι βρυσούλες σκορπίζοντας ευεργετική δροσιά, που συμπληρώνει αρμονικότατα τη σκιά των μεγάλων πλατάνων. Γύρω από τις κρήνες έχουν ξαπλώσει την πραμάτειά τους οι υπαίθριοι φυτοπώλες — δηλαδή γλάστρες ολάνθιστες κι ευωδιαστές. Η υπόλοιπη έκταση της πλατείας είναι γεμάτη από τα τραπεζάκια και τις καρέκλες των καφενείων, όπου ένα πλήθος άνθρωποι πίνουν τον καφέ τους, διαβάζουν την εφημερίδα τους και συζητούν τα νιτερέσα τους. 




Δρόμος με κίνηση στην παλιά Σμύρνη / Street in old Smyrna - Izmir
Πανοραμική φωτογραφία της προκυμαίας της Σμύρνης / Old Smyrna dock
Σκηνή από την τουρκική αγορά της παλιάς Σμύρνης / Old Smyrna - Izmir Ramazan




Αυτό ήταν το απροσμέτρητα γοητευτικό θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια μου καθώς ξεμπούκαρα στην πλατειούλα του Ισάρ τζαμί. «Ναι, αυτό είναι Σμύρνη!» είπα μέσα μου. «Είναι κάτι απ' την παλιά Σμύρνη, που κατάφερε να μην πεθάνει!» Κουρασμένος καθώς ήμουν, ξάπλωσα σε τρεις καρέκλες και χτύπησα παλαμάκια.

— Εφέντιμ! λέει ο καφετζής, προστρέχοντας γεμάτος προθυμία.

— Καβέ ορτά, βε ναργκιλέ! προστάζω.

Ο «μέτριος» προσκομίζεται στο μικρό μπακιρένιο μπρίκι, τεχνικότατα ψημένος, εύγευστος κι ευωδιαστός. Πρώτη ρουφηξιά. Αμάν! Θεσπέσιο πράμα! Τώρα πιπιλίζω το κεχριμπαρένιο μαμέ απ' το μαρκούτσι του ναργιλέ και γεμίζω τα πλεμόνια μου με την ευδαιμονία του γιαβάσικου τουμπεκί. Αλλάχ! Αλλάχ! Τι ευφροσύνη είναι αυτή που διαποτίζει το κορμί ως τη στερνή του ίνα, την ψυχή μέχρι τα κατάβαθα του υποσυνειδήτου της! «Φρρρ!» ο καφές. «Γρρρρρ!» ο ναργιλές. «Τζιρτζιρτζίρ» τα τζιτζίκια στους πλατάνους. «Αλλάχου άκμπαρ! άσχαντου αν λα Αλλάχα ίλ' Αλλάχ!» ο μουεζίνης πάνω στον μιναρέ...

Αρχίζω να φεύγω από την πραγματικότητα...Να κάνω όνειρα. Να εκτροχιάζομαι μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Να μεταμορφώνομαι σε Καραγάτσμπεη, με γενειάδα, σαρίκι, χρυσοποίκιλτο καφτάνι, κονάκι των τριάντα οντάδων και χαρέμι των είκοσι συζύγων. «Αμάν, αμάν!» συλλογιέμαι. «Γέρασαν και οι είκοσι! Πρέπει να παντρευτώ κάνα-δυο καινούργιες, κάτω των δεκαοκτώ ετών!»

Έξαφνα δυο αντιπαθητικοί θόρυβοι με βγάζουν από την τρισμακάρια αποχαύνωση. Ένα αυτοκίνητο διασχίζει την πλατειούλα κορνάροντας δαιμονιωδώς. Κι ένα αεροπλάνο περνώντας πάνω απ' τον μιναρέ πνίγει τη γλυκόφθογγη μολπή του μουεζίνη κι εξανεμίζει το πανευτυχισμένο μου όνειρο. Αναστενάζω πικρά. Και ρουφώ με μανία τον ναργιλέ μου, να πάνε τα φαρμάκια κάτω...»



*** 



Το κείμενο που διαβάσατε ανήκει στα «ταξιδιωτικά» του Μ. Καραγάτση. Κάθε λέξη του αναβλύζει από το άρωμα μιας άλλης εποχής. Άρωμα παλαιών πολιτειών, άρωμα ναργιλέ, άρωμα επίγειων απολαύσεων, άρωμα αρχέγονων ονείρων, άρωμα κοριτσιών, άρωμα χαύνωσης, άρωμα ανατολής, άρωμα καφέ.

Και για λίγο, φίλε Μ. Καραγάτση, ταξιδέψαμε παρέα μες στα λόγια σου και ανασάναμε με αχόρταγη ηδονή το θεσπέσιο άρωμα του Καφενέ της Σμύρνης…


Για την παρουσίαση και ψηφιοποίηση του κειμένου: το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης 18.



Φωτογραφία του Μ.Καραγάτση στο γραφείο του / M. Karagatsis