Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαρτίου 2019

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #12: Ιδού η κοινωνία σου, αστέ.


Λαγούμι της λογοτεχνίας, μέρος 12. Ρεαλισμός και αστική κοινωνία... μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Μάλιστα κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέπτης που το περιφέρουν σ' έναν μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο τ' ουρανού, άλλοτε τον βούρκο απ' τις λασπολακκούβες του δρόμου.» - Σταντάλ, «Το Κόκκινο και το Μαύρο» [“Le Rouge Et Le Noir”, 1830]



Πάει καιρός από την τελευταία φορά που άνοιξε τις δρύινες πύλες του το Λαγούμι της Λογοτεχνίας. Και για δες – ίσως είναι η πολυκαιρία, ίσως η κλεισούρα… μα απόψε το Λαγούμι μοιάζει να αναδύει μια αποφορά βάλτου. Μια οσμή ψευδεπίγραφης ιεραρχίας, μια ώσμωση κεκαλυμμένης διαστροφής, μια λαχτάρα για υλικές απολαύσεις, μια ηθική ζούγκλας, μια ξεπουλημένη ευτυχία.

Οκτώ λογοτεχνικά αποσπάσματα, οκτώ συγγραφείς που περιέγραψαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παραμόρφωση της αστικής πραγματικότητας και την παράδοση σ’ έναν ανελέητο αγώνα όλων εναντίον όλων, με τρόπαιο το χρήμα, την εύκολη ηδονή και την ασφάλεια του ζώου στο κλουβί.

Στα αποσπάσματα πρωτοστατεί το «ρεαλιστικό» μυθιστόρημα – και οι πρωτοπόροι του, οι Γάλλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Σταντάλ (που έθεσε τις βάσεις του λογοτεχνικού ρεαλισμού στο έργο του, χαρακτηρίζοντας το μυθιστόρημα ως «καθρέπτη της πραγματικότητας»), ο Μπαλζάκ (με τις ανελέητες περιγραφές των αστών της εποχής του), και ο Εμίλ Ζολά (ο νατουραλισμός του οποίου εξώθησε το ρεαλιστικό μυθιστόρημα στα άκρα). Εκεί θα συναντήσουμε και έναν σημαντικό Ρώσο συνοδοιπόρο τους, που πάντρεψε έντεχνα την κοινωνική κριτική με τη σάτιρα: τον Νικολάι Γκόγκολ• τον Ιάπωνα Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα και τις τρομακτικές περιγραφές του μιας αδυσώπητης πραγματικότητας• τον Ζαν Κοκτώ και τον έντεχνο κοινωνιολογικό στοχασμό του.

Τα δύο τελευταία αποσπάσματα μοιάζουν σαν έσχατη αντίδραση στην παρακμή – μια απόπειρα να αντιμετωπίσεις τον βούρκο. Λειτουργούν όμως αντιθετικά το ένα στο άλλο.

Στο μεν ένα ο Τζακ Λόντον ξεσπά απέναντι στη διαφθορά και αγωνίζεται για τα δικαιώματα των καταπιεσμένων, προσδοκώντας μέρες βαμμένες στο κόκκινο της εξέγερσης. Στο δε άλλο όμως, δεν υπάρχει πια καμία ανάγκη για εξέγερση: ο βούρκος δεν ξεβούλωσε γιατί δεν υπάρχει λόγος πια να ξεβουλώσει… η αποφορά του επικαλύφθηκε με ευχάριστα αρώματα. Όταν η αστική κοινωνία παραχωρεί τη θέση της στον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» - και εκεί όλοι πια ζουν ασφαλείς, ευτυχείς και ναρκωμένοι.


Το ρεαλιστικό μυθιστόρημα



Εξώφυλλο του 19ου αιώνα για το Κόκκινο και το Μαύρο του Σταντάλ / Le Rouge et le Noir




«Εγώ, να αρνηθώ μια ηδονή που μου προσφέρεται! Μια γάργαρη πηγή που έρχεται να δροσίσει τη δίψα μου στην καυτή ερημιά της μετριότητας που με τόσα βάσανα διαβαίνω! Μα τον Θεό! Δεν είμαι τόσο βλάκας! Ο καθένας για πάρτη του, μέσα σ' αυτή την ερημιά του εγωισμού που τη λένε ζωή».


Λόγια του Ζυλιέν, του κεντρικού ήρωα του βιβλίου "Το Κόκκινο Και Το Μαύρο" [“Le Rouge Et Le Noir”] του Ανρί Σταντάλ [Stendhal , “Le Rouge Et Le Noir”]. Δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1830 και με υπότιτλο "Ένα Χρονικό Του 19ου Αιώνα".

Ναι, “χρονικό”, αν και επρόκειτο για λογοτεχνικό έργο. Ήταν κάτι που δεν είχε συνηθίσει ο λογοτεχνικός κόσμος της εποχής. Ένας κεντρικός ήρωας που, με κυνισμό, αντανακλά την πραγματικότητα των ανθρώπων των καιρών του. Δίχως εξιδανικεύσεις, πέρα από εξωραϊσμούς και αγνά ιδανικά. Ονομάστηκε “ψυχολογικό μυθιστόρημα” και έσπειρε τους σπόρους του λογοτεχνικού ρεαλισμού. Θα ακολουθούσαν ο Μπαλζάκ, ο Φλωμπέρ και άλλοι.

Ασφαλώς έργα όπως του Σταντάλ δεν άρεσαν σε όλους τον καιρό εκείνο. Η υπέρμετρη παρουσίαση μιας κοινωνίας γυμνής από εξιδανικεύσεις, καθοδηγούμενης από συμφέροντα και ξέχειλης υποκρισία, ενόχλησε μερίδα κόσμου (ιδιαίτερα ανάμεσα στην "καλή κοινωνία" της εποχής). Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο Σταντάλ, μέσα από το ίδιο έργο, σε ένα απόσπασμα που, λίγο πολύ, αποκαλύπτει τι εστί λογοτεχνικός ρεαλισμός - και ποια η σημασία του:



«Μάλιστα κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέπτης που το περιφέρουν σ' έναν μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο τ' ουρανού, άλλοτε τον βούρκο απ' τις λασπολακκούβες του δρόμου. Και τότε, τον άνθρωπο που κουβαλά τον καθρέπτη μ' ένα κοφίνι στη ράχη του θα τον κατηγορήσετε γι' ανήθικο! Ο καθρέπτης του δείχνει τον βούρκο και σεις κατηγορείτε τον καθρέπτη! Θα πρέπει να κατηγορήσετε τον μεγάλο δρόμο όπου είναι ο βόρβορος, κι ακόμα πιο πολύ τον επόπτη του οδικού δικτύου που αφήνει το νερό να λιμνάζει και να κάνει λασπολακκούβες».


Η μετάφραση είναι του Γιώργου Σπανού.


Ιεραρχία ενός σημαντικού προσώπου



Εικονογράφηση του Boris Mikhailovich Kustodiev για το Παλτό του Γκόγκολ / Gogol's Overcoat illustration by Boris Mikhailovich Kustodiev
Εικονογράφηση του Boris Kustodiev για το Παλτό του Γκόγκολ


Η ιστορία μας έρχεται από τη Ρωσία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Ήρωας ένας απλός ανθρωπάκος, ένας υπαλληλάκος, η μόνη περιουσία του οποίου είναι ένα καλοφτιαγμένο, ακριβό παλτό. Μια μέρα ληστές επιτίθενται στον ήρωα και του κλέβουν το παλτό - το μοναδικό πράγμα που του προσέδιδε μια κάποια αίσθηση αξίας σε μια κοινωνία που η ιεραρχία και το κύρος ήταν το παν.

Ο ανθρωπάκος (το όνομα του οποίου είναι Ακάκιος Ακακίεβιτς) αποφασίζει τότε να καταφύγει στη βοήθεια ενός ανωτέρου του στην κοινωνική ιεραρχία. Σε τι ακριβώς είναι ανώτερος; Πως διαφέρει ο ένας απ' τον άλλον; Αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει πως το δεύτερο αυτό πρόσωπο (του οποίου ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομα) είναι "σημαντικό".

Ας δούμε πως περιγράφει ο ίδιος ο συγγραφέας το "σημαντικό" αυτό πρόσωπο, με τα δικά του λόγια.



«Τι να κάνει, ο Ακάκιος Ακακίεβιτς αποφάσισε να απευθυνθεί στο σημαντικό πρόσωπο. Όσο αφορά το ποια ακριβώς ήταν και σε τι συνίστατο η αρμοδιότητα του σημαντικού προσώπου, αυτό παραμένει άγνωστο μέχρι σήμερα. Πρέπει εδώ να πούμε ότι αυτό το κάποιο σημαντικό πρόσωπο είχε γίνει μόλις πρόσφατα σημαντικό πρόσωπο, ενώ μέχρι τότε ήταν ασήμαντο πρόσωπο. Εξάλλου, ακόμα και σήμερα, η θέση του δεν εθεωρείτο ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με άλλες, σημαντικότερες. Πάντοτε όμως υπάρχουν οι άνθρωποι για τους οποίους είναι σημαντικό κάτι που για τους άλλους είναι ασήμαντο.

Επίσης, το πρόσωπο αυτό προσπαθούσε να ενισχύσει τη σημασία του με πολλά άλλα μέσα, δηλαδή: είχε διατάξει, όταν έρχεται στην υπηρεσία, να τον υποδέχονται οι υφιστάμενοί του στις σκάλες· να μην μπορεί κανείς να απευθυνθεί κατευθείαν σ' αυτόν, αλλά να τηρείται αυστηρά η ιεραρχία: ο κλητήρας ν' αναφέρεται στο γραμματέα, ο γραμματέας στον τμηματάρχη ή σε όποιον τέλος πάντων έρχεται μετά στην ιεραρχία.

Έτσι είναι στην Αγία Ρωσία, τα πάντα μολυσμένα από τη μίμηση – καθένας προσπαθεί ν' αντιγράψει τον ανώτερό του. [...]

Βάση του συστήματός του ήταν η αυστηρότης. "Αυστηρότης, αυστηρότης - και αυστηρότης", έλεγε συνήθως και με την τελευταία λέξη συνήθως κοιτούσε με πολλή σημασία το πρόσωπο του συνομιλητή του. Όλα αυτά βέβαια δε χρειάζονταν, αφού και οι δέκα υπάλληλοι που αποτελούσαν την υπηρεσία του τον φοβούνταν έτσι κι αλλιώς· βλέποντάς τον από μακριά παρατούσαν τη δουλειά τους και στέκονταν προσοχή, όσο ο διευθυντής διέσχιζε το δωμάτιο. Ο συνήθης διάλογος με τους κατωτέρους του χαρακτηριζόταν από αυστηρότητα και συνήθως περιοριζόταν σε τρεις φράσεις: "Πως τολμάτε; Αντιλαμβάνεστε σε ποιον απευθύνεστε; Έχετε συναίσθηση ποιος στέκεται μπροστά σας;"»


Από «Το Παλτό» του Νικολάι Γκόγκολ [Nikolai Vasilievich Gogol, “The Overcoat”, “Шинель”]. Πρώτη έκδοση το 1842. Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς.



Μαθήματα ψυχολογίας της μάζας



«Η φήμη είναι η συνέπεια μιας παρεξήγησης. Είναι όπως το πλήθος που συγκεντρώνεται γύρω από ένα ατύχημα. Όλη η ομορφιά είναι απλώς ένα ατύχημα. Ελάχιστοι σταματούν και αναρωτιούνται τι συμβαίνει. Κάποιοι άλλοι τους μιμούνται, τους ρωτάνε... Κι ύστερα έρχεται το πλήθος που δεν βλέπει πια τίποτα και είναι ευχαριστημένο απλώς με το να πυκνώνει τις γραμμές του.

Κι από 'κει και πέρα, οι πάντες επινοούν το ατύχημα, κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη. Σταδιακά το ατύχημα παραμορφώνεται και γίνεται το έργο αυτού του συνωστισμένου πλήθους, που δεν έχει δει τίποτα». 

Από το Ημερολόγιο του Ζαν Κοκτώ [Jean Cocteau], 3 Φεβρουαρίου του 1952.



Ένα Παρίσι βουτηγμένο στη λάσπη



Πίνακας του Jean Béraud, L’Attente, 1880
Jean Béraud, L’Attente, 1880



«Την εποχή εκείνη η Νανά ήταν πολύ στεναχωρημένη, δεν είχε καθόλου το νου της στη διασκέδαση. Χρειαζόταν χρήματα. Τότε επιδίδονταν με τη Σατέν σ’ ένα λυσσαλέο κυνήγι στα πεζοδρόμια του Παρισιού, ψωνίζοντας πελάτες μες στα λασπωμένα δρομάκια κάτω από το θαμπό φως του γκαζιού. Η Νανά επέστρεψε λοιπόν στα πρόστυχα καμπαρέ των φτωχογειτονιών όπου είχε σύρει τα πρώτα της βρόμικα μεσοφόρια, ξαναείδε τα σκοτεινά απόκεντρα των εξωτερικών λεωφόρων, τα μαρμάρινα αγκωνάρια όπου τη φιλούσαν οι άνδρες όταν ήταν δεκαπέντε χρόνων, ενώ ο πατέρας της την έψαχνε για να της μαυρίσει τον πισινό.

Έτρεχαν πάνω-κάτω, σύχναζαν στους χορούς και στα καφέ κάθε συνοικίας κι ανέβαιναν σκαλιά υγρά από τις φτυσιές και τη χυμένη μπύρα. […] Αλλά οι διακοπές πλησίαζαν κι οι γειτονιές δεν είχαν χρήμα. Έτσι ξαναγύρισαν στις κεντρικές λεωφόρους. Εκεί είχαν περισσότερες πιθανότητες. Από τα υψώματα της Μονμάρτρης μέχρι το Αστεροσκοπείο, όργωναν όλη την πόλη. Βροχερά βράδια όπου τα παπούτσια τους γλιστρούσαν, ζεστές βραδιές όπου τα κορσάζ τους κολλούσαν στο δέρμα, μακρόχρονες αναμονές, ατέλειωτες βόλτες, σπρωξίματα και καβγάδες, κτηνώδεις συμπεριφορές κάποιου περαστικού που τον οδήγησαν σ’ ένα τρισάθλιο ξενοδοχείο και που ξανακατέβηκε τα λιγδιασμένα σκαλιά του βλαστημώντας – αυτή ήταν όλη τους η ζωή. […]

Τα υγρά βράδια, όταν το νοτισμένο Παρίσι ανέδιδε μια άσχημη μυρωδιά μεγάλου βρόμικου κοιτώνα, ήξερε ότι αυτός ο μαλακός καιρός, αυτή η δυσωδία των ύποπτων δρόμων, ερέθιζαν τους άντρες. Και παραφύλαγε τους πιο καλοβαλμένους, που τους καταλάβαινε από τα άτονα μάτια τους. Ήταν σα μια επιδημία λαγνείας να τύλιγε την πόλη. Ωστόσο φοβόταν και λιγάκι, γιατί οι πιο καθωσπρέπει ήταν και οι πιο νοσηροί. Το λούστρο έφευγε και εμφανιζόταν το κτήνος, απαιτώντας την ικανοποίηση των πιο απίθανων διαστροφών. Και η πουτανίτσα η Σατέν, αμφισβητούσε την αξιοπρέπεια όλων εκείνων που τριγύριζαν με αμάξι, λέγοντας πως οι αμαξάδες ήταν πιο ευγενικοί γιατί σέβονταν τις γυναίκες και δεν τις τυραννούσαν με τα διάφορα βίτσια τους.

Μα τότε, λοιπόν, αναρωτιόταν σα μιλούσε σοβαρά, δεν υπήρχε στον κόσμο αρετή; Από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα στρώματα, όλοι είναι βουτηγμένοι στη λάσπη! Το τι γίνεται στο Παρίσι από τις εννιά μέχρι τις τρεις το πρωί δεν περιγράφεται! Και η Νανά έσκαγε στα γέλια λέγοντας πως αν μπορούσαν να κοιτάξουν σ’ όλες τις κρεβατοκάμαρες, θα ‘βλεπαν τα πιο παράξενα πράγματα, το φτωχόκοσμο ν’ αναζητά την ηδονή μες στα σκατά και μερικούς τρανούς να χώνουν τη μύτη τους βαθύτερα κι απ’ αυτόν. Τα καινούργια αυτά δεδομένα πλούτισαν τις γνώσεις της γύρω από τη ζωή».


Εμίλ Ζολά, «Νανά» [Émile Zola, “Nana”]. Πρώτη έκδοση, 1880. Μετάφραση: Μαρία Παγουλάτου.



Η διαφθορά της αστικής κοινωνίας



Πορτραίτο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ / Honoré de Balzac




«Πως θα πλουτίσουν γρήγορα, αυτό είναι το πρόβλημα που προσπαθούν να λύσουν αυτή τη στιγμή πενήντα χιλιάδες νέοι που βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση μ' εσάς. Είστε ένα νούμερο μέσα σ' όλο το πλήθος. Αναλογιστείτε τι προσπάθειες πρέπει να καταβάλετε και με πόση λύσσα πρέπει να παλέψετε. Πρέπει να αλληλοσπαραχθείτε σαν αράχνες εγκλωβισμένες μέσα σε βάζο, δεδομένου ότι δεν βρίσκονται πενήντα χιλιάδες καλές θέσεις. Ξέρετε πως ανοίγει κανείς το δρόμο του εδώ; Ή με τη λάμψη του μυαλού του, ή με την επιτηδειότητα της διαφθοράς. Πρέπει να εισβάλεις μέσα σ' αυτήν την ανθρώπινη μάζα ή σαν οβίδα κανονιού ή ύπουλα, τρυπώνοντας σαν την πανούκλα. Η εντιμότητα δε χρησιμεύει σε τίποτα. [...]

Η διαφθορά βασιλεύει παντού, το ταλέντο είναι σπάνιο. Γι' αυτό, η διαφθορά είναι το όπλο της μετριότητας που μας έχει κατακλύσει και που τα σημάδια της θα τα βρείτε παντού. Θα συναντήσετε γυναίκες που οι άντρες τους παίρνουν ένα μισθό ίσα-ίσα για να τρέφονται, κι αυτές ξοδεύουν μια περιουσία για να ντυθούν. Θα δείτε υπαλλήλους με μισθό χιλίων διακοσίων φράγκων ν' αγοράζουν κτήματα. [...]

Στο Παρίσι, τίμιος είναι αυτός που σιωπά και αρνείται να μοιραστεί! Δε μιλάω γι' αυτούς τους φουκαράδες είλωτες που, παντού, κάνουν όλες τις δουλειές χωρίς ν' ανταμείβονται γι' αυτό ποτέ και που τους αποκαλώ Η ΑΔΕΡΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΟΥΚΑΡΑΔΩΝ του καλού Θεού. Ασφαλώς εδώ έχουμε την αρετή σε όλο το μεγαλείο της βλακείας της, αυτή όμως είναι και η αθλιότητα. Βλέπω ήδη το μορφασμό αυτών των ανθρωπάκων, αν ο Θεός μάς έκανε καμιά άσχημη πλάκα και απουσίαζε από τη Δευτέρα Παρουσία. Αν λοιπόν θέλετε να πετύχετε γρήγορα πρέπει ή να είστε ήδη πλούσιος, ή να φαίνεστε ότι είστε. [...]

Αυτή είναι η ζωή στην πραγματικότητα. Δεν έχει τίποτα το ειδυλλιακό, μοιάζει σα να είσαι χωμένος στην κουζίνα, βρομάει όσο κι αυτή, κι εσύ πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου αν θες να μαγειρέψεις. Να ξέρεις μόνο να ξεπλένεσαι καλά• σ' αυτό έγκειται όλη η ηθική της εποχής μας.»


Ονορέ ντε Μπαλζάκ, «Ο Μπάρμπα-Γκοριό» [Honoré de Balzac, “Le Père Goriot”]. Πρώτη έκδοση το 1835. Μετάφραση: Μ.Τυρέα-Χριστοδουλίδου




Τρώγοντας τους εργάτες



Εικονογραφήσεις για το Κάππα του Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα / Akutagawa's Kappa illustrations




Στα μισά της δεκαετίας του 20 ο Ιάπωνας συγγραφέας Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα [Ryunosuke Akutagawa] εξιστόρησε τα ήθη και τον τρόπο ζωής των Κάπα, στο μυθιστόρημά του «Κάπα» [Kappa / 河童, μετάφραση: Γιούρι Κοβαλένκο]. Τα Κάπα είναι κάτι παράξενα μυθικά πλάσματα που μοιάζουν σε πολλά με τους ανθρώπους. Ζουν σε πόλεις, έχουν ανθηρές βιομηχανίες, φιλοσοφία, τέχνη και θρησκεία. Έχουν καπιταλιστές ιδιοκτήτες και πλήθη από προλετάριους. Σύμφωνα μάλιστα με τα τελευταία στατιστικά: 


«Η διαδικασία μαζικής παραγωγής καλπάζει με πολύ ταχύ ρυθμό. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι, σύμφωνα μ’ επίσημες εκτιμήσεις, έχασαν πρόσφατα τις δουλειές τους γύρω στις σαράντα με πενήντα χιλιάδες άτομα. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχα συναντήσει ακόμα τη λέξη «απεργία» σ’ αυτόν τον τόπο, όσο κι αν φυλλομετρούσα ανυπόμονα τις εφημερίδες κάθε πρωί. Ήταν κάτι που μου φαινόταν μάλλον περίεργο και δυσεξήγητο. Έτσι λοιπόν, σε μια περίπτωση που ήμουν καλεσμένος στο σπίτι του Γκάελ [ιδιοκτήτη βιομηχανίας], παρέα με τον Πεπ και τον Τσακ [δύο χαρακτηριστικούς Κάπα], βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω γιατί. 

«Μα, επειδή τρώγονται!»

Ο Γκάελ ήταν εκείνος που απάντησε. Το είπε με τον πιο φυσικό τρόπο, ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές καπνού απ’ το πούρο του.

Αυτό το «τρώγονται» δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα ακριβώς τι σήμαινε. Ο Τσακ όμως, με το γνωστό μονόκλ του, φαίνεται πως πρόσεξε το απορημένο μου ύφος κι έσπευσε να μου εξηγήσει.

«Αυτό που ήθελε να πει ο Γκάελ είναι ότι σφάζουμε όσους εργάτες χάνουν τη δουλειά τους και χρησιμοποιούμε τη σάρκα τους για κρέας. Να, εδώ έχω μια εφημερίδα. Για να δούμε αν γράφει τίποτε σχετικό. Να! Άκου: «Ο αριθμός νέων ανέργων αυτό το μήνα έφτασε τους 64.769. Αντίστοιχη πτώση παρατηρήθηκε στην τιμή του κρέατος».

«Καλά, και οι εργαζόμενοι δέχονται μια τέτοια κατάσταση χωρίς να διαμαρτύρονται; Να οδηγούνται στο...»

«Δεν θ’ άλλαζε τίποτε, όση φασαρία κι αν έκαναν. Η σφαγή του εργαζόμενου προβλέπεται με ειδικό άρθρο στο σύνταγμά μας [...] Με μια τέτοια τακτική, βλέπεις, η Πολιτεία γλιτώνει τον πολίτη απ’ το άγχος της αυτοκτονίας, ή της λιμοκτονίας. Μια εισπνοή από δηλητηριώδες αέριο... κι αυτό ήταν όλο. Ούτε πόνος, ούτε τίποτε».

«Ναι, αλλά να τρώτε τη σάρκα τους για κρέας...», έκανα.

«Πες μου, δεν είναι αλήθεια ότι στη χώρα σου τα κορίτσια τέταρτης κατηγορίας πουλιούνται σε πορνεία; Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν είναι καθαρός συναισθηματισμός εκ μέρους σου να δείχνεις ότι ενοχλείσαι επειδή εδώ τρώμε τις σάρκες του εργαζόμενου σαν κρέας;»

Ο Γκάελ περίμενε να γίνει κάποιο διάλειμμα στη συζήτηση για να μου προσφέρει ένα απ’ τα πιάτα με σάντουιτς που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι.

«Αυτά πως σου φαίνονται;», μου είπε. «Πάρε ένα! Κρέας εργαζόμενου είναι κι αυτό!»

Δεν χρειάζεται να πω ότι χλόμιασα. [...] Πήρα το δρόμο για το σπίτι μου μέσα σ’ ένα σκοτάδι μαύρο σαν πίσσα, κάνοντας συνέχεια εμετό. Στο κατάμαυρο φόντο της νύχτας, το ξερατό μου φάνταζε άσπρο, κάτασπρο».



Ξέσπασμα στη βουλή



Ο καπιταλισμός ξεζουμίζει τους εργάτες - παλιά γελοιογραφία / Capitalism draining the workers, old political cartoon




«Καθόμουνα στον εξώστη της βουλής εκείνη την ημέρα. Όλοι ξέραμε πως κάτι φοβερό ήταν να γίνει. Πλανιόταν στον αέρα και η παρουσία του γινόταν αισθητή από τους οπλισμένους στρατιώτες που ήταν παραταγμένοι στους διαδρόμους και από τους αξιωματικούς που συγκεντρώνονταν στις εισόδους της Βουλής. Η Ολιγαρχία θα χτυπούσε. Μιλούσε ο Έρνεστ. Ανιστορούσε τα βάσανα των ανέργων, με την ιδέα ότι μπορούσε ν’ αγγίξει τις καρδίες και τις συνειδήσεις τους. Αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί βουλευτές τον σάρκαζαν και επικρατούσε φασαρία και σύγχυση. Ο Έρνεστ άλλαξε απότομα ύφος.

— Γνωρίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να σας επηρεάσει, είπε. Δεν έχετε ψυχή για να επηρεαστεί. Είστε ασπόνδυλα και μαλθακά πλάσματα. Με πομπώδη τρόπο ονομάζετε τους εαυτούς σας Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς. Δεν υπάρχει Ρεπουμπλικάνικο Κόμμα. Δεν υπάρχει Δημοκρατικό Κόμμα. Δεν υπάρχουν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκράτες εδώ μέσα. Είστε κόλακες και προαγωγοί, τα τσιράκια της Πλουτοκρατίας. Φλυαρείτε με απαρχαιωμένη ορολογία για την αγάπη σας στην Ελευθερία, ενώ φοράτε την κόκκινη λιβρέα της Σιδερένιας Φτέρνας.

Στο σημείο αυτό, η φωνή του πνίγηκε από τις κραυγές: «Στην τάξη! στην τάξη!» κι εκείνος στεκόταν περιφρονητικά ώσπου η οχλαγωγία κατάπεσε. Έκανε μια χειρονομία που τους έκλεινε όλους μέσα, γύρισε στους συντρόφους του και είπε:

— Ακούτε πως μουγκρίζουν τα χορτασμένα κτήνη.

Πανδαιμόνιο έγινε ξανά. Ο πρόεδρος χτυπούσε για να επιβάλλει την τάξη και κοίταζε με προσδοκία κατά την πόρτα, στους αξιωματικούς. «Ανταρσία!» ακούγονταν φωνές κι ένας φωνακλάς βουλευτής της Νέας Υόρκης, φώναξε: «Αναρχικέ!» στον Έρνεστ. Και ο Έρνεστ δεν ήταν καθόλου ευχάριστος να τον κοιτάζεις. Τρεμούλιαζε κάθε αγωνιστική ίνα του και το πρόσωπό του ήταν το πρόσωπο ενός ζώου που πολεμάει, ωστόσο, ήταν ψύχραιμος και συγκεντρωμένος.

— Θυμηθείτε, είπε με φωνή που την έκανε ν’ ακουστεί πάνω από το θόρυβο, ότι όπως εσείς τώρα δείχνετε οίκτο στο προλεταριάτο, κάποια μέρα, αυτό το ίδιο το προλεταριάτο θα δείξει οίκτο για σας.

Οι φωνές «Ανταρσία!» και «Αναρχικός!» διπλασιάστηκαν.

— Ξέρω ότι δε θα ψηφίσετε το νομοσχέδιο αυτό, συνέχισε ο Έρνεστ. Πήρατε εντολές από τα αφεντικά σας να το καταψηφίσετε και με φωνάζετε, από πάνω, αναρχικό. Εσείς που έχετε εξοντώσει τις κυβερνήσεις του λαού, και που αδιάντροπα επιδείχνετε τη ντροπή σας στις δημόσιες πλατείες, με φωνάζετε αναρχικό. Δεν πιστεύω στις φωτιές της κόλασης και στο θειάφι, αλλά τέτοιες στιγμές λυπάμαι που δεν πιστεύω. Όσο υπάρχετε εσείς, υπάρχει και μια ζωτική ανάγκη για μια κόλαση στον κόσμο.»

Τζακ Λόντον, «Η Σιδερένια Φτέρνα» [Jack London, “The Iron Heel”]. Πρώτη έκδοση το 1908. Μετάφραση: Γεωργία Αλεξίου. 


Όλοι είναι ασφαλείς στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο




Εξώφυλλο για τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο του Άλντους Χάξλεϋ / Brave New World by Aldous Huxley, book cover




«Είναι αστείο να διαβάζει κανείς τι έγραφαν οι άνθρωποι για την επιστήμη την εποχή του Μεγάλου μας Φορντ. Νόμιζαν ότι η πρόοδός της θα ήταν απεριόριστη, ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες. Η γνώση ήταν το υπέρτατο αγαθό, η αλήθεια η υπέρτατη αξία και όλα τ’ άλλα συμπληρωματικά και δευτερεύοντα.

Από την εποχή εκείνη όμως, οι αντιλήψεις άρχισαν ν' αλλάζουν. Ο Μεγάλος Φορντ κατέβαλε τεράστια προσπάθεια να στρέψει την προσοχή από την αλήθεια και την ομορφιά στην ευημερία και την ευτυχία. Η μαζική παραγωγή, απαιτούσε αυτόν τον αναπροσανατολισμό. Η καθολική ευτυχία διατηρεί την εύρυθμη λειτουργία των μηχανισμών, η αλήθεια και η ομορφιά όμως όχι. Κι όποτε οι μάζες καταλάμβαναν την πολιτική εξουσία, η ευημερία τελικά μετρούσε και όχι η αλήθεια και η ομορφιά.

Παρ' όλα αυτά, η απεριόριστη επιστημονική έρευνα επιτρεπόταν. Οι άνθρωποι συνέχιζαν να συζητούν για την αλήθεια και την ομορφιά μέχρι τον Εννεαετή Πόλεμο. Αυτός ήταν η αφορμή ν' αλλάξουν οι αντιλήψεις ριζικά. Τι νόημα έχει η αλήθεια ή η ομορφιά όταν ανθρακοβόμβες σκάνε γύρω σου;

Από τότε άρχισε να ελέγχεται η επιστήμη. Οι άνθρωποι αντάλλασαν τα πάντα για μια ήσυχη ζωή, ήταν διατεθειμένοι ακόμα και η διατροφή τους να τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο.

Από τότε ελέγχουμε την κοινωνία. Η αλήθεια βέβαια τέθηκε σε δεύτερη μοίρα, ευνοήθηκε όμως η ευτυχία. Όλα έχουν τ' ανταλλάγματά τους. Η ευτυχία κι αυτή πληρώνεται.» 


Η ιδανική κατανομή του πληθυσμού έχει για μοντέλο της ένα παγόβουνο, όπου τα οκτώ ένατα βρίσκονται κάτω από το νερό και το ένα ένατο πάνω".

"Και όσοι ζουν από κάτω, μπορούν να είναι ευτυχισμένοι;"

"Είναι περισσότερο ευτυχισμένοι από τους από πάνω. Δεν βρίσκουν καθόλου απαίσια τη δουλειά τους, αντίθετα τους αρέσει. Διότι η εργασία τους είναι ελαφριά, παιδική. Δεν χρειάζεται να κουράζουν το μυαλό, ή τους μυς τους. Επτάμισι ώρες άνετης εργασίας κι ύστερα ναρκωτικά και παιχνίδια, ελεύθερες σχέσεις και αισθησιακά θεάματα. Τι άλλο να θέλουν; [...]

Σήμερα είμαστε προκαθορισμένοι να κάνουμε ακριβώς αυτό που πρέπει. Κι αυτό που πρέπει να κάνουμε μας είναι πολύ ευχάριστο.

Κι αν παρ' ελπίδα κάτι κάπου πάει στραβά, υπάρχει πάντα η σόμα για ένα ταξίδι μακριά από τα δυσάρεστα γεγονότα. Η σόμα σε ηρεμεί, σβήνει το θυμό, σε συμφιλιώνει με τους εχθρούς σου, σε κάνει υπομονετικό και ανθεκτικό στον πόνο. Στο παρελθόν όλα αυτά απαιτούσαν χρόνια ψυχικής εξάσκησης. Τώρα μ' ένα δυο γραμμάρια ναρκωτικών σόμα έχεις φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Όλοι είναι ενάρετοι στις μέρες μας. Τη μισή ηθικότητά σου την κουβαλάς πάνω σου σε χάπια ναρκωτικού. Χριστιανισμός δίχως δάκρυα - αυτή είναι η σόμα».



Άλντους Χάξλεϊ, «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» [Aldous Huxley, “Brave New World”]. Πρώτη έκδοση 1931. Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης. 



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11 – Ποίηση και Τρέλα



© Για την ψηφιοποίηση των αποσπασμάτων και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Μάρτιος 19. 



Metropolis painting by George Grosz, 1917-18 / Μητρόπολις, πίνακας του Τζορτζ Γκρος, 1917-18
Μητρόπολις, πίνακας του Τζορτζ Γκρος, 1917-18

14 Ιανουαρίου 2016

Μικρές, Γυμνές Αλήθειες. Μια επιλογή από τα αποφθέγματα του Λα Ροσφουκώ





Το πνεύμα, από αδράνεια και οκνηρία, προσηλώνεται συνήθως μονάχα σε ό,τι εύκολο και ευχάριστο του είναι: η τάση αυτή θέτει διαρκώς όρια στη γνώση μας· ποτέ κανείς δεν μόχθησε να εκτείνει το μυαλό του, να το πάει μακρύτερα από τα όριά του.

Θα κοκκινίζαμε συχνά και για τις ευγενέστερές μας πράξεις, εάν μπορούσε ο κόσμος να υποπτευθεί τ’ αληθινά τους κίνητρα.

Η αρετή δεν θα πήγαινε τόσο μακριά αν δεν της έκανε παρέα στο δρόμο της η ματαιοδοξία.

Η ιδιοτέλεια μιλάει γλώσσες κάθε λογής και παίζει πληθώρα ρόλων – ως κι αυτόν της ανιδιοτέλειας.

Λίγοι οι λογικοί, νομίζουμε· και θεωρούμε λογικούς εκείνους μόνο που συμμερίζονται τη γνώμη μας.

Σπεύδουμε να επικρίνουμε των αλλωνών τα λάθη, δύσκολα όμως τα χρησιμοποιούμε προκειμένου τα δικά μας να διορθώσουμε.

Με ορισμένες καλές ιδιότητες συμβαίνει ό,τι και με τις αισθήσεις· εκείνοι που τις στερούνται μήτε να τις διακρίνουνε μπορούν μήτε να τις καταλάβουν.

Ο έρωτας ο αληθινός σαν τα φαντάσματα είναι· όλοι μιλούν γι’ αυτόν, λίγοι τον έχουν δει.

Η ελπίδα και ο φόβος είναι αχώριστοι, και δεν υπάρχει φόβος χωρίς ελπίδα μήτε ελπίδα δίχως φόβο.


***


Λόγια ενός ανθρώπου που έσκαψε δίχως φόβο στα μύχια της ανθρώπινης φύσης – ό,τι και αν σημαίνει αυτή η τελευταία. Ενός ευγενούς του 17ου αιώνα που κάποια στιγμή κουράστηκε να σκαρφαλώνει σε αυτή την αδιάκοπη, ανελέητη σκάλα της κοινωνικής φιλοδοξίας, όμοια τότε όπως και τώρα · είχε, βλέπετε, διακρίνει τη λίγδα πάνω στα σκαλοπάτια, τη σκόνη κάτω απ’ το πολυτελές χαλί. Είχε δει τον άνθρωπο γυμνό και ήταν αδύνατο πια να τον φανταστεί με ρούχα και κοσμήματα – διέκρινε πλέον την υποκρισία πίσω από τα τελευταία. Υποκρισία όχι μόνο απέναντι στους άλλους, μα συχνά, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μας.

Ο λόγος για τον Φραγκίσκο τον ΣΤ΄, Πρίγκιπα του Μαρσιγιάκ, δεύτερο Δούκα του Λα Ροσφουκώ – ο οποίος, εν συντομία, έγινε γνωστός απλά ως Λα Ροσφουκώ! Η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες – από μόνη της θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα κάποιου μυθιστορήματος ή μιας ταινίας. Ζώντας τις μηχανορραφίες της γαλλικής Αυλής του Λουδοβίκου ΙΓ’, της συζύγου του, Άννας της Αυστριακής και του περιβόητου Καρδινάλιου Ρισελιέ, συμμετέχοντας στο περιπετειώδες κλίμα μιας εποχής όπου η ραδιουργία ήταν νόμος και ο νόμος εξουσία, συμμετέχοντας σε μάχες και πολέμους, σε έρωτες και ρομάντζα με μεγάλες κυρίες των καιρών του, ο Λα Ροσφουκώ γνώρισε σε βάθος την κωμωδία των ανθρωπίνων πραγμάτων. Και όταν κάποια στιγμή, κουρασμένος, παραιτήθηκε απ’ το ατέρμονο αυτό παιχνίδι, αποφάσισε να γράψει· να εξωτερικεύσει γραπτώς όσα ήταν αδύνατο να εκφράσει με άλλο τρόπο.

Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν, εν έτει 1664, τα περίφημα «Αξιώματά» του. Μια συλλογή αποφθεγμάτων και μικροσκοπικών, στην πλειοψηφία τους, γνωμικών, τα οποία περιγράφουν την ανθρώπινη κατάσταση δίχως καμία απολύτως διάθεση εξιδανίκευσης. Η ιδιοτέλεια, η φιλαυτία, η ματαιοδοξία, το συμφέρον, τα πάθη και η τύχη – αυτά κινούν τον άνθρωπο, αν όχι εξ’ ολοκλήρου, σίγουρα περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να νομίζει. «Οι αρετές μας συνήθως είναι κακίες μεταμφιεσμένες», υποστήριζε ο Λα Ροσφουκώ, ξεγυμνώνοντας τους κώδικες ηθικής και τον καθωσπρεπισμό απ’ το υποκριτικό περίβλημά τους. Η επιρροή που άσκησε σε μεταγενέστερους συγγραφείς, με σημαντικότερο όλων τον Φρειδερίκο Νίτσε, υπήρξε καταλυτική.

Και με τα κείμενά του αυτά ο Λα Ροσφουκώ απέδειξε γιατί η πένα είναι ισχυρότερη απ’ το ξίφος.


Λα Ροσφουκώ


Σκοπός του Λα Ροσφουκώ δεν ήταν να απομυζήσει τον άνθρωπο από κάθε τί ευγενικό και άξιο μέσα του· δεν υπήρξε μηδενιστής ή πεσιμιστής. Η εξυπνάδα, τόνιζε, συνίσταται στην αναγνώριση της ορθής αξίας των πραγμάτων. Κοινώς, να λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη, όπως αναφέρει και η γνωστή παροιμία. Σ’ έναν κόσμο στον οποίο βασιλεύει η υποκρισία του φαίνεσθαι, το ένστικτο του μιμητισμού και η ανουσιότητα των κάλπικων αγαθών, συχνά χάνουμε την ουσία μέσα από τα μάτια μας. Φτάνουμε να υποκρινόμαστε οι ίδιοι στους εαυτούς μας. Κοιτάζουμε διαρκώς ψηλά, αγνοώντας το χώμα – και τη σκόνη και τη λάσπη – που πατούν τα πόδια μας. Βιαζόμαστε να δείξουμε το δάχτυλο, να κατηγορήσουμε άλλους, να υπεραμυνθούμε για ιερά και δίκαια, να υπερασπίσουμε τις ανώτερές μας αρετές και τα ευγενή αισθήματά μας – αποφεύγοντας όμως την αυτοκριτική, δίχως να κοιτάζουμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας.

Μα αν το κάνουμε – αν αναγνωρίσουμε τις αρνητικές όψεις του εαυτού μας, το ίδιο όπως και τις θετικές· ίσως τότε να μην γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι· μα θα έχουμε γίνει περισσότερο ειλικρινείς. Περισσότερο έντιμοι. Γιατί αποδέχεται καλύτερα τη γύμνια εκείνος που την βλέπει όπως είναι – δίχως εξωραϊσμούς, με τα καλά και τα κακά της.

Και αν ο Λα Ροσφουκώ έγραφε πριν τέσσερις σχεδόν αιώνες, μην έχετε καμιά αμφιβολία: και σήμερα οι άνθρωποι φοβόμαστε τη γύμνια μας, το ίδιο όπως και τότε. Γι’ αυτό την καλλωπίζουμε και την επεξεργαζόμαστε και την ντύνουμε με τα ωραιότερα των ρούχων – ενίοτε φτάνουμε να αρνηθούμε πως υπάρχει.

Τα «Αξιώματα» του Λα Ροσφουκώ κυκλοφορούν σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Ερατώ, σε μετάφραση Γιώργου Ίκαρου-Μπαμπασάκη. Από τα 641 συνολικά αξιώματα-αποφθέγματα του βιβλίου, επέλεξα 83 και σας τα παρουσιάζω.

Τα λόγια που ακολουθούν ανήκουν στον αξιότιμο κύριο Λα Ροσφουκώ. Ας αφεθούμε στη δύναμη της πένας του.






Λα Ροσφουκώ – Επιλογή από τα «Αξιώματα»



Τα πάθη συχνά γεννούν τ’ αντίθετά τους πάθη· η φιλαργυρία, μερικές φορές, τη σπατάλη γεννάει· και η σπατάλη, τη φιλαργυρία. Γίνεται συχνά κανείς αποφασιστικός από αδυναμία, και τολμηρός από δειλία.


Αν δεν είχαμε ελαττώματα, δεν θα μας προξενούσε ηδονή τόσο πολύ να εντοπίζουμε ελαττώματα στους άλλους.


Η ιδιοτέλεια μιλάει γλώσσες κάθε λογής και παίζει πληθώρα ρόλων – ως κι αυτόν της ανιδιοτέλειας.


Δεν έχουμε το σθένος ν’ ακολουθήσουμε τη λογική μας ως τις έσχατες συνέπειές της.


Ποτέ δεν είμαστε τόσο ευτυχισμένοι όσο φανταζόμαστε· ποτέ δεν είμαστε τόσο δυστυχισμένοι όσο νομίζουμε.


Όσο μεγάλα πλεονεκτήματα και να χαρίζει, δεν είναι η Φύση από μόνη της, αλλά η Φύση και η Τύχη μαζί που κάνουνε τους ήρωες.


Ο έρωτας ο αληθινός σαν τα φαντάσματα είναι· όλοι μιλούν γι’ αυτόν, λίγοι τον έχουν δει.


Δεν βρέθηκε μεταμφίεση ικανή να κρατήσει για πολύ τον έρωτα κρυφό όταν υπάρχει, και ούτε τέχνημα ικανό να τον προσποιηθεί όταν δεν υπάρχει.


Αυτό που οι άνθρωποι «φιλία» ονόμασαν είναι απλώς αμοιβαιότητα συμφερόντων, ανταλλαγή καλών υπηρεσιών· τίποτ’ άλλο, τελικά, παρά ένας εμπορικός διακανονισμός μέσω του οποίου πάντα η φιλαυτία κάτι θα αποκομίσει.


Η φιλαυτία μεγεθύνει ή σμικρύνει στα μάτια μας τις καλές ιδιότητες των φίλων μας ανάλογα με την ικανοποίηση που μας προσφέρουν· κρίνουμε την αξία τους από το πώς τα πάνε μαζί μας.


Η κοινωνική ζωή δεν θα βαστούσε για καιρό αν ο ένας δεν ήτανε, κατά καιρούς, του άλλου το κορόιδο.



William Hogarth - Marriage A-la-Mode 4, The Toilette


Το μυαλό· αυτό το αιώνιο κορόιδο της καρδιάς!


Δεν προσφέρουμε τίποτα πιο απλόχερα, όσο τις συμβουλές μας.


Αν, καμιά φορά, αντιστεκόμαστε στα πάθη μας, συμβαίνει επειδή αυτά δεν είναι και τόσο δυνατά, και όχι επειδή είμαστε δυνατοί εμείς.


Οι δολιότητες και οι προδοσίες δεν προέρχονται παρά από την έλλειψη ικανοτήτων.


Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα είχαν ποτέ τους ερωτευτεί αν δεν είχαν ακούσει να γίνεται λόγος περί έρωτος.


Πολλές φορές κάνουμε επαίνους δηλητηριώδεις που αποκαλύπτουνε δολίως, σ’ εκείνους που επαινούμε, ορισμένα ελαττώματα που δεν θα τολμούσαμε με άλλους τρόπους να επισημάνουμε.


Η τύχη από πολλά μας θεραπεύει ελαττώματα που η λογική δεν θα μπορούσε ποτέ να θεραπεύσει.


Η ελπίδα όσο και αν μια ψεύτρα ξελογιάστρα είναι, στο τέρμα της ζωής από ένα μονοπάτι ευχάριστο μας οδηγεί.


Είναι καλύτερα να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας προκειμένου να υπομένουμε τις αναποδιές που μας τυχαίνουν παρά προκειμένου να προβλέπουμε εκείνες που ενδέχεται να μας συναντήσουν.


Οι δήθεν κύριοι είναι άνθρωποι που τα ελαττώματά τους, τόσο από τους άλλους όσο κι από τον εαυτό τους, κρύβουν. Οι αληθινοί κύριοι είναι όσοι τα ξέρουν στην εντέλεια και τα αναγνωρίζουν.


Η αρετή δεν θα πήγαινε τόσο μακριά αν δεν της έκανε παρέα στο δρόμο της η ματαιοδοξία.


Υπάρχουν άνθρωποι που τα ελαττώματα τους πάνε, κι άλλοι που λιγότερο χαριτωμένους οι αρετές τους κάνουν.


Η αγάπη για τη φήμη, ο φόβος της ατίμωσης, τα σχέδια πλουτισμού, ο πόθος να κάνεις τη ζωή σου άνετη και απολαυστική, καθώς και η παρόρμηση τους άλλους να ταπεινώνεις, είναι συχνά οι αιτίες της ανδρείας, της τόσο φημισμένης στους ανθρώπους.


Η τέλεια ανδρεία συνίσταται στο να κάνεις δίχως μάρτυρες αυτό που θα ‘σουν ικανός να κάνεις μπροστά στον κόσμο όλο.






Λίγα τ’ ακατόρθωτα· δεν μας λείπουν τα μέσα κάτι για να πετύχουμε, η επιμέλεια και η επιμονή μας λείπουν.


Η υπέρτατη εξυπνάδα· άψογα να γνωρίζεις των πραγμάτων την αξία.


Τίποτα δεν είναι τόσο μεταδοτικό όσο το παράδειγμα, και δεν κάνουμε κάποιο μεγάλο καλό ή κάποιο μεγάλο κακό, δίχως να εμπνεύσουμε κάτι το παρόμοιο. Τις καλές πράξεις από άμιλλα μιμούμαστε και τις κακές λόγω της έμφυτης μνησικακίας μας, που η αιδώς αιχμάλωτη κρατούσε ενώ τώρα το παράδειγμα την ελευθερώνει.


Αυτό που γενναιοδωρία αποκαλούμε είναι, το πιο συχνά, η ματαιοδοξία του προσφέρειν, που μας αρέσει πιο πολύ από εκείνο που προσφέρουμε.


Η λύπηση είναι συχνά η αίσθηση των δικών μας δεινών μες στα δεινά των άλλων· μια επιδέξια προνοητικότητα είναι απέναντι στις αναποδιές που μπορούνε να μας τύχουν· δίνουμε στους άλλους τη βοήθειά μας ώστε κι αυτοί να μας βοηθήσουν σε παρόμοιες περιστάσεις, και οι υπηρεσίες αυτές που τους παρέχουμε δεν είναι παρά δώρα που προκαταβολικά στον εαυτό μας δίνουμε.


Η νιότη είναι μια μέθη αδιάκοπη· είναι ο πυρετός της λογικής.


Η χάρη του καινούργιου στον έρωτα είναι ό,τι και η στιλπνότητα της φρεσκάδας στα φρούτα· δίνει μια γυαλάδα που σβήνει εύκολα και που δεν επανέρχεται ποτέ.


Στον έρωτα η απουσία μειώνει τα μέτρια πάθη και εντείνει τα μεγάλα, όπως ο άνεμος που σβήνει το κερί αλλά φουντώνει τη φωτιά.


Ορισμένοι κακοί θα ήταν λιγότερο επικίνδυνοι αν τίποτα το καλό δεν απέμενε εντός τους.


Εκείνους που καθόλου δεν εκτιμούμε, δύσκολα τους αγαπάμε· αλλά κι εκείνους που εκτιμούμε κι από τον εαυτό μας πιο πολύ, πάλι δύσκολα τους αγαπάμε.


Πολλοί περιφρονούν το χρήμα· λίγοι ξέρουνε να το δίνουνε απλόχερα.


Η ιδιοτέλεια, που τόσο την μέμφονται για όλα τα εγκλήματά μας, συχνά αξίζει να επαινεθεί και για τις πράξεις τις καλές μας.


Είναι θαυμαστό μέσα σου σπουδαίος να αισθάνεσαι· είναι, όμως, γελοιοδέστατο στους άλλους τον σπουδαίο να παριστάνεις.






Η μετριοφροσύνη αναγορεύτηκε αρετή, για να μετριάζεται των σπουδαίων η φιλοδοξία και να παρηγορούνται οι μέτριοι για τη λιγοστή τους τύχη και αξία.


Έρχονται, καμιά φορά, στη ζωή κάτι αναποδιές που μονάχα όσοι λιγάκι τρέλα έχουνε, ξέρουν να τους ξεφύγουν.


Οι εραστές κι οι ερωμένες δεν πλήττουνε ποτέ· μιλάνε διαρκώς για τους εαυτούς τους.


Στη ζήλια υπάρχει περισσότερη φιλαυτία παρά έρωτας.


Δεν μπορούν, επί μακρόν, να διατηρηθούν τα αισθήματα που οφείλουμε να τρέφουμε προς τους φίλους μας και όσους καλό μας κάνουν, εάν τον εαυτό μας ελεύθερο θεωρούμε να θίγει κάθε τόσο τα ελαττώματα και τις ατέλειές τους.


Παραδεχόμαστε ορισμένα ασήμαντα ελαττώματά μας, για να πείσουμε τους άλλους έτσι πως δεν έχουμε μεγάλα.


Όσο αγαπάμε, συγχωράμε.


Οι γυναίκες είναι λιγότερο ικανές τη φιλαρέσκεια παρά τα πάθη τους να συγκρατήσουν.


Με ορισμένες καλές ιδιότητες συμβαίνει ό,τι και με τις αισθήσεις· εκείνοι που τις στερούνται μήτε να τις διακρίνουνε μπορούν μήτε να τις καταλάβουν.


Όπως και τα φυτά, έτσι και οι άνθρωποι έχουν κρυμμένες ιδιότητες που μονάχα η τύχη φέρνει στο φως.


Λίγοι οι λογικοί, νομίζουμε· και θεωρούμε λογικούς εκείνους μόνο που συμμερίζονται τη γνώμη μας.


Τις πιο πολλές φορές, επαινούμε ανεπιφύλακτα αυτούς που μας θαυμάζουν.


Οι περισσότερες ενάρετες γυναίκες είναι κρυμμένοι θησαυροί, που είναι ασφαλείς γιατί δεν τους αναζήτησε κανείς.


Είναι σχεδόν πάντα φταίξιμο του εραστή το ότι δεν συνειδητοποιεί πότε έπαψε η ερωμένη να τον αγαπά.


Bartholomeus van der Helst - Anna du Pire as Granida


Οι περισσότεροι νέοι νομίζουν πως είναι αεράτοι, ενώ δεν είναι παρά αναιδέστατοι και άξεστοι.


Ο φθόνος διαλύεται απ’ την αληθινή φιλία· η φιλαρέσκεια, απ’ την αληθινή αγάπη.


Η βία που ασκείς στον εαυτό σου για να μείνεις πιστός σε ό,τι αγαπάς, δεν αξίζει πιο πολύ από την ίδια την απιστία.


Θεωρούν τυφλή την Τύχη όσοι δεν ευνοούνται απ’ αυτήν.


Θα ‘πρεπε να φερόμαστε στην τύχη όπως και στην υγεία· να την απολαμβάνουμε όταν είναι καλή, να την υπομένουμε όταν είναι κακή, και να μην καταφεύγουμε σε δραστικά αντίδοτα παρά μονάχα όταν η ανάγκη είναι απόλυτη.


Θα κοκκινίζαμε συχνά και για τις ευγενέστερές μας πράξεις, εάν μπορούσε ο κόσμος να υποπτευθεί τ’ αληθινά τους κίνητρα.


Στον έρωτα αυτός που πρώτος θεραπεύεται, θεραπεύεται καλύτερα.


Λίγοι ξέρουν να γερνούν.


Συγχωρούμε εύκολα τους φίλους μας εφόσον τα ελαττώματά τους δεν μας αφορούν.


Ευκολότερα τον άνθρωπο-εν-γένει τον γνωρίζεις, παρά κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο.


Η Τύχη και η Ιδιοτροπία τον κόσμο κυβερνούν.


Στη φιλία, όπως και στον έρωτα, είμαστε συχνά πιο ευτυχισμένοι εξαιτίας όσων δεν ξέρουμε, παρά όσων γνωρίζουμε.


Στα μεγάλα εγχειρήματα, θα ‘πρεπε να συγκεντρώνεσαι όχι τόσο στο να δημιουργείς τις ευκαιρίες όσο στο να επωφελείσαι από εκείνες που σου προκύπτουν.


Θα ‘ταν καλύτερα για μας ν’ αφήνουμε όπως είμαστε να μας δουν από το να πασχίζουμε να εμφανιστούμε όπως δεν είμαστε.


Ποτέ δεν ποθούμε παθιασμένα ό,τι μέσω της λογικής μονάχα ποθούμε.


Στις πρώτες ερωτικές τους περιπέτειες, οι γυναίκες ερωτευμένες με τον εραστή τους είναι· στις μετέπειτα, είναι ερωτευμένες μονάχα με τον έρωτα.


Η επιθυμία για συμπόνια ή θαυμασμό είναι, συνήθως, το βασικό κίνητρο της εμπιστοσύνης μας προς τους άλλους.






Το πνεύμα, από αδράνεια και οκνηρία, προσηλώνεται συνήθως μονάχα σε ό,τι εύκολο και ευχάριστο του είναι: η τάση αυτή θέτει διαρκώς όρια στη γνώση μας· ποτέ κανείς δεν μόχθησε να εκτείνει το μυαλό του, να το πάει μακρύτερα από τα όριά του.


Πιο πολύ στο πνεύμα τεμπελιάζουμε παρά στο σώμα.


Ορισμένοι τόσο ρηχοί και επιπόλαιοι είναι, που καταντούν ανίκανοι να έχουν αληθινά ελαττώματα ή προσόντα αυθεντικά.


Ορισμένοι νιώθουν τόσο πλήρεις που, όταν είναι ερωτευμένοι, καταφέρνουν με το ίδιο τους το πάθος πιο πολύ να ‘ναι απασχολημένοι, παρά με την αγαπημένη τους.


Εκείνοι που υπερτιμούν την υψηλή καταγωγή τους δεν εκτιμούνε αρκετά τις απαρχές της.


Ως θνητοί που είμαστε, όλα τα φοβόμαστε· όλα, πάλι, τα ποθούμε, ωσάν αθάνατοι να είμαστε.


Η ελπίδα και ο φόβος είναι αχώριστοι, και δεν υπάρχει φόβος χωρίς ελπίδα μήτε ελπίδα δίχως φόβο.


Δεν θα ‘πρεπε να θιγόμαστε όταν οι άλλοι μας κρύβουν την αλήθεια, μια που κι εμείς τόσο συχνά από εμάς την κρύβουμε.


Σπεύδουμε να επικρίνουμε των αλλωνών τα λάθη, δύσκολα όμως τα χρησιμοποιούμε προκειμένου τα δικά μας να διορθώσουμε.


Οι εραστές δεν βλέπουν της ερωμένης τα ψεγάδια παρά μονάχα αφού η έκσταση σβήσει και χαθεί.


Είναι πιο δύσκολο να κρύβεις τα αισθήματα που έχεις, παρά να επιδεικνύεις εκείνα που δεν έχεις.


Αφού ο ολιγαρκής, ο ευτυχέστερος είναι των ανθρώπων, οι μεγάλοι και οι φιλόδοξοι είναι οι πλέον δυστυχείς, μια που αμέτρητα είναι τα αγαθά που τους χρειάζονται για να τους δώσουν ευτυχία.


Πριν με σφοδρότητα κατιτί ποθήσουμε, θα ‘ταν καλό να δούμε ποια είναι η ευτυχία εκείνου που ήδη το κατέχει.



Τελικά, λίγα θα επιθυμούσαμε διακαώς, αν στ’ αλήθεια ξέραμε τι θέλουμε.



30 Σεπτεμβρίου 2015

100 Έργα Ορόσημα στην Ιστορία της Ζωγραφικής, μέρος ΙΙΙ





Σε αναζήτηση της Ουτοπίας


Από τα παλιά χρόνια η τέχνη συσχετιζόταν με την Ουτοπία. Αποκαλύπτοντας ένα παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο, ξεδιπλωμένο ενίοτε ανάμεσα στα τέσσερα όρια του καμβά, ο ρόλος της τέχνης ήταν συνάμα αισθητικός και απελευθερωτικός. Όσο πλημμύριζε τις αισθήσεις με κάποια ιδέα εκείνης της αρχέγονης Ομορφιάς, άλλο τόσο ενέπνεε σκέψεις που αποζητούσαν την υπέρβαση, τη μέθεξη στις δυνάμεις του υπεραισθητού, τη συμμετοχή σε μια αέναη συλλογική εξέγερση, μια αδιάκοπη έκρηξη των δυνάμεων της φαντασίας. Ο καλλιτέχνης υπήρξε πάντα ένας εξεγερμένος, ένας πρωτοπόρος εξερευνητής της φύσης και των κόσμων πέρα από αυτήν. Και η φαντασία υπήρξε πάντα η κόκκινη σημαία του.

Στα μισά του 19ου αιώνα ο κόσμος όλος έβραζε· σαν καζάνι που μέσα του μαγειρεύονται ανείπωτες και θαυμάσιες συνταγές, η κοινωνία της νέας εποχής ανέδυε σπάνια χρώματα και μυρωδιές, πλημμυρίζοντας τις αισθήσεις με αισθήματα μέθης και ναυτίας. Η μοντέρνα εποχή ερχόταν καλπάζοντας σαν πλήθη ατίθασων αλόγων και αλίμονο σε όποιον βρισκόταν ανυποψίαστος στο διάβα τους! Τα πράγματα άλλαζαν – όπως γινόταν πάντα, μα τώρα πλέον η αλλαγή γινόταν περισσότερο αισθητή από ποτέ. Νέες σημασίες αντικαθιστούσαν τις παλιές, νέες ερμηνείες του κόσμου – ενός κόσμου που κανείς, πλέον, δεν αποδεχόταν δίχως κριτική διάθεση. Αρκετά βαδίσαμε στη σκιά των παλαιών αυτοκρατοριών και στην παρήγορη φενάκη της θρησκείας. Ο βιομήχανος αντικατέστησε τον βασιλιά, ο εργάτης το δουλοπάροικο. Οι παλιές σημασίες είχαν πια εξαντληθεί και ο κόσμος βρισκόταν σε μια αδιάκοπη κίνηση. Σκόρπιες μονάδες, άλλοτε συνασπισμένες σε ομάδες, άλλοτε μοναχικές, συνειδητοποιώντας τη μοναδικότητά τους. Την σπαραχτική αυτή μοναδικότητα. Ζούμε πια στην εποχή των ατόμων.

Και τα άτομα αποζητούν τη λύτρωσή τους σε νέα ιδανικά που υψώνονται διαρκώς. Στην καλπάζουσα ανάπτυξη· στη φενάκη της εθνικής επέκτασης· στις ιδέες του σοσιαλισμού· και στη διέξοδο της τέχνης. Της τέχνης που παρουσιάζεται όσο ποτέ άλλοτε ως καταφύγιο απέναντι σ’ έναν κόσμο ακατανόητο, μάταιο και παράλογο. Της τέχνης που για πρώτη φορά στα χρονικά καθιέρωσε το πρότυπο του μοναχικού δημιουργού, του θαλασσοπόρου στην καρδιά της φουρτούνας. Του ανθρώπου που, μόνος πια, δίχως προστάτες και χορηγούς, αναζητά κάποιο νόημα στα πράγματα. Μόνος δημιουργεί, μόνος εξεγείρεται – ελπίζοντας, ίσως, να αγγίξει το απόλυτο, δίχως τη συνδρομή των παλαιών μεθόδων.

Και ποιος ξέρει. Ίσως αρχίσει να δημιουργείται μια νέα ουτοπία μέσα από την τέχνη του.

Πρώτοι οι Ρομαντικοί εξεγέρθηκαν απέναντι στον κόσμο των καιρών τους, αποζητώντας ιδανικά πέρα από τις συμβατικότητες της εποχής τους. Μιλήσαμε για το κίνημα του Ρομαντισμού στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας στην ιστορία της ζωγραφικής, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ:


Τώρα πλέον, έχοντας μεταβεί στα μισά του 19ου αιώνα, νέες μορφές εικαστικής παρέμβασης εμφανίστηκαν για να αντικαταστήσουν τις παλιές. Κοινό σε όλες ήταν το στοιχείο της εξέγερσης – της υπέρβασης της πραγματικότητας, της αναζήτησης νέων μορφών και νοημάτων. Ο καλλιτέχνης ήταν πλέον ένας πρωτοπόρος. Η τέχνη του δεν γινόταν πάντα κατανοητή από τον κόσμο – η απορία ενίοτε συνοδευόταν από την στριμμένη αδερφή της, την αποδοκιμασία. Μα ο καλλιτέχνης δεν μπορούσε παρά να προχωράει μπροστά, σκάβοντας στον κακοτράχαλο εκείνο δρόμο που ανοιγόταν μες στη λάσπη.

Άλλοτε η εξέγερσή του είχε τη μορφή ενός κοιτάγματος προς τα πίσω. Μιας ενατένισης περασμένων εποχών, η οποία έδωσε διέξοδο στο κίνημα των Προραφαηλιτών.

Άλλοτε η εξέγερσή του κοιτούσε με αποφασιστικό, ξεγυμνωμένο βλέμμα το παρόν – και ήταν εκείνο το παρόν που επιθυμούσε να αποτυπώσει στον καμβά του, δίχως εξιδανικεύσεις και με έντονη την κριτική διάθεση. Έτσι γεννήθηκε το κίνημα του Ρεαλισμού.


Τέλος, υπήρξε μια ομάδα καλλιτεχνών που επεδίωξαν να δουν την πραγματικότητα με άλλο μάτι. Που θέλησαν να αποτινάξουν όλες τις καθιερωμένες αντιλήψεις και να αρχίσουν από την αρχή ξανά, αναπλάθοντας τον κόσμο με όπλο τους τα χρώματα. Η επανάστασή τους μετέβαλε πλήρως το ρου της ιστορίας της τέχνης. Ήταν το κίνημα των Ιμπρεσιονιστών.



σχέδιο του Rossetti


Οι Προραφαηλίτες



Από κάποιες απόψεις η λεγόμενη «αδερφότητα των Προραφαηλιτών» (Pre-Raphaelites), η οποία αναδείχτηκε καταμεσής της Αγγλίας της βικτωριανής εποχής, υπήρξε το έσχατο παρακλάδι του Ρομαντισμού. Ήταν μια ομάδα ζωγράφων που πραγματικά τους απωθούσε ο κόσμος του παρόντος και αποζητούσαν διέξοδο σ’ ένα μακρινό, εξιδανικευμένο παρελθόν, μακριά από τις συμβάσεις και τους μανιερισμούς της μοντέρνας εποχής· πέρα από τις ανούσιες, κατά τη γνώμη τους, διαλέξεις των ακαδημαϊκών της τέχνης, που όσο κέρδιζαν σε στόμφο, έχαναν σε πάθος και ουσία. Ήταν το παρελθόν εκείνο που τους ενέπνεε. Το αγνό παρελθόν (όπως το φαντάζονταν οι ίδιοι) της εποχής πριν την Αναγέννηση, τον καιρό που ο καλλιτέχνης ζωγράφιζε με όπλο του το αίσθημα και την πίστη. Ήταν εκείνο το παρελθόν που επιθυμούσαν να ανασυστήσουν.

Ήταν επίσης βαθιά επηρεασμένοι από συγγραφείς και ποιητές όπως ο Σαίξπηρ, ο Δάντης, ο Γκαίτε και ο Coleridge. Και το έργο τους, παραδομένο στις διαθέσεις ενός τεχνητού Μεσαίωνα, έμοιαζε με κάποιο παραισθησιογόνο άνθος του Μπωντλαίρ, παραπλανητικό μέσα στην γλυκιά του παρακμή.



74 # John Everett Millais – Οφηλία (Ophelia, 1851-52)






Δες πως επιπλέει ανάμεσα στα νούφαρα η Οφηλία, χλωμή σαν νεκροστολισμένο άνθος. Δες πως εναγκαλίζουν τα βαθιά νερά το ξέψυχο κορμί της. Δες πως ανοίγουν τα λουλούδια στο διάβα της, λες και σκορπίζουν πένθιμους χαιρετισμούς.

Μα τα μάτια της Οφηλίας δεν βλέπουν πια. Και αν το σώμα της, άψυχο, πλέει στο βάθος του ποταμού, η ψυχή της ταξιδεύει στην καρδιά του μύθου.

Εμπνευσμένη από τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, η «Οφηλία» του Τζον Έβερετ Μιλέ ανήκει στα κλασικότερα έργα των Προραφαηλιτών. Το μακάβριο θέμα της είναι δοσμένο με μια γλυκιά διάθεση παρακμής. Ο θάνατος απολυτρώνεται αισθητικά και μετατρέπεται σε έργο τέχνης, σκοτεινή τέρψη των ματιών, η καταβύθιση σ’ έναν κόσμο αγνό μέσα στον ζόφο του. Αντίστοιχα με τις απόπειρες των εκφραστών του «παρακμιακού αισθητικού στυλ» (όπως ο Μπωντλαίρ), και επεκτείνοντας στα άκρα την αντίληψη των Ρομαντικών, η αισθητική ταυτίζεται με την ίδια την απόκρυφη πλευρά του φεγγαριού. Ακόμα και στο θάνατο υπάρχει ομορφιά, φαίνεται πως δηλώνει ο εμπνευστής του έργου.

Πηγαίνοντας μερικούς αιώνες πίσω στο χρόνο, παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η αληθινή ιστορία που, όπως φαίνεται, ενέπνευσε τον ίδιο τον Σαίξπηρ στη μυθοπλασία της Οφηλίας του. Μπορείτε να την διαβάσετε στο ακόλουθο κείμενο:





75 # Dante Gabriel Rossetti – Λαίδη Λίλιθ (Lady Lilith, 1868)






Βυθισμένη στο πέλαγος του ενός αισθησιακού ναρκισσισμού, η έκφρασή της σκληρή, περιφρονητική και προκλητική συνάμα, θωπεύοντας έναν καθρέφτη και ατενίζοντας το μαγεμένο είδωλό της… αυτή είναι η πρώτη απ’ τις Γυναίκες, σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο. Η γυναίκα που δεν πλάστηκε απ’ το πλευρό του Αδάμ, μα στάθηκε ως ίση απέναντί του και το αγέρωχο ύφος της οποίας ήταν υπερβολικά αυθάδες απέναντι στο δημιουργό της. Μια γυναίκα που αρνήθηκε να υποταχτεί. Και έτσι η αρχέγονη αυτή Εύα μεταμορφώθηκε στη Λίλιθ, έναν τρομερό δαίμονα που χάνεται στις απαρχές των σκοτεινότερων παραδόσεων.

Ο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι ένιωθε δέος απέναντι στα προ-αναγεννησιακά θρησκευτικά έργα, μα παράλληλα τον γοήτευε βαθιά η σκοτεινή όψη των απόκρυφων μύθων και των ρομαντικών παραδόσεων. Ακροβατώντας σε έναν κόσμο ανάμεσα στην ποίηση και την ζωγραφική, καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους Προραφαηλίτες ζωγράφους. Η «Λίλιθ» του ξεχωρίζει για το προκλητικό της ύφος, το βαθιά χλωμό της πρόσωπο, τα ξασπρισμένα, σαν σύννεφα, ρούχα της, την έντονη αντίθεσή τους με τα βαθυκόκκινα, φλογερά μαλλιά της. Λες και παντρεύονται ο ουρανός και η φωτιά.

Κι ενώ η αέναη κίνηση της χτένας, το απαλό της περιτύλιγμα, η παλίρροια και η άμπωτη του κύματος των κόκκινων μαλλιών, σε υπνωτίζουν, σε μαγεύουν. Ώσπου χάνεσαι μέσα τους· βυθίζεσαι στον κόσμο της Λίλιθ, στον κόσμο της αρχέγονης Γυναίκας – κάπου ανάμεσα στην κόλαση και στον παράδεισο.



76 # Arnold Böcklin – Η Νήσος των Νεκρών (The Isle Of The Dead, 1886)





Κάποιοι ανάμεσά μας ίσως έχουμε σκεφτεί πως θα ήταν αν καταφεύγαμε σε έναν δικό μας κόσμο, καλά περιφραγμένο από τις έγνοιες και τις αβεβαιότητες του εξωτερικού περιβάλλοντος. Έναν μικρόσκοσμο που θα κυλούσε με τους δικούς του ρυθμούς και τους δικούς του κανόνες, πέρα από τον ίδιο το χρόνο. Ποιος ξέρει – ίσως έμοιαζε με το μυστηριώδες αυτό Νησί που παρατηρούμε στο ξακουστό έργο του Άρνολντ Μπέκλιν. Ένας δεντροφυτεμένος τόπος, ασφαλισμένος από τείχη, χαμένος στα βάθη του ωκεανού. Απάνεμος και ασφαλής σαν το μωρό που κοιμάται, μακάρια, στην αγκαλιά της μητέρας του. Ένα έργο που – ωστόσο – φέρει τον ανησυχητικό τίτλο «Η Νήσος των Νεκρών».

Σε αντίθεση με τους Προραφαηλίτες, ο Μπέκλιν δεν αντλούσε την έμπνευσή του από τον εξιδανικευμένο κόσμο του Μεσαίωνα – μα από την ζοφερή πλευρά της Αρχαιότητας. Ήταν τα ελληνικά και τα ρωμαϊκά ερείπια εκείνα που τον ενέπνεαν, οι απόηχοι ενός τόπου που χάθηκε για πάντα, για να βρεθεί ξανά, μετουσιωμένος σε σύμβολα, στον κόσμο των ονείρων και της φαντασίας. Προοικονομώντας τους Μεταφυσικούς και τους Σουρεαλιστές του 20ου αιώνα, το εικαστικό έργο του Μπέκλιν είναι σκοτεινό και συμβολικό συνάμα, βαθιά αινιγματικό σαν τοπίο στην ομίχλη. Η «Νήσος των Νεκρών» μοιάζει με το νεκραναστημένο όνειρο του αρχαίου κόσμου, χαμένο στα βάθη κάποιου ανεξερεύνητου ωκεανού. Μήπως πρόκειται για έναν απόηχο της χαμένης Ατλαντίδας;

Ωστόσο η συνολική αίσθηση που αποπνέει το έργο – και φυσικά ο τίτλος του – δεν αφήνουν περιθώρια για ονειροπόλους ρεμβασμούς. Όσο μαγευτικό και αν μοιάζει το τοπίο, άλλο ζοφερό φαντάζει ταυτόχρονα. Ο καλπασμός μιας μοναχικής βάρκας που μεταφέρει ένα φέρετρο καθιστούν ακόμα πιο μακάβριο το θέμα. Σύμφωνα με ερευνητές του έργου, τα νερά που βλέπουμε δεν είναι άλλα από εκείνα της Στυγός, ή του Αχέροντα – τα νερά του κάτω κόσμου, που κυλούν προς την αιώνια κατοικία του Άδη.

Όχι, όσο ζούμε σε αυτόν εδώ τον κόσμο είναι αδύνατον να δραπετεύσουμε εντελώς, χτίζοντας φρούρια και φανταστικά περιβάλλοντα. Αργά ή γρήγορα ο κόσμος θα βρει μια χαραμάδα να διεισδύσει.



Προς μια νέα απεικόνιση της Ζωής



Οι Προραφαηλίτες θέλησαν ν’ απαγκιστρωθούν απ’ το όνειρο ενός χαμένου παρελθόντος, καταμεσής μιας κοινωνίας που σφύριζε σαν ατμομηχανή – ή σαν τα φουγάρα της βιομηχανίας. Ο κόσμος άλλαζε, μεταμορφωνόταν μέρα με τη μέρα, μα η κάμπια δεν γινόταν πεταλούδα – μόνο εξελισσόταν διαρκώς, σε μια αέναη διαδικασία μεταβολής. Τα πάντα έτρεχαν, τα πάντα άλλαζαν, ο μοντερνισμός χτυπούσε πια την πόρτα κάθε σπιτικού.

Μα – για δες – κάποια πράγματα παρέμεναν ίδια. Αιώνες τώρα. Χιλιετίες. Και για τα πράγματα αυτά σχεδόν κανείς δεν είχε αποπειραθεί να δημιουργήσει αιώνια έργα τέχνης. Φαίνεται τα θεωρούσαν δεδομένα… αγνοώντας πως συνιστούν τη βάση κάθε κοινωνίας, κάθε πολιτισμού από καταβολής ύπαρξης.

Ο λόγος για τους αγρότες που δουλεύουν στα χωράφια. Τους εργάτες που αγωνίζονται στα νεόκτιστα εργοστάσια. Τον απλό λαό που μοχθεί για το ψωμί του, ενώ άλλοι πάντα καρπώνονται τους νοστιμότερους καρπούς του. Ο λαός – οι απλοί άνθρωποι της εργατιάς – δεν ήταν ποτέ ως τότε μέρος της Μεγάλης Τέχνης.

Ασφαλώς υπήρξαν ζωγράφοι στο παρελθόν που απεικόνισαν τις λαϊκές τάξεις. Αρκεί να θυμηθούμε για παράδειγμα τους ηθογραφικούς πίνακες του Μπρέγκελ (βλέπε έργο #35, στο πρώτο μέρος του αφιερώματος < κλικ), τα έργα του Γιαν Στέεν (βλέπε έργο #51, στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος < κλικ), ή περίφημα έργα όπως η «Γαλατού» του Βερμέερ (βλέπε έργο #53 < κλικ). Μα οι πίνακες του Μπρέγκελ ή του Στέεν απεικόνιζαν τα λαϊκά στρώματα με μια διάθεση σατιρική, σε στιγμές ανάπαυσης ή γιορτής, δίχως κάποια διάθεση παρουσίασης της σκληρής πραγματικότητάς τους. Από την άλλη έργα όπως του Βερμέερ ήταν βαθιά αληθινά, μα δεν συνιστούσαν μέρος κάποιου ευρύτερου καλλιτεχνικού (ή κοινωνικού) κινήματος. Υπήρχε ο ένας ή ο άλλος μεμονωμένος εργάτης – μα απουσίαζε η εργατική τάξη.

Μέχρι που φτάσαμε στα μισά του 19ου αιώνα. Τα δεσμά του παρελθόντος είχαν κοπεί, άλλα έπαιρναν τη θέση τους, ενώ, για πρώτη φορά στα χρονικά, οι εργατικές βάσεις της κοινωνίας συνειδητοποιούσαν τα ταξικά τους συμφέροντα και συνασπίζονταν αναμεταξύ τους, διεκδικώντας δικαιώματα ανύπαρκτα ως τότε.

Τότε λοιπόν ήταν που έκανε την εμφάνισή του το καλλιτεχνικό ρεύμα του Ρεαλισμού. Βαθιά ρηξικέλευτος όχι ως προς τη μορφή, μα ως προς το θέμα, ο Ρεαλισμός παρουσίασε για πρώτη φορά την καθημερινή πραγματικότητα των λαϊκών στρωμάτων. Θα μπορούσαμε να τον παρομοιάσουμε με το φωτογραφικό ρεπορτάζ των ημερών μας, ως προς την αναζήτηση του θέματος – και την γνώση πως η εικόνα ξεχειλίζει με δύναμη.

Κάποιες φορές μια εικόνα είναι δυνατότερη και από χίλια μανιφέστα.



77 # Jean-Francois Millet – Οι Σταχομαζώχτρες (Des glaneuses,  1857)






Το δειλινό θερμαίνει τον ουρανό με μια απαλή, ροδοκόκκινη φωτιά. Στο χωράφι έχουν απομείνει οι σταχομαζώχτρες. Το περιμάζεμα των υπολοίπων της σοδειάς συνιστά εργασία δίχως ιδιαίτερη σπουδαιότητα, συγκριτικά με τις υπόλοιπες αγροτικές δουλειές – το όργωμα, το αλώνισμα, τη σπορά, το θερισμό. Μα οι σταχομαζώχτρες σκύβουν πάνω από τη γη, αναζητώντας σπόρους, τα χέρια τους αγγίζοντας το χώμα, τα μάτια τους στο έδαφος, προσηλωμένα, περισυλλέγοντας τον πολύτιμο καρπό. Ο ήλιος χύνει πάνω τους το ακτινοβόλο φως του, περιλούζοντας τις γυναίκες με μια ερυθρή, ζεστή απόχρωση. Ζεστή σαν το αιώνιο φως που σκορπίζει εύθυμο στις αυλακιές της γης.

Η σκηνή της εργασίας φαντάζει ιερή. Ο φωτισμός θυμίζει εκκλησία υπαίθριου χώρου – δίχως τοίχους και εικονίσματα, με μοναδικές αναθυμιάσεις της εκείνες του νοτισμένου χώματος και των πολύτιμών του σπόρων. Οι αγρότισσες φαντάζουν ως αρχετυπικές φιγούρες, μεγαλοπρεπείς μέσα στην ταπεινή τους εργασία – η οποία πλέον μόνο ταπεινή δεν μοιάζει. Αντίθετα, έχεις την αίσθηση πως ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου μια αιώνια σκηνή. Διαχρονική μέσα στην απλότητά της.

Αυτό υπήρξε το μεγαλείο του ξακουστού αυτού έργου του Ζαν Φρανσουά Μιγέ. Ένα έργο που προσέδωσε μια αίσθηση παγκοσμιότητας στις ανώνυμες αυτές γυναίκες των χωραφιών, οι οποίες, πλέον, έπαυαν να ανήκουν στο παρασκήνιο της ιστορίας. Μια φορά κι έναν καιρό η Τέχνη απεικόνιζε την περίλαμπρη φιγούρα του Χριστού, τους άγιους, τους ημίθεους, τους ήρωες, τους βασιλείς. Μα ήταν πια καιρός ο ήλιος της τέχνης να φωτίσει τις γυναίκες, που με μόχθο και ιδρώτα, αποσπούσαν της γης τον πολύτιμο καρπό.

Και δες… Μοιάζουν με θεές.



78 # Gustave Courbet – Οι Εργάτες Που Σπάζουν Πέτρες (Les Casseurs de pierres, 1849)





Πρώτος ο Γκυστάβ Κουρμπέ χρησιμοποίησε τον όρο «Ρεαλισμός» για να περιγράψει την τέχνη του. Ένας μοναχικός περιπατητής, επιλέγοντας να ντύνεται απλά και να περιφέρεται σαν αλήτης, ανήκε στους ζωγράφους που αψήφησαν τα κυρίαρχα ρεύματα της εποχής τους και επέλεξαν τον ξεχωριστό, ολόδικό τους δρόμο. Τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με όλους αυτούς τους δήθεν κύριους που μιλούν για Τέχνη στα πανεπιστήμια, διδάσκοντας κανόνες και αρχές με περισπούδαστο ύφος, μα αγνοώντας την αληθινή πραγματικότητα, την αυθεντικότητα της φυσικής ζωής – έτσι ίσως σκεπτόταν. Βαθιά επηρεασμένος από τον Μιγέ και τη φυσική απόδοση των θεμάτων του, ο Κουρμπέ αγαπούσε το απλό και ανεπιτήδευτο. Παράλληλα επιθυμούσε να αφυπνίσει τον κόσμο, παρουσιάζοντας την πραγματικότητα της εποχής του, επιλέγοντας θέματα παρμένα από το φυσικό περιβάλλον και τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτό.

Λίγα έργα των καιρών απεικονίζουν με τόσο πειστικό τρόπο την εργατιά όπως «Οι Εργάτες Που Σπάζουν Πέτρες». Ο ένας νέος και ο άλλος ηλικιωμένος, η πλάτη τους γυρισμένη, αφοσιωμένοι αμφότεροι στη σκληρή δουλειά τους, οι εργάτες του Κουρμπέ θυμίζουν τις σταχομαζώχτρες του Μιγέ. Αισθάνεσαι πως συμπυκνώνουν την ουσία όλης της Εργατιάς, όλων των εποχών. Πως συνιστούν διαχρονικές φιγούρες, πέρα από τόπους και εποχές, ο επίμοχθος κόπος των οποίων συμπεριλαμβάνει κάθε σταγόνα ιδρώτα, κάθε ανώνυμου εργάτη, από τις απαρχές της ανθρωπότητας.



79 # Νικηφόρος Λύτρας – Τα Κάλαντα (1872)






Τα «Κάλαντα» είναι ένα από τα αγαπημένα μου έργα, όλων των εποχών. Ο Νικηφόρος Λύτρας ανήκε στη λεγόμενη «Σχολή του Μονάχου» και τα έργα του παρουσιάζουν μοναδικές ηθογραφικές όψεις της εποχής του, βαθιά νατουραλιστικές και πιστές στην πραγματικότητα που απεικόνιζαν. Παράλληλα όμως διαπνέονται από μια σχεδόν μαγική διάθεση, προσδίδοντας τους έναν αέρα παγκοσμιότητας, μια αίσθηση βαθιά διαχρονική, αγγίζοντας τα όρια του συμβολισμού.

Τα «Κάλαντα» τα συμπεριλαμβάνουν όλα αυτά. Και τη φυσική απόδοση της καθημερινότητας, και μια υπεραισθητή διάθεση συνάμα, ικανή να σε ταξιδέψει σε μια άλλη, αγνότερη εποχή. Τότε που έβλεπες τα παιδιά να ξεχύνονται να πουν τα κάλαντα κραδαίνοντας τα μουσικά τους όργανα, ξεσηκώνοντας τους κατοίκους του χωριού με τις εύθυμες φωνές τους, γυρίζοντας από πόρτα σε πόρτα αποζητώντας την ευλογία της νοικοκυράς και ίσως κάποιο γλύκισμα. Ο μελαψός μικρός τυμπανιστής γελάει, αποκαλύπτοντας πως το πνεύμα των γιορτών δεν γνωρίζει εθνικότητες ή σύνορα, ενώ η μητέρα παρακολουθεί χαρούμενη κρατώντας το μωρό. Ο χώρος διακοσμείται με μια σειρά αινιγματικών αντικειμένων, όπως ένα άγαλμα που θυμίζει τη Νίκη της Σαμοθράκης, ή ένα ξερό δέντρο στο βάθος. Χωρίς να ξέρουμε ποια είναι η σημασία τους, γνωρίζουμε πως σίγουρα επιτελούν κάποιο σκοπό.

Και εμείς παρακολουθούμε με λαχτάρα τη σκηνή, σαν το αγοράκι που κρυφοκοιτάζει στο βάθος. Και ευχόμαστε να ήμασταν, με κάποιο τρόπο, μέρος της…

Περισσότερα για «τα Κάλαντα» μπορείτε να διαβάσετε σε ένα παλιότερο μου κείμενο, εδώ:





Προς μια νέα απεικόνιση της Φύσης



Κάπου στα μισά του 19ου αιώνα η Δύση ανακάλυψε τον κόσμο της Ιαπωνίας. Έναν κόσμο που ξεδιπλωνόταν στα βάθη του χρόνου σαν τα ανθισμένα κλαδιά μιας Sakura – μιας χαρακτηριστικής ιαπωνικής κερασιάς. Ένας κόσμος που ανέβλυζε μυρωδιές γονιμοποιημένης γης και λάμψη ροδοκόκκινου φωτός. Ήταν η εποχή που η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου άνοιξε επιτέλους τα εμπορικά σύνορά της στη Δύση, δίνοντας διέξοδο στις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού που θα κατέκλυζαν την Ιαπωνία τα προσεχή χρόνια. Μα πριν υιοθετήσουν οι Ιάπωνες το δυτικό λεξιλόγιο της ανάπτυξης και της βιομηχανίας, έμελλε να αποτυπώσουν το στίγμα τους στη δυτική τέχνη, επηρεάζοντας καθοριστικά τη μελλοντική της πορεία.

Δεν ήταν παρά έργα που αναπαράγονταν πάνω σε φτηνά χαρτιά. Χαρτιά που τυλίγονταν γύρω από κιβώτια, κιβώτια που προορίζονταν για καράβια που μετέφεραν εμπορεύματα στη Δύση. Και τα κιβώτια αυτά, με τα αναλώσιμά τους αντικείμενα, τα προορισμένα για άμεση κατανάλωση, παρουσίαζαν στην εξωτερική όψη τους υπέροχα βουνά και ρωμαλέα δέντρα, πολύβουες θάλασσες και ανθισμένες πολιτείες. Σχέδια με φινέτσα και μεράκι, που αποκάλυπταν πηγές χαμένες στα βάθη του χρόνου και της παράδοσης, φτάνοντας ως τις ρίζες της κινεζικής τέχνης – της πρώτης και βασικής πηγής έμπνευσης των Ιαπώνων.

Πόσο υπέροχα, αλήθεια, ήταν αυτά τα περιτυλίγματα! Πόσο ανούσιο το εσωτερικό φορτίο τους!

Κάπως έτσι λοιπόν, παρατημένη ίσως στη γωνιά μιας προκυμαίας, ανακάλυψαν οι δυτικοί την τέχνη του Ukiyo-E. Στα ελληνικά μεταφράζεται ως «εικόνα του επιπλέοντος κόσμου». Στην αυθεντική τους μορφή συνιστούσαν έργα χαραγμένα πάνω σε ξύλο, παρουσιάζοντας εικόνες της καθημερινότητας, δίνοντας έμφαση στα τοπία και τη φύση. Χαρακτηρίζονται από τα πλούσια τους χρώματα, το έντονο περίγραμμα, την σχεδόν επίπεδη προοπτική, την αίσθηση μιας αρχέγονης αρμονίας. Παρατηρώντας τις ξυλογραφίες του Ουκίγιο-Ε σχεδόν αισθάνεσαι πως βυθίζεσαι σ’ έναν κόσμο ήρεμης απλότητας, σοφό και παιχνιδιάρικο ταυτόχρονα, ένα σύμπαν γαλήνιας ομορφιάς. Μιας ομορφιάς ανεπιτήδευτης και γι’ αυτό αυθεντικής. Γιατί η ομορφιά έκανε πάντα πετυχημένο ταίρι με την απλότητα, τότε, τώρα και για πάντα.

Στην πορεία του αφιερώματος θα διαπιστώσουμε πόσο πολύ επηρέασαν τους δυτικούς ζωγράφους τα ιαπωνικά αυτά χαρακτικά. Προς το παρόν ας δούμε δύο από τους σημαντικότερους τους εκπροσώπους.



80 # Hokusai Katsushika – The Great Wave (1830)






Ακόμα και κόσμος που δεν ασχολείται με την ιστορία της τέχνης, πιθανό να γνωρίζει το περίφημο αυτό έργο. «Το Μεγάλο Κύμα» του Χοκουσάι ανήκει στα πιο ξακουστά ιαπωνικά χαρακτικά όλων των εποχών. Πρόκειται για ένα έργο επιβλητικό μέσα στην απλότητά του. Τα θαλάσσια κύματα υψώνονται σαν αφρισμένα όρη, οι αφροί τους μοιάζοντας με χέρια, τινάσσοντας ορμητικά το φουρτουνιασμένο σώμα τους πάνω στις ξύλινες βάρκες. Η φύση παρουσιάζεται σε όλη τη μεγαλοπρέπειά της, ενδεδυμένη με περίλαμπρα χρώματα, αρμονική μέσα στην αρχέγονη βοή της, παντοδύναμη μέσα στην αιώνια της απλότητα.

Σε αντίθεση με τοπία σαν εκείνα που ζωγράφισε, την ίδια περίπου εποχή, ο Τέρνερ (βλέπε έργο #68, στο 2ο μέρος του αφιερώματος < κλικ), η φουρτούνα δεν αποσκοπεί να φανεί «ρεαλιστική». Δεν υπάρχουν περίτεχνα εφέ εδώ, ούτε κάποια απόπειρα να αποδοθούν οι καιρικές συνθήκες. Σε έναν κόσμο που ανακάλυπτε πλέον τη Φωτογραφία, η τέχνη συνειδητοποιούσε πως δεν χρειάζεται πια να είναι «φωτογραφικά ρεαλιστική». Αν γυρεύουμε μια πιστή αποτύπωση της πραγματικότητας, υπάρχουν οι κάμερες γι’ αυτό. Η ζωγραφική μπορεί να πάει παραπέρα – και όπως άλλοτε, να απεικονίσει την αρχέγονη πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα. Να αφουγκραστεί τον αιώνιο παλμό πέρα από το παιχνίδι της αδιάκοπης μεταβολής των πάντων.

Η επίτευξη της απλότητας κάποιες φορές είναι το πρώτο βήμα. Γιατί η βαθύτερη αλήθεια, όσο ακατανόητη και αν είναι, όσο αινιγματική και αν είναι, άλλο τόσο απλή είναι κάποιες φορές.



81 # Ando Hiroshige – Sudden Shower at Shono Station (1833)







Κάπου ξεσπάει μια ξαφνική μπόρα. Οι χωρικοί τρέχουν να προφυλαχτούν, τα μακριά καπέλα τους ξεχωρίζοντας σαν ήλιοι που παραδέρνουν στη βροχή, απορώντας πως γίνεται και έχασαν το δρόμο. Ο ουρανός γκρίζος, ο ορίζοντας θαμπός, ανεμοδαρμένα δέντρα που χάνονται στα βάθη. Λεπτές διαγώνιες γραμμές απεικονίζουν τη βροχή που πέφτει καταρρακτωδώς. Η σύνθεση ξεχειλίζει κίνηση και ενέργεια.

Ταυτόχρονα πρόκειται για ένα έργο μοναδικά αληθοφανές, μέσα στην απλότητά του. Δεν βλέπουμε παρά τις πλάτες των χωρικών που τρέχουν. Οι καιρικές συνθήκες παρουσιάζονται με τρόπο απολύτως πειστικό, μα ταυτόχρονα απλό στην εκτέλεσή του. Ήταν πραγματικός μάστορας ο δημιουργός του έργου, Χιροσίγκε, κατορθώνοντας να πετύχει ένα τόσο ρεαλιστικό αποτέλεσμα, με έναν τόσο μινιμαλιστικό τρόπο. Ταυτόχρονα δεσπόζει ως κεντρικό θέμα το τοπίο – οι άνθρωποι δεν συνιστούν παρά μέρη του, όπως τα φυτά, τα δέντρα και η βροχή. Μα το τοπίο δεσπόζει πάνω απ’ όλα. Η υπέροχη φύση, τα αιώνια καιρικά φαινόμενα.

Στη Γαλλία μια ομάδα ανήσυχων καλλιτεχνών θα έβλεπαν έργα όπως αυτό του Χιροσίγκε και θα απέμεναν έκθαμβοι. «Δες πόσο απλά και λιτά κατορθώνει να αποδώσει πράγματα που εμείς τόσο πολύ κουράζουμε!», φαίνεται πως σκέφτηκαν. Η κυριαρχία του τοπίου, έναντι των ανθρώπων, τους ενέπνευσε. Ταυτόχρονα τους επηρέασε βαθιά η απεικόνιση των καιρικών συνθηκών, με έναν τρόπο που έμοιαζε άμεσος, ευθύς, κόντρα στις συμβατικότητες που γνώριζαν. Από την ομάδα αυτή ξεφύτρωσαν, σαν άλλα γιαπωνέζικα λουλούδια, οι Ιμπρεσιονιστές.

Μεταξύ άλλων επηρεάστηκε και ένας ακόμα ζωγράφος, από την αντίπερα όχθη του Ειρηνικού ωκεανού. Ένας Αμερικανός ονόματι Τζέιμς Γουίστλερ.



82 # James McNeill Whistler – Symphony In White, No. 2: The Little White Girl (1864)






Ένα κορίτσι ντυμένο σε ένα λευκό φόρεμα ατενίζει μελαγχολικά τον καθρέφτη. Στα χέρια της μια ιαπωνική βεντάλια. Δεξιά της σύνθεσης ξεχωρίζουν λεπτοκαμωμένα λουλούδια κι ένα βάζο, όλα δείχνοντας να έχουν έρθει απ’ τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Η Δύση κοιτάζει το είδωλο της στον καθρέφτη και αναστενάζει, ενώ ο κόσμος της Άπω Ανατολής δεσπόζει γύρω της σε αντικείμενα και σύμβολα. Ένας κόσμος μακρινός κι εξωτικός, θυμίζοντας ίσως κάποια εποχή που χάθηκε για πάντα. Ή μια εμπειρία που δεν κερδήθηκε ποτέ, καταχωνιασμένη σ’ εκείνο το μεγάλο μπαούλο των ανεκπλήρωτων πόθων.

Ποιος ξέρει.

Ο Αμερικανός Τζέιμς Γούιστλερ ήταν βαθιά αντισυμβατικός για τα δεδομένα των καιρών του. Από τους πρώτους «μοναχικούς καλλιτέχνες» της γενιάς του (θα ακολουθούσαν πολλοί ακόμα), επιθυμούσε να υπερβεί τα καθιερωμένα αισθητικά πρότυπα και να θέσει νέα δεδομένα. Αδιάφορος απέναντι στο συναισθηματικό θέμα των έργων και αντίθετος σε κάθε λογής ρομαντισμούς, εξέφραζε το λεγόμενο «αισθητικό κίνημα» στην τέχνη – εκεί που μόνο η τέχνη έχει σημασία, όχι το περιεχόμενο ή το θέμα της.

Ας το επαναλάβω. Το θέμα δεν ενδιέφερε τον Γουίστλερ – από αυτήν την άποψη η πρώτη παράγραφος που διαβάσατε πάνω, στην περιγραφή του έργου, αντανακλά απόλυτα τον συγγραφέα του κειμένου, όχι το δημιουργό του έργου! Για τον Γούιστλερ φαίνεται πως δεν είχε ιδιαίτερη σημασία η μελαγχολική ενατένιση του κοριτσιού – μα η απόλυτη λευκότητα του φορέματός του, τέτοια που τον ώθησε να ονομάσει το έργο «Συμφωνία σε Λευκό Νο. 2».



83 # James McNeill Whistler – Arrangement In Grey And Black (1871)







Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ζωγραφικά παράδοξα των ημερών του. Το περιβόητο αυτό έργο, γνωστό σε τόσο κόσμο ως «Η Μάνα του Γουίστλερ» στην πραγματικότητα φέρει τον ξερό τίτλο «Σύνθεση Σε Γκρι Και Μαύρο»! Θα’ λεγε κάποιος πως βρισκόμαστε στον 20ο αιώνα και στην εποχή της αφηρημένης τέχνης – μα όχι, είμαστε ακόμα στο 1871 και στις ΗΠΑ. Μα αυτός ήταν ο Τζέιμς Γουίστλερ – αντισυμβατικός μέχρι το κόκαλο, περιφρονώντας τις συμβάσεις εκείνες που προσδοκούσαν να δώσει στο έργο του μια ονομασία τυπική και αναμενόμενη όπως «Η Μάνα Μου», ή «Μητέρα Που Ατενίζει», ή «Καθιστή, Αγέλαστη Μάνα», ή «Μοιάζει Με Την Πεθερά Σου», ή κάτι σχετικό.

Η μητέρα του προσέφερε στον Γουίστλερ το τέλειο μοντέλο για να απεικονίσει, μέσω αυτής, τη συσχέτιση των μαύρων με τους γκρίζους τόνους. Όλα αυτά σε μια σύνθεση που ξεχωρίζει η λεία επιφάνεια του τοίχου και το ορθογώνιο σχήμα του κάδρου. Σε συνδυασμό με την ακίνητη φιγούρα της μάνας μοιάζουν να αναβλύζουν με μια αρχέγονη, σιωπηλή σημασία. Ίσως είναι η αρχετυπική Μητέρα εκείνη που βλέπουμε στον πίνακα, το αγέρωχο βλέμμα της οποίας φανερώνει μια ήρεμη δύναμη. Ο Γούιστλερ δεν δίνει την απάντηση, προτιμώντας να εστιάσει στο αμιγώς εκτελεστικό κομμάτι της σύνθεσης του. Το μαύρο με το γκρι. Μια φυσική απλότητα που παραπέμπει στα ιαπωνικά χαρακτικά, που τόσο πολύ τον επηρέασαν.

Ποιος ξέρει που μπορεί να είχε εστιασμένο το βλέμμα της η μάνα του Γουίστλερ. Ευτυχώς βρισκόμαστε ακόμα στον 19ο αιώνα – και μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως ποζάρει για το έργο. Αν το πορτραίτο είχε γίνει 100 χρόνια μετά, μπορεί η μάνα να καθόταν με τόση προσήλωση βλέποντας τηλεόραση…



84 # Edouard Manet – Γεύμα στη Χλόη (Le Déjeuner sur l'herbe, 1862-63)






Μεταφερόμαστε στην καρδιά των εξελίξεων. Γαλλία, έτος 1863. Τότε ήταν που ο, σχετικά άγνωστος ακόμα, ζωγράφος, Εντουάρ Μανέ, παρουσίασε το έργο του "Γεύμα στη Χλόη", μπροστά από ένα έκπληκτο κοινό. Οι κριτικοί δεν πίστευαν στα μάτια τους. "Τι έργο είναι αυτό, που τολμά να απεικονίζει μια γυμνή γυναίκα με τέτοιο ξεδιάντροπο τρόπο! Μα που έφτασε η τέχνη επιτέλους!". Τέτοια έλεγαν οι κριτικοί, το στόμα τους στραβό σε μορφασμούς αποδοκιμασίας - τα μάτια τους όμως καρφωμένα πάνω στη σκανδαλιστική, γυμνή φιγούρα, ρουφώντας κάθε λεπτομέρεια της ευτραφούς φιγούρας της.

Θα πει κανείς πως η ιστορία της ζωγραφικής έβριθε από γυμνά - η εκτεθειμένη σάρκα σε μια αναγεννησιακή αίθουσα του Λούβρου, για παράδειγμα, θα μπορούσε να βάψει κόκκινη μια παραλία γυμνιστών από την ντροπή της. Μα το στοιχείο που ενόχλησε τον κόσμο δεν ήταν το γυμνό - ήταν το ευρύτερο του πλαίσιο: Η γυναίκα, όχι κάποια θεά ή ένα μυθολογικό πρόσωπο, μα μια φιγούρα της καθημερινότητας, παρουσιάζεται γυμνή, ενώ περιβάλλεται από ντυμένους στη τρίχα και ευυπόληπτους κυρίους! Οι κύριοι φαίνεται να έχουν εμπλακεί σε συζήτηση ο ένας με τον άλλον και η γυναίκα, θέλοντας φαίνεται να περάσει την ώρα της, στρέφει το βλέμμα της πέρα - προς εμάς, κοιτάζοντας μας ευθεία μες στα μάτια.

"Απορρίπτεται!", έκραξαν με μια φωνή οι ευερέθιστοι - και ερεθισμένοι - κριτικοί. Το έργο επιλέχτηκε να παρουσιαστεί στο λεγόμενο "Salon des Refuses", ή αλλιώς, την Έκθεση των Απορριφθέντων, όπως ονομάστηκε. Μεταξύ των απορριφθέντων συγκαταλέγονταν και έργα κάποιων άσημων κυρίων με ονόματα όπως Ρενουάρ, Πισαρό, Σεζάν και Γουίστλερ.

Η έκθεση άνοιξε τις πύλες της στον κόσμο και, σύμφωνα με τον συγγραφέα Εμίλ Ζολά, οι αίθουσες της ήταν "κατάμεστες με τα γέλια του κοινού".

Τι είχε πει ο ίδιος ο Μανέ για τους κριτικούς που είχαν απορρίψει το έργο του; Η απόφαση τους δεν του προκάλεσε καμία εντύπωση. "Δε θα μπορούσα να φανταστώ κανένα από τα μέλη της επιτροπής να κάνει πικνίκ στην εξοχή με μια γυμνή γυναίκα", είπε. 

Και συμπλήρωσε: "Ή μάλλον, δεν θα μπορούσα να φανταστώ καμιά γυμνή γυναίκα να κάνει πικνίκ μαζί τους".



85 # Edouard Manet – Ολυμπία (Olympia, 1863)






Απτόητος ο Εντουάρ Μανέ αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ακόμα σκανδαλιστικό έργο. Ένα έργο το οποίο παρουσίαζε μια γυναίκα που ονομαζόταν “Ολυμπία”, σε όλη την προκλητική, γυμνή της δόξα. Ωστόσο “Ολυμπία” στο Παρίσι της δεκαετίας του 1860 ήταν ένα όνομα που ταυτιζόταν με τις πόρνες. Και τα πλήθη αγανάκτησαν. Και η οργή των ευυπόληπτων αστών με τα ψηλά καπέλα και των καθώς πρέπει κυράδων τους έζεχνε σαν ατμός από καζάνι. “Τι πράγματα είναι αυτά! Τι πρότυπα παρέχουν στα παιδιά μας! Που πήγε λοιπόν η υψηλή τέχνη των λεπτεπίλεπτων αισθήσεων, των ανωτέρων συγκινήσεων; Μα γυναίκες του δρόμου, που τολμούν να ποζάρουν με τέτοιο ξεδιάντροπο ύφος, λες και είναι αρχόντισσες; Αίσχος!”, κακάριζε μαζικά όλο το κοτέτσι.

Ω, τι όμορφη εποχή για την τέχνη! Τώρα πλέον παρουσίαζε τα πράγματα με την πραγματική τους όψη, πέρα από μυθοπλασίες και εξιδανικεύσεις. Ήταν πια καιρός...

Η “Ολυμπία” αντλεί το πρότυπο της σύνθεσής της από τις αντίστοιχες πόζες των αναγεννησιακών “Αφροδιτών”, που πρώτος καθιέρωσε ο Τζορτζόνε και επέκτεινε ο Τιτσιάνο (βλέπε έργο #27 τουπρώτου μέρους του αφιερώματος < κλικ). Η κοιμωμένη Αφροδίτη του Τζορτζόνε ήταν βυθισμένη, σαν σε όνειρο, στον κόσμο των μύθων. Η ομορφιά της δεν ήταν προκλητική, γεφύρωνε ωστόσο τον κόσμο των θεών με τη γήινη σφαίρα, χαμένη σ' ένα αρχέγονο μυστήριο.

Η “Αφροδίτη του Ουρμπίνο” του Τιτσιάνο ξεχώριζε ως το προκλητικότερο γυναικείο γυμνό της εποχής της – το χυτό, αισθησιακό της σώμα, η αίσθηση πως αντικρίζουμε για πρώτη φορά μια αληθινή γυναίκα και όχι ένα μυθολογικό πρότυπο, η αντιπαραβολή του γυμνού κορμιού της με την ντυμένη υπηρέτρια, μα πάνω απ' όλα το βλέμμα που εξαπολύει απευθείας στα μάτια μας. Ναι, ο Τιτσιάνο είχε δημιουργήσει ένα πραγματικά καινοτόμο έργο.

Ο Μανέ ωστόσο έμελλε να προχωρήσει ακόμα περισσότερο. Το Παρίσι του 19ου αιώνα αναζητούσε τις Αφροδίτες της νέας εποχής. Μια εποχή διχασμένη ανάμεσα στις θύελλες της αστικοποίησης και στις υπομνήσεις ενός ρομαντικού παρελθόντος. Και αν η Γαλλία των καιρών εξέπνεε τον αέρα της τέχνης και του διαφωτισμού, η νύχτα της ήταν παραδομένη στην έκφυλη φωτιά των απολαύσεων. Η αρχαία θεά Αστάρτη των λαών της Μέσης Ανατολής είχε μετακομίσει στην γαλλική πρωτεύουσα. Δεν χρειαζόταν να ψάξει πολύ κάποιος για να εντοπίσει τις Αφροδίτες των σύγχρονων καιρών. Ήταν εκεί, στα καμπαρέ, στα κέντρα, στους στενούς νυχτερινούς δρόμους, φορώντας λουλούδια στα μαλλιά.

Λουλούδι σαν εκείνο που φέρει η “Ολυμπία” του Μανέ. Ένα λουλούδι, ένα βραχιόλι, ένας σπάγκος στο λαιμό και τα γοβάκια της. Τα μόνα ρούχα πάνω της.

Και αν η “Αφροδίτη” του Τιτσιάνο  έχει ως κατοικίδιο ένα μικρό σκυλάκι, εκείνη του Μανέ προτιμά μια μαύρη γάτα. Το βλέμμα της γάτας εξαπολύει λάμψεις στο σκοτάδι, όμοιο με το προκλητικό κοίταγμα της αφέντρας της.

Αναφερθήκαμε εκτενώς στο θεματολογικό μέρος, μα δεν κάναμε καμιά αναφορά ως τώρα για το τεχνικό τμήμα του έργου του Μανέ. Κι όμως, τεχνικά υπήρξε εξίσου καινοτόμος. Οι πινελιές πάνω στον καμβά είναι περισσότερο ελεύθερες από ποτέ. Οι μεταβάσεις ανάμεσα στο φως και τις σκιές είναι απότομες, η αντιπαραβολή των έντονα λευκών τόνων με τους μαύρους δίχως ενδιάμεσα περάσματα – όμοια με την αντιπαραβολή της ολόλευκης Ολυμπίας με τη μαύρη υπηρέτρια – τα λουλούδια της οποίας (πιθανό από κάποιον γοητευμένο εραστή) αφήνουν ασυγκίνητη την αφέντρα της.

Με την ιδιαίτερη τεχνική του, ο Μανέ είχε πλέον προετοιμάσει το έδαφος για την έλευση του Ιμπρεσιονισμού.

Και η Ολυμπία μας κοιτάζει με αυθάδεια, επιδεικνύοντας δίχως καμιά ντροπή το γυμνό της σώμα, όπως κάποιος πολεμιστής επιδεικνύει το σπαθί του. Οι καιροί είχαν πια αλλάξει...



Συνεχίζεται…



Η διαδρομή μας δεν τελείωσε ακόμα! Ίσα που κάνουμε ένα διάλειμμα… Μπορείτε να διαβάσετε το τέταρτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματός μας στον ακόλουθο σύνδεσμο:


100 Έργα Ορόσημα στην Ιστορία της Ζωγραφικής, μέρος IV