21 Νοεμβρίου 2015

Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος ΙΙ: Τα Φώτα της Νέας Ορλεάνης




Ιστορία της Τζαζ, τα φώτα της Νέας Ορλεάνης - αφιέρωμα από το φονικό κουνέλι / Jazz History, the lights of New Orleans



Εισαγωγή: Σε μια κακόφημη συνοικία της Νέας Ορλεάνης…




Ήταν μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, μα στη Συνοικία των Κόκκινων Φώτων δεν είχαν ανάγκη από ήλιο. Τα φώτα που ξεπηδούσαν απ’ τα στενά και τα σοκάκια έβαφαν με ερυθρόχρωμες ακτίνες τους σκονισμένους δρόμους μέρα-νύχτα. Δρόμοι υγροί, νοτισμένοι, ξέχειλοι φτηνή επιθυμία και ξοδεμένες συνουσίες. Οι πόρνες της Συνοικίας είχαν εξαπλώσει τη φήμη τους πέρα από τη Νέα Ορλεάνη· κόσμος ερχόταν από διάφορα μέρη του αμερικανικού Νότου, προκειμένου να χαρεί τις ηδονές τους. Η περιοχή είχε αποκτήσει σχεδόν μυθιστορηματικό χαρακτήρα – γι’ αυτό και την ονόμασαν “Storyville”. Εκεί που εξιστορείται η παλιότερη απ’ όλες τις ιστορίες.

Ένας νεαρός νέγρος τριγύριζε στα στενά της Συνοικίας, πουλώντας κάρβουνο στα σπίτια. Ήταν-δεν ήταν 11 χρονών. Δεν τον εξέπληττε η φήμη της περιοχής, ούτε έσκυβε το βλέμμα μπροστά στα εργαζόμενα κορίτσια· τα κοιτούσε μες στα μάτια και το χαμόγελό του άστραφτε. «Να’ τος πάλι, χαμογελά ο μικρός Λούι! », έκαναν εκείνες γελώντας, πετώντας του ίσως κανένα φιλοδώρημα. Θα ’λεγε κανείς πως γεννήθηκε με το χαμόγελο στα χείλη.

Η μάνα του εξάλλου είχε εργαστεί ως πόρνη. Τον έκανε στα 15 της και έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα βγάλει πέρα. Όσο αφορά τον πατέρα του; Τους είχε εγκαταλείψει όλους για να ζήσει με την ερωμένη του. Συνηθισμένες καταστάσεις για τους μαύρους της Νέας Ορλεάνης τον καιρό εκείνο – στις αρχές του 20ου αιώνα.




Πόρνη στη Συνοικεία των Κόκκινων Φώτων της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' Storyville prostitute





Μια μέρα λοιπόν, εκεί που γύριζε ανέμελος στα κακόφημα στενά, από πόρτα σε πόρτα διαλαλώντας την πραμάτεια του, άκουσε κάποιους ήχους να ξεπηδούν από ένα σπίτι. Δίπλα απ’ το διαμέρισμα μιας πόρνης κατοικούσε ένας μουσικός που έπαιζε κορνέτα.

Ο μικρός έστησε αυτί, συνεπαρμένος. Δεν είχε ακούσει τίποτα πιο συναρπαστικό σε όλη τη ζωή του. Ο ήχος της κορνέτας ήταν μαγικός, το παίξιμο του μουσικού θεσπέσιο. Οι νότες ξεπετάγονταν σα νύμφες απ’ τα δέντρα κάποιου δάσους, απλώνοντας το χέρι τους, σηκώνοντας παιχνιδιάρικα τη φούστα τους. «Θεέ μου, βρίσκομαι σίγουρα στον παράδεισο!», σκέφτηκε ο μικρός. «Τι υπέροχη μουσική, τι μαγική μουσική! Ω, η ζωή είναι ωραία!».

«Τι θα γίνει μ’ εκείνο το κάρβουνο; Ξεπάγιασε ο κώλος μας!», αντήχησε η βροντερή φωνή μιας παχουλής πόρνης απ’ το διπλανό διαμέρισμα.

Ο μικρός βγήκε απ’ την ονειροπόλησή του. Οι νότες όμως έπαιζαν ακόμα στο κεφάλι του. «Να μπορούσα να παίξω και ‘γω έτσι!», σκέφτηκε, την ώρα που παρέδιδε το κάρβουνο. Η πόρνη τον κοίταξε με απορημένο βλέμμα. «Που τρέχει το μυαλό σου;», ρώτησε.

Μα ο μικρός απλά χαμογέλασε, όπως συνήθιζε. Πώς να περιγράψεις με λόγια τον παράδεισο; Παρέδωσε λοιπόν το κάρβουνο, πήρε την αμοιβή και συνέχισε το δρόμο του, μέσα από τις ερυθρόχρωμες αλέες.

Κάπως έτσι αποφάσισε ο μικρός πως όταν μεγαλώσει, θα γίνει σαν τον μουσικό που άκουσε σ’ εκείνο το διαμέρισμα. Που να ήξερε πως μια δεκαετία μετά θα έπαιζε στη μπάντα του. Το όνομα του μουσικού ήταν Τζο Όλιβερ· μα επειδή υπήρξε ο καλύτερος κορνετίστας της Νέας Ορλεάνης, τον αποκαλούσαν “King” – ο Βασιλιάς.

Όσο αφορά το μικρό πρωταγωνιστή της ιστορίας μας, με το κάρβουνο και το ονειροπόλο βλέμμα; Τ’ όνομά του ήταν Λούις Άρμστρονγκ.



Ο Λούις Άρμστρονγκ παιδί, όπως τον υποδύεται ο Anthony Coleman / Anthony Coleman as kid Louis Armstrong



To Μεγάλο Χωνευτήρι




Δεν υπήρξε περισσότερο μπασταρδεμένη πόλη στη διάρκεια του 19ου αιώνα από τη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ. Στους δρόμους της έβλεπες λευκούς, μιγάδες, ισπανόφωνους, αγγλόφωνους, γαλλόφωνους, κρεολούς, μαύρους. Παραδόσεις από ποικίλες κουλτούρες συναντιόνταν μεταξύ τους, φλέρταραν, έσμιγαν και χώριζαν, υπό τους ήχους της αδιάκοπης μουσικής που αντηχούσε σε δρόμους και πλατείες. Το μουσικό πεντάγραμμο ξεδίπλωνε τη λεωφόρο της ζωής.

Και η μουσική της πόλης μαρτυρούσε την ποικιλόμορφη πολιτισμική καταγωγή της: Οι ευκατάστατοι λευκοί (πολλοί απόγονοι Ισπανών και Γάλλων αποίκων) εντρυφούσαν στην ευρωπαϊκή κουλτούρα – πήγαιναν σε όπερες και θέατρα, χόρευαν βαλς και πόλκες, μελετούσαν τη συμφωνική μουσική. Οι μιγάδες Κρεολοί είχαν ευρωπαϊκή παιδεία και αγαπούσαν το βιολί και το πιάνο, ακολουθώντας την κλασική παράδοση, λοξοκοιτάζοντας όμως και προς τις νέες τάσεις που σχηματίζονταν.

Όσο αφορά το Πάνω Μέρος [Uptown] της πόλης… εκεί αντηχούσε ο παλμός των μαύρων κατοίκων της. Οι ρυθμοί του αναδυόμενου Ράγκταϊμ (βλέπε εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος) είχαν αρχίσει να πλημμυρίζουν με ενέργεια τους ανερχόμενους μαύρους μουσικούς, ενώ εδώ κι εκεί γινόταν λόγος για μια εναλλακτική προσωπική έκφραση, την οποία είχαν βαπτίσει με το όνομα: Μπλουζ.

Οι κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της Νέας Ορλεάνης ήταν πελώριες. Το Κάτω Μέρος της πόλης [Downtown], η κατοικία των λευκών, ήταν περισσότερο εκσυγχρονισμένο και διέθετε όλες τις ανέσεις μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας: καλοκτισμένα κτίρια, όμορφους δρόμους, πάρκα και πλατείες. Το Πάνω Μέρος όμως έμοιαζε παρατημένο στην τύχη του. Κι όμως – εκεί αντηχούσε ισχυρότερος από πουθενά αλλού ο δημιουργικός παλμός της εποχής.

Στις Κοινωνικές Επιστήμες ονομάζουμε «Χωνευτήρι» τις κοινωνικές εκείνες δομές που απαρτίζονται από ποικίλα και διαφορετικά εθνικά και πολιτισμικά σύνολα. Ο χαρακτηρισμός αυτός ταιριάζει περισσότερο στην αμερικανική κοινωνία, συγκριτικά με μια παραδοσιακή κοινωνία της Μέσης Ανατολής για παράδειγμα, στην οποία οι κλειστές φονταμενταλιστικές αντιλήψεις αποκλείουν την ύπαρξη μειονοτήτων και εξαλείφουν τη διαφορετικότητα. Και ας ξεκαθαρίσουμε σε αυτό το σημείο κάτι πολύ σημαντικό: η μουσική Τζαζ θα ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί σε ένα εθνικιστικό κράτος ή μια κλειστή, συντηρητική κοινωνία. Κι αυτό γιατί η πολιτισμική και εθνική ποικιλομορφία υπήρξαν τα βασικά κοινωνικά χαρακτηριστικά που κατέστησαν δυνατή τη δημιουργία της.

Στην πραγματικότητα η Τζαζ είναι η περισσότερο μπασταρδεμένη μουσική που υπήρξε ποτέ. Τα βασικά συστατικά της απαρτίζουν ένα πελώριο, πολύχρωμο μωσαϊκό, η ένωση των οποίων σχηματίζει ένα Σύνολο που σύνιστα κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των επί μέρους μερών του – όπως έλεγε η θεωρία Gestalt. Και η μουσική αυτή δεν θα μπορούσε παρά να έχει αναπτυχθεί στην πιο μπασταρδεμένη, πιο ανάμεικτη εθνικά και πολιτισμικά πολιτεία της εποχής της: τη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ.




Νέα Ορλεάνη και τζαζ σε γαλλική αφίσα / New Orleans' le Vieux Carre jazz




Χορεύοντας στο χείλος του Γκρεμού




Παρά τις διαφορές της (ίσως μάλιστα εξαιτίας αυτών), συθέμελη η πολιτεία δονούνταν στο ρυθμό της μουσικής· δεν υπήρχε στα χρόνια εκείνα πουθενά αλλού στον κόσμο, άλλη πόλη τόσο παραδομένη, ψυχή και σώμα, στη μουσική. Σχεδόν νόμιζες πως γίνεται, κάθε μέρα, μια γιορτή. Περπατούσες στους δρόμους και τ’ αυτιά σου έπιαναν πάντα τον ήχο κάποιας κόρνας, ενός βιολιού, κάποιου πιάνου, ή ενός τύμπανου. Οι πλατείες και τα πάρκα ξεχείλιζαν με μπάντες από χάλκινα – ήταν οι περιβόητες Brass Bands, το σήμα κατατεθέν της πόλης. Παρατηρούσες μπάντες με χάλκινα με την ίδια συχνότητα που βλέπουμε σήμερα περίπτερα στο κέντρο της Αθήνας. «Μια πόλη χωρίς τη δική της μπάντα Χάλκινων είναι για λύπηση, το ίδιο όπως και μια εκκλησία δίχως χορωδία – το Πνεύμα μιας Πολιτείας αναγνωρίζεται στη μπάντα της», είχε ειπωθεί τότε.

Κι όμως, η ίδια αυτή πολιτεία που είχε κάνει τη μουσική σήμα κατατεθέν της, υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες σε θνησιμότητα πόλεις των ΗΠΑ. Το 1878 είχε ξεσπάσει μια φοβερή επιδημία κίτρινου πυρετού, εξαλείφοντας ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Και αν οι λευκοί κάτοικοι του Κάτω Μέρους της πόλης προσπαθούσαν να αναπαράγουν συνθήκες μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, ο μαύρος πληθυσμός υπέφερε: το 45% των μαύρων βρεφών έχει υπολογιστεί πως πέθαιναν στη γέννα. Οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν άθλιες και η περιφρόνηση που γνώριζαν (όχι μόνο απ’ τους λευκούς, μα και από τους Κρεολούς μιγάδες) ήταν γενικευμένη.

Χρειάζεται να έχουμε πάντα κατά νου πως, λίγες μόλις δεκαετίες πριν, οι μανάδες και οι πατεράδες των ίδιων αυτών μαύρων κατοίκων δούλευαν ως σκλάβοι στις φυτείες και τα σπίτια των λευκών. Ο φτωχός νέγρος γυρολόγος της πόλης θυμόταν τις αφηγήσεις των γονιών του για τα χρόνια της σκλαβιάς. Και ίσως έφταναν ακόμα στ’ αυτιά του οι υπνωτιστικοί εκείνοι ήχοι από τα τύμπανα που σκορπούσαν τη μαγεία τους τις Κυριακές στην πλατεία Κονγκό – όταν οι σκλάβοι συναθροίζονταν και χόρευαν εκστατικά, επιδιδόμενοι στις λατρευτικές τους τελετές, τρομάζοντας τους λευκούς με το ρυθμό της μουσικής τους… (βλέπε εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος).

Κι όμως – η ίδια εκείνη μουσική που άλλοτε είχε ταυτιστεί με το βουντού και τη μαύρη μαγεία ήταν εκείνη που τώρα πλέον παρείχε τη μοναδική, ίσως, κοινωνική διέξοδο στην πλειοψηφία του αφροαμερικανικού πληθυσμού. Οι μπάντες των Χάλκινων υπήρξαν τόσο δημοφιλείς, που πλήθος νεαρών μαύρων επιθυμούσαν να μάθουν μουσική και να γίνουν μέλος κάποιας απ’ αυτές. Κάπως έτσι ίσως κατόρθωναν να ξεφύγουν απ’ τα παρηκμασμένα στενά της γειτονιάς τους, να αποδράσουν απ’ τη φτώχεια και την περιφρόνηση – η μουσική υπήρξε το πανεπιστήμιο των μαύρων, το μέσο της κοινωνικής ανόδου τους.



Αξιοθέατο σε δρόμο της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' street
Τζαζ λάιβ / Jazz live session




Κάποιοι μάλιστα απ’ τους πρωταγωνιστές των ορχήστρων με τα Χάλκινα έφταναν να γίνουν ινδάλματα της γενιάς τους. Ο κόσμος μαζευόταν και τους άκουγε να παίζουν την τρομπέτα τους με τις ώρες. Κέρδιζαν έτσι φήμη και αναγνώριση – όπως για παράδειγμα πετυχαίνουν στη σύγχρονη εποχή οι μεγάλοι αθλητές των σπορ. Πώς να μην επιθυμεί λοιπόν ένας νέος έφηβος να γίνει σαν αυτούς. «Μαμά, όταν μεγαλώσω θέλω να παίζω τρομπέτα σε μια ορχήστρα», έλεγε τότε ένας μικρός και η μητέρα του τον καμάρωνε. Δυστυχώς σήμερα, στη χώρα μας τουλάχιστον, αν κάποιο παιδί επιθυμεί να γίνει μουσικός, μάλλον αποθάρρυνση θα γνωρίσει παρά ενθαρρυντικά σχόλια… Δεν ταιριάζει η τέχνη με τους τεχνοκράτες της νέας εποχής, που τόσο έχουν στερήσει τη ζωή από το χρώμα της…

Έτσι λοιπόν, παρά τις αντιξοότητες, παρά την υψηλή θνησιμότητα, παρά τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης μιας μερίδας του πληθυσμού, η πόλη της Νέας Ορλεάνης διαρκώς χόρευε και παλλόταν στον ρυθμό της μουσικής. Αν οι πολιτείες ήταν άνθρωποι, ίσως να υπήρχε μια ψυχολογική εξήγηση για το φαινόμενο. Κάποιες φορές χορεύεις καλύτερα όταν βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού – όταν ξεπροβάλλει από κάτω σου το χάος.

Γιατί υπάρχουν δύο τουλάχιστον τρόποι να ξορκίσεις το κακό· ο ένας είναι να απομένεις τρέμοντας στη γωνιά σου, φοβούμενος κάθε σκιά, κάθε αληθινή ή φανταστική απειλή, ξεχειλίζοντας απαισιοδοξία, πνιγμένος στη μιζέρια και την παραίτηση. Και ο άλλος είναι να λες «δε πάει στο διάολο. Η ζωή είναι μικρή! Ας χορέψουμε λοιπόν».




Μπάντι Μπόλντεν. Μεταξύ Μύθου και Πραγματικότητας





Ο μύθος δεν είναι παραμύθιασμα. Χτίζει κενά, καλύπτει τρύπες, αποκαλύπτει κρυφές πόρτες εκεί που νόμιζες πως υπήρχε μόνο τοίχος. Σαν τον Θεό του Βολταίρου, χρειάζεται κάποιες φορές να τον εφευρίσκουμε – μέχρι να καλύψει τις ανάγκες μας, μέχρι να μην τον χρειαζόμαστε πλέον. Ή μέχρι να δημιουργήσουμε καινούργιους.

Η Τζαζ έχει τους δικούς της μύθους. Ένας από αυτούς είναι πως γεννήθηκε στα μπουρδέλα της Νέας Ορλεάνης – στην περίφημη Συνοικία των Κόκκινων Φώτων, το Storyville, για την οποία μιλήσαμε ήδη. Στην πραγματικότητα η Τζαζ γεννήθηκε σε πολλά μέρη ταυτόχρονα – και αν στα πορνεία αντηχούσαν οι εύθυμες νότες του πιάνο, ακόμα περισσότερο πάλλονταν στους ρυθμούς της μουσικής οι πλατείες, τα θέατρα, τα καμπαρέ και τα music hall – στα τελευταία ήταν που γεννήθηκε το μπάσταρδο, όχι στα μπουρδέλα. Τα δεύτερα όμως το αγάπησαν, σαν μάνα που περιθάλπει ένα υιοθετημένο μωρό.

Ένας αντίστοιχος, μα αναγκαίος ίσως μύθος, είναι εκείνος του Γενάρχη. Του μουσικού από τον οποίο Όλα ξεκίνησαν. Κάτι που φυσικά θα ήταν αδύνατο – η τέχνη ποτέ δεν ξεπηδά από ένα άτομο μόνο, όπως αντίστοιχα η Ιστορία δεν συνιστά αφήγηση των κατορθωμάτων ενός προσώπου, ούτε υπόκειται στις βουλές του. Μα κάπου θεωρήθηκε χρήσιμο να αποδώσουμε τη γέννηση της Τζαζ σ’ ένα μουσικό από τον οποίο επηρεάστηκαν όλοι οι υπόλοιποι. Πρόκειται για μύθο – μα μύθο ευχάριστο στην αφήγηση, αν μη τι άλλο. Κάθε μύθος εξάλλου εμπεριέχει μέσα του σπέρματα αλήθειας.

Ο λόγος για τον Μπάντι Μπόλντεν [Buddy Bolden]. Τον πρώτο δημοφιλή μουσικό για τον οποίο μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως έπαιζε Τζαζ – όχι ράγκταϊμ, όχι μπλουζ, όχι πόλκες ή συμφωνικά ή εμβατήρια. Μα Τζαζ. Αυτό το νέο είδος μουσικής, το οποίο είχε πλέον γεννηθεί, κάπου εκεί, στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα. Και δες πως χαμογελούσε το άτιμο! Έκλαιγε και γέλαγε ταυτόχρονα. Κάθε τσιρίδα του θύμιζε τον διαπεραστικό ήχο μιας τρομπέτας.

Θα μπορούσε να είναι ο ήχος της κορνέτας του Μπάντι Μπόλντεν. Η κραυγή της γέννησης. «Υπάρχω!».

Όπως περιγράψαμε ήδη, οι δρόμοι της Νέας Ορλεάνης τον καιρό εκείνον ξεχείλιζαν με μπάντες Χάλκινων. Σε γενικές γραμμές υπήρχαν λευκές, κρεολικές και μαύρες μπάντες – αυστηρά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Ποτέ δεν έβλεπες επιμειξίες την εποχή εκείνη. Συνήθως απαρτίζονταν από τρεις τρομπέτες ή κορνέτα, δύο τρομπόνια, ένα ή δύο κλαρινέτα, ένα βαρύτονο πνευστό ή κάποια τούμπα και ένα ή δύο τύμπανα. Η μουσική τους δεν ήταν Τζαζ – περισσότερο έπαιζαν εμβατήρια, ορχηστρικά κομμάτια, πόλκες, βαλς, μπαλάντες και άλλα διάσημα άσματα της εποχής. Που και που ενσωμάτωναν στους ρυθμούς τους (οι μαύρες μπάντες κυρίως) στοιχεία από το αναδυόμενο, τα χρόνια εκείνα, Ράγκταϊμ.




Νεότερη τζαζ μπάντα σε δρόμο της Νέας Ορλεάνης / New Orleans jazz band




Ανάμεσα στις ορχήστρες των λευκών ξεχώριζε ο ντράμμερ “Papa” Jack Laine, το στυλ του οποίου επηρέασε καθοριστικά εκείνο που, μερικά χρόνια μετά, θα ονομαζόταν “Ντίξιλαντ” [Dixieland]. Μεταξύ των Κρεολών δέσποζε η μπάντα του βιολιστή και ντράμμερ John Robichaux. Και ανάμεσα στις μπάντες των μαύρων, εκείνος που έκλεβε την παράσταση ήταν ο Buddy Bolden.

Ήταν ίσως ο καλύτερος όλων. Λένε πως το παίξιμό του ήταν τόσο δυνατό, που έκλεβε τα ακροατήρια από τις άλλες μπάντες στα πάρκα της Νέας Ορλεάνης. Ήθελαν όλοι να δουν ποιος είναι αυτός ο κορνετίστας με το διαπεραστικό εκείνο παίξιμο. Λένε πως μπορούσε να ακουστεί τόσο δυνατά, που οι νότες έφταναν να σκίζουν τον ουρανό, φτάνοντας ως και 14 μίλια απόσταση. Ταυτόχρονα όμως – λένε – το παίξιμό του μπορούσε να γίνει τόσο απαλό, τόσο συναισθηματικό, που έφερνε δάκρυα στα μάτια.

Είχε μάλιστα ένα τραγούδι δικό του, με στίχους βαθιά αντισυμβατικούς, για το οποίο ο μουσικός Sidney Bechet έλεγε πως «η αστυνομία σε έβαζε στη φυλακή, αν σε άκουγε να το τραγουδάς». Το τραγούδι είχε πολλά ονόματα – μεταξύ των οποίων τα “Buddy Bolden’s Blues”, “Buddy Bolden Stomp”, “Funky Butt” και “I Thought I Heard Buddy Bolden Say”. Μα αν ήταν παράνομο, το τραγούδι παρέμενε ιδιαίτερα δημοφιλές στον μαύρο πληθυσμό της πόλης – ιδιαίτερα στο νεαρόκοσμο, που είχαν δημιουργήσει το ίνδαλμά τους στη μορφή του Μπάντι Μπόλντεν. Και ολοένα και περισσότεροι μαύροι μουσικοί αποφάσιζαν ν’ αρπάξουν μια κορνέτα ή μια τρομπέτα και να παίξουν σαν αυτόν.

Μα ποιος ήταν όμως ο μυστήριος αυτός μουσικός; Πραγματικά, εκεί που ο μύθος τελειώνει και αρχίζει η πεζή εξιστόρηση της πραγματικότητας, πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά γι’ αυτόν. Ένα ιστορικά καταγεγραμμένο γεγονός είναι η σύλληψή του τον Μάρτιο του 1906 από τις τοπικές αρχές, επειδή είχε επιτεθεί στην… πεθερά του μ’ ένα κανάτι του νερού! Αυτή υπήρξε και η μοναδική φορά στα χρονικά που τον ανέφεραν οι εφημερίδες. Ναι – ο άνθρωπος για τον οποίο λέγεται πως υπήρξε ο Πατέρας της Τζαζ αναφέρθηκε στις εφημερίδες μια και μοναδική φορά όσο ζούσε – όχι για τη μουσική του, όχι για τις καινοτομίες του, όχι για τα ρίγη ενθουσιασμού που σκορπούσε στους νέους που τον άκουγαν… μα επειδή επιτέθηκε στην πεθερά του με μια κανάτα.

Μια φωτογραφία του διασώζεται εξάλλου. Σκονισμένη, κιτρινισμένη, ξέθωρη όπως η παρουσία του.




Η τζαζ μπάντα του Μπάντι Μπόλντεν / Buddy Bolden jazz band




Κι όμως – φαίνεται πως ήταν από τους πρώτους που απελευθέρωσε το παίξιμο της κορνέτας από τους συμβατικούς εμβατηριακούς ρυθμούς και τα βαλς που είχαν πέραση ως τότε. Ήταν από τους πρώτους που ενσωμάτωσε τις περιβόητες «μπλε νότες» [blue notes] και τους λεγόμενους «χοτ» ρυθμούς στο Ράγκταϊμ – παράγοντας, από τη σύνθεσή τους, κάτι εντελώς καινούργιο. Ενώνοντας μεταξύ τους τους παραδοσιακούς ήχους από τη μία, το Ράγκταϊμ και τα Μπλουζ από την άλλη, ο Μπάντι Μπόλντεν ανήκει στους γεννήτορες της Τζαζ.

Γιατί (έφτασε η ώρα να το πούμε) η Τζαζ υπήρξε το αποτέλεσμα της πρόσμιξης όλων αυτών των διαφορετικών μουσικών: Μια σούπα στην οποία ρίχνουμε μια δόση από ευρωπαϊκή παράδοση, ένα φακελάκι εμβατήρια από χάλκινες ορχήστρες, μια ιδέα θεατρικών μουσικών (όπως η παράδοση των Minstrel Show), μια γερή δόση Ράγκταϊμ και μια απαραίτητη κουταλιά Μπλουζ. Γι’ αυτό και η ιστορία της Τζαζ θα ήταν αδύνατη αν δεν έχουμε πρώτα αναφερθεί σε όλους αυτούς τους προπάτορές της – σε όλες αυτές τις μουσικές που, μέσα στη διαφορετικότητά τους, συνδυάστηκαν και δημιούργησαν ένα Σύνολο που είναι διαφορετικό από το άθροισμα των επιμέρους μερών του. Χρειαζόταν η παιδεία της Ευρώπης· η θεατρικότητα των μίνστρελ σόου· ο ξέφρενος ρυθμός του Ragtime· η πέραση που είχαν οι μπάντες με τα Χάλκινα· και, τέλος, ο προσωπικός ρυθμός και οι μουσικές φόρμες των Blues… ήταν όλα αναγκαία, προκειμένου να δημιουργηθεί η Jazz.

Και αν ο Buddy Bolden δεν υπήρξε ο μοναδικός της δημιουργός… ήταν σίγουρα ένας από τους βασικούς κρίκους, που συνέβαλαν στην ανάμιξη όλων αυτών των μουσικών ειδών που αναφέραμε.

Και ο μύθος κάποια στιγμή τελειώνει… και η πραγματικότητα μας αποκαλύπτει το αδυσώπητό της πρόσωπο. Ο Μπάντι Μπόλντεν – εκείνος για τον οποίο αναφέρθηκαν μια και μοναδική φορά οι εφημερίδες, όταν επιτέθηκε στην πεθερά του – πέθανε μόνος και εγκαταλελειμμένος σε μια ψυχιατρική κλινική.

Αν η ζωή δεν σε δικαίωσε, φίλε Μπάντι… το έκανε, τουλάχιστον η ιστορία. Κάποιες φορές είναι δικαιότερη απ’ την πραγματικότητα. Και για την ιστορία της Τζαζ, μπορούμε να πούμε πια με βεβαιότητα πως «αν δεν είχε υπάρξει ο Μπάντι Μπόλντεν, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε».




Πορτραίτο του Μπάντι Μπόλντεν / Buddy Bolden portrait



Πιάνο, Πόρνες και Διαμάντια




Του άρεσε να ντύνεται με ακριβά ρούχα. Λένε πως επιδιδόταν σε καθημερινές αλλαγές στην γκαρνταρόμπα του, φροντίζοντας πάντα να είναι κομψός και φινετσάτος. Και όταν χαμογελούσε έβλεπες ν' αστράφτει ένα μικροσκοπικό διαμάντι που είχε βάλει μπροστά στα δόντια του. Μαζί με το διαμάντι πετούσαν σπίθες και τα μάτια του, όμοια με εκείνα ενός αιλουροειδούς.

Γιατί ο Jelly Roll Morton δεν ήταν κανένα τυχαίος στη γειτονιά. Από μικρός είχε αγαπήσει τη ζωή της νύχτας. Πόρνες, χαρτοπαίχτες, τζογαδόροι, συμμορίτες... ήταν όλοι γνώριμοί του. Λένε μάλιστα πως υπήρξε ο ίδιος προαγωγός των γυναικών με τις ελαφριές ενδυμασίες και τις ακόμα ελαφρότερες συνήθειες. Ήταν ένα “μούτρο”, με όλη τη σημασία της λέξης, συνώνυμος με όσα έτρεμε κάθε ηθικολόγος της εποχής. Ένας καλοντυμένος αλητάμπουρας, σκληρός σαν το αστραποβόλο του διαμάντι.

Κι όμως – που να ήξερε ο συντηρητικός Αμερικανός πατέρας, την ώρα που το αγνό παρθένο κοριτσάκι του έπαιζε το πιάνο στο σαλόνι του σπιτιού... πως το ίδιο μουσικό όργανο έμελλε να εκτιναχτεί σε νέα επίπεδα στα χέρια αυτού του νυχτόβιου αλήτη. Γιατί, βλέπετε, ο Τζέλι Ρολ Μόρτον ήταν ένας από τους σημαντικότερους πιανίστες των καιρών του. Δες πως αυτός ο σκληραγωγημένος τύπος, γνώριμος κάθε πουτάνας και κάθε παρανόμου, άγγιζε το πιάνο με την αίσθηση των φτερών ενός κύκνου. Πως φτερούγιζαν τα χέρια του σαν βάρκες στην ασπρόμαυρη ακροθαλασσιά των πλήκτρων.

Αυτός ήταν ο Τζέλι Ρολ Μόρτον. Ο άνθρωπος που συνέβαλε όσο κανένας άλλος πιανίστας, στα πρώτα εκείνα χρόνια του 20ου αιώνα, στην ανάδειξη της Τζαζ μέσα από το Ράγκταϊμ και τα Μπλουζ. Ήταν η Τζαζ που φοβόταν ο κόσμος. Το διαμάντι που αναδείχτηκε απ' τα βάθη των ορυχείων, απ' το πλέον ακατέργαστο πέτρωμα, μέσα από τις λάσπες και το χώμα.




Ο Τζέλι Ρολ Μόρτον στο πιάνο / Jelly Roll Morton on the piano
Διαφήμιση με τη τζαζ μπάντα του Τζέλι Ρολ Μόρτον /Jelly Roll Morton ad




“Παλιά θεωρούσα ότι το πιάνο ήταν ένα μουσικό όργανο για γυναικούλες. Δεν ήθελα να είμαι αδερφή, ήθελα να μεγαλώσω σαν άντρας, να κάνω οικογένεια και παιδιά... Μέχρι που άκουσα ένα καταπληκτικά παιγμένο κομμάτι Ragtime... Τότε συνειδητοποίησα πως το πιάνο αρμόζει εξίσου σε έναν άντρα”, είχε πει ο “βαρύμαγκας” Τζέλι Ρολ σε μια απ' τις συνεντεύξεις του. Και με ελαφρύ στόμφο πρόσθετε: “δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Νέα Ορλεάνη υπήρξε το λίκνο της Τζαζ... κι εγώ ο δημιουργός της”.

Υπερέβαλε ασφαλώς. Ο Τζέλι Ρολ Μόρτον δεν υπήρξε ο δημιουργός της Τζαζ. Οι αναγνώστες του αφιερώματος θα έχετε καταλάβει ως τώρα πως η μουσική αυτή υπήρξε σημείο συνάντησης πλήθους παραδόσεων – όπως κάθε ιστορικό γεγονός ποτέ δεν έχει μία και μοναδική αιτία. Μα ας του συγχωρέσουμε αυτόν τον κομπασμό. Γιατί η επιρροή του Τζέλι Ρολ Μόρτον σε όλους τους μεταγενέστερους μουσικούς υπήρξε καθοριστική. Ήταν ο πρώτος πιανίστας που εισήγαγε στο πιάνο τις μουσικές κλίμακες των Blues, παντρεύοντας τις κλασικές με τις νεότερες μουσικές τάσεις. Δημιούργησε μια γέφυρα ανάμεσα στην καταγεγραμμένη μουσική και τον αυτοσχεδιασμό. Προσέδωσε εξάλλου ένα εξωτικό στοιχείο στη μουσική, αναμφίβολα επηρεασμένο από τις λατινοαμερικάνικές του ρίζες.

Γιατί ο Jelly Roll Morton ήταν Κρεολός – ανήκε δηλαδή στο πλήθος των μιγάδων ευρωπαϊκής και αφρικανικής καταγωγής που κατέκλυζαν τη Νέα Ορλεάνη τον καιρό εκείνο. Οι Κρεολοί κατέχουν το δικό τους ξεχωριστό μερίδιο στην ιστορία της Τζαζ· οι ρίζες τους ανάγονται στους γαλλόφωνους και ισπανόφωνους αποίκους που εγκαταστάθηκαν στο Νέο Κόσμο απ' τη μία – και στους αφροαμερικανούς με τους οποίους επιμίχθηκαν απ' την άλλη. Συχνά ήταν κάποιος ευκατάστατος Ευρωπαίος άποικος με μια αφροαμερικανή σκλάβα. Το αποτέλεσμα ήταν ο Κρεολός – ένας μιγάς που περηφανευόταν για τις ευρωπαϊκές του ρίζες, μα ταυτόχρονα κατεχόταν από εκείνο το πνεύμα νεωτερισμού – την άγρια εκείνη δημιουργικότητα – που ενέπνεε τόσους και τόσους μαύρους κατοίκους της Νέας Ορλεάνης τα χρόνια εκείνα.




Αφίσα χορού Φοξ Τροτ με τη μουσική του Τζέλι Ρολ Μόρτον / Jelly Roll Morton Blues, Fox Trot poster
Η τζαζ της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' Jazz



Πολυπολιτισμικότητα και τέχνη




Οι Κρεολοί στη διάρκεια του 19ου αιώνα προσπαθούσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από εκείνη των μαύρων συμπολιτών τους. Ντύνονταν σαν Ευρωπαίοι, μιλούσαν στη γλώσσα των Ευρωπαίων, είχαν τις συνήθειες των Ευρωπαίων: επισκέπτονταν θέατρα, όπερες, συναυλίες. Το δέρμα τους όμως τους έκανε να ξεχωρίζουν – δεν ήταν μαύροι, δεν ήταν λευκοί, μα κάτι ενδιάμεσο. Και βρισκόμαστε σε μια εποχή που το χρώμα του δέρματος ήταν κόκκινο πανί στα μάτια κάθε ταύρου ρατσιστή. Οι Κρεολοί με τη σειρά τους ξεσπούσαν για τις διακρίσεις σε βάρος τους απέναντι στους μαύρους, που λειτουργούσαν σαν αποδιοπομπαίος τράγος... μα έτσι ήταν η κοινωνία τότε: χωρισμένη σε κάστες, εκ των οποίων η μία προσπαθούσε να διαχωρίσει τη θέση της απ' την άλλη και ξεσπούσαν η μία πάνω στην άλλη... Ασφαλώς έχουμε αλλάξει από τότε – το ερώτημα όμως είναι: Πόσο;

Να όμως που ήταν η επιμειξία – όχι ο διαχωρισμός – εκείνη που έκανε δυνατή τη δημιουργία της Τζαζ. Γιατί δεν θα είχε υπάρξει αυτή η μουσική αν δεν γινόταν αυτό το υπέροχο μπαστάρδεμα φυλών, λαών, τεχνών και παραδόσεων. Και η Νέα Ορλεάνη πρώτη έδωσε τα φώτα για τη δημιουργία της – όντας η πλέον μπασταρδεμένη απ' όλες τις πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, εκεί που λευκοί, μαύροι και κρεολοί ένωσαν τις δυνάμεις τους και γέννησαν ένα αποτέλεσμα διαφορετικό από τη σύνθεση των μερών του. Γιατί το Σύνολο είναι πάντα κάτι παραπάνω από το άθροισμα των Επί Μέρους Σημείων του – όπως διδάσκει η θεωρία Gestalt.

Λέγεται εσφαλμένα πως η Τζαζ είναι “αμερικανική” μουσική. Πρόκειται για ισχυρισμό παραπλανητικό· η Τζαζ δεν είναι αμερικανική, μα παγκόσμια μουσική. Θα ήταν αδύνατο να υπάρξει δίχως εκείνες τις πινελιές της ευρωπαϊκής κλασικής παράδοσης από τη μία, και χωρίς την καθοριστική συνεισφορά των απογόνων της Αφρικανικής ηπείρου. Θα ήταν σωστότερο αν λέγαμε πως η Τζαζ είναι μια παγκόσμια μουσική που δεν θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί πουθενά αλλού, τον καιρό εκείνον, παρά στην Αμερική. Γιατί μόνο στην Αμερική ευδοκιμούσαν εκείνες οι συνθήκες που επέτρεψαν τη δημιουργία της. Ο ήλιος που έθρεψε τους σπόρους της.

Και ο ήλιος αυτός ονομαζόταν πολυσυλλεκτικότητα· πολιτισμική ποικιλία· ένα χωνευτήρι λαών και παραδόσεων. Ένας ακόμα λόγος που δεν αγάπησαν ποτέ την Τζαζ οι συντηρητικοί: τους θύμιζε πως έθνη με κλειστά σύνορα και σφιχτές παραδόσεις θα ήταν αδύνατο να την είχαν δημιουργήσει· εκείνη, την υπέροχη εταίρα των μουσικών, τη μεγάλη πόρνη που κάθε λαός περνούσε απ' τα πόδια της.




Παλιά φωτογραφία με γυναίκα στο Storyville της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' Storyville naked woman




Εν έτει 1894 τέθηκε σε ισχύ ένας ιστορικής σημασίας νόμος, σύμφωνα με τον οποίο οι Κρεολοί μετατρέπονταν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Συγκεκριμένα ο νόμος αυτός έλεγε πως “είναι Νέγρος όποιος έχει αφρικανική καταγωγή”. Κάπως έτσι λοιπόν, με τον άκρως ρατσιστικό αυτό νόμο, οι Κρεολοί διαχωρίστηκαν ακόμα περισσότερο στα μάτια των συμπολιτών τους. Οι μπάντες λευκών μουσικών δεν τους δέχονταν στα μέλη τους. Κάπως έτσι όλο και περισσότεροι Κρεολοί έφτασαν να συναγωνίζονται τους μαύρους – που ως τότε απέφευγαν – για εύρεση εργασίας. Κρεολοί και μαύροι ήρθαν σε επαφή και ο καθένας έφερε τις δικές του μουσικές επιρροές: οι Κρεολοί την παιδεία τους και την ικανότητα να διαβάζουν μουσική· οι μαύροι την πηγαία δημιουργικότητά τους.




Το συλλογικό πνεύμα της Νέας Ορλεάνης





Στο σημείο συνάντησης των διαφορετικών αυτών παραδόσεων συναντούμε τη μορφή του Τζέλι Ρολ Μόρτον. Γνώστης της μουσικής, ικανότατος στη σύνθεση, αντλώντας παράλληλα από τα στοιχεία της καθαρόαιμης μαύρης μουσικής (του Ράγκταϊμ και των Μπλουζ), όσο και από το λεγόμενο “hot” στυλ των μαύρων μουσικών, ο Τζέλι Ρολ ήταν ο πρώτος που κατέγραψε στο πιάνο εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “Πρώιμη Τζαζ” ή Τζαζ της Νέας Ορλεάνης. Δεν ήταν πλέον Ράγκταϊμ, δεν ήταν μόνο Μπλουζ – ήταν κάτι νέο. Ήταν η Τζαζ.

Πως να μη χαμογελάει μετά, με το αστραφτερό του διαμάντι στο δόντι, ο μυστηριώδης αυτός αλήτης με τα ακριβά ρούχα, που, σαν έφηβος, έπαιζε πιάνο στις πόρνες του Storyville.

Κάποια στιγμή ο Τζέλι Ρολ Μόρτον θα ενσωμάτωνε το μουσικό του στυλ σε ευρύτερα σχήματα. Ως σήμερα παραμένει ο βασικότερος εκπρόσωπος του κλασικού ύφους της Νέας Ορλεάνης – της πρώτης μορφής Jazz που γνώρισε ο κόσμος. Στη δεκαετία του 20 σχημάτισε την περίφημη μπάντα των “Red Hot Peppers” (ναι, κύριοι, οι Red Hot Chilly Peppers από εκεί εμπνεύστηκαν το όνομά τους). Οι Red Hot Peppers παρέδωσαν εξαιρετικά δείγματα πρωταρχικής, ξέφρενης Τζαζ, στα οποία δεσπόζει το αίσθημα της ομαδικότητας και του συλλογικού πνεύματος.

Αυτή ήταν η αυθεντική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης: κανένας μουσικός δεν ξεχώριζε ακόμα, ούτε δέσποζε η φωνή του σολίστα. Υπεράνω όλων ήταν η ομάδα. Κάτι που θα άλλαζε για πάντα στα μισά της δεκαετίας του 20... μα αυτό είναι μέρος μιας ιστορίας που θα πούμε κάποιον άλλο καιρό.

Στο μεταξύ μπορούμε να απολαύσουμε τη μουσική του Jelly Roll Morton και των Red Hot Peppers... και να αφεθούμε στον αέρα της Νέας Ορλεάνης, στην τρέλα του συλλογικού αυτοσχεδιασμού, στο άρωμα της συνοικίας των Κόκκινων Φώτων και στη λάμψη ενός μυστηριώδους διαμαντιού.




Η τζαζ μπάντα του Jerry Roll Morton, The Hot Peppers / Jerry Roll Morton's The Hot Peppers




1917. Η πρώτη ηχογράφηση




Φτάσαμε αισίως στην πρώτη ηχογράφηση. Από το σημείο εκείνο και έπειτα η ιστορία της μουσικής δεν θα ήταν πια ίδια. Ηχογραφημένη πλέον, η Τζαζ θα ακουγόταν στα σπίτια όλης της χώρας – ή για να ακριβολογούμε, στα σπίτια εκείνα που διέθεταν φωνόγραφο. Έτσι θα γινόταν γνωστή σε κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών, που ουδέποτε είχαν τη δυνατότητα να παρευρεθούν σε κάποια ζωντανή συναυλία της Νέας Ορλεάνης.

Η τραγική ειρωνεία όμως ήταν πως η πρώτη μπάντα που έμελλε να ηχογραφήσει τη νέα μουσική ήταν μια μπάντα λευκών – οι οποίοι έφτασαν μάλιστα να ισχυριστούν πως υπήρξαν οι “δημιουργοί” της. Το αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο της ηχογράφησης, βλέπετε, τους έδινε το αβαντάζ. Στ' αυτιά χιλιάδων ακροατών, που δεν είχαν ιδέα από τις μπάντες της Νέας Ορλεάνης, δεν ακούσει ποτέ Μπλουζ, ούτε φυσικά γνώριζαν μορφές όμως ο Μπάντι Μπόλντεν και ο Τζέλι Ρολ Μόρτον... στα δικά τους αυτιά πρώτη Τζαζ ήταν εκείνη που ηχογραφήθηκε πρώτη.

Το όνομα της μπάντας που πρώτη ηχογράφησε τη Τζαζ – του συγκροτήματος στο οποίο ανήκει το παλαιότερο ηχητικό ντοκουμέντο που διαθέτουμε – είναι Original Dixieland Jass Band – “Jass” ή “Jazz” ήταν όροι που αμφότεροι χρησιμοποιούνταν τον καιρό εκείνο. Οι Original Dixieland Jazz Band λέγονται και εν συντομία ODJB. Ο όρος “Dixieland” παραπέμπει στην πρώιμη Τζαζ της Νέας Ορλεάνης, όπως την έπαιζαν οι λευκοί μουσικοί. Μια Τζαζ λιγότερο δημιουργική συγκριτικά με εκείνη των Κρεολών και μαύρων συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν καθιερώσει το δικό τους, επονομαζόμενο “hot” στυλ. Αυτό δεν μειώνει την αξία και την γενικότερη συνεισφορά της, ωστόσο, στην εξέλιξη της μουσικής.

Υπήρξε, σε τελική ανάλυση, η πρώτη Τζαζ που άκουσε η πλειοψηφία του κόσμου. Που και εμείς, σήμερα, μπορούμε να ακούσουμε.




Original Dixieland Jazz Band
Η πρώιμη τζαζ της Ντίξιλαντ / Original Dixieland Jazz Band photo

Παλιός δίσκος τζαζ /Dixieland Jazz Band victor record







Η τύχη παίζει πάντα περίεργα παιχνίδια και – δυστυχώς – δεν μοιράζει ισόποσα τα δώρα της. Το 1915 η εταιρία Victor πρότεινε στον κορνετίστα Freddie Keppard ένα συμβόλαιο ηχογράφησης. Ο Κέπαρντ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κορνετίστες των καιρών του, μα φοβόταν διαρκώς μήπως οι άλλοι μουσικοί... κλέψουν τις ιδέες του. Έφτανε μάλιστα να παίζει βάζοντας μπροστά στην κορνέτα το χέρι του, θέλοντας να κρύψει τις κινήσεις του. Έτσι λοιπόν όταν προτάθηκε η ιδέα της ηχογράφησης, εκείνος την απέρριψε, σκεπτόμενος πως οι πάντες θα τον αντέγραφαν μετά. Έτσι αυτός – ένας μαύρος μουσικός, εκπρόσωπος του κλασικότερου ύφους της Νέας Ορλεάνης – έχασε την ευκαιρία. Και τη δόξα άρπαξαν οι Original Dixieland Jazz Band, δυο χρόνια μετά.

“Είμαστε οι αναρχικοί της μουσικής”, έλεγαν οι Original Dixieland Jazz Band, αναφερόμενοι στο ξέφρενο συλλογικό τους πνεύμα. Ακούγοντας τους σήμερα πιθανό να μην εντυπωσιαστούμε από μάλλον χαζοχαρούμενο, σε σημεία, στυλ τους – στυλ διαφορετικό από εκείνο των μαύρων μουσικών της Νέας Ορλεάνης, διαποτισμένο από μια “χωριάτικη” διάθεση θα μπορούσαμε να πούμε. Αρκεί να ακούσουμε το κομμάτι “Livery Stable Blues” (βλέπε το τέλος του κειμένου) για να καταλάβουμε. Ζώα, κότες, αγελάδες, ανακατεμμένες με τρομπόνια και τρομπέτες – μια ηχητική πανδαισία, χαρακτηριστική μιας εποχής που η δημοφιλής μουσική δεν είχε αποκοπεί ακόμα από τον κόσμο του θεάτρου. Και στις ζωντανές εμφανίσεις τους οι ODJB ήταν εξίσου θεατρίνοι – παραπέμποντας στις μέρες του Vaudeville. Η Τζαζ τους ήταν μια Τζαζ που δεν μπορούσες να πάρεις πολύ στα σοβαρά – μουσική κατάλληλη για ψυχαγωγία και λαϊκή διασκέδαση, δίνοντας τροφή ίσως σε εκείνους που ταύτιζαν τη νέα μουσική με τα ελαφριά ήθη των καιρών.

Η Τζαζ είχε μόλις γεννηθεί – μα ασφαλώς έμελλε να περάσει ακόμα καιρός μέχρι να ωριμάσει.

Αρχηγός της μπάντας ήταν ο κορνετίστας Nick La Rocca. Μέχρι το τέλος θεωρούσε πως η Τζαζ ήταν δικό τους δημιούργημα – κάτι αντίστοιχο έλεγε και ο Jelly Roll Morton για τον εαυτό του, αν θυμηθούμε. Όλοι ήθελαν μια μερίδα από την πίτα – και μάλιστα την αρχική μερίδα. Όλοι έσφαλαν – μα μπορούμε να τους καταλάβουμε. Η Τζαζ δεν ανήκε σε κανέναν. Ήταν μια γυναίκα που ανήκε σε όλους. Όμοια με τις γυναίκες που σύχναζαν στα ερυθρόχρωμα σπίτια της Νέας Ορλεάνης.

Και επιστρέφουμε στο ξεκίνημα του κειμένου. Στο νεαρό αυτό αγοράκι που άκουσε εκείνη την κορνέτα, σε κάποιο σπίτι εκείνης της συνοικίας. Το αγοράκι το οποίο προσπέρασε τρέχοντας τις πόρνες που το κοιτούσαν με απορία, η καρδιά του φτερουγίζοντας στο ρυθμό της ανακάλυψής του.

Τα φώτα της Νέας Ορλεάνης κάποια στιγμή έμελλε να σβήσουν. Μα για τον Λούις Άρμστρονγκ η φωτιά της μουσικής είχε μόλις ανάψει.



Το πρώτο μέρος του αφιερώματος στην Ιστορία της Τζαζ:


Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος 1. Ο Αρχέγονος Ρυθμός


Μουσικές επιλογές



Jelly Roll Morton – Perfect Rag


Jelly Roll Morton' s Red Hot Peppers – Wild Man Blues


Jelly Roll Morton' s Red Hot Peppers - Grandpa's Spells


Original Dixieland Jazz Band – Livery Stable Blues


Original Dixieland Jazz Band – One Step


New Orleans Rhythm Kings – Tiger Rag




© Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 15, Φλεβάρης 19. Παρακαλώ να μην αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.

Η Ιστορία της Τζαζ συνεχίζεται...!



Παλιά αφίσα με γραμμόφωνο της Columbia / Columbia gramophone vintage poster

Ιστορία της Τζαζ, τα φώτα της Νέας Ορλεάνης, μίνι poster - από το φονικό κουνέλι

16 Νοεμβρίου 2015

Αντίδοτο στη Θλίψη






Μια αληθινή ιστορία θα σας πω, βγαλμένη από το μεγάλο χρονικό της Λογοτεχνίας. Στον απόηχο των ημερών και των γεγονότων, νομίζω μπορεί να σας πει κάποια πράγματα – όπως είπε σε μένα όταν ξετύλιξε το νήμα της στη σκέψη μου.

Πάμε αρκετούς αιώνες πίσω. Στα σκληρά χρόνια του Μεσαίωνα, κάπου στα μισά του 14ου αιώνα, τον καιρό που η Πανούκλα – γνωστή και ως «Μαύρος Θάνατος» – θέριζε το μισό πληθυσμό της Ευρώπης. Ένας Ιταλός συγγραφέας που είχε ζήσει από κοντά την εξάπλωση της φρίκης αποφάσισε να γράψει γι’ αυτήν στο νεότερο έργο του. Βρισκόμαστε στο έτος 1348.

Στο ξεκίνημα του βιβλίου ο συγγραφέας περιγράφει με ανατριχιαστικό τρόπο την σπορά του θανάτου. Διαβάζουμε με τρόμο για τα εκατοντάδες πτώματα που σκόρπιζαν στους δρόμους, βουτηγμένα στη λάσπη· για τους κατοίκους που δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, από φόβο μην κολλήσουν· για τις σιχαμερές μυρωδιές που εξαπλώνονταν σε κάθε στενό, κάθε συνοικία· για εκείνους που καλούσαν φίλους και γλεντούσαν, κλειδαμπαρωμένοι, γνωρίζοντας πως ίσως ζουν τις τελευταίες μέρες τους· για όσους δεν είχαν πλέον χώρο για να θάψουν τους συγγενείς, που σαν τα ζώα ψοφούσαν μες στα πόδια τους· για τα νεκρά κορμιά που πετούσαν απ’ τα σπίτια, σα νά ‘ταν σκουπίδια· για φίλους που εγκατέλειπαν φίλους· γονείς που εγκατέλειπαν παιδιά. 

Ήξεραν πως ο ένας στους δύο είναι χαμένος.






Θα έλεγε κάποιος πως θέλω να σας πω μια θλιβερή ιστορία – όμως όχι, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Ούτε ήταν ο σκοπός του συγγραφέα, όταν ξεκίνησε (απολογούμενος μάλιστα στους αναγνώστες), στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, να περιγράφει το σκηνικό της φρίκης.

Γιατί το τρομακτικό εκείνο πλαίσιο έγινε αφορμή (στο βιβλίο) για μια παρέα νεαρών (αντρών και γυναικών) να σχηματίσουν μια συντροφιά και να καταφύγουν, για λίγες μέρες, μακριά, στην εξοχή. Σκοπός τους ήταν να κάνουν οτιδήποτε περνούσε από το χέρι τους, προκειμένου να περάσουν όμορφα. Μέσα στον γενικευμένο φόβο, να απολαύσουν τη ζωή. Σε καταπράσινες χλόες, πλάι σε κελαρυστά σιντριβάνια, χόρευαν, τραγουδούσαν, έπαιζαν μουσική, έπαιζαν παιχνίδια, έτρωγαν και έπιναν και φλέρταραν.

Και αφηγούνταν ιστορίες, ο ένας στον άλλο. Κάθε μέρα της παραμονής τους έλεγαν ιστορίες, ξέχειλες περιπέτεια, έρωτα και χαρούμενη τρέλα. Συνολικά έμειναν δέκα μέρες. Δέκα μέρες γεμάτες ιστορίες.

Ο συγγραφέας ήταν ο Βοκάκιος. Και το βιβλίο είναι το «Δεκαήμερο». Ένα έργο ξέχειλο ζωή και έρωτα – γραμμένο στη σκοτεινότερη περίοδο της ιστορίας. Ένα έργο που έσκισε στα δύο το σκοτάδι του Μεσαίωνα – και δες τι φως ανέβλυσε από μέσα του! Πέταξε στα σκουπίδια την απονεκρωμένη ηθική της εποχής, ύμνησε τις ηδονές του σώματος, αποθέωσε τη φύση και σαν άλλος θεός Παν έσυρε τα λάγνα τραγοπόδαρά του στον πιο ηδονικό χορό, παρασέρνοντας μαζί του κάθε νύμφη του δάσους.






Και στις ιστορίες αυτές, για πρώτη φορά στα χρόνια εκείνα, ακούστηκε το ρητό «Κάνετε έρωτα, όχι πόλεμο». Και νεαρά ζευγάρια όπως εκείνο της φωτογραφίας με την οποία ανοίγω το κείμενο – παρμένη από την κινηματογραφική διασκευή του Παζολίνι – έκαναν αυτό ακριβώς: έρωτα. Γυμνά, φυσικά, δίχως ντροπή. Έτσι γυμνούς και όμορφους ήθελα και εγώ να τους τοποθετήσω στην κορυφή της ανάρτησής μου.

Έτσι αγαπιόντουσαν, καταμεσής της φρίκης, της αρρώστιας, του θανάτου.

Έχουμε πολλά να διδαχτούμε, κύριοι. Έχουμε πολλά να μάθουμε. Κόντρα στους κήρυκες του φόβου, δεν θα ζαρώσουμε ποτέ μες στη γωνιά μας. Άφησε τα τρομολάγνα ΜΜΕ να αντλούν ηδονή από το κάθε δάκρυ, κάθε ανθρώπου που τόσο άδικα πια χάθηκε, κόβοντας και ράβοντας, βάζοντας ζωές στη ζυγαριά. Άφησε τους να πουλούν τρόμο περιτυλιγμένο σε πακέτα ανθρωπισμού. Παράτα τους, τους σιχαμένους. Η ζωή είναι αλλού.

Και αν μας βρει το κακό – ε, μας βρήκε, τι να γίνει! Πουτάνα τύχη, που λένε – πάντα διαχρονικό. Μα ως τότε δεν θα αντιμετωπίζουμε την κατήφεια με ακόμα περισσότερη κατήφεια. Είμαι απόλυτα σύμφωνος στο να είμαστε κατηφείς – μα για προσωπικούς μας λόγους! Η θλίψη είναι όμορφο συναίσθημα κάποιες φορές – αρκεί να είναι δική σου. Όταν όμως σερβίρεται μαζικά από τα Μέσα Ενημέρωσης και αναπαράγεται από ειδήμονες του φόβου, ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά.

Το αντίδοτο της καταστροφής δεν είναι η καταστροφή, ούτε η γενικευμένη στενοχώρια – μα η δημιουργία, η τέχνη… και πάνω απ’ όλα, η ζωή. Όσοι έφυγαν έφυγαν. Όσοι χάνονται κάθε μέρα, εδώ κι εκεί, με ή χωρίς τους προβολείς στραμμένους πάνω τους, χάνονται. Το θέμα είναι τι κάνουμε με τον κόσμο αυτόν που ζει, που αναπνέει.

Κάποτε η μισή Ευρώπη είχε γκρεμιστεί, κύριοι. Ο ένας στους δύο Ευρωπαίους είχε πεθάνει, θύμα της αρρώστιας. Μα αυτό δεν απέτρεψε τον Βοκάκιο να γράψει το «Δεκαήμερό» του… Πάνω στα συντρίμμια φύτεψε τους σπόρους του. Έναν αιώνα μετά οι σπόροι άνθισαν – και το φυτό ονομάστηκε «Αναγέννηση».

Κλείνοντας, μια που η επικαιρότητα τις μέρες αυτές περιστρέφεται γύρω απ’ τη Γαλλία, τι θα λέγατε να θυμόμασταν λίγο τον Καμύ; Ας κλείσω με ένα δικό του απόσπασμα λοιπόν.






"Καταμεσής του μίσους, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, μία αθέατη αγάπη.

Καταμεσής των δακρύων, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, ένα αδιόρατο χαμόγελο.

Καταμεσής του χάους, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, μία αθέατη γαλήνη.

Και συνειδητοποίησα, από όλα αυτά, πως...

Καταμεσής του χειμώνα, υπήρχε μέσα μου ένα αθέατο καλοκαίρι.

Και αυτό μου δίνει χαρά. Γιατί φανερώνει πως, όσο δυνατά και αν σπρώχνει ο κόσμος εναντίον μου, μέσα μου, πάντα θα υπάρχει κάτι δυνατότερο - κάτι καλύτερο, σπρώχνοντας αμέσως πίσω".


Albert Camus, "Return to Tipasa", 1952



Συνεχίζουμε.



14 Νοεμβρίου 2015

Χώμα, Σκόνη και Άμμος






Η πραγματικότητα κάποιες φορές με ξεπερνάει. Δες – έχω χτίσει μια διαδικτυακή φωλιά την οποία προσπαθώ να γεμίζω με όλα όσα αγαπώ. Βιβλία, μουσικές, τέχνες, κινηματογράφο… Ένα λαγούμι καταχωνιασμένο θα ‘λεγε κάποιος κάτω από το έδαφος, πλημμυρισμένο με όμορφες μοναχικές ενασχολήσεις. Και μοιράζομαι τις ενασχολήσεις μου αυτές με τον κόσμο. Και πιστέψτε με – θα ήθελα πολύ να ασχολούμουν με αυτά και μόνο εδώ μέσα.

Μα η πραγματικότητα κάποιες φορές με ξεπερνάει … Πληροφορήθηκα τις εξελίξεις στη Γαλλία σήμερα το πρωί και ένιωσα λες και είχε ανοίξει κάποιος, με τη βία, μία τρύπα πάνω απ’ τη φωλιά μου. Και μέσα λες και ξεχύθηκε φωτιά και πίσσα μαύρη. Τι σκατά κόσμος είναι αυτός που ζούμε, σκεφτόμουν. Τι σκατά κόσμος είναι αυτός...

Θέλω πολύ να γράψω κάτι που να μην ακούγεται τετριμμένο, που να μην έχει ήδη ειπωθεί, μα μου είναι δύσκολο. Στεναχωριέμαι. Για τις ζωές που χάθηκαν – άδικα, όπως πάντα έτσι γίνεται. Και για τις αξίες που αγαπάμε και βρίσκονται στο στόχαστρο. Ας μην έχουμε καμία αμφιβολία για το τελευταίο: δεν τίθεται ζήτημα μάχης ανάμεσα σε λαούς – οι τελευταίοι ποτέ δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν. Η σύγκρουση εκτείνεται σε επίπεδο συσχετισμού δυνάμεων από τη μία… και τυφλής, παράλογης οργής από την άλλη, με στόχο τις λεγόμενες αξίες του δυτικού πολιτισμού. Ο άγνωστος εχθρός είναι βγαλμένος από κάποια άλλη εποχή – Μεσαίωνα και ακόμα πιο πίσω.

 Πρόκειται για μια προσπάθεια επιβολής μιας νέας μορφής σκοταδισμού. Όπλο του ο φόβος, μέσο του ο ανορθολογισμός. Δυστυχώς ο σκοταδισμός αυτός δεν εδράζεται μόνο «εκεί έξω», κάπου, σε μια χώρα της Μέσης Ανατολής. Συνιστά μέρος των ίδιων των κοινωνιών που ζούμε. Ζήσαμε μια διαφορετική μορφή επιβολής κλίματος φόβου το καλοκαίρι που μας πέρασε. Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά με τη σειρά της τρέφεται απ΄ το φόβο για να ενισχύσει τη δύναμή της. Μπρος στις αξίες της ελευθερίας, της κριτικής και της δημοκρατίας (αξίες που γεννήθηκαν πρώτα στην αρχαία Ελλάδα και μεταλαμπαδεύτηκαν στις χώρες της Δύσης) προβάλλουν τα συναισθήματα του μίσους, του φόβου απέναντι στη διαφορετικότητα, η μισαλλοδοξία, το κλείσιμο των συνόρων, η μετατροπή των χωρών σε φρούρια –  αδίστακτα, απολυταρχικά, ανελεύθερα.

Η ιστορία της Δύσης είναι μια πονεμένη ιστορία. Κράτη που μιλούν για ελευθερία και εξάγουν κατακτήσεις και πολέμους. Ηγέτες που διαλαλούν τα αγαθά της δημοκρατίας, την ίδια ώρα που προσκυνούν τον (βαθιά αντιδημοκρατικό) θεό του χρήματος. Σύμφωνοι, κύριοι – λυπούμαι και γω όταν βλέπω τις γυναίκες της Μέσης Ανατολής με τις μπούργκες στα κεφάλια και τους φανατικούς θρησκόπληκτους να θεωρούν πως μια φωτογραφία μπορεί να τους ρουφήξει την ψυχή. Μα τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό; Να τους αλλάξω; Όχι δα! Άσ’ τους! Άσ’ τους να κάνουν ό,τι θέλουν, να πιστεύουν ό,τι θέλουν, να ζούνε σε όποιο καθεστώς θέλουν! Η δημοκρατία δεν είναι εξαγώγιμο προϊόν, κύριοι. Ούτε η ελευθερία. Πηγάζουν εκ των έσω. Αν επιθυμεί ο ίδιος ο λαός, θα τα διεκδικήσει μόνος του.

Σεβάσου λοιπόν τη διαφορετικότητά του και άφησε τον να ζει στον Μεσαίωνα που διάλεξε. Δεν θα τον αλλάξεις!

Μα αν θες να τον κυριεύσεις δια του χρήματος, όπως έχεις ήδη κάνει στους λαούς της Δύσης… πρόσεξε, γιατί η οικονομική κυριαρχία είναι η μεγαλύτερη μορφή επιβολής. Οι λαοί της Δύσης μπορούν να αντιδράσουν (ακόμα) σε αυτό. Ο κόσμος βγαίνει έξω, διαδηλώνει, ρίχνει κυβερνήσεις, επαναστατεί – όλα γέννημα θρέμμα της δυτικής παράδοσης. Μα η μεσανατολική παράδοση δεν έχει εκλογές, δεν έχει κυβερνήσεις, δεν έχει επαναστάσεις, δεν έχει κριτική αντιπαράθεση… χώμα και σκόνη και άμμος οι κατακτήσεις του πολιτισμού και του ορθού λόγου.

Χώμα και σκόνη και άμμος… Σαν τα αρχαιολογικά μνημεία που μετατρέπονται σε σκόνη από τις επιθέσεις της τυφλής οργής… Ο πολιτισμός καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Δεν γνωρίζω ποια μπορεί να είναι η λύση. Ξέρω όμως πως την τρέλα δεν την πολεμάς με ακόμα μεγαλύτερη τρέλα. Η μετατροπή της Ευρώπης σε φρούρια-προπύργια φασιστικών καθεστώτων δεν είναι η λύση. Γιατί όλη η ουσία εκείνου που ονομάζουμε δυτικός πολιτισμός στηρίζεται σ’ εκείνες ακριβώς τις κατακτήσεις του Λόγου και του Πνεύματος, που τόσο εύθραυστες είναι απέναντι στην επέλαση των βαρβάρων.

Των εξωτερικών βαρβάρων… και των εγχώριων βαρβάρων.


Αυτήν ακριβώς τη κληρονομιά οφείλουμε με κάθε τρόπο να διαφυλάξουμε. Για να μη μετατραπούν όλα σε χώμα, σε σκόνη, σε άμμο… Ούτως ή άλλως “dust in the wind” είμαστε, όπως έλεγε εκείνο το τραγούδι. Μα εκείνα που αφήνουμε πίσω μας… η κληρονομιά αιώνων γεμάτων τέχνη, δημιουργία, πολιτισμό… είναι κάτι παραπάνω. Για κάθε δέντρο που ρίχνουν, κάθε δάσος που καίνε, κάθε στρέμμα που περιφρουρούν... να φυτεύουμε ένα σπόρο… και ακόμα και η έρημος μπορεί έτσι, κάποτε, ν’ ανθίσει.



Ένα, Δύο, Τρία, Motherfuckers



Το εξώφυλλο του London Calling... σε μια μικρή παραλλαγή από το Κονικό Κουνέλι




Πέρασα μπροστά από ανοιχτή τηλεόραση τις προάλλες – θύμιζε συνάντηση με παλιό φλερτ που ντρέπεσαι στην ανάμνησή του και το δικαιολογείς μόνο λέγοντας «δεν είχα μυαλό τότε». Αναγγελία του Προσεχώς του δελτίου ειδήσεων – όμοια με κινηματογραφικό τρέιλερ. Θέαμα για ξοδεμένους μεσήλικους. “Σάρωσε τα βραβεία του Τάδε Διαγωνισμού o Justin Timberlake”. Αυτό μετά τα νέα για τους πρόσφυγες, τις συντάξεις, τις απεργίες. Όλα σε ένα καλοφτιαγμένο πακέτο με γυαλιστερή κορδέλα.

Πόσο θα χαιρόμουν αν μια πειρατική συχνότητα παρενέβαινε εκείνη τη στιγμή στο ρεπορτάζ για τα μουσικά βραβεία. Να έβλεπε ο ξαφνιασμένος καναπεδοφάγος τηλεθεατής να πετάγονται μπρος στην οθόνη του οι Ramones σε κάποιο παλιό live τους. One, two, three, σπάσε την πουτάνα τη τιβί. Γιατί οι Ramones ειδικά; Διότι από συζήτηση τις προάλλες στον χώρο εργασίας μου διαπίστωσα πως υπάρχουν ουκ ολίγοι νέοι και νέες που αγνοούν την ύπαρξη του συγκεκριμένου συγκροτήματος. Και πραγματικά απόρησα. Εντάξει ο μεσήλικας που αδιαφορεί για τη μουσική. Μα o νέος;

Δείξε μου τα μουσικά σου γούστα να σου πω ποιος είσαι; Όχι απαραίτητα – γνωρίζουμε καλά πως η μουσική στην προσωπικότητα ενός ανθρώπου δεν αποτελεί παρά το παραπέτασμα – η κορυφή του παγόβουνου. Μα στον ατέλειωτο χάρτη της μουσικής, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να εξερευνήσουν κάθε σπιθαμή του... και άλλοι που παραμένουν, πεισματικά, προσηλωμένοι σε μια μικροσκοπική του κουκκίδα. Όχι γιατί πέρασαν από άλλες πολιτείες και εντόπισαν, σε ένα μόνο τόπο, την πραγματική αγάπη τους· μα γιατί, απλά, αδιαφορούν για το ταξίδι. Και έτσι αρκούνται στις τοποθεσίες που τους πλασάρουν οι τουριστικοί οδηγοί. Ποτέ δεν θα ανακαλύψουν τη δική τους, αποκλειστικά προσωπική γωνιά.

Και αν μπερδεύεστε με τις μεταφορές που χρησιμοποιώ, αντικαταστήστε τη φράση «τουριστικός οδηγός» με τις λέξεις «κατευθυνόμενη ενημέρωση», «ΜΜΕ», «επιχειρήσεις», «μουσική βιομηχανία» και αποκτάτε μια ιδέα.

Επιτρέψτε μου να εστιάσω σε μια μερίδα της ξένης μουσικής. Αν δεν έχεις ταυτιστεί κάποια στιγμή στη ζωή σου με το υπαρξιακό Angst ενός “Nevermind”… Αν δεν έχεις ψυχοπλακωθεί γλυκά στο άκουσμα του “Dirt” των Alice In Chains… Αν δεν έχεις αφεθεί στο ρομαντικό σκοτάδι ενός «First and Last and Always» των Sisters Of Mercy ή στο έρεβος ενός «Closer» των Joy Division… Αν δεν έχεις λιώσει το “Master of Puppets” των Metallica και δεν έχεις υψώσει σε είδωλο της εφηβείας σου τον Ronnie James Dio… Αν δεν έχεις αναπνεύσει το άρωμα των 90’s μέσα από τους δίσκους των Smashing Pumpkins, τα 80’s μέσα από τους δίσκους των Cure και τα 70’s από τα εγχειρήματα του Bowie… Αν δεν έχεις νιώσει να σε διαπερνά η αμεσότητα του Punk, ή η ευρηματικότητα του New Wave… Αν τα ονόματα Sonic Youth, Stooges, Patti Smith, Clash, Television, Gang of Four, The Damned, Bad Religion, Blondie, Talking Heads, Neil Young, Lou Reed, δεν σου λένε τίποτα…Αν δεν έχεις προσκυνήσει το παραμορφωμένο μπλουζ ενός Jimmie Page ή ενός Tony Iommi… Αν δεν έχεις θαυμάσει τον Jimmie Hendrix τη στιγμή εκείνη που έβαζε φωτιά στην κιθάρα του στο Monterey Festival του 1968, ή τους Who όταν έσπαγαν τα όργανά τους…

Αν δεν έχεις ακούσει έστω και λίγο Αντίδραση, Γενιά του Χάους, Πανξ Ρομάνα...  Αν δεν γνωρίζεις τι σημαίνει για την ελληνική μουσική σκηνή ο Δημήτρης Πουλικάκος ή αν δεν έχεις προβληματιστεί με τις ανησυχίες ενός Νικόλα Άσιμου...

Προσοχή - αναφέρομαι σε εκείνα που θεωρώ πρωταρχικά για έναν νέο - και όχι σε άλλα είδη μουσικής, όπως Jazz, Soul, Ηλεκτρονική, Progressive Rock, Ethnic, κλπ. Ας μείνω σε αυτά που ανέφερα, τα οποία και θεωρώ πρωταρχικά σε θέμα ηλικίας. Εκείνα που σε κάνουν, νέος, να υψώνεις με χαρά το κωλοδάχτυλο απέναντι σε καθετί που σου τη σπάει. Εκείνα που σου θυμίζουν, μεγαλώνοντας, πως το εφηβικό πνεύμα οφείλει να είναι πάντοτε παρόν – για να μην ατροφήσει ο ενήλικας νους από την υπερβολική πλαδαρότητα ενός κόσμου ξεπουλημένου σε χορηγούς και διαφημίσεις.

Αρκεί το εφηβικό πνεύμα; Αρκεί από μόνη της η αντίδραση; Όχι - μα ας ξεκινήσουμε από αυτήν και βλέπουμε μετά.

Εκτός αν θεωρείτε πως η «Κρίση», για την οποία τόσο συζητούμε, συνιστά πολιτικό και οικονομικό ζήτημα – και μόνο. Κι όμως κύριοι… κάθε «κρίση» είναι πρωτίστως κρίση πολιτισμού. Και κρίση ηλικίας σε έναν κόσμο που μοιάζει ενήλικας, περιθωριοποιεί τον έφηβο, πράττει σαν παιδί και σκέφτεται σαν… βρέφος.

Και επανέρχομαι. Δελτίο ειδήσεων. Αναγγελία των Τάδε Αδιάφορων Βραβείων και μετατροπή του κάθε Τίποτα σε μουσικό είδωλο μιας γενιάς που δεν ξέρει που πάνε τα τέσσερα – χαμένη μεταξύ των Selfies, των Κινητών και του Fast Food – και φυσικά της δικής μας, εγχώριας εκδοχής του πολιτισμικού Τίποτα – των Λαϊκοποπ σκυλάδικων, που τόσο αρέσκονται να προβάλλουν τα Media.

Ω, πόσο όμορφα θα ήταν να έσκαγαν σαν βόμβα οι Ramones, πειρατικά, μέσα στα δελτία κάθε καναλιού! “Μας ξεχάσατε; Και αν δεν μας ξέρετε, τώρα θα μας μάθετε. Ξεκινάμε από τα βασικά – απλή αριθμητική: Ένα, Δύο, Τρία, Motherfuckers.”

Click



Οι Ramones στη διάρκεια συναυλίας στα 70's / Ramones live

3 Νοεμβρίου 2015

Ο Αντίλαλος της Παναγίας των Παρισίων...





« - Η δυστυχία μου είναι πως μοιάζω ακόμη πολύ με άνθρωπο. Θα’ θελα να ‘μουν κανονικό ζώο, σαν αυτή εδώ την κατσίκα».

Ο Κουασιμόδος, σε μια από τις λιγοστές κουβέντες του.


Εισαγωγή. Οι καμπάνες της Νοτρ Νταμ.



Απ’ τα βάθη του Μεσαίωνα οι καμπάνες της Νοτρ Νταμ σκορπίζουν τον κρυστάλλινό τους ήχο. Και αν η έδρα τους βρίσκεται στο κέντρο του Παρισιού, ο αντίλαλός τους φτάνει ως τ’ αυτιά μας, σήμερα, αιώνες μετά το πρώτο τους κουδούνισμα. Δεν είναι από τους ήχους που προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας – η απόσταση είναι μεγάλη, ο χρόνος το ίδιο. Μα αρκεί να αφεθούμε στο πνεύμα της εποχής τους, να τεντώσουμε τ’ αυτιά μας, να αφουγκραστούμε όχι με τη σκέψη, μα με την καρδιά, τους απόηχους και τις φωνές ανθρώπων που έζησαν, αγωνίστηκαν, αγάπησαν και πέθαναν, σε μια εποχή τόσο διαφορετική, μα τόσο όμοια με τη δική μας.

Το ίδιο έκανε, πριν περίπου 180 χρόνια, ένας νεαρός Γάλλος συγγραφέας: αφουγκράστηκε με την καρδιά του τους απόηχους απ’ τις σκονισμένες κωδωνοκρουσίες του Μεσαίωνα. Και μεμιάς ανάβλυσαν μέσα του μορφές. Μορφές που έμοιαζαν να αναδεύονται, να παίρνουν σάρκα και οστά, να ζωντανεύουν, με κάθε χτύπημα της καμπάνας: Μια όμορφη τσιγγάνα που λεγόταν Εσμεράλδα· ένας αποκρουστικός κωδωνοκρούστης, ο Κουασιμόδος· ένας απεγνωσμένος ιερέας που λεγόταν Κλωντ Φρολό· ο μικρότερός του αδερφός, Ζαν, ένας ανέμελος αλητάκος· ένας φτωχός φιλόσοφος που ονομαζόταν Γκρενγκουάρ· μια δύστυχη μάνα, η Γκυντύλ, που είχε χάσει το παιδί της· ένας πλάνος στρατιωτικός, ο Φοίβος· μια κατσικούλα, η Τζαλί.

Ο συγγραφέας ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ. Και η ιστορία που ξεχείλισε μέσα του, στο άκουσμα των καμπάνων, ονομάστηκε Notre Dame de Paris – μα σε εμάς έγινε γνωστή ως «Η Παναγία των Παρισίων».






Δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1831, το βιβλίο αποτέλεσε έργο-ορόσημο για το κίνημα του Ρομαντισμού. Μα ο Ρομαντισμός εκείνος δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το νόημα της καθομιλουμένης λέξης, όπως την χρησιμοποιούμε σήμερα. Σύμβολό του η εξέγερση, σημαία του το πάθος. Παραδομένος σ’ έναν έρωτα καταστροφικό και απελευθερωτικό συνάμα, αποζητώντας δικαιοσύνη και αλήθεια, αγαπώντας μα δίχως να εξιδανικεύει τον Μεσαίωνα, υμνώντας το περιθωριακό κόντρα στην υποκρισία μιας κοινωνίας που εξυμνεί τους τίτλους και τη δύναμη, ικανός να γκρεμίσει καθεστώτα, διεπόμενος από ένα βαθύ αίσθημα ελευθερίας και ένα αυθεντικό δημοκρατικό φρόνημα.

Αυτός ήταν ο Ρομαντισμός του Βίκτωρος Ουγκώ. Αυτό ήταν το πνεύμα της «Παναγίας των Παρίσιων». Ξεχάστε τις διασκευές και τα κινούμενα σχέδια – εδώ έχουμε να κάνουμε με το αυθεντικό έργο. Ένα έργο που θα εκσφενδονίσει, αδίστακτα, αλύπητα, αδυσώπητα, την καρδιά σου στον τοίχο.

Κι ενώ οι καμπάνες της Νοτρ Νταμ αρχίζουν πάλι τον τρελό χορό τους…



Εσμεράλδα, η τσιγγάνα.



« - Μόνο, αγάπα με! Εμείς οι τσιγγάνες, αυτό θέλουμε απ’ τη ζωή: ν’ αναπνέουμε ελεύθερες και ν’ αγαπάμε».


Η όμορφη μελαχρινή τσιγγάνα συνιστά τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας. Γυρίζοντας εδώ κι εκεί με το ντέφι και την κατσικούλα της, ντυμένη στα πολύχρωμά της ρούχα, χορεύοντας για λίγα χρήματα μπροστά στο κοινό της πόλης. Και το κοινό τη θαύμαζε για την ομορφιά της, για την δροσιά, τη φρεσκάδα και αγνότητα της νιότης της, μα – αλίμονο, βρισκόμαστε στον κόσμο του Μεσαίωνα – με την παραμικρή αφορμή μπορούσε να δει σε αυτήν όχι ένα δροσερό κορίτσι, μα μια μάγισσα, ύπουλη και καταχθόνια.

Η Εσμεράλδα, βλέπετε, δεν ανήκε σε κάποια κοινωνική τάξη που να την προστατεύει. Έχοντας χάσει τους γονείς της, αναθρεμμένη απ’ τους φτωχούς και απόκληρους του Παρισιού, μεγάλωσε με τα ήθη των τσιγγάνων – των περιθωριακών, που σαν αδέσποτα σκυλιά γύριζαν εδώ κι εκεί στην πόλη. Και ο λαός της εποχής, παραδομένος πλήρως σ’ ένα κλίμα φόβου και δεισιδαιμονίας, αντιμετώπιζε ως δαιμονικό οτιδήποτε ξέφευγε απ’ το φάσμα της συνήθειας και της κατανόησής του.






Μιλώντας με σύγχρονους όρους, η Εσμεράλδα ήταν μια ξένη στην πόλη. Και αν σήμερα οι ξένοι βαδίζουν στη σκιά του ρατσισμού, τότε ήταν η σκιά της κρεμάλας εκείνη που δέσποζε απάνω τους. Η σκιά της κρεμάλας – και μιας θεόρατης Ιεραρχίας από αξιωματούχους, ιερείς, παπάδες, δικαστικούς, άρχοντες. Όλοι επιθυμώντας να διαιωνίσουν την εξουσία τους, υπενθυμίζοντας στον κόσμο πως η εξουσία, ο φόβος και η δεισιδαιμονία βαδίζουν χέρι χέρι. Αρκεί να κρατάς το λαό δέσμιο του φόβου, για να τον έχεις πάντα στο χέρι σου.

Μα εδώ υπεισέρχεται το απρόοπτο της ιστορίας: Ένας ιερέας, από τους σημαντικότερους στην ιεραρχία, ένας παπάς με αιρετικές αντιλήψεις, κάποια μέρα αντικρίζει την όμορφη τσιγγάνα. Και κόντρα στις πεποιθήσεις του, κόντρα στην ίδια του τη θέληση, την ερωτεύεται παράφορα. Και η ιστορία που μας αφηγείται ο Ουγκώ υφαίνει το πιο δραματικό της νήμα. Γιατί, βλέπετε, δεν είναι ο μόνος που είναι ερωτευμένος μαζί της…

Την όμορφη, αθώα - μα αφελή - τσιγγάνα, με το ντέφι και την κατσικούλα της, την έχουμε στο μεταξύ ερωτευτεί και εμείς – οι αναγνώστες.



Art by Francois Flameng


Η αφήγηση του Κλωντ Φρολό.



« - Μια μέρα, λοιπόν, ήμουν ακουμπισμένος στο παράθυρο του κελιού μου… Το παράθυρο έβλεπε σε μια πλατεία. Ακούω ήχους από ντέφι και μουσική. Ενοχλημένος που τάραξαν την ονειροπόλησή μου, κοιτάζω στην πλατεία. Υπήρχαν κι άλλοι εκτός από μένα που έβλεπαν ό,τι είδα, κι ωστόσο δεν ήταν θέαμα καμωμένο για ανθρώπινα μάτια. Εκεί, καταμεσής στο πλακόστρωτο – ήταν μεσημέρι, ο ήλιος έλαμπε – ένα πλάσμα χόρευε. Μια ύπαρξη τόσο όμορφη, ώστε ο Θεός θα την είχε προτιμήσει απ’ την Παρθένο, θα την είχε σίγουρα διαλέξει για μητέρα Του, και απ’ αυτή θα είχε θελήσει να γεννηθεί, αν εκείνη βρισκόταν στη ζωή στην εποχή της ενανθρώπισής Του!

Τα μάτια της ήταν μαύρα και λαμπερά και τα σκούρα της μαλλιά ξάνθιζαν στον ήλιο τούφες τούφες, σαν χρυσές κλωστές. Τα πόδια της χάνονταν όπως τα κινούσε, σαν ακτίνες ρόδας που γυρίζει γρήγορα. Γύρω απ’ το κεφάλι της, στερεωμένα στις μαύρες της κοτσίδες, αστραφτερά μεταλλικά στολίδια σπιθοβολούσαν στον ήλιο, σχηματίζοντας στο μέτωπό της μια κορώνα από αστέρια. Το σπαρμένο με πούλιες φόρεμά της λαμποκοπούσε γαλαζωπό· έφεγγε με χιλιάδες λάμψεις, σαν καλοκαιριάτικη νύχτα. Πως ξεχώριζε το ολόλαμπρο πρόσωπό της! Θα ‘λεγες πιο φωτεινό κι απ’ τον ίδιο τον ήλιο ακόμη!

Αλίμονο, ήσουν εσύ, κοπέλα μου. Έκπληκτος, μεθυσμένος, μαγεμένος, καθόμουν και σε κοιτούσα. Σε κοιτούσα τόσο, ώστε ξαφνικά ρίγησα από τρόμο· ένιωσα το χέρι της μοίρας να με αδράχνει».



Art by Nicolas Eustache Maurin



Σκιερό βλέμμα, πύρινα μάτια.



«Τι να’ ταν αυτή η εσωτερική φωτιά που έλαμπε καμιά φορά στο βλέμμα του, σε βαθμό που το μάτι του να μοιάζει με τρύπα ανοιγμένη σε τοίχωμα καμινιού;»


Υπό συμβατικούς όρους, θα μιλούσαμε για τον «κακό» της ιστορίας. Μα, αλίμονο, ο Ουγκώ γνωρίζει καλά πως δεν υπάρχουν απόλυτα μαύροι και απόλυτα άσπροι χαρακτήρες. Ο Κλωντ Φρολό ανήκει περισσότερο στους αντιήρωες της λογοτεχνίας, στις απελπισμένες εκείνες υπάρξεις τις οποίες μισείς και συμπονάς ταυτόχρονα. Επιθυμείς τη λύτρωση και το χαμό του, παραπαίεις ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος – τα συναισθήματα που έπνιγαν τον ίδιο.

Στο ξεκίνημα του έργου, ο Φρολό φανερώνεται ως ένας πανέξυπνος, βαθιά μορφωμένος μύστης των γραμμάτων και των επιστημών της εποχής του. Η θρησκεία δεν είναι παρά το περίβλημά του – συνειδητοποιείς πως δεν έχει τίποτα το κοινό με τους κοινούς παπάδες και τις δογματικές αντιλήψεις των καιρών. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν αναζητητή της Αλήθειας, έναν παθιασμένο επιστήμονα σε μια εποχή που η επιστήμη ακροβατούσε ανάμεσα στη θρησκεία, την παράδοση και τη μαγεία.

«Ο Κλωντ, περίλυπος και απογοητευμένος απ’ την προσωπική του εμπειρία με τα ανθρώπινα συναισθήματα, είχε ριχτεί με ακόμη μεγαλύτερο πάθος στις αγκάλες της επιστήμης, της αδελφής αυτής, που τουλάχιστον δεν σε κοροϊδεύει κατά πρόσωπο και που πάντοτε σε ανταμοίβει, αν και ενίοτε με νόμισμα δίχως αντίκρισμα, για τις φροντίδες που της επιδαψίλευσες».

Είναι εξάλλου ο άνθρωπος που χάρισε τη μόρφωση στον μικρότερό του αδερφό, τον Ζαν. Μα και εκείνος που περιμάζεψε και μεγάλωσε το δύσμορφο Κουασιμόδο, όταν ήταν ένα παρατημένο βρέφος, μεγαλώνοντάς τον σαν θετός πατέρας.

Αλίμονο όμως. Τη μέρα εκείνη που αντίκρισε την Εσμεράλδα, απ’ το παράθυρο της εκκλησίας, τα πάντα άλλαξαν μέσα του. Ο έρωτας ξεχείλισε στην καρδιά του και σαν σεισμός έριξε στα τάρταρα κάθε ίχνος λογικής, κάθε φιλοδοξία, κάθε γνώση, κάθε αξιοπρέπεια… Ήταν ο έρωτας ενός απεγνωσμένου, για μια γυναίκα που δεν τον αγαπά.


Ήταν ο έρωτας που ύμνησαν οι Ρομαντικοί στα έργα τους.



Art by Francois Joseph Aime de Lemud
Art by Louis Boulanger


Έρωτας δίχως αντίκρισμα. Ο οδυρμός του Κλωντ Φρολό.



« - Μακάριος αυτός που τον πριονίζουν ανάμεσα σε δυο σανίδες, που τον διαμελίζουν τέσσερα άλογα! Ξέρεις τι μαρτύριο είναι νύχτες ατέλειωτες το αίμα σου να κοχλάζει, η καρδιά σου να σκίζεται, το κεφάλι σου να ραγίζει, τα δόντια σου να δαγκώνουν τα χέρια σου; Βασανιστές παθιασμένοι να σε γυρίζουν ακατάπαυστα πάνω από αναμμένα κάρβουνα, να καίγεσαι από έρωτα, ζήλια, απελπισία. Έλεος, κορίτσι μου! Μια στιγμή ανάπαυλας, έστω! Λίγη στάχτη πάνω στη χόβολη! Σε ξορκίζω, σκούπισε τις χοντρές σταγόνες ιδρώτα που κυλάνε στο μέτωπό μου! Βασάνισέ με με το ένα χέρι, όμως με το άλλο χάιδεψέ με! Σπλαχνίσου με, κοπέλα μου, σπλαχνίσου με!

Αχ, αν ήθελες!... Αχ, πόσο ευτυχισμένοι θα μπορούσαμε να είμαστε! Θα φεύγαμε μακριά, θα σε φυγάδευα, θα πηγαίναμε κάπου αλλού, θα βρίσκαμε το μέρος της Γης με τον περισσότερο ήλιο, με τα περισσότερα δέντρα, με τον πιο γαλάζιο ουρανό. Θ’ αγαπιόμασταν, θα ενώναμε τις ψυχές μας, θα νιώθαμε μια ακόρεστη δίψα ο ένας για τον άλλο και θα τη σβήναμε ακατάπαυστα στην αστείρευτη κούπα του έρωτά μας!»


Μα τα χέρια του Φρολό ήταν πασαλειμμένα με αίμα. Ο λόγος βρίσκεται στις σελίδες του βιβλίου. Και η απάντηση της Εσμεράλδας μοιάζει με χίλιες μαχαιριές – δίνοντάς μας μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές στην ιστορία της Λογοτεχνίας.


« - Εγώ να γίνω δική σου, παπά; Ποτέ! Ποτέ! Τίποτε δεν θα μας ενώσει, ούτε η Κόλαση! Φύγε, καταραμένε! Φύγε!»



από τα "Κλασικά Εικονογραφημένα"


Κουασιμόδος. Η ψυχή της Νοτρ Νταμ.



«Δεν θα επιχειρήσουμε να δώσουμε στον αναγνώστη μια ιδέα για την τετράεδρη εκείνη μύτη, για το στόμα σαν πέταλο αλόγου, για το μικρό αριστερό μάτι που το έκλεινε ένα ξανθοκόκκινο δασύτριχο φρύδι ενώ το δεξί το σκέπαζε εντελώς μια τεράστια κρεατοελιά, για τα ακανόνιστα, αραιά δόντια, σαν πολεμίστρες, για τα γεμάτα ρόζους χείλη που τα καβαλούσε ένα δόντι σαν χαυλιόδοντας, για το διχαλωτό σαγόνι, αλλά κυρίως για την έκφραση που ήταν διάχυτη σε όλη τη φυσιογνωμία, μείγμα μοχθηρίας, έκπληξης και θλίψης».


Αυτός είναι ο Κουασιμόδος – μία απ’ τις εμβληματικότερες μορφές που γέννησε ποτέ η φαντασία λογοτέχνη. Αξίζει να σημειώσουμε πως η συνολική του παρουσία, στο βιβλίο του Ουγκώ, καταλαμβάνει λιγότερο από το μισό της έκτασής του. Μα όσο ξετυλίγεται η πλοκή, τόσο συνειδητοποιείς πως ο δύσμορφος, τερατώδης αυτός κουφός, αποτελεί την ψυχή της ιστορίας.

Η παρουσία του μοιάζει βγαλμένη απ’ τα βάθη του χρόνου, φτάνοντας πίσω, ως τις απαρχές, στα χρόνια πριν τον πολιτισμό, πριν τις κοινωνίες, πριν την ίδια τη γλώσσα. Έχοντας χάσει την ακοή του απ’ το αδιάκοπο κουδούνισμα των καμπάνων της Νοτρ Νταμ, ο Κουασιμόδος μιλάει πολύ λίγο – μοιάζει έτσι με άγριο αλλοτινών καιρών, κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και ζώο.

Όταν όμως μιλάει, είναι πάντα ευγενικός. Και παραμένει άνθρωπος, στις ανάγκες και τις επιθυμίες του… Και όπως κάθε άνθρωπος, έτσι κι αυτός αποζητά αγάπη, φιλία, ζεστασιά – σε έναν κόσμο που τον αντιμετωπίζει με γέλιο ή με φρίκη. Κάποιες φορές και με τα δύο μαζί ταυτόχρονα.


« - Η δυστυχία μου είναι πως μοιάζω ακόμη πολύ με άνθρωπο. Θα’ θελα να ‘μουν κανονικό ζώο, σαν αυτή εδώ την κατσίκα».






Ο Ουγκώ αγαπούσε βαθιά το Μεσαίωνα – τον αγαπούσε όπως όλοι οι Ρομαντικοί, δίχως να τον εξιδανικεύει, μα αποζητώντας την ομορφιά στις αντιθέσεις του. Αναγνώριζε πως τα γοτθικά Τέρατα που διακοσμούν τους πυλώνες της Νοτρ Νταμ είναι εξίσου σημαντικά με τις περίλαμπρες γλυπτές μορφές των ιερέων. Αμφότερα χαρίζουν στο ναό το μεγαλείο του, τη διαχρονική του ομορφιά.

Μα στα τέρατα ειδικά φανερώνεται η προσωπικότητα του καλλιτέχνη, το σπάσιμο της παράδοσης, το ξεπέρασμα της θεοκρατίας και της ιεραρχίας, η σπίθα της ελευθερίας, η προσωπική πινελιά. Στα τέρατα και τις ελεύθερες διακοσμήσεις της γοτθικής αρχιτεκτονικής, η οποία, όπως μας εξηγεί ο Ουγκώ, συνδέθηκε με την εποχή της αστικής αφύπνισης. Μια εποχή που ο κοιμισμένος κόσμος του Μεσαίωνα άρχισε επιτέλους να ξυπνά από έναν ύπνο αιώνων.

Ο Κουασιμόδος είναι ένα τέτοιο τέρας, σαν εκείνα που κοσμούν τις γοτθικές εκκλησίες, ζωντανεμένο, με σάρκα και οστά. Όλο το πνεύμα της εποχής του βρίσκεται σε αυτόν εδώ, τον παραμορφωμένο κουφό κωδωνοκρούστη.

Και η περίλαμπρη Νοτρ Νταμ ήταν ο κόσμος του, η χώρα, η μόνη του πατρίδα. Το σπίτι του, ένα νησί θαλπωρής καταμεσής μιας τρομακτικής ανθρωποθάλασσας.


«Γι’ αυτόν ο καθεδρικός ναός δεν ήταν μόνο η κοινωνία, αλλά και ο κόσμος, και η φύση ολόκληρη. Δεν ονειρευόταν άλλες πέργκολες, παρά μόνο τα αδιαλείπτως ανθισμένα βιτρώ· δεν υπήρχαν γι’ αυτόν άλλα σκιερά δάση απ’ τα πέτρινα φυλλώματα που θάλλουν γεμάτα με πουλιά στις κορυφές των σαξονικών κιονόκρανων, άλλα βουνά απ’ τους γιγάντιους πύργους της εκκλησίας, άλλος ωκεανός απ’ το Παρίσι που βούιζε από κάτω».


Ο Κουασιμόδος ήταν η ψυχή της Νοτρ Νταμ, η ψυχή του ίδιου του Μεσαίωνα. Όχι, δεν πρόκειται για δημιούργημα της φαντασίας του Ουγκώ – υπήρξε όντως.


«Η Αίγυπτος θα τον είχε χρίσει θεό του ναού, ο Μεσαίωνας τον θεωρούσε δαίμονά του· ουσιαστικά όμως, ήταν η ίδια η μεσαιωνική ψυχή».

«Για όσους ξέρουν ό,τι ο Κουασιμόδος υπήρξε, η Νοτρ Νταμ είναι σήμερα έρημη, άψυχη, νεκρή. Αισθάνεται κανείς ότι κάτι έχει χαθεί. Το τεράστιο σώμα της είναι κενό, σκελετός· το πνεύμα έχει εγκαταλείψει το σώμα, αφήνοντας εμφανή τα σημάδια του, αλλά τίποτε άλλο. Σαν κρανίο, με τις κόγχες των ματιών ορατές, αλλά δίχως πια βλέμμα».


Άραγε σήμερα, αν επισκεφτούμε το Παρίσι και περάσουμε από την περίφημη Εκκλησία, θα νιώσουμε κάτι από το πνεύμα του; Θα τον δούμε, φευγαλέα έστω, σαν φάντασμα, να πηγαινοέρχεται χαρούμενος στις σκαλωσιές και να σκαρφαλώνει στους πύργους, τινάσσοντας τα πόδια του και χορεύοντας στον ήχο των καμπάνων; Τη μοναδική μουσική που γνώρισε;






Εσμεράλδα και Κουασιμόδος.



«Την άλλη μέρα, το πρωί, η Εσμεράλδα είδε στο φεγγίτη, μαζί με τον ήλιο, κάτι που την τρόμαξε: την αποκρουστική μορφή του Κουασιμόδου. Άθελά της ξανάκλεισε τα μάτια· όμως είχε την αίσθηση συνεχώς πως, μέσα απ’ τα ροδαλά της βλέφαρα, έβλεπε τη μουτσούνα αυτού του μονόφθαλμου και ξεδοντιάρη καλικάντζαρου. Τότε, ενώ εξακολουθούσε να κρατάει τα μάτια της κλειστά, άκουσε μια τραχιά φωνή που έλεγε, πολύ τρυφερά:

- Μη φοβάστε. Φίλος είμαι. Ήρθα να σας δω να κοιμάστε. Δεν σας πειράζει που ήρθα να σας δω να κοιμάστε; Τι μπορεί να σας πειράζει αν είμαι εδώ όταν έχετε τα μάτια κλειστά; Τώρα φεύγω. Να, κρύφτηκα πίσω απ’ τον τοίχο. Μπορείτε να ξανανοίξετε τα μάτια. (…)

Ο τόνος του φανέρωνε απόλυτη συναίσθηση της κατάστασής του. Η Εσμεράλδα δεν βρήκε τη δύναμη ν’ αρθρώσει λέξη.

- Ποτέ δεν είχα δει την ασχήμια μου, όπως τώρα, συνέχισε εκείνος. Όταν συγκρίνω τον εαυτό μου μαζί σας, νιώθω τέτοια λύπηση για το φτωχό και δυστυχισμένο τέρας που είμαι! Πρέπει να σας δίνω την εντύπωση ζώου. Πείτε την αλήθεια. Εσείς, εσείς είστε ηλιαχτίδα, δροσοσταλίδα, κελάηδημα πουλιού. Εγώ είμαι κάτι το απαίσιο· ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, κάτι πιο τραχύ, πιο ποδοπατημένο κι από πέτρα ακόμη!»







Το τραγούδι του Κουασιμόδου.



«Αλίμονο! Τι ωφελεί να το λέω;
Ό,τι δεν είναι όμορφο, δεν πρέπει να υπάρχει.
Η ομορφιά την ομορφιά μονάχα αγαπάει.
Ο Απρίλης τον Δεκέμβρη ούτε που τον προσέχει.
Η ομορφιά είναι τέλεια και όλα τα μπορεί.
Και δεν υπάρχει ομορφιά που να ‘ναι μισή.

Μέρα πετάει ο κόρακας
Η κουκουβάγια νύχτα
Μα ο κύκνος νύχτα-μέρα.»


Έτσι αντηχεί το τραγούδι του ερωτοχτυπημένου Κουασιμόδου. Και οι νότες του αφήνονται να σκορπίσουν στον σκοτεινό ουρανό της νύχτας. Νύχτας παρήγορης, που κρύβει τη μορφή του από τα βλέμματα και τις αποδοκιμασίες.







Ένας φτωχός, πλην φευγάτος φιλόσοφος.


« - Δεν βλέπω, είπε ο Γκρενγκουάρ, γιατί οι ποιητές να μην συγκαταλέγονται στους αλήτες. Και ο Αίσωπος, αλήτης ήταν· ο Όμηρος, ζητιάνος· ο Ερμής, κλέφτης».


Ο λόγος για τον Γκρενγκουάρ, η ιστορία του οποίου χαρίζει μια περισσότερο ανάλαφρη νότα στο έργο. Από κάποιες απόψεις ο Γκρενγκουάρ είναι ο ίδιος ο συγγραφέας μεταμφιεσμένος. Περισσότερο παρατηρητής παρά δράστης, βλέποντας να εξελίσσονται τα γεγονότα σαν θεατής σε μια ταινία (στην οποία, εντελώς συμπτωματικά, συμμετέχει και ο ίδιος και, συμπτωματικά επίσης, δυο και τρεις φορές κινδυνεύει να χάσει το κεφάλι του), ο Γκρενγκουάρ σχολιάζει με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο, το σκληρό εκείνο θέατρο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Κάποιες στιγμές ίσως γελάει κιόλας, με την αθεράπευτη εκείνη Κωμωδία που επαναλαμβάνεται αδιάκοπη, μέσα στους αιώνες…

Σαν αναγνώστης οφείλω να ομολογήσω ότι συμπάθησα ιδιαίτερα τον φτωχό εκείνο φιλόσοφο και ποιητή, που μοιάζει να έχει πιάσει το νόημα, καταμεσής μιας κοινωνίας που κάνει τα πάντα να το χάσει. Και παρά τις αντιξοότητες δεν χάνει ποτέ το χιούμορ του…


« - Δηλαδή, Γκρενγκουάρ, ποτέ σας δεν ζηλέψατε αυτούς τους μορφονιούς με τις στρατιωτικές τους στολές;

- Να ζηλέψω τι, κύριε αρχιδιάκε; Τη δύναμή τους, την αρματωσιά τους, την πειθαρχία τους; Καλύτερα φιλοσοφία και ανεξαρτησία, κι ας φοράω κουρέλια. Προτιμώ να ‘μαι κεφάλι μύγας, παρά ουρά λιονταριού. (…)

- Τι σε κρατάει τόσο δεμένο με τη ζωή;

- Χίλιοι δυο λόγοι!

- Και ποιοι είναι αυτοί, παρακαλώ;

- Ποιοι; Ο αέρας, ο ουρανός, το πρωί, το βράδυ, το φεγγαρόφωτο, οι καλοί μου φίλοι οι αλήτες, τα καλαμπούρια μας με τις γριές στρίγγλες, τα όμορφα κτίρια του Παρισιού που τα μελετάω, τρία μεγάλα έργα που σκοπεύω να γράψω, εκ των οποίων ένα εναντίον του επισκόπου και των μύλων του, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Ο Αναξαγόρας έλεγε πως βρισκόταν στον κόσμο για να θαυμάζει τον ήλιο. Εξάλλου, έχω την ευτυχία να περνάω τις μέρες μου απ’ το πρωί ως το βράδυ μ’ έναν πνευματώδη άνθρωπο, εμένα, κι αυτό είναι εξαιρετικά ευχάριστο».



Théodore de Banville_Gringoire


Η κοινωνική συνείδηση του συγγραφέα.



Ο λόγος για τον οποίο η «Παναγία των Παρισίων» ανήκει στα κορυφαία μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ δεν εδράζεται μόνο στους μοναδικούς του χαρακτήρες, την καταιγιστική ιστορία και τους γεμάτους αίσθημα διαλόγους του. Σημαντικό μερίδιο του βιβλίου καταλαμβάνει ένας ακόμα χαρακτήρας, που υψώνεται πέρα και πάνω απ’ τους υπόλοιπους του έργου: είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, η φωνή του οποίου σχολιάζει τα κακώς κείμενα της εποχής, προβαίνει σε συγκρίσεις με το παρόν, αξιολογεί θετικά ή αρνητικά τα γεγονότα και – ευτυχώς για εμάς – δείχνει να συμπάσχει μαζί μας στις πιο σκληρές στιγμές του βιβλίου.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο μελετητής αυτός του Μεσαίωνα, κατόρθωσε να ζωντανέψει μέσα από την πένα του μια κοινωνία πολλών αιώνων πριν, δίχως να την εξωραΐζει όμως. Το βιβλίο του δεν συνιστά ιστορικό μυθιστόρημα φυγής, μα μια κριτική ματιά τόσο στην εποχή που περιγράφει, τα ήθη και τις συνήθειές της, όσο και μια έμμεση αναφορά στο παρόν.

Σκοπός του Ουγκώ δεν ήταν απλά να πει μια ιστορία – μα να αφυπνίσει συνειδήσεις. Ο Ρομαντισμός, του οποίου υπήρξε και ο κορυφαίος στη Γαλλία εκπρόσωπος, δεν ήταν ένα κίνημα απόδρασης· μα μια θέαση του κόσμου, με σκοπό να τον αλλάξει. Δεν είναι τυχαία εξάλλου η ένθερμη υποστήριξη τόσο του Ουγκώ, όσο και του Μπάιρον και άλλων Ρομαντικών, στα επαναστατικά κινήματα της εποχής – μεταξύ άλλων και στον ελληνικό αγώνα.

Στην «Παναγία των Παρισίων» αποκαλύπτονται τα κακώς κείμενα της εποχής: η διαφθορά των δικαστικών υπαλλήλων και η υπολειτουργία του νομικού συστήματος· η παράνοια της θρησκοληψίας και της δεισιδαιμονίας· ο ανταγωνισμός των εκπροσώπων της εξουσίας, για το ποιος θα έχει μεγαλύτερο μερίδιο απ’ την πίτα· η μετατροπή του λαού σε όχλο, ικανό για το καλύτερο και για το χειρότερο· η δίψα για άρτο και θεάματα, κόντρα στη γνώση και το πνεύμα· η στρατιωτική βία· η υποκρισία εκείνων που διψάνε για μια θέση, για κάποια ανώτερη εύνοια· η επιβολή της απόλυτης εξουσίας, κόντρα στο δίκαιο και τη λογική.

Στην αρχή του βιβλίου ο Γκρενγκουάρ προσπαθεί να μυήσει ένα πλήθος κόσμου στις αρετές μιας θεατρικής παράστασής του. Μάταια όμως· ο ένας μετά τον άλλο, οι θεατές απομακρύνονται. Την ίδια ώρα, βλέπετε, έχει ξεκινήσει πιο πέρα ένα γλέντι με σκοπό να αναδειχτεί η πιο γελοία γκριμάτσα. Ο Γκρενγκουάρ κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, προκειμένου να μη χάσει το κοινό του. Διερωτάται: «Θα δούμε ποιος θα τους κερδίσει: οι γκριμάτσες ή η λογοτεχνία;»

Μα ο κόσμος στρέφει τις πλάτες του στη τέχνη και τρέχει ν’ απολαύσει το θέαμα:

«Αλίμονο, είχε απομείνει μοναδικός θεατής του έργου του».


Μην έχετε καμία αμφιβολία πως αν χαρίζαμε σε ένα πλήθος κόσμου στις μέρες μας τέχνη από τη μία και φτηνή διασκέδαση από την άλλη, και τους ρωτούσαμε ποιο από τα δύο προτιμούν, η συντριπτική πλειοψηφία θα επέλεγε το δεύτερο.


Art by Luc Olivier Merson


Η φτώχεια περιγράφεται με ανάγλυφα γράμματα, συχνά μάλιστα με καυστικό χιούμορ:


«Με ό,τι του είχε απομείνει απ’ τη γνωστή συναδελφική αλληλεγγύη που ποτέ δεν εγκαταλείπει τελείως την καρδιά ενός πότη, ο Φοίβος έσπρωξε τον Ζαν με το πόδι σ’ ένα από κείνα τα μαξιλάρια των φτωχών, που η θεία πρόνοια φροντίζει να υπάρχουν σε όλες τις γωνιές του Παρισιού και που οι πλούσιοι τα αποκαλούν περιφρονητικά “σωρούς σκουπιδιών”».

«Να σε πια κατάσταση βρισκόταν ο Γκρενγκουάρ! Ούτε ψωμί, ούτε στέγη. Έβλεπε τις στερήσεις να τον ζώνουν από παντού, πιεστικά. Καιρό τώρα είχε ανακαλύψει αυτή την αλήθεια, πως δηλαδή ο Δίας δημιούργησε τους ανθρώπους σε κρίση μισανθρωπίας και πως, καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου ενός σοφού, η μοίρα κρατάει έγκλειστη τη φιλοσοφία του, σε κατάσταση πολιορκίας».


Οι φτωχοί δεν αποτελούν μόνο θύματα ωστόσο. Ανάμεσά τους γυρίζουν οι αλήτες που έκαναν επάγγελμά τη ζητιανιά και σαν άλλοι ηθοποιοί, υποδύονται με μαεστρία τους ρόλους τους, χτίζοντας μια οργανωμένη κοινωνία στα θεμέλια της μιζέριας τους. 100 χρόνια μετά ο Μπρεχτ θα έδινε για άλλη μια φορά πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλήθος των οργανωμένων ζητιάνων στην «Όπερα της Πεντάρας» - ενώ ο Καρκαβίτσας θα σκιαγραφούσε έναν μοχθηρό εκπρόσωπό τους στον περίφημο «Ζητιάνο» του.

Η περιγραφή της παρακμιακής «Πολιτείας των Ζητιάνων» είναι ανατριχιαστική.

«Ο δύσμοιρος ποιητής έριξε μια ματιά γύρω του. Βρισκόταν, πράγματι, στην τρομερή Αυλή των Θαυμάτων, εκεί όπου ποτέ αξιοσέβαστος άνθρωπος δεν είχε μπει τέτοια ώρα (…) Πολιτεία κλεφτών, αποκρουστική κρεατοελιά στο πρόσωπο του Παρισιού· υπόνομος απ’ όπου ξεχυνόταν κάθε πρωί και όπου ερχόταν να καταλαγιάσει κάθε βράδυ αυτό το τρομερό ρυάκι βίας, φαυλότητας, επαιτείας και αλητείας, που συναντάμε πάντοτε να ξεχειλίζει στους δρόμους κάθε μεγαλούπολης· τερατώδης κυψέλη, όπου κάθε βράδυ επέστρεφαν με τα λάφυρά τους όλοι οι κηφήνες της κοινωνίας (…) Ένα απέραντο καμαρίνι, όπου έβαζαν κι έβγαζαν τότε τα κοστούμια τους όλοι οι ηθοποιοί αυτής της αιώνιας κωμωδίας που παίζεται στη σκηνή του παρισινού πλακόστρωτου, με πρωταγωνιστές την κλοπή, την πορνεία και το φόνο».






Και όταν ο Γκρενγκουάρ αναγκάζεται να συμπεριληφθεί στα μέλη τους, προκειμένου να γλιτώσει την καταδίκη και το κρέμασμα, ακολουθεί μια μεγαλοπρεπής (και αποκαλυπτική, μέσα στη σάτιρά της) τελετή μύησης.


« - Δέχεσαι, είπε ο Κλοπέν, να καταταγείς στους σουγιαδάκηδες;
- Στους σουγιαδάκηδες; Ασφαλώς, απάντησε ο Γκρενγκουάρ.
- Ανακηρύσσεις τον εαυτό σου μέλος της συντεχνίας “ελεύθερων επαγγελματιών;”, συνέχισε ο βασιλιάς της Θούνης.
- Των “ελεύθερων επαγγελματιών”.
- Υπήκοο του βασιλείου της Αληταρίας;
- Του βασιλείου της Αληταρίας.
- Αλήτη;
- Αλήτη.
- Στην ψυχή;
- Στην ψυχή.
- Λάβε υπόψη, όμως, ξαναμίλησε ο βασιλιάς, ότι αυτό δεν θα σε γλιτώσει απ’ την κρεμάλα.
- Διάβολε! είπε ο ποιητής.
- Απλώς, συνέχισε ο Κλοπέν ατάραχος, θα κρεμαστείς αργότερα, με μεγαλύτερη επισημότητα, με έξοδα της καλής μας πόλης του Παρισιού, σε μια ωραία πέτρινη κρεμάλα, και από τίμιους ανθρώπους. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά».


Εν τέλει, εκείνο που διαχωρίζει τους μεν από τους δε, είναι ο τρόπος που θα κρεμαστούν… Γιατί άλλο να σε καταδικάζουν και να σε κρεμούν οι αλήτες και ο όχλος, και άλλο να σε κρεμά η εξαιρετική δικαιοσύνη των αρχόντων της πόλης.

Το αποκορύφωμα της σατιρικής και καυστικής σκιαγράφησης του Μεσαίωνα από τον Ουγκώ έρχεται στη διάρκεια της Δίκης της Εσμεράλδας, όταν αποφασίζουν να οδηγήσουν στο έδρανο του κατηγορουμένου την… κατσίκα της. Και οι δικαστές είναι πραγματικά αδίστακτοι απέναντι στην κατσικούλα, την οποία και αντιμετωπίζουν ως ενσάρκωση του Βελζεβούλ.


« - Αν ο δαίμονας που εξουσιάζει την κατσίκα αυτή και που αντιστάθηκε έως τώρα σε όλους τους εξορκισμούς επιμένει στις μαγγανείες του, αν προτίθεται να τρομοκρατήσει με αυτές το δικαστήριο, τον προειδοποιούμε ότι θα αναγκαστούμε να τον αντιμετωπίσουμε δια της αγχόνης και της πυράς».

Όσο αφορά την κατσικούλα; Δεν μπορεί παρά να βελάζει με απορία. «Μα είναι όλοι τους τρελοί;», θα μπορούσε ν’ αναρωτιέται.






Επίμετρο: «Αυτό Θα Σκοτώσει Εκείνο»...



Πρόκειται για μία από τις διασημότερες φράσεις του βιβλίου, ερχόμενη από το στόμα του Κλωντ Φρολό, και δίνοντας αφορμή στο συγγραφέα για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στην εξέλιξη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, της τέχνης και της δημιουργικής ελευθερίας. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μορφή «Βιβλίου-Μέσα-Στο-Βιβλίο», ένα Δοκίμιο που παρεμβάλλεται στην κανονική ιστορία, μην έχοντας άμεση σχέση με αυτή, μα εμπλουτίζοντας το φιλοσοφικό και ιστορικό υπόβαθρο του έργου – και χαρίζοντάς μας ένα μοναδικό ταξίδι στην ιστορία της τέχνης παράλληλα.

Κεντρικός άξονας της ανάλυσης του Ουγκώ είναι ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Αρχιτεκτονικής, ως δημιουργική μορφή έκφρασης, μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα και την εφεύρεση της Τυπογραφίας. Για τον Ουγκώ τα μεγάλα αρχιτεκτονικά μνημεία δεν συνιστούν τόσο ατομικά έργα, όσο αντανακλάσεις του πνεύματος των πολιτισμών που τα ανέδειξαν.


«Τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα είναι λιγότερο προσωπικά και περισσότερο συλλογικά έργα, γέννημα λαών μάλλον, παρά καρπός μεγαλοφυών ατόμων, κληρονομιά που αφήνει ένα έθνος, συνονθύλευμα που δημιουργούν οι αιώνες, κατάλοιπο διαδοχικών εξατμίσεων μιας ανθρώπινης κοινωνίας· ένα είδος γεωλογικού σχηματισμού, με δυο λόγια. Κάθε εποχή αποθέτει την πρόσχωσή της, κάθε φυλή καταθέτει το δικό της στρώμα στο μνημείο, κάθε άτομο εναποθέτει το λιθάρι του. Έτσι κάνουν οι κάστορες, έτσι κάνουν οι μέλισσες, έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Το μεγάλο σύμβολο της αρχιτεκτονικής, η Βαβέλ, είναι μια κυψέλη.»

«Τα μεγάλα οικοδομήματα, όπως και τα μεγάλα βουνά, είναι δημιουργήματα των αιώνων (…) Ο χρόνος είναι ο αρχιτέκτονας, ο λαός είναι ο χτίστης».


Η αρχιτεκτονική συνιστά μια ζωντανή γλώσσα. Τα μνημεία της αποτελούν βιβλία που αφηγούνται τις ιστορίες των πολιτισμών τους.


«Απ’ τις απαρχές του κόσμου ως και τον 15ο αιώνα της χριστιανικής εποχής, η αρχιτεκτονική υπήρξε αναμφισβήτητα το μεγάλο βιβλίο της ανθρωπότητας, το κύριο μέσο έκφρασης του ανθρώπου στα διάφορα στάδια της σωματικής και διανοητικής του εξέλιξης».


«Έτσι, ως τον Γουτεμβέργιο, η αρχιτεκτονική είναι η κύρια, η παγκόσμια γραφή. Σ’ αυτό το γρανιτένιο βιβλίο, που το άρχισε η Ανατολή, που το συνέχισε η ελληνική και η ρωμαϊκή Αρχαιότητα, ο Μεσαίωνας έγραψε την τελευταία σελίδα».






Σε εποχές που ο γραπτός λόγος ή οι εικαστικές δημιουργίες ήταν επιρρεπείς στις διαθέσεις κάθε δυνάστη και κάθε τυραννικού πολιτεύματος, τα μνημεία, με τον όγκο και τη διαχρονικότητά τους, διασφάλιζαν κάποια μορφή ελευθερίας της έκφρασης, για τον δημιουργό που συμμετείχε στην κατασκευή τους.


«Το να εγγράφεται ατόφια σ’ αυτά τα βιβλία που ονομάζονταν οικοδομήματα ήταν τότε ο μόνος τρόπος ελεύθερης έκφρασης της σκέψης. Δίχως την κτιριακή αυτή υπόστασή της, αν δεν είχε επιδείξει τη σχετική σύνεση και είχε διακινδυνέψει να παραμείνει στη χειρόγραφη μορφή της και μόνο, σύντομα θα είχε καεί δημόσια απ’ το χέρι του δήμιου. Η σκέψη-πυλώνας θα γινόταν έτσι μάρτυρας στην επιθανάτια αγωνία της σκέψης-βιβλίο».


«Τότε, όποιος γεννιόταν ποιητής, γινόταν αρχιτέκτονας. Το διάχυτο στις μάζες πνεύμα, καταπιεσμένο λόγω της φεουδαρχίας, μη βρίσκοντας διέξοδο παρά μόνο προς την κατεύθυνση της αρχιτεκτονικής, αναδυόταν στην επιφάνεια μέσω αυτής της τέχνης. Οι Ιλιάδες έπαιρναν τη μορφή καθεδρικών ναών. Όλες οι άλλες τέχνες υπάκουαν και πειθαρχούσαν στην αρχιτεκτονική· ήταν οι χειρώνακτες του μεγάλου έργου».

Διαφορετικές μορφές αρχιτεκτονικής αντανακλούν διαφορετικές κοινωνικές δομές – ξεκινώντας απ’ τη θεοκρατία και καταλήγοντας στη δημοκρατία, την οποία ο Ουγκώ προάσπιζε ως το ανώτερο από τα πολιτεύματα.

«Κάθε πολιτισμός αρχίζει με τη θεοκρατία και τελειώνει με τη δημοκρατία. Ο δρόμος της ελευθερίας που διαδέχεται την αρχική ομοιομορφία εγγράφεται και στην αρχιτεκτονική».


«Αν τραβήξουμε μια οριζόντια γραμμή, συναντάμε στις τρεις μεγαλύτερες αδελφές, την Ινδουιστική, την Αιγυπτιακή και τη Ρομανική αρχιτεκτονική, τη θεοκρατία, την κάστα, την ομοιομορφία, το δόγμα, το μύθο, τον Θεό. Αντίθετα, στις τρεις μικρότερες αδελφές, τη Φοινικική, την Ελληνική και τη Γοτθική αρχιτεκτονική, ανεξάρτητα απ’ τις όποιες, εγγενείς στην ίδια τη φύση τους, μορφολογικές διαφορές, συναντάμε την ελευθερία, το λαό, τον άνθρωπο».





Μέχρι που έφτασε η τυπογραφία. «Αυτό θα σκοτώσει εκείνο» - η Τυπογραφία θα σκοτώσει την Αρχιτεκτονική. Ο νεότερος κόσμος τον παλιό.


«Η εφεύρεση της τυπογραφίας είναι το μεγαλύτερο γεγονός της ιστορίας. Είναι η μητέρα όλων των επαναστάσεων που θ’ ακολουθήσουν».


Η αρχιτεκτονική πέρασε στο παρασκήνιο. Οι άλλες τέχνες πήραν τα ηνία. Και η μεγάλη γλώσσα της ανθρωπότητας πλέον τυπώνεται, αναπαράγεται, διαμοιράζεται, δίχως να φοβάται σεισμούς και επιδρομές. Η δυνατότητά της για αντιγραφή και διάδοση της πληροφορίας είναι η μεγάλη της δύναμη, απέναντι σε κάθε εξουσία, σε κάθε τύραννο που επιθυμεί να της κλείσει τη φωνή. Άλλοτε τα χειρόγραφα ήταν μοναδικά και στοιβάζονταν σε μια βιβλιοθήκη – μια πυρκαγιά αρκούσε να τα κάψει, να τα εξαφανίσει. Τότε τα μνημεία έσωζαν την πολιτισμική κληρονομιά των ανθρώπων. Μα από τον Γουτεμβέργιο και έπειτα, ο λόγος τυπώνεται, κυκλοφορεί, γίνεται κτήμα όλων. Απέναντι σε κάθε τζιχαντιστή επιδρομέα – απέναντι σε κάθε φασίστα δημαγωγό… ο λόγος που μπορεί και διαμοιράζεται σε χιλιάδες αντίγραφα υψώνει την ασπίδα του. Είναι η φωνή της ελευθερίας κόντρα στη σιωπή των τυράννων.

Γι’ αυτό ο Ουγκώ έλεγε πως η τυπογραφία αποτελεί το μεγαλύτερο γεγονός της ιστορίας. Μέσα απ’ την ποικιλομορφία της, την αστείρευτη διάδοση της πληροφορίας, την δυνατότητα συμμετοχής, αναδεικνύεται η γνήσια δημοκρατική κοινωνία του μέλλοντος. Περιττό να πούμε πως το Διαδίκτυο έχει εκτοξεύσει ακόμα παραπέρα αυτή τη δυνατότητα στις μέρες μας.

Αρκεί να μη χαθούμε στον κυκεώνα της πληροφορίας. Να διψούμε για γνώση. Να μη μετατρέψουμε την εύκολη πληροφόρηση σε ημιμάθεια (όπως συχνά γίνεται). Να μη μπλέξουμε στους λαβύρινθους του νέου αυτού, πελώριου Οικοδομήματος. Του μεγαλύτερου από τα αρχιτεκτονικά έργα.






«Το οικοδόμημα αυτό είναι κολοσσιαίο. Δεν θυμάμαι ποιος στατιστικολόγος μέτρησε ότι, στοιβάζοντας τον ένα πάνω στον άλλο όλους τους τόμους που έχουν τυπωθεί απ’ την εποχή του Γουτεμβέργιου, θα μπορούσε να καλύψει κανείς την απόσταση απ’ τη Γη ως τη Σελήνη (…) Είναι η μυρμηγκοφωλιά του ανθρώπινου νου. Είναι η κυψέλη όπου οι δημιουργίες της ανθρώπινης φαντασίας, οι χρυσές αυτές μέλισσες, έρχονται να φέρουν το μέλι τους. Το οικοδόμημα έχει χίλιους ορόφους (…) Εδώ κάθε ατομικό έργο, όσο ιδιόρρυθμο και αποκομμένο κι αν μοιάζει, έχει τη θέση του και το βάθρο του. Απ΄ τον καθεδρικό ναό του Σαίξπηρ ως το τέμενος του Μπάιρον, χίλια δυο μικρά καμπαναριά συνωστίζονται φύρδην μίγδην σ’ αυτή τη μητρόπολη της παγκόσμιας σκέψης (…) Στη βάση έχουν ξαναγραφτεί ορισμένοι παλιοί τίτλοι της ανθρωπότητας, που η αρχιτεκτονική δεν τους είχε καταγράψει. Στην είσοδο, αριστερά, βρίσκουμε εντοιχισμένο το ομηρικό πρότυπο ανάγλυφο από λευκό μάρμαρο· δεξιά, η πολύγλωσση Βίβλος ορθώνει τις επτά κεφαλές της. Η Λερναία Ύδρα του Ρομανσέρο αναδεύεται πιο πέρα, όπως και μερικές άλλες υβριδικές μορφές, οι Βέδες και τα Νιμπελούνγκεν. Κατά τ’ άλλα, το θαυμαστό εκείνο οικοδόμημα παραμένει πάντοτε ημιτελές. (…)

Ολόκληρο το ανθρώπινο γένος βρίσκεται στις σκαλωσιές. Κάθε πνεύμα κι ένας χτίστης. Ακόμη και το πιο ταπεινό, κάποια τρύπα βουλώνει, βάζοντας κι αυτό το πετραδάκι του (…) Άλλωστε, εκτός απ’ την πρωτότυπη και ατομική κατάθεση κάθε συγγραφέα, υπάρχουν και συλλογικές συνεισφορές. Ο 18ος αιώνας δίνει την Εγκυκλοπαίδεια, η Επανάσταση δίνει τον “Moniteur” (εφημερίδα της εποχής).

Βέβαια, κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα οικοδόμημα που υψώνεται σε ατέρμονες σπείρες· κι εδώ συναντάμε γλώσσες που συγχέονται, αέναη δραστηριότητα, ακάματο μόχθο, επίμονη συνεργασία ολόκληρης της ανθρωπότητας, καταφύγιο για το πνεύμα σε περίπτωση νέου κατακλυσμού ή νέας επιδρομής βαρβάρων. Πρόκειται για τον δεύτερο Πύργο της Βαβέλ του ανθρωπίνου γένους».


Victor Hugo


Επίλογος. Ο αντίλαλος των καμπάνων.



Κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος της παρουσίασής μας. Ήταν ένα αφιέρωμα και ένας προσωπικός φόρος τιμής μου, αν θέλετε, στην «Παναγία των Παρισίων» - από εκείνα τα βιβλία που με ταξίδεψαν, με μάγεψαν, με προβλημάτισαν και, εν τέλει, με τσάκισαν ψυχολογικά! Διαβάζοντας το έργο, είχα βλέπετε κατά νου τις… διασκευές του στα κινούμενα σχέδια! Πόσο απροετοίμαστος ήμουν λοιπόν! Ένα έργο τόσο υπέροχο, όσο και αδίστακτο, πραγματικά. Σαν την πραγματικότητα που περιγράφει… εδώ δεν χωράνε παραμύθια. Καημός θα μου μείνει.

Όσο αφορά τον Βίκτωρ Ουγκώ; Στη χώρα μας, τον καιρό που γράφτηκε η «Παναγία των Παρισίων», πολύ λίγοι τον γνώριζαν ακόμα… Τριάντα όμως χρόνια μετά, εν έτει 1862, ο Ουγκώ θα παρέδιδε ένα έργο που θα τον έκανε γνωστό και αγαπητό στους πάντες. Ένα έργο που συνέχιζε στα χνάρια που πρώτοι χάραξαν ο Κουασιμόδος και η Εσμεράλδα. Ήταν γεμάτο αλησμόνητους χαρακτήρες και παλλόταν με κοινωνική συνείδηση. Το όνομά τους ήταν Les Miserables” – οι Άθλιοι.

Μα όλα ξεκίνησαν από εκείνες τις καμπάνες. Τις καμπάνες που αντηχούν, και σήμερα, στ’ αυτιά μας.


«Δείτε πως, μ’ ένα σύνθημα του ουρανού, σταλμένο απ’ τον ήλιο που ανατέλλει, οι δεκάδες αυτές εκκλησίες σκιρτούν ταυτόχρονα. Πρώτα ακούγονται σκόρπια καμπανίσματα, απ’ τη μια εκκλησιά στην άλλη, όπως κάνουν οι μουσικοί λίγο πριν αρχίσουν να παίζουν· ύστερα, ξαφνικά, “κοιτάξτε”, μια και κάτι τέτοιες στιγμές το αφτί μοιάζει να’ χει κι αυτό την όρασή του, κοιτάξτε πως υψώνεται, απ’ όλα τα καμπαναριά συγχρόνως κάτι σαν στήλη ήχου, σαν καπνός αρμονίας (…)

Έπειτα λίγο λίγο, πληθαίνοντας, οι δονήσεις εκτείνονται, αναμειγνύονται, σβήνουν η μία μέσα στην άλλη, συγχωνεύονται σε μιαν εξαίσια συναυλία. Δεν αποτελούν πια παρά μια μάζα ηχητικών δονήσεων, που ξεχύνεται ακατάπαυστα απ’ τα αμέτρητα καμπαναριά, που επιπλέει, κυματίζει, σκιρτάει, στροβιλίζεται πάνω απ’ την πόλη, απλώνοντας πολύ πιο πέρα απ’ τον ορίζοντα τον εκκωφαντικό κύκλο των ταλαντώσεών της. Ωστόσο αυτή η θάλασσα αρμονίας πολύ απέχει απ’ το χάος· όσο ταραγμένη και βαθιά κι αν είναι, δεν έχει χάσει στο παραμικρό τη διαφάνειά της. Βλέπετε μέσα της να φιδογυρίζει ξέχωρα η κάθε ομάδα από φθόγγους που παράγουν τα καμπανίσματα· μπορείτε να παρακολουθήσετε το διάλογο, πότε υπόκωφο, πότε κραυγαλέο, ανάμεσα στο σήμαντρο και τη μεγάλη καμπάνα· βλέπετε τις οκτάβες να χοροπηδούν απ’ το ένα καμπαναριό στο άλλο· τις κοιτάζετε, φτερωτές, ανάλαφρες, να ξεπηδούν σφυρίζοντας απ’ την ασημένια καμπάνα, να πέφτουν σπασμένες και κουτσές απ’ την ξύλινη (…)

Σίγουρα πρόκειται για μια όπερα που αξίζει να την ακούσει κανείς. Συνήθως, η βουή που ανεβαίνει απ’ το Παρίσι τη μέρα είναι η πόλη που μιλάει· τη νύχτα, είναι η πόλη που ανασαίνει· εδώ, είναι η πόλη που τραγουδάει. Αφουγκραστείτε, λοιπόν, αυτή τη συγχορδία των καμπαναριών, σκορπίστε πάνω της το μουρμουρητό μισού εκατομμυρίου ανθρώπων, τον αέναο θρήνο του ποταμού, τις ατέρμονες ριπές του ανέμου, το βαθύ και απόμακρο κουαρτέτο των τεσσάρων δασών που απλώνονται στον ορίζοντα σαν τεράστιοι αυλοί εκκλησιαστικού οργάνου. Σβήστε απ’ όλα αυτά, σαν να τα βυθίζατε στο ημίφως, οποιονδήποτε υπερβολικά τραχύ και διαπεραστικό ήχο της κεντρικής καμπάνας και πείτε αν είδατε ποτέ κάτι πιο πλούσιο, πιο χαρούμενο, πιο χρυσαφένιο, πιο εκθαμβωτικό απ’ αυτό το πανδαιμόνιο από καμπάνες και καμπανίσματα· απ’ αυτό το καμίνι της μουσικής· απ’ αυτές τις χιλιάδες μπρούντζινες φωνές που τραγουδούν συγχρόνως, μέσα σε πέτρινους αυλούς και σ’ εκατό περίπου μέτρα ύψος· απ’ αυτήν την πολιτεία, που είναι όλη μια ορχήστρα· απ’ αυτή τη συμφωνία, που μαίνεται σαν καταιγίδα».


*Τα αποσπάσματα του βιβλίου που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Σμίλη είναι σε μετάφραση Ανδρέα Παππά και Βάνας Χατζάκη.