Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jazz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jazz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Μαΐου 2019

Χούλιο Κορτάσαρ... για τη Τζαζ



Ο Χούλιο Κορτάσαρ για τη Τζαζ - παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / Julio Cortázar playing his trumpet




«Μέσα από ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο ακουγόταν το θέμα που μάγευε τον Ολιβέιρα, μια ανώνυμη τρομπέτα και μετά το πιάνο, όλα μες στους αχνούς ενός παλιού γραμμόφωνου και μιας ελεεινής ηχογράφησης, από μια ορχήστρα ο Θεός να την κάνει, πριν την εμφάνιση της τζαζ, αλλά στο κάτω κάτω απ' αυτούς τους παλιούς δίσκους, απ' τα show boats και τις νύχτες στο Στόριβιλ είχε γεννηθεί η μοναδική οικουμενική μουσική του αιώνα,

» κάτι που έφερνε κοντά τους ανθρώπους περισσότερο και καλύτερα απ' ό,τι η εσπεράντο, η Unesco ή οι αερογραμμές, μια μουσική όσο πρέπει πρωτόγονη ώστε ν' αγγίζει την οικουμενικότητα, και όσο πρέπει καλή ώστε να γράψει τη δική της ιστορία, με σχίσματα, αποκηρύξεις και αιρέσεις, με το τσάρλεστον, το μπλακ μπότομ, το σίμι, το φοξ-τρότ, το στομπ και τα μπλουζ της, ώστε να επιτρέπει τις ταξινομήσεις και τις ετικέτες, αυτό ή το άλλο στιλ, το σουίνγκ, το μπίμποπ, το κουλ, να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τη χοτ και την εγκεφαλική τζαζ,

» μια μουσική ανθρώπινη, μια μουσική με διαφορετική ιστορία από αυτήν της ζωώδους χορευτικής μουσικής, της πόλκας, του βαλς, της σάμπας, μια μουσική που σου επέτρεπε να την αναγνωρίζεις και να την εκτιμάς τόσο στην Κοπεγχάγη όσο και στη Μεντόσα ή στο Κέιπ Τάουν, που ‘φερνε πιο κοντά τους νεαρούς με τους δίσκους κάτω απ' τη μασχάλη, που τους προμήθευε με ονόματα και μελωδίες σαν κωδικούς για ν' αναγνωρίζονται, να επικοινωνούν και να νιώθουν λιγότερο μόνοι, περιστοιχισμένοι από συγγενείς, προϊσταμένους και απέραντα δυστυχισμένους έρωτες,

» μια φυσική που απελευθέρωνε κάθε φαντασία και κάθε γούστο, τα ορχηστρικά 78 στροφών με τον Φρέντι Κέπαρντ ή τον Μπανκ Τζόνσον, η αντιδραστική αποκλειστικότητα της ντίξιλαντ, η ακαδημαϊκή εξειδίκευση στον «Μπιξ» Μπάιντερμπέκι ή η απόδυση στη μεγάλη περιπέτεια του Θελόνιους Μονκ, του Χόρας Σίλβερ ή του Θαντ Τζόουνς, τα γλυκανάλατα του Έρολ Γκάρνερ ή του «Αρτ» Τέιτουμ, οι μεταμέλειες και οι αποκηρύξεις, η προτίμηση στα μικρά γκρουπ, οι μυστηριώδεις ηχογραφήσεις με ψευδώνυμα και με τίτλους που τους επέβαλλαν οι δισκογραφικές εταιρείες ή τους υπαγόρευαν καπρίτσια της στιγμής,

» κι όλη αυτή η μασονία του σαββατόβραδου στο δωμάτιο του συμφοιτητή ή στο υπόγειο της λέσχης, με κοπέλες που προτιμούν να χορεύουν το “Star Dust” ή το “When your man is going to put you down” και μοσχοβολούν άρωμα και δέρμα και ζέστη, που αφήνουν να τις φιλήσεις όταν είναι πια αργά και κάποιος έχει βάλει το “The blues with a feeling” και σχεδόν κανείς πια δε χορεύει, μόνο στέκονται και λικνίζονται κι όλα είναι ποταπά, θολά και βρόμικα, και τ' αγόρια θέλουν να βγάλουν αυτά τα χλιαρά «κορμάκια» ενώ τα χέρια τους χαϊδεύουν μια πλάτη, και οι κοπέλες έχουν μισάνοιχτο το στόμα, παραδομένες στον ηδονικό φόβο και στη νύχτα, και τότε σηκώνεται μια τρομπέτα και τις κατακτά για λογαριασμό όλων των αγοριών, παίρνοντάς τες με μία και μόνη ζεστή φράση που τις κάνει να πέσουν σαν κομμένοι μίσχοι στην αγκαλιά των καβαλιέρων τους, κι αρχίζει μια ασάλευτη κούρσα, ένα σάλτο στον νυχτερινό αέρα, πάνω από την πόλη, ώσπου ένα πιανάκι τις επιστρέφει στον εαυτό τους, εξαντλημένες και συμφιλιωμένες κι ακόμα παρθένες ως το άλλο Σάββατο,

» όλα αυτά με μια μουσική που τρομοκρατεί τους ψωροφαντασμένους των θεωρείων, αυτούς που πιστεύουν πως τίποτα δεν αληθεύει αν δεν υπάρχουν τυπωμένα προγράμματα και ταξιθέτες, έτσι πάει ο κόσμος, και η τζαζ είναι σαν ένα πουλί που μεταναστεύει ή μετασταθμεύει ή μετοικεί ή μετεμψυχώνεται, λαθραία, πάνω από σύνορα, πάνω από τελώνες, κάτι που τρέχει και εξαπλώνεται, κι απόψε στη Βιέννη τραγουδά η Έλα Φιτζέραλντ ενώ στο Παρίσι ο Κένι Κλαρκ εγκαινιάζει μια cave και στο Περπινιάν χοροπηδούν τα δάχτυλα του Όσκαρ Πίτερσον κι ο «Σάτσμο» είν' όπου θέλεις χάρη στο δώρο της πανταχού παρουσίας που του έκανε ο Κύριος, στο Μπέρμιγχαμ, στη Βαρσοβία, στο Μιλάνο, στο Μπουένος Άιρες, στη Γενεύη, σ' όλο τον κόσμο,

» είναι αναπότρεπτο, είναι η βροχή και το ψωμί και το αλάτι, κάτι που αδιαφορεί απολύτως για τις εθνικές εορτές, για τις απαράβατες παραδόσεις, για τη γλώσσα και για το φολκλόρ: ένα ασύνορο σύννεφο, ένας κατάσκοπος του νερού και του αέρα, μια αρχετυπική μορφή, κάτι από πριν, κάτι από κάτω, που αδελφώνει Μεξικανούς με Νορβηγούς και Ρώσους και Ισπανούς, που τους επανεντάσσει στη μουντή και ξεχασμένη κεντρική φωτιά, και τους επαναφέρει άτσαλα κι άσχημα και με επισφάλεια σε προδομένες απαρχές, τους δείχνει ότι μπορεί να υπήρχαν άλλοι δρόμοι κι ότι αυτός που πήραν δεν ήταν ο μοναδικός ούτε ήταν ο καλύτερος, ή ότι μπορεί να υπήρχαν άλλοι δρόμοι κι ότι αυτός που πήραν ήταν ο καλύτερος αλλά μπορεί και να υπήρχαν άλλοι δρόμοι, γλυκοδιάβατοι, που δεν τους πήραν ή τους πήραν μέχρι τα μισά,

» κι ότι ο άνθρωπος είναι πάντα κάτι παραπάνω από άνθρωπος και πάντα κάτι λιγότερο από άνθρωπος, περισσότερο από άνθρωπος γιατί κλείνει μέσα του αυτά που η τζαζ υπονοεί, αυτά που παρακάμπτει, ακόμα κι αυτά που προεικάζει, και λιγότερο από άνθρωπος γιατί αυτή την ελευθερία τη μετέτρεψε σ' ένα παιχνίδι αισθητικής ή ηθικής, μια σκακιέρα όπου αρκείται να ‘ναι ο αξιωματικός ή το άλογο, ένας ορισμός της ελευθερίας που διδάσκεται στα σχολεία, ναι, στα σχολεία, όπου τα παιδιά δε διδάχθηκαν ούτε θα διδαχθούν ποτέ τα πρώτα μέτρα ενός ράγκταιμ ή την πρώτη φράση ενός μπλουζ, και τα λοιπά και τα λοιπά.»


"I could sit here and think a thousand miles away

I could sit here and think a thousand miles away

Since I had the blues this but I can't remember the day..."




*** 



Τέτοια έγραφε ο αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Kορτάσαρ [Julio Cortázar], εν έτει 1963, στο μυθιστόρημα του "Kουτσό" ["Rayuela", αγγλικά: "Ηopscotch"]. Ένα βιβλίο που ανασαίνει σε ρυθμούς τζαζ, παιχνιδιάρικο και πειραματικό σαν τον τίτλο του. Ένα βιβλίο στο οποίο ευελπιστώ να επανέλθω κάποια στιγμή. Στο μεταξύ όμως, μπορούμε να αφεθούμε, για μία φορά ακόμη, στη γλυκιά μελωδία εκείνης της ταξιδιάρικης τρομπέτας.

Photo: Στην πρώτη φωτογραφία ο Χούλιο Κορτάσαρ, σε επεξεργασία δική μου. Στη δεύτερη ο σαξοφωνίστας Jaleel Shaw, από το 19o Technopolis Jazz Festival στην Αθήνα. Η μετάφραση του Χούλιο Κορτσάραρ είναι του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Το φονικό κουνέλι, Μάιος του 19.



Ο σαξοφωνίστας Jaleel Shaw από το 19o Technopolis Jazz Festival

14 Φεβρουαρίου 2016

Το Χρονικό της Τζαζ, μέρος ΙΙΙ: Οι Νύχτες του Σικάγο






Σικάγο, 1923. Νύχτες νοτισμένες με ποτό και απολαύσεις. Ένα μαγαζί παραδομένο στον καπνό απ’ τα τσιγάρα, βυθισμένο θα ‘λεγες σε όνειρο. Αινιγματικοί τύποι που γνέφουν με νόημα στο σκιόφως. Σκοτεινά βλέμματα που αντανακλούν τη λάμψη του χρυσού. Μια γυναίκα με κοντό μαλλί και λαμπερά δόντια, όμοια με διαμάντια. Μάτια γάτας, γουργούρισμα πάνθηρα. Ένα στέκι κατάμεστο από κόσμο, όπως φαντάζεσαι, αν και δυσκολεύεσαι να διακρίνεις τον διπλανό σου μες στην καταχνιά.

Μα είναι όλοι τους εδώ – το ξέρεις. Μιλούν, χορεύουν, γελούν και πίνουν, πίνουν ασταμάτητα· κόντρα στο νόμο, κόντρα στα ήθη. Ήταν 1919 όταν κηρύχθηκε παράνομη στη χώρα η παρασκευή, η διακίνηση και η πώληση αλκοολούχων ποτών – ήταν η Ποτοαπαγόρευση. Μα ο νόμος έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα: σαν μανιτάρια ξεφύτρωναν τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, το ένα μετά το άλλο, και οι ιδιοκτήτες τους έτριβαν τα χέρια τους με ικανοποίηση. Το παράνομο χρήμα έδινε κι έπαιρνε και τα κέρδη φούσκωναν τις τσέπες (και τις κοιλιές) των βασιλιάδων της νύχτας. Η Ποτοαπαγόρευση έμοιαζε με φράγμα που προσπαθούσε να εμποδίσει το χείμαρρο μιας εποχής ολόκληρης – γιατί στα χρόνια της Δεκαετίας του 20 η κοινωνία μεταμορφωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς, πέρα από νόμους και διατάξεις που κατόρθωναν μόλις να ξύσουν την επιφάνεια ενός κοχλάζοντος ηφαιστείου, έτοιμου να εκραγεί. Θέλοντας ν’ αποτινάξει από πάνω του το βάρος ενός Παγκοσμίου Πολέμου, γυρίζοντας σελίδα στο παρελθόν και αδιαφορώντας για το μέλλον, ο κόσμος επέλεξε να αφεθεί στην ασυδοσία – ή τη λησμονιά – της νύχτας. Το ποτό ήταν το έμβλημα της νέας εποχής. «Ξέχασε τά όλα!», το σύνθημά της.

Το Lincoln Gardens ήταν τον καιρό εκείνο το μεγαλύτερο κέντρο χορού του Σικάγο. Τα βράδια τα πλήθη συνωστίζονταν για να πιουν, να ερωτοτροπήσουν, να αφεθούν, να λογομαχήσουν, να ζυγιάσουν βλέμματα, να κάνουν μπίζνες. Μα και για να παρακολουθήσουν την πιο καυτή μπάντα των καιρών: τη μπάντα του Joe “King” Oliver. Έχοντας μεταναστεύσει στο Σικάγο απ’ τη Νέα Ορλεάνη, όπως έκαναν χιλιάδες μαύροι τον καιρό εκείνο, ο Τζόε Όλιβερ μετέφερε στις αποσκευές του τον ανανεωτικό αέρα της μουσικής της πολιτείας του. Ήταν μια καινούργια μουσική που συνάρπαζε τα πλήθη. Ορισμένοι την αποκαλούσαν «Τζας» ή «Τζαζ» - μια λέξη ριζωμένη στη σλανγκ ορολογία των καιρών – μα ο περισσότερος κόσμος την ονόμαζε απλά “Hot Music”. Και αν τα περασμένα χρόνια οι λευκοί μουσικοί είχαν πρώτοι ηχογραφήσει μια εκδοχή αυτής της μουσικής, οι γνώστες ήξεραν καλά πως η αυθεντική Hot Music ήταν υπόθεση των μαύρων και πως η Νέα Ορλεάνη ήταν η πατρίδα της. Ανάμεσά τους, ο Τζόε Όλιβερ ήταν ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς – εξ’ ού και το παρατσούκλι «Κινγκ» Όλιβερ, με το οποίο έγινε γνωστός.

Ο Κινγκ Όλιβερ ήταν ένας γιγαντόσωμος, εντυπωσιακός τύπος μ’ ένα σημάδι πάνω από το αριστερό του μάτι. Εισήγαγε άφθονες καινοτομίες στο παίξιμο της κορνέτας όπως τα mutes ή η μίμηση ανθρωπίνων ήχων, όπως για παράδειγμα ο ήχος ενός μωρού που κλαίει. Και η μπάντα του υπήρξε η πρώτη αφροαμερικανική πετυχημένη μπάντα, σε μια εποχή που στις ηχογραφήσεις κυριαρχούσαν οι μπάντες των λευκών – απομιμήσεις, οι περισσότερες, του στυλ που πρώτοι καθιέρωσαν οι μαύροι. Ασφαλώς ούτε λόγος να γίνεται για μεικτά συγκροτήματα, απαρτιζόμενα από λευκούς και μαύρους μουσικούς μαζί · η δεκαετία του 20 έφερε πολλές ελευθερίες μεν, μα κάτι τέτοιο φάνταζε ακόμα αδιανόητο.


King Oliver's Creole Jazz band


Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μουσικής του Κινγκ Όλιβερ ήταν η δημιουργία ηχητικών υφών (textures), όμοιες με τις υφές που διέπουν μια ζωγραφική σύνθεση. Οι μουσικοί του έμοιαζαν περισσότερο με εικαστικούς: συνέθεταν ήχους που έμοιαζαν με αναλογίες και προσμίξεις χρωμάτων. Βασίζονταν περισσότερο στη διαίσθηση, όχι στην κωδικοποιημένη δομή της νότας και της κλίμακας που χαρακτηρίζει τη δυτική παράδοση. Ήταν μουσική που έφερνε κατά νου τα αρχέγονα χαρακτηριστικά της αφρικανικής μουσικής – που φάνταζε σαν φυσική συνέχεια μιας ιστορίας χιλιετιών. Ήταν η αυθεντική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης.

Υπήρχε κι ένας ακόμα μουσικός που ξεχώριζε στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ, παίζοντας δεύτερη κορνέτα. Ήταν ένας μάλλον παχουλός νεαρός, λίγο μαζεμένος, του οποίου το όνειρο από μικρός ήταν να παίξει στο πλευρό του ινδάλματός του – και νά που τα κατάφερε τελικά. Ο νεαρός αυτός είχε δύο χαρακτηριστικά. Το ένα ήταν πως έτεινε να παίζει τόσο δυνατά την κορνέτα, που έφτανε κάποιες φορές ως και να επισκιάζει με το παίξιμό του τον ίδιο τον αρχηγό της μπάντας – κάτι ανεπίτρεπτο! Το άλλο ήταν το χαμόγελό του: ένα χαμόγελο που κυριολεκτικά άστραφτε, σκορπίζοντας την καταχνιά, φεγγοβολώντας στο σκοτάδι.

Ήταν ο Λούις Άρμστρονγκ. Και σήμερα, στο τρίτο μέρος του ταξιδιού μας στην Ιστορία της Τζαζ, θα μιλήσουμε γι’ αυτόν – μα όχι μόνο. Επιβιβαστείτε.






Η Μεγάλη Μετανάστευση – Από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο



«Μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της μουσικής της Νέας Ορλεάνης είναι πως το μεγαλύτερο μέρος της συνέβη στο Σικάγο», αναφέρει ο ιστορικός Ted Giola στο βιβλίο του για την Ιστορία της Τζαζ. Πραγματικά, αν η Νέα Ορλεάνη υπήρξε η σπίθα, η εστία απ’ την οποία ξεπήδησε η φλόγα, ήταν το Σικάγο το μέρος στο οποίο η φλόγα έγινε φωτιά.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 είδαν μία από τις μεγαλύτερες εσωτερικές μεταναστεύσεις στη σύγχρονη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Πάνω από 50.000 Αφροαμερικανοί εγκατέλειψαν το Νότο και κατέφτασαν στο Σικάγο, αποζητώντας ευκαιρίες για δουλειά και μια καλύτερη ζωή. Στο Νότο οι συνθήκες έφταναν να γίνουν ανυπόφορες. Ο αποκλεισμός απέναντι στους μαύρους ήταν στοιχείο της καθημερινότητας, ενώ τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 10 είχαν γνωρίσει μια αλματώδη άνοδο της δημοτικότητας της Κου Κλουξ Κλαν. Απέναντι στη φρικτή πραγματικότητα τα μοναδικά εφόδια που είχε συνήθως ένας νεαρός μαύρος, ήταν το ταλέντο του στη μουσική και μια τρομπέτα στο χέρι. Μα στην ανεμοδαρμένη πολιτεία του Σικάγο, κάποιες φορές, τα εφόδια αυτά ήταν αρκετά – τουλάχιστον για τους ικανότερους ή τους πιο τυχερούς.

Δεν ήταν όμως κάποια επίσημη κρατική πολιτική, ή κάποια κοινωνική μεταρρύθμιση εκείνη που καθιστούσε το Σικάγο μια πόλη γεμάτη ευκαιρίες· όχι, ήταν το οργανωμένο έγκλημα εκείνο που επέτρεψε την άνθιση της μουσικής στην πόλη. Γιατί στα χρόνια της Ποτοαπαγόρευσης δεν υπήρχε μεγαλύτερη επιχειρηματική ευκαιρία για τους Νονούς της νύχτας, από την ενασχόληση με τα κέντρα διασκέδασης και την παράνομη διακίνηση ποτού. Και ασφαλώς μπορούμε να φανταστούμε όλοι πως κέντρο διασκέδασης ή μπαρ δίχως ζωντανή μουσική είναι αδιανόητο. Νά λοιπόν πως αναπτύχθηκε η Τζαζ στην πόλη – και πως βρήκαν δουλειές τόσοι και τόσοι μουσικοί την εποχή εκείνη.



Nightlife by Archibald John Motley, Jr.


Στο Σικάγο κατευθύνονταν οι πάντες – η πόλη προσέλκυε τις μάζες σαν φωτεινή πηγή μες στο σκοτάδι. Οι επαγγελματικές ευκαιρίες αφορούσαν λευκούς και μαύρους. Μα όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, ήταν αδιανόητο να δει κάποιος τον καιρό εκείνον κάποια μεικτή φυλετικά μπάντα. Υπήρχαν τα συγκροτήματα των λευκών από τη μία· και των μαύρων ή των μιγάδων απ’την άλλη. Σε δισκογραφικό επίπεδο αντίστοιχα, υπήρχαν οι δίσκοι των λευκών και οι δίσκοι των μαύρων – γνωστοί και ως “Race Records”. 

Οι τελευταίοι είχαν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση – ο κόσμος διψούσε για «μαύρη» μουσική, κόντρα στις ανησυχητικές κωδωνοκρουσίες των συντηρηρητικών ηθικολόγων, που θεωρούσαν πως η μουσική αυτή αντανακλά την γενικευμένη κατάπτωση των ηθών. Ήδη εν έτει 1913 μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης προειδοποιούσε: «Υπάρχει η τάση η Αμερική να γίνει θύμα του συλλογικού πνεύματος των Νέγρων, μέσα από τη λεγόμενη Ragtime μουσική; Εάν ναι, τότε πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για να προφυλαχτεί η χώρα από τον επικείμενο κίνδυνο... εκτός κι αν είναι πια αργά. Η Ragtime μουσική συμβολίζει την πρωτόγονη νέγρικη μουσική και τους ηθικούς περιορισμούς του νεγρικού τύπου».

Δυστυχώς για τους ηθικολόγους, ήταν πια αργά. Το Ragtime είχε μετεξελιχτεί σε Jazz – και κόντρα στις απαγορεύσεις, τα κέντρα που άνθιζε αυτή η μουσική έκαναν χρυσές δουλειές στα χρόνια της δεκαετίας του 20. Και το «επικίνδυνο νέγρικο στοιχείο» κατέκλυζε ολοένα και περισσότερο τη ζωή και τα ήθη των Αμερικανών και της νεολαίας· μιας νεολαίας διψασμένης για διασκέδαση, για μουσική, για έρωτα, μα πάνω απ’ όλα... για ελευθερία. Σε τελική ανάλυση ο κόσμος των γονιών τους – ο κόσμος που συμβόλιζε την κυρίαρχη ηθική μιας παλαιότερης εποχής είχε καταλήξει στο αιματοκύλισμα ενός γενικευμένου Πολέμου. Ας γίνουμε ανήθικοι λοιπόν! φαίνεται να σκέφτηκαν τα πλήθη των καιρών. Και δίχως ενοχές παραδόθηκαν στις απολαύσεις μιας εποχής με έμβλημα τους ήχους της Τζαζ.







Οι Μεγάλες Κυρίες των Μπλουζ



Οι πρώτες μαζικά αναγνωρίσιμες μορφές της μαύρης μουσικής ήταν οι μεγάλες κυρίες των Μπλουζ. Σε μια εποχή που μια γυναίκα με μαύρο χρώμα δέρματος ταυτιζόταν ή με στερεότυπα νοικοκυράδων και ευτραφών υπηρετριών (“Big Mama”), ή με φορείς ελαφράς ψυχαγωγίας και πόρνες, οι πρώτες αυτές κυρίες των Μπλουζ ανέδειξαν μια περισσότερο δυναμική πτυχή του γυναικείου φύλου: εκείνου της γυναίκας που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και τραγουδά, με πάθος, για την πραγματικότητα που ζει. Εδώ δεν υπάρχει επιτήδευση, δεν υπάρχει σκέρτσο, εδώ η γυναίκα δεν υποδύεται κάποιο θεατρικό ρόλο. Είναι ο εαυτός της· τα λόγια ξεπηδούν ωμά από το στόμα της, ξέχειλα με την συνειδητοποίηση της πραγματικότητας που ζει. Μα το άρωμα γυναίκας είναι πανταχού παρόν – ίσως περισσότερο από ποτέ.

Τα λόγια τους ήταν η πραγματικότητα που εξιστόρησαν, σε στίχους, τα Blues. Γεννημένα στον αμερικανικό Νότο, όμοια με πίνακες κοινωνικού ρεαλισμού ή με τα έργα κάποιου νατουραλιστή συγγραφέα, τα πρώιμα αγροτικά Μπλουζ δεν προορίζονταν για διασκέδαση – μα για έκφραση, για εκφόρτιση, για λύτρωση μέσα από τη μουσική και τον προσωπικό στίχο. Αναφερθήκαμε στην αρχική ανάπτυξη των Μπλουζ στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ). Ο W.C. Handy, καταγράφοντας τη μουσική και μπολιάζοντάς τη με τις ισχύουσες μουσικές φόρμες των καιρών, γεφύρωσε τις αποστάσεις ανάμεσα στον κόσμο της επαρχίας και στον κόσμο της πόλης – ανάμεσα στο προσωπικό και το δημοφιλές. Το επόμενο βήμα δεν άργησε να γίνει. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 τα Μπλουζ του Δέλτα μετανάστευσαν κι αυτά με τη σειρά τους. Από τα χωράφια, τις αλέες, τους χωματόδρομους και τα κακόφημα μπαρ μετακόμισαν στα θέατρα και τα καμπαρέ. Είχαν γίνει παιδιά της Πόλης και της Νύχτας και αφέθηκαν να μεταμορφωθούν, υπό τους προβολείς και τη λάμψη των φώτων. Μα η αυθεντικότητα που χαρακτήριζε την αρχέγονη μορφή τους ήταν ακόμα εκεί.

Η αστικοποιημένη νέα εκδοχή των Μπλουζ καθιερώθηκε με την ονομασία «Κλασικά Μπλουζ» (Classic Blues). Δύο υπήρξαν τα προεξέχοντα χαρακτηριστικά τους: η παρουσία μιας μπάντας από χάλκινα, συχνά απαρτιζόμενης από μουσικούς της Τζαζ (ενώ στην αυθεντική μορφή τους τα Μπλουζ δεν ήταν παρά ο τραγουδιστής και η κιθάρα του) · και η κεντρική θέση μιας γυναίκας τραγουδίστριας.


Ma Rainey and fan


Εν μέρει ήταν μια στροφή στην παράδοση του αμερικανικού Vaudeville και των θεατρικών Minstrel Show. Σκοπός της μπάντας ήταν πρωτίστως να διασκεδάσει – η παρουσία της γυναίκας στον κεντρικό ρόλο προσέδιδε το αναγκαίο σεξ απίλ και τη λάμψη που χρειαζόταν για να προσελκύσει τα πλήθη. Βρισκόμαστε στις πόλεις εξάλλου, και στον κόσμο των νυχτερινών κέντρων δεν έχει σημασία η καλλιτεχνική ή η προσωπική έκφραση – μα η ψυχαγωγία. Τα Μπλουζ, έχοντας εγκατασταθεί στα αστικά κέντρα, φόρεσαν το ένδυμα που τους αναλογούσε: πλουμισμένο με αστραφτερά κοσμήματα και υποσχόμενο ηδονές.

Μα ο ίδιος ο Ρόμπερτ Τζόνσον, παίζοντας μοναχός με την κιθάρα του, αποζητούσε να μαγέψει το γυναικείο κοινό της εποχής του· τα μπλουζ έβριθαν πάντα από μια μυστηριώδη σεξουαλική δύναμη, πρωτόγονη μα βαθιά μαγνητική, σχεδόν ζωώδης. Τα Κλασικά Μπλουζ έφεραν τις γυναίκες τραγουδίστριες στο προσκήνιο, ενισχύοντας στο έπακρο τον αρχέγονο αυτό μαγνητισμό τους, μπολιάζοντάς τον με το στοιχείο της προσωπικής αφήγησης. Όταν τραγουδούσε η Μπέσσυ Σμιθ (Bessie Smith) ο κόσμος κρεμόταν απ’ τα χείλη της· ένιωθες κάθε λέξη της να πάλλεται, να αιωρείται στον ρυθμό της νύχτας, σαν καπνός από τσιγάρο που σε περιτυλίγει. Γνώριζες πως κάθε στίχος, κάθε ιστορία που ξεπηδούσε απ’ τα χείλη της, ήταν αυθεντική. Σχεδόν λες και σου εξομολογούνταν κάποιο περιστατικό της ζωής της. Δεν είχε σημασία αν το είχε όντως ζήσει ή όχι – αρκούσε η αίσθηση που σου μετέδιδε, η υποψία πως μπροστά στα μάτια σου ξετυλίγεται κάποια αληθινή ιστορία.

Ήταν κάτι διαφορετικό από όσα είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε. Ήταν ψυχαγωγία – μα ήταν και πολλά περισσότερα. Ήταν το άρωμα γυναίκας που έφεραν οι πρώτες αυτές Κυρίες των Μπλουζ – της αληθινής γυναίκας, όχι της γυναίκας κακέκτυπο, όχι της γυναίκας στερεότυπο. Της γυναίκας που αγαπάει, ερωτεύεται, υποφέρει, μένει μόνη, καταστρέφεται, ελπίζει. Της γυναίκας που δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από μάσκες, μα λέει αυτό που νιώθει, πράττει εκείνο που αισθάνεται, παίρνει τη ζωή στα χέρια της. Ακούγοντας τη Μπέσσυ Σμιθ, βλέποντας την επιβλητική παρουσία της πάνω στη σκηνή, ήξερες πως όλα αυτά είναι αληθινά – τα ύψη και τα βάθη, κάθε στίχος, κάθε εγκατάλειψη, κάθε προσδοκία. Τίποτα δεν είναι απλά ψυχαγωγία εδώ, τίποτα δεν είναι μόνο σόου.



Bessie Smith


Στην εφηβεία της η Μπέσσυ Σμιθ περιόδευε με τη μπάντα της Μα Ρέινι (Ma Rainey). H Μα Ρέινι θεωρείται, όχι άδικα, ως «μητέρα» των Μπλουζ και η επιρροή που είχε στη νεαρή Μπέσσυ ήταν σίγουρα υψηλή. Σημαντικός σταθμός υπήρξε εξάλλου η πρώτη ηχογράφηση μίας άλλης μεγάλης κυρίας των Μπλουζ, της Mamie Smith, εν έτει 1920. Το τραγούδι “Crazy Blues” σημείωσε τεράστια επιτυχία και καθιέρωσε, ουσιαστικά, όχι μόνο τα Κλασικά Μπλουζ, μα και το σύνολο των “Race Records” – των φυλετικών δίσκων, από τους οποίους πολλές δισκογραφικές άρχισαν να έχουν παραρτήματα, βλέποντας πόσο μεγάλη απήχηση είχαν. Μια διαφήμιση των Black Swan Records ανέφερε χαρακτηριστικά: “the only records using exclusively negro voices”, περήφανη για την παρουσία «αυθεντικών νέγρικων φωνών» στους δίσκους της.

Η Έθελ Γουότερς (Ethel Waters) ήταν μία ακόμα από τις μεγάλες κυρίες των καιρών. Σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία τόσο ως τραγουδίστρια, όσο και ως ηθοποιός, ήταν η αγαπημένη του λευκού κοινού. Η καθαρή φωνή της ερχόταν σε αντίθεση με την βραχνάδα της Μπέσσυ Σμιθ. H απήχησή της υπήρξε τόσο μεγάλη, που έφτασε να εμφανιστεί headliner στο Palace της Νέας Υόρκης – ήταν η πρώτη φορά που μια μαύρη καλλιτέχνις κατόρθωνε κάτι τέτοιο. Άραγε να γνώριζε το καλοντυμένο κοινό που συνωστιζόταν στο πολυτελές κέντρο πως η Έθελ είχε γεννηθεί από βιασμό; Λογάριαζαν άραγε οι φιλήσυχοι αστοί πως το κορίτσι αυτό ήταν στα 10 της χρόνια αρχηγός μιας συμμορίας παιδιών που έκλεβαν για να ζήσουν και επόπτευαν τους δρόμους, προειδοποιώντας τις πόρνες και τους προαγωγούς τους για τυχών ύποπτες κινήσεις; «Δεν είχα ποτέ παιδική ηλικία, ποτέ δεν με αγκάλιασε, δεν με χάιδεψε, δεν με κατάλαβε η οικογένειά μου», είχε πει η Έθελ – μία από τις πρώτες ντίβες, αυθεντική όσο ελάχιστες.

Και η πραγματικότητά της δεν ήταν η εξαίρεση – μα ο κανόνας για την πλειοψηφία των μαύρων την εποχή εκείνη. Ευτυχώς, κάποιοι είχαν το ταλέντο και την τύχη να αναδειχτούν, όπως η Έθελ. Άλλοι – οι περισσότεροι – απλά χάθηκαν μες στην αφάνεια.


Ethel Waters

Για να επιζήσεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο χρειαζόταν όχι μόνο τύχη, μα πυγμή, δυναμισμός. Και ήταν ο δυναμισμός εκείνος από τον οποίο ξεχείλιζε η προσωπικότητα της  Μπέσσυ Σμιθ. Ήταν Ιούλιος του 1927 όταν μια ομάδα μελών της Κου Κλουξ Κλαν επιχείρησαν να αναστατώσουν μια παράστασή της. Η Μπέσσυ δεν πτοήθηκε· βγήκε έξω με τις γροθιές της σηκωμένες, προκαλώντας τους, υψώνοντας τη βροντερή φωνή της. Τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν το έβαλαν στα πόδια.

Η Μπέσσυ ήταν μια γυναίκα κυριολεκτικά ασυγκράτητη. Συχνά επιθετική, πίνοντας ασταμάτητα, απολύτως ανοιχτή απέναντι στη σεξουαλικότητά της, διατηρώντας σχέσεις τόσο με άντρες όσο και με γυναίκες, και ερμηνεύοντας τραγούδια με τίτλους όπως “Empty Bed Blues”, “Need A Little Sugar In My Bowl” και “You’ve Got To Give Me Some”, σκανδάλισε τα πλήθη των καιρών της – δίνοντας ταυτόχρονα πάτημα στους ηθικολόγους για να καταδικάσουν τα Blues και τη Τζαζ, παρουσιάζοντάς τα σαν μουσικές «εκφυλισμένες», συνώνυμες της «παρακμής της εποχής». Πρώτη έδωσε το καλούπι πάνω στο οποίο θα έκτιζαν αργότερα τη μορφή τους μορφές όπως η Billie Holiday και η Janis Joplin. Ήταν μια γυναίκα που γύρεψε να ζήσει ελεύθερα σ’ έναν κόσμο που σκανδαλιζόταν και μόνο στη σκέψη. Μια μαύρη που θέλησε να εκφραστεί σ’ έναν κόσμο λευκών. Έναν κόσμο παραδομένο στο χρήμα και στα κέρδη, που έβλεπε σ’ εκείνην το σκάνδαλο και την παρακμή – και τη φοβόταν δίχως να το παραδέχεται.

Η ίδια αυτή γυναίκα έδινε μεγάλο μέρος απ’ τα έσοδά της σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ δεν δίσταζε ποτέ να βοηθήσει κάποιο φίλο σε ανάγκη. Η παρουσία της ενέπνευσε πλήθος άλλων – γυναικών και αντρών – που αισθάνονταν καταπιεσμένοι και γύρευαν κάποια διέξοδο σ’ ένα περιβάλλον που δεν ήταν πλασμένο στα μέτρα τους. Καθιερώθηκε όχι μόνο σαν η σημαντικότερη Μπλουζ τραγουδίστρια των καιρών της, μα ως μία από τις μεγαλύτερες παρουσίες της εποχής. Πέθανε σε ηλικία 43 χρόνων.

Κι επιστρέφουμε στα χρόνια που περιγράφουμε... Κάπου στα μισά της δεκαετίας του 20 η Bessie Smith συνεργάστηκε με τον αναδυόμενο, τα χρόνια εκείνα, Louis Armstrong. H Μπέσσυ στη φωνή, ο Λούις στην τρομπέτα. Ο Άρμστρονγκ βρισκόταν σε μια καμπή της ιστορίας του – έχοντας σταδιακά αναπτύξει το δικό του προσωπικό ύφος και νιώθοντας πως οι μπάντες με τις οποίες είχε συνεργαστεί δεν κάλυπταν πλέον τις δημιουργικές ανάγκες του. Η επαφή με την Μπέσσυ ενδεχομένως να στάθηκε καταλυτική για τον νεαρό Λούις. Η ερμηνεία των δυο τους στο “Saint Louis Blues” παραμένει, κατά τη γνώμη μου, η βαθύτερη και η πιο ανατριχιαστική εκδοχή του περίφημου αυτού τραγουδιού – ανάμεσα στις τόσες και τόσες που υπάρχουν. Ακούγοντας τη φωνή της Μπέσσυ νιώθεις να σε κατακλύζει μια βαθιά αισθαντικότητα, ένα πηγαίο συναίσθημα μιας γυναίκας που υποφέρει. Και ακούγοντας την τρομπέτα του Λούις Άρμστρονγκ να τη συνοδεύει, συχνά μιμούμενη τη φωνή της, κάνοντας να ξεπηδούν ήχοι που δε θυμίζουν μουσικό όργανο... συνειδητοποιείς πως εκείνο που ακούς δεν είναι παρά ο αντίλαλος της δικής σου, προσωπικής φωνής, μεταμφιεσμένης σε νότες. Άκου πως χορεύουν αρμονικά, τρομπέτα και φωνή, πως σμίγουν και χωρίζουν, πως συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, πως τυλίγονται σ’ έναν αδιάσπαστο δεσμό.

Έτσι έκαναν τα Μπλουζ και η Τζαζ την εποχή εκείνη. Γι’ αυτό και η ιστορία τους είναι τόσο στενά συνυφασμένη.



Bessie Smith


Το πλατύ χαμόγελο της μουσικής



Όταν η Αλίκη συνάντησε τη Γάτα του Τσέσαϊρ στην «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων» της έκανε εντύπωση το πλατύ χαμόγελό της· κι ενώ η γάτα γινόταν σταδιακά αόρατη, το χαμόγελό της ήταν το τελευταίο που έσβηνε – έμενε να αιωρείται, λευκή ημισέληνος που λαμποκοπούσε στο σκοτάδι. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να λέει πάντα περισσότερα από εκείνα που φανέρωνε. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να δανείζει το φως του στα άστρα που το περιέβαλαν, πλουμίζοντας λάμψη το μαύρο ουρανό.

Ο ουρανός της μουσικής θα φέρει για πάντα τη λάμψη απ’ το ζωογόνο, πλατύ χαμόγελο του Louis Armstrong. Ήταν πάντα εκεί – στους καλούς καιρούς και στους δύσκολους καιρούς, το ίδιο πλατύ, το ίδιο ζωογόνο. Και η μουσική Τζαζ έμελλε να γνωρίσει σε αυτόν το πρώτο μεγάλο της αστέρι – ένα από τα μεγαλύτερα που στεφάνωσαν ποτέ τον πολύφωτό της ουρανό.

Πολύς κόσμος σήμερα γνωρίζει τον Λούις Άρμστρονγκ μέσα από τα τραγούδια του. Και είναι γεγονός πως η χαρακτηριστική βραχνάδα της φωνής του επηρέασε πλήθος τραγουδιστών την εποχή εκείνη. Ωστόσο ο Άρμστρονγκ ήταν πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας πελώριος μουσικός – ένας πραγματικός καινοτόμος της τρομπέτας, ένας τολμηρός πρωτοπόρος που άνοιξε νέους δρόμους στη μουσική του 20ου αιώνα. Με τον Άρμστρονγκ ουσιαστικά ξεκινά η εποχή του σολίστα – τίποτα ποτέ δεν θα ήταν ξανά ίδιο, αφού ο «Σάτσμο» είχε πια κάνει το πέρασμά του, σκορπώντας γύρω του εύθυμες νότες και μουσικά χαμόγελα...






Γεννήθηκε σ’ ένα τόσο βίαιο μέρος της Νέας Ορλεάνης που ονομάστηκε «πεδίο μάχης». Η μητέρα του δούλευε συχνά σαν πόρνη για να τα βγάλει πέρα, ενώ ο πατέρας του είχε εγκαταλείψει από νωρίς την οικογένεια, για να ζήσει με την ερωμένη του. Η ζωή του δρόμου ήταν η καθημερινότητα του μικρού Λούι. Εφτά χρονών παρέδιδε κάρβουνο στις κακόφημες συνοικίες του περίφημου Storyville – και κάποιες φορές έστηνε αυτί πίσω από τις πόρτες, ακούγοντας τη μουσική που ξεχυνόταν από κάποιο παλιό πιάνο ή καμιά ξεχαρβαλωμένη κορνέτα, πνιγμένη πίσω από ξεφτισμένα βογκητά ηδονής. Έτσι ήταν που ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική του Τζόε Όλιβερ – του ινδάλματός του. Έτσι ήταν που αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική και ο ίδιος.

Στα 11 του χρόνια παράτησε το σχολείο και δημιούργησε την πρώτη του μπάντα. Το Storyville (γνωστό και ως «Συνοικία των Κόκκινων Φώτων») υπήρξε το πεδίο εξόρμησής τους, ο πρώτος συναυλιακός τους χώρος. Οι πόρνες και οι θαμώνες των μπουρδέλων πιθανό να αποτέλεσαν το πρωταρχικό κοινό του. Δες πως χαμογελούσε ο μικρός! Λες και παρέδιδε κονσέρτο σε κάποιο πολυτελές μέγαρο! Το χαμόγελο ήταν από τότε χαραγμένο στα χείλη του.

Το 1914, τον καιρό που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο έφηβος Λούις έπαιζε σε κακόφημα μπαρ και παρελάσεις, προκαλώντας ήδη εντυπώσεις με το δυνατό του παίξιμο. «Έχει ταλέντο ο μικρός», φαίνεται σκέφτηκε αρκετός κόσμος την εποχή εκείνη. Τα επόμενα χρόνια δοκίμασε την τύχη του παίζοντας μουσική σε ατμόπλοια που διέσχιζαν τον Μισσισσιπή – το ταξιδιάρικο πνεύμα είχε εισχωρήσει για τα καλά μέσα του και η μουσική του έμοιαζε να διαχέεται απ’ την μια πολιτεία στην άλλη, όμοια με τα ρέοντα νερά του ποταμού.

Κάποια στιγμή μάλιστα παντρεύτηκε τον πρώτο του έρωτα, μια νεαρή που ονομαζόταν Νταίζυ. Η σχέση τους δεν κράτησε πολύ. Παρά τις αντιξοότητες δεν το έβαζε κάτω ο νεαρός Λούις – και πάντα έβρισκε λόγους να χαμογελάει – ακόμα και όταν διαπίστωσε πως τα θέλγητρα του γάμου δεν ήταν όπως τα είχε φανταστεί. Μα αν η συζυγική ζωή του χαρακτηριζόταν από μια γενικότερη αστάθεια, τα μουσικά του βήματα τον έφερναν πάντα ένα βήμα παραπέρα. Κάπως έτσι λοιπόν, βήμα στο βήμα, ταξίδι στο ταξίδι, κατέληξε κι αυτός στο Σικάγο εν έτει 1922, παρέα με το πελώριο κύμα της μετανάστευσης που αναφέραμε. Κάπως έτσι η μουσική που γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη έκανε το επόμενό της βήμα.







Λούις και Λιλ. Ο χρυσός στην πέτρα.



Τον καιρό εκείνο η Τζαζ υπήρξε μια κατεξοχήν συλλογική μουσική έκφραση· όπως αναφέραμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ), η πρωταρχική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης χαρακτηριζόταν από μια διάθεση ομαδικότητας, στην οποία δεν ξεχώριζε ακόμα η ατομική φωνή του σολίστα. Από τη μία υπήρχαν οι μπάντες των λευκών, γνωστές και ως «Ντίξιλαντ» (Dixieland)· και από την άλλη οι μπάντες των μαύρων (η μουσική των οποίων συχνά αποκαλούνταν “hot music”). Μα αν σε κάθε μπάντα υπήρχαν κάποια μέλη που ξεχώριζαν ή ένας αρχηγός, ήταν η συλλογική αίσθηση εκείνη που είχε σημασία εν τέλει, όχι η ατομική φωνή του κάθε μουσικού. Αν υπήρχαν σόλο, ήταν όλα μικρής διάρκειας, δημιουργημένα ώστε να προσαρμόζονται αρμονικά στην σφαιρική σύνθεση, όχι να ξεχωρίζουν.

Έτσι είχε η κατάσταση και στη μπάντα του Τζόε «Κινγκ» Όλιβερ, που όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, υπήρξε η δημοφιλέστερη μαύρη μπάντα των καιρών. Ο Όλιβερ υπήρξε διορατικός: είχε ακούσει για το παίξιμο του νεαρού Λούις και είχε συνειδητοποιήσει πως ο ταλαντούχος αυτός μουσικός μπορεί να συνεισφέρει θετικά στο συγκρότημά του. Γνώριζε εξάλλου πως ο νεαρός τον θαύμαζε και τι καλύτερο για ένα δάσκαλο, από το να παίζει στην ίδια μπάντα με έναν χαρισματικό του μαθητή – αρκεί να μην ξεπερνάει τα όρια και να θυμάται φυσικά πως δεν παύει να είναι ένας μαθητής. Σε τελική ανάλυση ήταν η μπάντα του King Oliver – και αυτός ήταν ο βασιλιάς της.






O Armstrong εμαθε πολλά από το δάσκαλό του – κάποιες φορές μάλιστα απογοητευόταν, καθώς αδυνατούσε να αναπαράγει τον ήχο της κορνέτας του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που προσπάθησε να μιμηθεί το σόλο του Oliver στο “Dippermouth Blues”, δίχως όμως επιτυχία. Οι μικρές αυτές αποτυχίες ενίοτε τον αποθάρρυναν, άλλες φορές όμως τον πείσμωναν. Ήθελε να γίνει καλύτερος, να ξεπεράσει το δάσκαλό του, να φτάσει ακόμα ψηλότερα.

Όλοι κάποιες φορές έχουμε ανάγκη από μια ώθηση· έναν άνθρωπο που θα μας σπρώξει προς την σωστή κατεύθυνση· κάποιον που θα εντοπίσει το πολύτιμο μέταλλο που κρύβουμε, σε ακατέργαστη μορφή, μέσα στο σκληρό μας πέτρωμα και θα μας βοηθήσει να το εξορύξουμε· εκείνον που θα δώσει διέξοδο στις θετικές πλευρές του εαυτού μας, που συχνά κρύβουμε και ενίοτε αγνοούμε πως υπάρχουνε. Σε έναν κόσμο που συχνά πράττει το ακριβώς αντίθετο, καλλιεργώντας ό,τι ανούσιο και αρνητικό υπάρχει στους εαυτούς μας, λειτουργώντας σαν καθρέπτης που αντανακλά μόνο τις ελαττωματικές πλευρές μας (γιατί ίσως έτσι αισθάνεται ανώτερος ο ίδιος), το να αναδεικνύεις τις θετικές πτυχές των άλλων συνιστά έργο σπάνιο, μα πολύτιμο. Έχουμε περισσότερη ανάγκη από τέτοιους σκαπανείς, τέτοιους εκσκαφείς πολύτιμων μετάλλων... και λιγότερους λιθοβολιστές. Περισσότερη ενθάρρυνση και λιγότερη επίθεση. Γιατί από πέτρες, κούφιες, σκληρές και αδιάφορες... έχουμε γεμίσει.

Τέτοιος εκσκαφέας στάθηκε για τον Λούις Άρμστρονγκ μια γυναίκα: η Λιλ Χάρντιν (Lil Hardin). Μουσικός η ίδια, πιανίστα, και συμπαίχτης του στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ. Ήταν εκείνη που συνειδητοποίησε όσο κανένας άλλος το μέγεθος των ικανοτήτων του και το γεγονός πως στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ είχε φτάσει πλέον να περιορίζεται. Λένε πως στις ηχογραφήσεις τον έβαζαν να παίζει σε απόσταση από όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, προκειμένου να μην τους θάβει με το παίξιμό του – τόσο δυνατό ήταν, τόσο επιβλητικό. Μα αν η επίσημη γραμμή του συγκροτήματος ήταν πως ο Άρμστρονγκ όφειλε να αυτοπεριορίζεται προκειμένου να μην διαταραχτεί η μουσική ισορροπία (ή ιεραρχία, αν προτιμάτε), η Λιλ διαπίστωσε πως η πολιτική αυτή κατέληγε να στερεί έναν άνθρωπο από το πλήρες ξεδίπλωμα των ικανοτήτων του.

Μα ήταν και κάτι ακόμα: Η Λιλ είχε ερωτευτεί τον ταλαντούχο, πλην ατσούμπαλο αυτόν μουσικό.




Όταν τον είχε δει για πρώτη φορά, έχοντας καταφτάσει στο Σικάγο με μια βαλίτσα στο χέρι κι ένα αφελές χαμόγελο στο πρόσωπο, της είχε κάνει εντύπωση η προχειρότητα των ρούχων του, η επαρχιώτικη διάθεση που αναδείκνυε με την εμφάνισή του. Έμοιαζε με χωριατόπουλο που είχε καταφτάσει στη μεγάλη πόλη – εκτός τόπου και χρόνου. Και σα να μην έφταναν αυτά, τον είχε θεωρήσει χοντρό – πολύ χοντρό. Ναι, η πρώτη εντύπωση που έκανε ο χοντρο-Λούι στη Λιλ κάθε άλλο παρά θετική ήταν.

Μέχρι που ξεκίνησαν οι συναυλίες της μπάντας – και τότε η Λιλ άρχισε να συνειδητοποιεί πως το ακατέργαστο, άγαρμπο, ατσούμπαλο αυτό κομμάτι πέτρας με το πλατύ χαμόγελο κρύβει μέσα του χρυσάφι. Και τον αγάπησε. Και θέλησε να τον βοηθήσει. «Μπορείς να κάνεις περισσότερα απ’ αυτό, πολύ περισσότερα», του είπε. Και ο Λούις την κοιτούσε με μάτια που πετούσαν σπίθες, όμοιες με τη λάμψη της τρομπέτας του.

Ο Λούις και η Λιλ τελικά παντρεύτηκαν – ήταν ο δεύτερος γάμος του Άρμστρονγκ. Και η Λιλ στο εξής θα λεγόταν κυρία Λιλ Άρμστρονγκ.



H Lil Hardin και ο Louis Armstrong μετά από χρόνια...


Η ανάδειξη των Hot Five



Ο άνεμος της μουσικής εξάπλωνε τις νότες του σαν κύματα στη θάλασσα. Κι εκείνες διέσχιζαν τις πολιτείες, από τη μία στην άλλη, σκορπίζοντας γύρω τους άφθονες προσδοκίες. Κάπως έτσι ξεδιπλώθηκε ο πρωταρχικός καμβάς της Τζαζ, από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο... και από το Σικάγο στη Νέα Υόρκη. Ήταν εκεί εν έτει 1924 ένας φιλόδοξος συνθέτης που ονομαζόταν Fletcher Henderson. O Χέντερσον επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα μουσικό κράμα που θα ενσωματώνει στοιχεία της μαύρης «χοτ» μουσικής απ’ τη μία, μα εντός ενός περισσότερο κομψευόμενου «λευκού» περιτυλίγματος απ’ την άλλη. Κάλεσε λοιπόν τον Άρμστρονγκ στη μπάντα του κι εκείνος πήρε το τρένο για τη Νέα Υόρκη...

Δεν έμελλε να κάτσει για καιρό. «Ο Φλέτσερ δεν με πήγαινε όπως ο Κινγκ Όλιβερ», είπε αργότερα ο Άρμστρονγκ. «Είχε ταλέντο αξίας ενός εκατομμυρίου στη μπάντα του, μα ποτέ δεν σκέφτηκε να με αφήσει να τραγουδήσω». Τον καιρό εκείνο, βλέπετε, ο Άρμστρονγκ είχε αρχίσει να δοκιμάσει πράγματα – καθοδηγούμενος απ’ τις συμβουλές της, γυναίκας του πλέον, Λιλ, επιθυμούσε να ξεφύγει απ’ το συνοδευτικό ρόλο της δεύτερης τρομπέτας. Το τραγούδι ήταν ένας απ’ τους τομείς που τον ενδιέφεραν – άγνωστος, ακόμα, στον ίδιο. Μα τα πράγματα στη μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον ήταν περισσότερο σφικτά από πριν, περισσότερο περιοριστικά.

Τότε ήταν που αντήχησε στ’ αυτιά του μια κουβέντα της Λιλ – μια φράση που θα τον συνόδευε για πάντα: «Δεν θέλω να είμαι παντρεμένη με έναν δεύτερο».



Lil Hardin


Ο Άρμστρονγκ εγκατέλειψε τη μπάντα του Χέντερσον – και αποφάσισε πια ν’ ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Το μεγάλο Ρολόι της Τζαζ φτάνει σ’ ένα κομβικό σημείο· οι δείκτες σμίγουν με νόημα· και τίποτα πια δεν θα ήταν ίδιο, ποτέ ξανά, για τη μουσική του εικοστού αιώνα.

Τον καιρό εκείνο ο Άρμστρονγκ συμμετείχε σε μια σειρά συνθέσεων του Clarence Williams και της μπάντας του, των Blue Five. Πλάι στον Άρμστρονγκ έπαιζε ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος κλαρινετίστας και σαξοφωνίστας, ο Σίντνεϊ Μπεσέτ (Sidney Bechet). Θα επανέλθουμε στον Μπεσέτ στο επόμενο μέρος του αφιερώματός μας – για την ώρα αρκεί να αναφέρουμε πως η συνύπαρξη των δυο τους στην ίδια μπάντα στάθηκε μία από τις κορυφαίες συναντήσεις μουσικών της δεκαετίας – λίγο πριν αποκαλύψουν στον κόσμο το πραγματικό τους μεγαλείο.

Τελικά ο ήρωας της ιστορίας μας επιστρέφει στο Σικάγο – πίσω στη γυναίκα του που τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Και τότε ήταν που αποφάσισαν να σχηματίσουν μια μπάντα, καλώντας μουσικούς της δικής τους επιλογής, γράφοντας οι ίδιοι τη μουσική, με τον Άρμστρονγκ πλέον να είναι μπροστάρης. Αυτό μετά από πρόταση του συναδέλφου μουσικού και παραγωγού Richard M. Jones. Για πρώτη φορά το δικό του όνομα θα δέσποζε στο συγκρότημα, όχι κάποιου άλλου. Και η Λιλ χαμογελούσε με νόημα. «Εγώ θα παίζω πιάνο», του είπε... «εσύ τρομπέτα. Ο Τζόνι στο κλαρινέτο, ο Κιντ τρομπόνι, ενώ μπορούμε να έχουμε κι ένα μπάντζο για να με συνοδεύει στο ρυθμό. Τις συνθέσεις θα τις γράφουμε οι δυο μας, μαζί».

Έτσι γεννήθηκαν οι Hot Five. Ο Louis Armstrong στην τρομπέτα. Η Lil Hardin-Armstrong στο πιάνο. Ο ξακουστός Kid Ory στο τρομπόνι. Ο μοναδικός Johnny Dodds στο κλαρινέτο. Και ο Johnny St. Cyr στο μπάντζο και, ενίοτε, στην κιθάρα.

Κι εδώ πραγματικά δυσκολεύομαι. Δυσκολεύομαι να περιγράψω και να εξηγήσω τη σημασία αυτής της μπάντας. Πολύ απλά, χωρίς τους Hot Five (και τη μπάντα που τους διαδέχτηκαν τα επόμενα χρόνια, τους Hot Seven) δεν θα υπήρχε Τζαζ όπως την γνωρίζουμε. Και όχι μόνο – η σύγχρονη μουσική στο σύνολό της θα ήταν διαφορετική. Κι αυτό γιατί με τους Hot Five, εν έτει 1925, ξεκινά ουσιαστικά η εποχή του σολίστα.

Και ο Λούις Άρμστρονγκ ήταν ο πρωτοπόρος.



Hot Five

Οι Hot Five υπήρξαν ουσιαστικά μια μπάντα του στούντιο και των ηχογραφήσεων – σπάνια έπαιζαν ζωντανά μπροστά σε κόσμο. Μα ίσως αυτό να απελευθέρωσε κάποιες δημιουργικές δυνάμεις που, αλλιώς, θα παρέμεναν κρυμμένες. Οι πρώτες ηχογραφήσεις τους δεν ξεχωρίζουν ιδιαίτερα απ’ τις παλιότερες συνθέσεις του Κινγκ Όλιβερ και του συλλογικού αυτοσχεδιασμού της Νέας Ορλεάνης. Μάλλον ο Άρμστρονγκ εισχωρούσε, βήμα βήμα, από τα ρηχά στα βαθιά. Στην πορεία του προς την άγνωστη ενδόχωρα, διέσχιζε πρώτα τις γνώριμες σε όλους παραλίες.

Σταδιακά η τρομπέτα του Άρμστρονγκ άρχισε να αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο. Από το “Cornet Chop Suey” ως το “Oriental Strut”, το καινούργιο άρχιζε να ξεπροβάλλει μέσα από το παλιό. Τα κομμάτια, αν και σύντομα σε διάρκεια (πράγμα που σχετίζεται με τη χωρητικότητα των δίσκων της εποχής), παραχωρούσαν περιθώριο στους μουσικούς για να ελιχθούν, να αποδράσουν απ’ το πλαίσιο της ομάδας και να μιλήσουν με τη δική τους προσωπική φωνή. Το συλλογικό παίξιμο παραχωρούσε τη θέση του σε κάποιο σύντομο σόλο, μετά ένα άλλο, μέχρι που ξεκινούσαν πάλι να παίζουν όλοι μαζί – αυτά ενώ το πιάνο, το μπάντζο ή η κιθάρα κρατούσαν το ρυθμό.

Σύνθεση στη σύνθεση, ο Άρμστρονγκ ξεδίπλωνε όλο και περισσότερες πτυχές των ικανοτήτων του. Η τρομπέτα του έφτανε σταδιακά να ζωγραφίζει σε αόρατους καμβάδες ηχοτρόπια μοναδικής έμπνευσης. Και όσοι είχαν την τύχη να ακούσουν τη μουσική εκείνη συνειδητοποίησαν, για πρώτη ίσως φορά, πως η «Τζαζ» για την οποία τόσος κόσμος μιλούσε, δεν ήταν απλά μια μόδα ή ένα κατασκεύασμα της νυχτερινής ψυχαγωγίας ή της κουλτούρας της μάζας... μα μια νέα μορφή τέχνης. Πολλά έμελλε να γίνουν ακόμα... μα η αρχή είχε γίνει. Και εκείνο που κατόρθωσε ο Λούις Άρμστρονγκ τα χρόνια εκείνα δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία αυτής της μουσικής.





Κάποια στιγμή άρχισε και να τραγουδάει. Άλλοτε με εκείνο το χαρακτηριστικό «γρέτζο» της φωνής του, άλλοτε πάλι σε στυλ τενόρου. Και όπως όλοι οι μουσικοί τον καιρό εκείνο επηρεάστηκαν από το παίξιμό του, αντίστοιχα όλοι οι τραγουδιστές επηρέαστηκαν από το φωνητικό του στυλ. Μεταξύ άλλων, ξακουστό είναι και το τραγούδι “Heebie Jeebies” του 1926: ήταν το τραγούδι που καθιέρωσε το χαρακτηριστικό στη Jazz “scat singing” – το τραγούδι με τα ακατανόητα, δίχως λέξεις, παιχνιδιάρικα φωνητικά που μοιάζουν να απομιμούνται κάποιο μουσικό όργανο.

Και το χαμόγελο που έλαμπε σα μισοφέγγαρο αχτιδοβολούσε· και οι μουσικοί του απελευθέρωναν ολοένα και μεγαλύτερες δυνάμεις που, ως τότε, έμεναν κρυμμένες σε κάποιο ορυχείο μέσα τους. Ακούστε το ‘Gut Bucket Blues” του 1926 ή το “Willie The Weeper” του 1927, για παράδειγμα, δείτε πως τα σόλο διαδέχονται χαρούμενα το ένα το άλλο, από το τρομπόνι του Kid Ory και το κλαρινέτο του Johnny Dodds ως το πιάνο της Lil   και το μπάντζο του St. Cyr, και θα διαπιστώσετε πως η αλλαγή είχε πια γίνει – και είχαν επηρεαστεί οι πάντες. Το μισοφέγγαρο είχε απλώσει τη λάμψη του στα γειτονικά αστέρια.

Κι ενώ η δεκαετία του 20 καλπάζει με φρενίτιδα στις πιο ξέφρενες στιγμές της, η δική μας ιστορία φτάνει, για άλλη μια φορά, στο τέλος της. Μέχρι τη συνέχεια του αφιερώματός μας φυσικά... γιατί έχουμε πολλά ακόμα να πούμε, κύριοι.


Συνεχίζεται.............


Μουσικές επιλογές














Το Χρονικο της Τζαζ... μέχρι τώρα. Τα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος:




Μέρος ΙΙ – Τα Φώτα Της Νέας Ορλεάνης



από την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης

21 Νοεμβρίου 2015

Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος ΙΙ: Τα Φώτα της Νέας Ορλεάνης




Ιστορία της Τζαζ, τα φώτα της Νέας Ορλεάνης - αφιέρωμα από το φονικό κουνέλι / Jazz History, the lights of New Orleans



Εισαγωγή: Σε μια κακόφημη συνοικία της Νέας Ορλεάνης…




Ήταν μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, μα στη Συνοικία των Κόκκινων Φώτων δεν είχαν ανάγκη από ήλιο. Τα φώτα που ξεπηδούσαν απ’ τα στενά και τα σοκάκια έβαφαν με ερυθρόχρωμες ακτίνες τους σκονισμένους δρόμους μέρα-νύχτα. Δρόμοι υγροί, νοτισμένοι, ξέχειλοι φτηνή επιθυμία και ξοδεμένες συνουσίες. Οι πόρνες της Συνοικίας είχαν εξαπλώσει τη φήμη τους πέρα από τη Νέα Ορλεάνη· κόσμος ερχόταν από διάφορα μέρη του αμερικανικού Νότου, προκειμένου να χαρεί τις ηδονές τους. Η περιοχή είχε αποκτήσει σχεδόν μυθιστορηματικό χαρακτήρα – γι’ αυτό και την ονόμασαν “Storyville”. Εκεί που εξιστορείται η παλιότερη απ’ όλες τις ιστορίες.

Ένας νεαρός νέγρος τριγύριζε στα στενά της Συνοικίας, πουλώντας κάρβουνο στα σπίτια. Ήταν-δεν ήταν 11 χρονών. Δεν τον εξέπληττε η φήμη της περιοχής, ούτε έσκυβε το βλέμμα μπροστά στα εργαζόμενα κορίτσια· τα κοιτούσε μες στα μάτια και το χαμόγελό του άστραφτε. «Να’ τος πάλι, χαμογελά ο μικρός Λούι! », έκαναν εκείνες γελώντας, πετώντας του ίσως κανένα φιλοδώρημα. Θα ’λεγε κανείς πως γεννήθηκε με το χαμόγελο στα χείλη.

Η μάνα του εξάλλου είχε εργαστεί ως πόρνη. Τον έκανε στα 15 της και έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα βγάλει πέρα. Όσο αφορά τον πατέρα του; Τους είχε εγκαταλείψει όλους για να ζήσει με την ερωμένη του. Συνηθισμένες καταστάσεις για τους μαύρους της Νέας Ορλεάνης τον καιρό εκείνο – στις αρχές του 20ου αιώνα.




Πόρνη στη Συνοικεία των Κόκκινων Φώτων της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' Storyville prostitute





Μια μέρα λοιπόν, εκεί που γύριζε ανέμελος στα κακόφημα στενά, από πόρτα σε πόρτα διαλαλώντας την πραμάτεια του, άκουσε κάποιους ήχους να ξεπηδούν από ένα σπίτι. Δίπλα απ’ το διαμέρισμα μιας πόρνης κατοικούσε ένας μουσικός που έπαιζε κορνέτα.

Ο μικρός έστησε αυτί, συνεπαρμένος. Δεν είχε ακούσει τίποτα πιο συναρπαστικό σε όλη τη ζωή του. Ο ήχος της κορνέτας ήταν μαγικός, το παίξιμο του μουσικού θεσπέσιο. Οι νότες ξεπετάγονταν σα νύμφες απ’ τα δέντρα κάποιου δάσους, απλώνοντας το χέρι τους, σηκώνοντας παιχνιδιάρικα τη φούστα τους. «Θεέ μου, βρίσκομαι σίγουρα στον παράδεισο!», σκέφτηκε ο μικρός. «Τι υπέροχη μουσική, τι μαγική μουσική! Ω, η ζωή είναι ωραία!».

«Τι θα γίνει μ’ εκείνο το κάρβουνο; Ξεπάγιασε ο κώλος μας!», αντήχησε η βροντερή φωνή μιας παχουλής πόρνης απ’ το διπλανό διαμέρισμα.

Ο μικρός βγήκε απ’ την ονειροπόλησή του. Οι νότες όμως έπαιζαν ακόμα στο κεφάλι του. «Να μπορούσα να παίξω και ‘γω έτσι!», σκέφτηκε, την ώρα που παρέδιδε το κάρβουνο. Η πόρνη τον κοίταξε με απορημένο βλέμμα. «Που τρέχει το μυαλό σου;», ρώτησε.

Μα ο μικρός απλά χαμογέλασε, όπως συνήθιζε. Πώς να περιγράψεις με λόγια τον παράδεισο; Παρέδωσε λοιπόν το κάρβουνο, πήρε την αμοιβή και συνέχισε το δρόμο του, μέσα από τις ερυθρόχρωμες αλέες.

Κάπως έτσι αποφάσισε ο μικρός πως όταν μεγαλώσει, θα γίνει σαν τον μουσικό που άκουσε σ’ εκείνο το διαμέρισμα. Που να ήξερε πως μια δεκαετία μετά θα έπαιζε στη μπάντα του. Το όνομα του μουσικού ήταν Τζο Όλιβερ· μα επειδή υπήρξε ο καλύτερος κορνετίστας της Νέας Ορλεάνης, τον αποκαλούσαν “King” – ο Βασιλιάς.

Όσο αφορά το μικρό πρωταγωνιστή της ιστορίας μας, με το κάρβουνο και το ονειροπόλο βλέμμα; Τ’ όνομά του ήταν Λούις Άρμστρονγκ.



Ο Λούις Άρμστρονγκ παιδί, όπως τον υποδύεται ο Anthony Coleman / Anthony Coleman as kid Louis Armstrong



To Μεγάλο Χωνευτήρι




Δεν υπήρξε περισσότερο μπασταρδεμένη πόλη στη διάρκεια του 19ου αιώνα από τη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ. Στους δρόμους της έβλεπες λευκούς, μιγάδες, ισπανόφωνους, αγγλόφωνους, γαλλόφωνους, κρεολούς, μαύρους. Παραδόσεις από ποικίλες κουλτούρες συναντιόνταν μεταξύ τους, φλέρταραν, έσμιγαν και χώριζαν, υπό τους ήχους της αδιάκοπης μουσικής που αντηχούσε σε δρόμους και πλατείες. Το μουσικό πεντάγραμμο ξεδίπλωνε τη λεωφόρο της ζωής.

Και η μουσική της πόλης μαρτυρούσε την ποικιλόμορφη πολιτισμική καταγωγή της: Οι ευκατάστατοι λευκοί (πολλοί απόγονοι Ισπανών και Γάλλων αποίκων) εντρυφούσαν στην ευρωπαϊκή κουλτούρα – πήγαιναν σε όπερες και θέατρα, χόρευαν βαλς και πόλκες, μελετούσαν τη συμφωνική μουσική. Οι μιγάδες Κρεολοί είχαν ευρωπαϊκή παιδεία και αγαπούσαν το βιολί και το πιάνο, ακολουθώντας την κλασική παράδοση, λοξοκοιτάζοντας όμως και προς τις νέες τάσεις που σχηματίζονταν.

Όσο αφορά το Πάνω Μέρος [Uptown] της πόλης… εκεί αντηχούσε ο παλμός των μαύρων κατοίκων της. Οι ρυθμοί του αναδυόμενου Ράγκταϊμ (βλέπε εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος) είχαν αρχίσει να πλημμυρίζουν με ενέργεια τους ανερχόμενους μαύρους μουσικούς, ενώ εδώ κι εκεί γινόταν λόγος για μια εναλλακτική προσωπική έκφραση, την οποία είχαν βαπτίσει με το όνομα: Μπλουζ.

Οι κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της Νέας Ορλεάνης ήταν πελώριες. Το Κάτω Μέρος της πόλης [Downtown], η κατοικία των λευκών, ήταν περισσότερο εκσυγχρονισμένο και διέθετε όλες τις ανέσεις μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας: καλοκτισμένα κτίρια, όμορφους δρόμους, πάρκα και πλατείες. Το Πάνω Μέρος όμως έμοιαζε παρατημένο στην τύχη του. Κι όμως – εκεί αντηχούσε ισχυρότερος από πουθενά αλλού ο δημιουργικός παλμός της εποχής.

Στις Κοινωνικές Επιστήμες ονομάζουμε «Χωνευτήρι» τις κοινωνικές εκείνες δομές που απαρτίζονται από ποικίλα και διαφορετικά εθνικά και πολιτισμικά σύνολα. Ο χαρακτηρισμός αυτός ταιριάζει περισσότερο στην αμερικανική κοινωνία, συγκριτικά με μια παραδοσιακή κοινωνία της Μέσης Ανατολής για παράδειγμα, στην οποία οι κλειστές φονταμενταλιστικές αντιλήψεις αποκλείουν την ύπαρξη μειονοτήτων και εξαλείφουν τη διαφορετικότητα. Και ας ξεκαθαρίσουμε σε αυτό το σημείο κάτι πολύ σημαντικό: η μουσική Τζαζ θα ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί σε ένα εθνικιστικό κράτος ή μια κλειστή, συντηρητική κοινωνία. Κι αυτό γιατί η πολιτισμική και εθνική ποικιλομορφία υπήρξαν τα βασικά κοινωνικά χαρακτηριστικά που κατέστησαν δυνατή τη δημιουργία της.

Στην πραγματικότητα η Τζαζ είναι η περισσότερο μπασταρδεμένη μουσική που υπήρξε ποτέ. Τα βασικά συστατικά της απαρτίζουν ένα πελώριο, πολύχρωμο μωσαϊκό, η ένωση των οποίων σχηματίζει ένα Σύνολο που σύνιστα κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των επί μέρους μερών του – όπως έλεγε η θεωρία Gestalt. Και η μουσική αυτή δεν θα μπορούσε παρά να έχει αναπτυχθεί στην πιο μπασταρδεμένη, πιο ανάμεικτη εθνικά και πολιτισμικά πολιτεία της εποχής της: τη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ.




Νέα Ορλεάνη και τζαζ σε γαλλική αφίσα / New Orleans' le Vieux Carre jazz




Χορεύοντας στο χείλος του Γκρεμού




Παρά τις διαφορές της (ίσως μάλιστα εξαιτίας αυτών), συθέμελη η πολιτεία δονούνταν στο ρυθμό της μουσικής· δεν υπήρχε στα χρόνια εκείνα πουθενά αλλού στον κόσμο, άλλη πόλη τόσο παραδομένη, ψυχή και σώμα, στη μουσική. Σχεδόν νόμιζες πως γίνεται, κάθε μέρα, μια γιορτή. Περπατούσες στους δρόμους και τ’ αυτιά σου έπιαναν πάντα τον ήχο κάποιας κόρνας, ενός βιολιού, κάποιου πιάνου, ή ενός τύμπανου. Οι πλατείες και τα πάρκα ξεχείλιζαν με μπάντες από χάλκινα – ήταν οι περιβόητες Brass Bands, το σήμα κατατεθέν της πόλης. Παρατηρούσες μπάντες με χάλκινα με την ίδια συχνότητα που βλέπουμε σήμερα περίπτερα στο κέντρο της Αθήνας. «Μια πόλη χωρίς τη δική της μπάντα Χάλκινων είναι για λύπηση, το ίδιο όπως και μια εκκλησία δίχως χορωδία – το Πνεύμα μιας Πολιτείας αναγνωρίζεται στη μπάντα της», είχε ειπωθεί τότε.

Κι όμως, η ίδια αυτή πολιτεία που είχε κάνει τη μουσική σήμα κατατεθέν της, υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες σε θνησιμότητα πόλεις των ΗΠΑ. Το 1878 είχε ξεσπάσει μια φοβερή επιδημία κίτρινου πυρετού, εξαλείφοντας ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Και αν οι λευκοί κάτοικοι του Κάτω Μέρους της πόλης προσπαθούσαν να αναπαράγουν συνθήκες μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, ο μαύρος πληθυσμός υπέφερε: το 45% των μαύρων βρεφών έχει υπολογιστεί πως πέθαιναν στη γέννα. Οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν άθλιες και η περιφρόνηση που γνώριζαν (όχι μόνο απ’ τους λευκούς, μα και από τους Κρεολούς μιγάδες) ήταν γενικευμένη.

Χρειάζεται να έχουμε πάντα κατά νου πως, λίγες μόλις δεκαετίες πριν, οι μανάδες και οι πατεράδες των ίδιων αυτών μαύρων κατοίκων δούλευαν ως σκλάβοι στις φυτείες και τα σπίτια των λευκών. Ο φτωχός νέγρος γυρολόγος της πόλης θυμόταν τις αφηγήσεις των γονιών του για τα χρόνια της σκλαβιάς. Και ίσως έφταναν ακόμα στ’ αυτιά του οι υπνωτιστικοί εκείνοι ήχοι από τα τύμπανα που σκορπούσαν τη μαγεία τους τις Κυριακές στην πλατεία Κονγκό – όταν οι σκλάβοι συναθροίζονταν και χόρευαν εκστατικά, επιδιδόμενοι στις λατρευτικές τους τελετές, τρομάζοντας τους λευκούς με το ρυθμό της μουσικής τους… (βλέπε εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος).

Κι όμως – η ίδια εκείνη μουσική που άλλοτε είχε ταυτιστεί με το βουντού και τη μαύρη μαγεία ήταν εκείνη που τώρα πλέον παρείχε τη μοναδική, ίσως, κοινωνική διέξοδο στην πλειοψηφία του αφροαμερικανικού πληθυσμού. Οι μπάντες των Χάλκινων υπήρξαν τόσο δημοφιλείς, που πλήθος νεαρών μαύρων επιθυμούσαν να μάθουν μουσική και να γίνουν μέλος κάποιας απ’ αυτές. Κάπως έτσι ίσως κατόρθωναν να ξεφύγουν απ’ τα παρηκμασμένα στενά της γειτονιάς τους, να αποδράσουν απ’ τη φτώχεια και την περιφρόνηση – η μουσική υπήρξε το πανεπιστήμιο των μαύρων, το μέσο της κοινωνικής ανόδου τους.



Αξιοθέατο σε δρόμο της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' street
Τζαζ λάιβ / Jazz live session




Κάποιοι μάλιστα απ’ τους πρωταγωνιστές των ορχήστρων με τα Χάλκινα έφταναν να γίνουν ινδάλματα της γενιάς τους. Ο κόσμος μαζευόταν και τους άκουγε να παίζουν την τρομπέτα τους με τις ώρες. Κέρδιζαν έτσι φήμη και αναγνώριση – όπως για παράδειγμα πετυχαίνουν στη σύγχρονη εποχή οι μεγάλοι αθλητές των σπορ. Πώς να μην επιθυμεί λοιπόν ένας νέος έφηβος να γίνει σαν αυτούς. «Μαμά, όταν μεγαλώσω θέλω να παίζω τρομπέτα σε μια ορχήστρα», έλεγε τότε ένας μικρός και η μητέρα του τον καμάρωνε. Δυστυχώς σήμερα, στη χώρα μας τουλάχιστον, αν κάποιο παιδί επιθυμεί να γίνει μουσικός, μάλλον αποθάρρυνση θα γνωρίσει παρά ενθαρρυντικά σχόλια… Δεν ταιριάζει η τέχνη με τους τεχνοκράτες της νέας εποχής, που τόσο έχουν στερήσει τη ζωή από το χρώμα της…

Έτσι λοιπόν, παρά τις αντιξοότητες, παρά την υψηλή θνησιμότητα, παρά τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης μιας μερίδας του πληθυσμού, η πόλη της Νέας Ορλεάνης διαρκώς χόρευε και παλλόταν στον ρυθμό της μουσικής. Αν οι πολιτείες ήταν άνθρωποι, ίσως να υπήρχε μια ψυχολογική εξήγηση για το φαινόμενο. Κάποιες φορές χορεύεις καλύτερα όταν βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού – όταν ξεπροβάλλει από κάτω σου το χάος.

Γιατί υπάρχουν δύο τουλάχιστον τρόποι να ξορκίσεις το κακό· ο ένας είναι να απομένεις τρέμοντας στη γωνιά σου, φοβούμενος κάθε σκιά, κάθε αληθινή ή φανταστική απειλή, ξεχειλίζοντας απαισιοδοξία, πνιγμένος στη μιζέρια και την παραίτηση. Και ο άλλος είναι να λες «δε πάει στο διάολο. Η ζωή είναι μικρή! Ας χορέψουμε λοιπόν».




Μπάντι Μπόλντεν. Μεταξύ Μύθου και Πραγματικότητας





Ο μύθος δεν είναι παραμύθιασμα. Χτίζει κενά, καλύπτει τρύπες, αποκαλύπτει κρυφές πόρτες εκεί που νόμιζες πως υπήρχε μόνο τοίχος. Σαν τον Θεό του Βολταίρου, χρειάζεται κάποιες φορές να τον εφευρίσκουμε – μέχρι να καλύψει τις ανάγκες μας, μέχρι να μην τον χρειαζόμαστε πλέον. Ή μέχρι να δημιουργήσουμε καινούργιους.

Η Τζαζ έχει τους δικούς της μύθους. Ένας από αυτούς είναι πως γεννήθηκε στα μπουρδέλα της Νέας Ορλεάνης – στην περίφημη Συνοικία των Κόκκινων Φώτων, το Storyville, για την οποία μιλήσαμε ήδη. Στην πραγματικότητα η Τζαζ γεννήθηκε σε πολλά μέρη ταυτόχρονα – και αν στα πορνεία αντηχούσαν οι εύθυμες νότες του πιάνο, ακόμα περισσότερο πάλλονταν στους ρυθμούς της μουσικής οι πλατείες, τα θέατρα, τα καμπαρέ και τα music hall – στα τελευταία ήταν που γεννήθηκε το μπάσταρδο, όχι στα μπουρδέλα. Τα δεύτερα όμως το αγάπησαν, σαν μάνα που περιθάλπει ένα υιοθετημένο μωρό.

Ένας αντίστοιχος, μα αναγκαίος ίσως μύθος, είναι εκείνος του Γενάρχη. Του μουσικού από τον οποίο Όλα ξεκίνησαν. Κάτι που φυσικά θα ήταν αδύνατο – η τέχνη ποτέ δεν ξεπηδά από ένα άτομο μόνο, όπως αντίστοιχα η Ιστορία δεν συνιστά αφήγηση των κατορθωμάτων ενός προσώπου, ούτε υπόκειται στις βουλές του. Μα κάπου θεωρήθηκε χρήσιμο να αποδώσουμε τη γέννηση της Τζαζ σ’ ένα μουσικό από τον οποίο επηρεάστηκαν όλοι οι υπόλοιποι. Πρόκειται για μύθο – μα μύθο ευχάριστο στην αφήγηση, αν μη τι άλλο. Κάθε μύθος εξάλλου εμπεριέχει μέσα του σπέρματα αλήθειας.

Ο λόγος για τον Μπάντι Μπόλντεν [Buddy Bolden]. Τον πρώτο δημοφιλή μουσικό για τον οποίο μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως έπαιζε Τζαζ – όχι ράγκταϊμ, όχι μπλουζ, όχι πόλκες ή συμφωνικά ή εμβατήρια. Μα Τζαζ. Αυτό το νέο είδος μουσικής, το οποίο είχε πλέον γεννηθεί, κάπου εκεί, στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα. Και δες πως χαμογελούσε το άτιμο! Έκλαιγε και γέλαγε ταυτόχρονα. Κάθε τσιρίδα του θύμιζε τον διαπεραστικό ήχο μιας τρομπέτας.

Θα μπορούσε να είναι ο ήχος της κορνέτας του Μπάντι Μπόλντεν. Η κραυγή της γέννησης. «Υπάρχω!».

Όπως περιγράψαμε ήδη, οι δρόμοι της Νέας Ορλεάνης τον καιρό εκείνον ξεχείλιζαν με μπάντες Χάλκινων. Σε γενικές γραμμές υπήρχαν λευκές, κρεολικές και μαύρες μπάντες – αυστηρά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Ποτέ δεν έβλεπες επιμειξίες την εποχή εκείνη. Συνήθως απαρτίζονταν από τρεις τρομπέτες ή κορνέτα, δύο τρομπόνια, ένα ή δύο κλαρινέτα, ένα βαρύτονο πνευστό ή κάποια τούμπα και ένα ή δύο τύμπανα. Η μουσική τους δεν ήταν Τζαζ – περισσότερο έπαιζαν εμβατήρια, ορχηστρικά κομμάτια, πόλκες, βαλς, μπαλάντες και άλλα διάσημα άσματα της εποχής. Που και που ενσωμάτωναν στους ρυθμούς τους (οι μαύρες μπάντες κυρίως) στοιχεία από το αναδυόμενο, τα χρόνια εκείνα, Ράγκταϊμ.




Νεότερη τζαζ μπάντα σε δρόμο της Νέας Ορλεάνης / New Orleans jazz band




Ανάμεσα στις ορχήστρες των λευκών ξεχώριζε ο ντράμμερ “Papa” Jack Laine, το στυλ του οποίου επηρέασε καθοριστικά εκείνο που, μερικά χρόνια μετά, θα ονομαζόταν “Ντίξιλαντ” [Dixieland]. Μεταξύ των Κρεολών δέσποζε η μπάντα του βιολιστή και ντράμμερ John Robichaux. Και ανάμεσα στις μπάντες των μαύρων, εκείνος που έκλεβε την παράσταση ήταν ο Buddy Bolden.

Ήταν ίσως ο καλύτερος όλων. Λένε πως το παίξιμό του ήταν τόσο δυνατό, που έκλεβε τα ακροατήρια από τις άλλες μπάντες στα πάρκα της Νέας Ορλεάνης. Ήθελαν όλοι να δουν ποιος είναι αυτός ο κορνετίστας με το διαπεραστικό εκείνο παίξιμο. Λένε πως μπορούσε να ακουστεί τόσο δυνατά, που οι νότες έφταναν να σκίζουν τον ουρανό, φτάνοντας ως και 14 μίλια απόσταση. Ταυτόχρονα όμως – λένε – το παίξιμό του μπορούσε να γίνει τόσο απαλό, τόσο συναισθηματικό, που έφερνε δάκρυα στα μάτια.

Είχε μάλιστα ένα τραγούδι δικό του, με στίχους βαθιά αντισυμβατικούς, για το οποίο ο μουσικός Sidney Bechet έλεγε πως «η αστυνομία σε έβαζε στη φυλακή, αν σε άκουγε να το τραγουδάς». Το τραγούδι είχε πολλά ονόματα – μεταξύ των οποίων τα “Buddy Bolden’s Blues”, “Buddy Bolden Stomp”, “Funky Butt” και “I Thought I Heard Buddy Bolden Say”. Μα αν ήταν παράνομο, το τραγούδι παρέμενε ιδιαίτερα δημοφιλές στον μαύρο πληθυσμό της πόλης – ιδιαίτερα στο νεαρόκοσμο, που είχαν δημιουργήσει το ίνδαλμά τους στη μορφή του Μπάντι Μπόλντεν. Και ολοένα και περισσότεροι μαύροι μουσικοί αποφάσιζαν ν’ αρπάξουν μια κορνέτα ή μια τρομπέτα και να παίξουν σαν αυτόν.

Μα ποιος ήταν όμως ο μυστήριος αυτός μουσικός; Πραγματικά, εκεί που ο μύθος τελειώνει και αρχίζει η πεζή εξιστόρηση της πραγματικότητας, πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά γι’ αυτόν. Ένα ιστορικά καταγεγραμμένο γεγονός είναι η σύλληψή του τον Μάρτιο του 1906 από τις τοπικές αρχές, επειδή είχε επιτεθεί στην… πεθερά του μ’ ένα κανάτι του νερού! Αυτή υπήρξε και η μοναδική φορά στα χρονικά που τον ανέφεραν οι εφημερίδες. Ναι – ο άνθρωπος για τον οποίο λέγεται πως υπήρξε ο Πατέρας της Τζαζ αναφέρθηκε στις εφημερίδες μια και μοναδική φορά όσο ζούσε – όχι για τη μουσική του, όχι για τις καινοτομίες του, όχι για τα ρίγη ενθουσιασμού που σκορπούσε στους νέους που τον άκουγαν… μα επειδή επιτέθηκε στην πεθερά του με μια κανάτα.

Μια φωτογραφία του διασώζεται εξάλλου. Σκονισμένη, κιτρινισμένη, ξέθωρη όπως η παρουσία του.




Η τζαζ μπάντα του Μπάντι Μπόλντεν / Buddy Bolden jazz band




Κι όμως – φαίνεται πως ήταν από τους πρώτους που απελευθέρωσε το παίξιμο της κορνέτας από τους συμβατικούς εμβατηριακούς ρυθμούς και τα βαλς που είχαν πέραση ως τότε. Ήταν από τους πρώτους που ενσωμάτωσε τις περιβόητες «μπλε νότες» [blue notes] και τους λεγόμενους «χοτ» ρυθμούς στο Ράγκταϊμ – παράγοντας, από τη σύνθεσή τους, κάτι εντελώς καινούργιο. Ενώνοντας μεταξύ τους τους παραδοσιακούς ήχους από τη μία, το Ράγκταϊμ και τα Μπλουζ από την άλλη, ο Μπάντι Μπόλντεν ανήκει στους γεννήτορες της Τζαζ.

Γιατί (έφτασε η ώρα να το πούμε) η Τζαζ υπήρξε το αποτέλεσμα της πρόσμιξης όλων αυτών των διαφορετικών μουσικών: Μια σούπα στην οποία ρίχνουμε μια δόση από ευρωπαϊκή παράδοση, ένα φακελάκι εμβατήρια από χάλκινες ορχήστρες, μια ιδέα θεατρικών μουσικών (όπως η παράδοση των Minstrel Show), μια γερή δόση Ράγκταϊμ και μια απαραίτητη κουταλιά Μπλουζ. Γι’ αυτό και η ιστορία της Τζαζ θα ήταν αδύνατη αν δεν έχουμε πρώτα αναφερθεί σε όλους αυτούς τους προπάτορές της – σε όλες αυτές τις μουσικές που, μέσα στη διαφορετικότητά τους, συνδυάστηκαν και δημιούργησαν ένα Σύνολο που είναι διαφορετικό από το άθροισμα των επιμέρους μερών του. Χρειαζόταν η παιδεία της Ευρώπης· η θεατρικότητα των μίνστρελ σόου· ο ξέφρενος ρυθμός του Ragtime· η πέραση που είχαν οι μπάντες με τα Χάλκινα· και, τέλος, ο προσωπικός ρυθμός και οι μουσικές φόρμες των Blues… ήταν όλα αναγκαία, προκειμένου να δημιουργηθεί η Jazz.

Και αν ο Buddy Bolden δεν υπήρξε ο μοναδικός της δημιουργός… ήταν σίγουρα ένας από τους βασικούς κρίκους, που συνέβαλαν στην ανάμιξη όλων αυτών των μουσικών ειδών που αναφέραμε.

Και ο μύθος κάποια στιγμή τελειώνει… και η πραγματικότητα μας αποκαλύπτει το αδυσώπητό της πρόσωπο. Ο Μπάντι Μπόλντεν – εκείνος για τον οποίο αναφέρθηκαν μια και μοναδική φορά οι εφημερίδες, όταν επιτέθηκε στην πεθερά του – πέθανε μόνος και εγκαταλελειμμένος σε μια ψυχιατρική κλινική.

Αν η ζωή δεν σε δικαίωσε, φίλε Μπάντι… το έκανε, τουλάχιστον η ιστορία. Κάποιες φορές είναι δικαιότερη απ’ την πραγματικότητα. Και για την ιστορία της Τζαζ, μπορούμε να πούμε πια με βεβαιότητα πως «αν δεν είχε υπάρξει ο Μπάντι Μπόλντεν, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε».




Πορτραίτο του Μπάντι Μπόλντεν / Buddy Bolden portrait



Πιάνο, Πόρνες και Διαμάντια




Του άρεσε να ντύνεται με ακριβά ρούχα. Λένε πως επιδιδόταν σε καθημερινές αλλαγές στην γκαρνταρόμπα του, φροντίζοντας πάντα να είναι κομψός και φινετσάτος. Και όταν χαμογελούσε έβλεπες ν' αστράφτει ένα μικροσκοπικό διαμάντι που είχε βάλει μπροστά στα δόντια του. Μαζί με το διαμάντι πετούσαν σπίθες και τα μάτια του, όμοια με εκείνα ενός αιλουροειδούς.

Γιατί ο Jelly Roll Morton δεν ήταν κανένα τυχαίος στη γειτονιά. Από μικρός είχε αγαπήσει τη ζωή της νύχτας. Πόρνες, χαρτοπαίχτες, τζογαδόροι, συμμορίτες... ήταν όλοι γνώριμοί του. Λένε μάλιστα πως υπήρξε ο ίδιος προαγωγός των γυναικών με τις ελαφριές ενδυμασίες και τις ακόμα ελαφρότερες συνήθειες. Ήταν ένα “μούτρο”, με όλη τη σημασία της λέξης, συνώνυμος με όσα έτρεμε κάθε ηθικολόγος της εποχής. Ένας καλοντυμένος αλητάμπουρας, σκληρός σαν το αστραποβόλο του διαμάντι.

Κι όμως – που να ήξερε ο συντηρητικός Αμερικανός πατέρας, την ώρα που το αγνό παρθένο κοριτσάκι του έπαιζε το πιάνο στο σαλόνι του σπιτιού... πως το ίδιο μουσικό όργανο έμελλε να εκτιναχτεί σε νέα επίπεδα στα χέρια αυτού του νυχτόβιου αλήτη. Γιατί, βλέπετε, ο Τζέλι Ρολ Μόρτον ήταν ένας από τους σημαντικότερους πιανίστες των καιρών του. Δες πως αυτός ο σκληραγωγημένος τύπος, γνώριμος κάθε πουτάνας και κάθε παρανόμου, άγγιζε το πιάνο με την αίσθηση των φτερών ενός κύκνου. Πως φτερούγιζαν τα χέρια του σαν βάρκες στην ασπρόμαυρη ακροθαλασσιά των πλήκτρων.

Αυτός ήταν ο Τζέλι Ρολ Μόρτον. Ο άνθρωπος που συνέβαλε όσο κανένας άλλος πιανίστας, στα πρώτα εκείνα χρόνια του 20ου αιώνα, στην ανάδειξη της Τζαζ μέσα από το Ράγκταϊμ και τα Μπλουζ. Ήταν η Τζαζ που φοβόταν ο κόσμος. Το διαμάντι που αναδείχτηκε απ' τα βάθη των ορυχείων, απ' το πλέον ακατέργαστο πέτρωμα, μέσα από τις λάσπες και το χώμα.




Ο Τζέλι Ρολ Μόρτον στο πιάνο / Jelly Roll Morton on the piano
Διαφήμιση με τη τζαζ μπάντα του Τζέλι Ρολ Μόρτον /Jelly Roll Morton ad




“Παλιά θεωρούσα ότι το πιάνο ήταν ένα μουσικό όργανο για γυναικούλες. Δεν ήθελα να είμαι αδερφή, ήθελα να μεγαλώσω σαν άντρας, να κάνω οικογένεια και παιδιά... Μέχρι που άκουσα ένα καταπληκτικά παιγμένο κομμάτι Ragtime... Τότε συνειδητοποίησα πως το πιάνο αρμόζει εξίσου σε έναν άντρα”, είχε πει ο “βαρύμαγκας” Τζέλι Ρολ σε μια απ' τις συνεντεύξεις του. Και με ελαφρύ στόμφο πρόσθετε: “δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Νέα Ορλεάνη υπήρξε το λίκνο της Τζαζ... κι εγώ ο δημιουργός της”.

Υπερέβαλε ασφαλώς. Ο Τζέλι Ρολ Μόρτον δεν υπήρξε ο δημιουργός της Τζαζ. Οι αναγνώστες του αφιερώματος θα έχετε καταλάβει ως τώρα πως η μουσική αυτή υπήρξε σημείο συνάντησης πλήθους παραδόσεων – όπως κάθε ιστορικό γεγονός ποτέ δεν έχει μία και μοναδική αιτία. Μα ας του συγχωρέσουμε αυτόν τον κομπασμό. Γιατί η επιρροή του Τζέλι Ρολ Μόρτον σε όλους τους μεταγενέστερους μουσικούς υπήρξε καθοριστική. Ήταν ο πρώτος πιανίστας που εισήγαγε στο πιάνο τις μουσικές κλίμακες των Blues, παντρεύοντας τις κλασικές με τις νεότερες μουσικές τάσεις. Δημιούργησε μια γέφυρα ανάμεσα στην καταγεγραμμένη μουσική και τον αυτοσχεδιασμό. Προσέδωσε εξάλλου ένα εξωτικό στοιχείο στη μουσική, αναμφίβολα επηρεασμένο από τις λατινοαμερικάνικές του ρίζες.

Γιατί ο Jelly Roll Morton ήταν Κρεολός – ανήκε δηλαδή στο πλήθος των μιγάδων ευρωπαϊκής και αφρικανικής καταγωγής που κατέκλυζαν τη Νέα Ορλεάνη τον καιρό εκείνο. Οι Κρεολοί κατέχουν το δικό τους ξεχωριστό μερίδιο στην ιστορία της Τζαζ· οι ρίζες τους ανάγονται στους γαλλόφωνους και ισπανόφωνους αποίκους που εγκαταστάθηκαν στο Νέο Κόσμο απ' τη μία – και στους αφροαμερικανούς με τους οποίους επιμίχθηκαν απ' την άλλη. Συχνά ήταν κάποιος ευκατάστατος Ευρωπαίος άποικος με μια αφροαμερικανή σκλάβα. Το αποτέλεσμα ήταν ο Κρεολός – ένας μιγάς που περηφανευόταν για τις ευρωπαϊκές του ρίζες, μα ταυτόχρονα κατεχόταν από εκείνο το πνεύμα νεωτερισμού – την άγρια εκείνη δημιουργικότητα – που ενέπνεε τόσους και τόσους μαύρους κατοίκους της Νέας Ορλεάνης τα χρόνια εκείνα.




Αφίσα χορού Φοξ Τροτ με τη μουσική του Τζέλι Ρολ Μόρτον / Jelly Roll Morton Blues, Fox Trot poster
Η τζαζ της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' Jazz



Πολυπολιτισμικότητα και τέχνη




Οι Κρεολοί στη διάρκεια του 19ου αιώνα προσπαθούσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από εκείνη των μαύρων συμπολιτών τους. Ντύνονταν σαν Ευρωπαίοι, μιλούσαν στη γλώσσα των Ευρωπαίων, είχαν τις συνήθειες των Ευρωπαίων: επισκέπτονταν θέατρα, όπερες, συναυλίες. Το δέρμα τους όμως τους έκανε να ξεχωρίζουν – δεν ήταν μαύροι, δεν ήταν λευκοί, μα κάτι ενδιάμεσο. Και βρισκόμαστε σε μια εποχή που το χρώμα του δέρματος ήταν κόκκινο πανί στα μάτια κάθε ταύρου ρατσιστή. Οι Κρεολοί με τη σειρά τους ξεσπούσαν για τις διακρίσεις σε βάρος τους απέναντι στους μαύρους, που λειτουργούσαν σαν αποδιοπομπαίος τράγος... μα έτσι ήταν η κοινωνία τότε: χωρισμένη σε κάστες, εκ των οποίων η μία προσπαθούσε να διαχωρίσει τη θέση της απ' την άλλη και ξεσπούσαν η μία πάνω στην άλλη... Ασφαλώς έχουμε αλλάξει από τότε – το ερώτημα όμως είναι: Πόσο;

Να όμως που ήταν η επιμειξία – όχι ο διαχωρισμός – εκείνη που έκανε δυνατή τη δημιουργία της Τζαζ. Γιατί δεν θα είχε υπάρξει αυτή η μουσική αν δεν γινόταν αυτό το υπέροχο μπαστάρδεμα φυλών, λαών, τεχνών και παραδόσεων. Και η Νέα Ορλεάνη πρώτη έδωσε τα φώτα για τη δημιουργία της – όντας η πλέον μπασταρδεμένη απ' όλες τις πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, εκεί που λευκοί, μαύροι και κρεολοί ένωσαν τις δυνάμεις τους και γέννησαν ένα αποτέλεσμα διαφορετικό από τη σύνθεση των μερών του. Γιατί το Σύνολο είναι πάντα κάτι παραπάνω από το άθροισμα των Επί Μέρους Σημείων του – όπως διδάσκει η θεωρία Gestalt.

Λέγεται εσφαλμένα πως η Τζαζ είναι “αμερικανική” μουσική. Πρόκειται για ισχυρισμό παραπλανητικό· η Τζαζ δεν είναι αμερικανική, μα παγκόσμια μουσική. Θα ήταν αδύνατο να υπάρξει δίχως εκείνες τις πινελιές της ευρωπαϊκής κλασικής παράδοσης από τη μία, και χωρίς την καθοριστική συνεισφορά των απογόνων της Αφρικανικής ηπείρου. Θα ήταν σωστότερο αν λέγαμε πως η Τζαζ είναι μια παγκόσμια μουσική που δεν θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί πουθενά αλλού, τον καιρό εκείνον, παρά στην Αμερική. Γιατί μόνο στην Αμερική ευδοκιμούσαν εκείνες οι συνθήκες που επέτρεψαν τη δημιουργία της. Ο ήλιος που έθρεψε τους σπόρους της.

Και ο ήλιος αυτός ονομαζόταν πολυσυλλεκτικότητα· πολιτισμική ποικιλία· ένα χωνευτήρι λαών και παραδόσεων. Ένας ακόμα λόγος που δεν αγάπησαν ποτέ την Τζαζ οι συντηρητικοί: τους θύμιζε πως έθνη με κλειστά σύνορα και σφιχτές παραδόσεις θα ήταν αδύνατο να την είχαν δημιουργήσει· εκείνη, την υπέροχη εταίρα των μουσικών, τη μεγάλη πόρνη που κάθε λαός περνούσε απ' τα πόδια της.




Παλιά φωτογραφία με γυναίκα στο Storyville της Νέας Ορλεάνης / New Orleans' Storyville naked woman




Εν έτει 1894 τέθηκε σε ισχύ ένας ιστορικής σημασίας νόμος, σύμφωνα με τον οποίο οι Κρεολοί μετατρέπονταν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Συγκεκριμένα ο νόμος αυτός έλεγε πως “είναι Νέγρος όποιος έχει αφρικανική καταγωγή”. Κάπως έτσι λοιπόν, με τον άκρως ρατσιστικό αυτό νόμο, οι Κρεολοί διαχωρίστηκαν ακόμα περισσότερο στα μάτια των συμπολιτών τους. Οι μπάντες λευκών μουσικών δεν τους δέχονταν στα μέλη τους. Κάπως έτσι όλο και περισσότεροι Κρεολοί έφτασαν να συναγωνίζονται τους μαύρους – που ως τότε απέφευγαν – για εύρεση εργασίας. Κρεολοί και μαύροι ήρθαν σε επαφή και ο καθένας έφερε τις δικές του μουσικές επιρροές: οι Κρεολοί την παιδεία τους και την ικανότητα να διαβάζουν μουσική· οι μαύροι την πηγαία δημιουργικότητά τους.




Το συλλογικό πνεύμα της Νέας Ορλεάνης





Στο σημείο συνάντησης των διαφορετικών αυτών παραδόσεων συναντούμε τη μορφή του Τζέλι Ρολ Μόρτον. Γνώστης της μουσικής, ικανότατος στη σύνθεση, αντλώντας παράλληλα από τα στοιχεία της καθαρόαιμης μαύρης μουσικής (του Ράγκταϊμ και των Μπλουζ), όσο και από το λεγόμενο “hot” στυλ των μαύρων μουσικών, ο Τζέλι Ρολ ήταν ο πρώτος που κατέγραψε στο πιάνο εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “Πρώιμη Τζαζ” ή Τζαζ της Νέας Ορλεάνης. Δεν ήταν πλέον Ράγκταϊμ, δεν ήταν μόνο Μπλουζ – ήταν κάτι νέο. Ήταν η Τζαζ.

Πως να μη χαμογελάει μετά, με το αστραφτερό του διαμάντι στο δόντι, ο μυστηριώδης αυτός αλήτης με τα ακριβά ρούχα, που, σαν έφηβος, έπαιζε πιάνο στις πόρνες του Storyville.

Κάποια στιγμή ο Τζέλι Ρολ Μόρτον θα ενσωμάτωνε το μουσικό του στυλ σε ευρύτερα σχήματα. Ως σήμερα παραμένει ο βασικότερος εκπρόσωπος του κλασικού ύφους της Νέας Ορλεάνης – της πρώτης μορφής Jazz που γνώρισε ο κόσμος. Στη δεκαετία του 20 σχημάτισε την περίφημη μπάντα των “Red Hot Peppers” (ναι, κύριοι, οι Red Hot Chilly Peppers από εκεί εμπνεύστηκαν το όνομά τους). Οι Red Hot Peppers παρέδωσαν εξαιρετικά δείγματα πρωταρχικής, ξέφρενης Τζαζ, στα οποία δεσπόζει το αίσθημα της ομαδικότητας και του συλλογικού πνεύματος.

Αυτή ήταν η αυθεντική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης: κανένας μουσικός δεν ξεχώριζε ακόμα, ούτε δέσποζε η φωνή του σολίστα. Υπεράνω όλων ήταν η ομάδα. Κάτι που θα άλλαζε για πάντα στα μισά της δεκαετίας του 20... μα αυτό είναι μέρος μιας ιστορίας που θα πούμε κάποιον άλλο καιρό.

Στο μεταξύ μπορούμε να απολαύσουμε τη μουσική του Jelly Roll Morton και των Red Hot Peppers... και να αφεθούμε στον αέρα της Νέας Ορλεάνης, στην τρέλα του συλλογικού αυτοσχεδιασμού, στο άρωμα της συνοικίας των Κόκκινων Φώτων και στη λάμψη ενός μυστηριώδους διαμαντιού.




Η τζαζ μπάντα του Jerry Roll Morton, The Hot Peppers / Jerry Roll Morton's The Hot Peppers




1917. Η πρώτη ηχογράφηση




Φτάσαμε αισίως στην πρώτη ηχογράφηση. Από το σημείο εκείνο και έπειτα η ιστορία της μουσικής δεν θα ήταν πια ίδια. Ηχογραφημένη πλέον, η Τζαζ θα ακουγόταν στα σπίτια όλης της χώρας – ή για να ακριβολογούμε, στα σπίτια εκείνα που διέθεταν φωνόγραφο. Έτσι θα γινόταν γνωστή σε κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών, που ουδέποτε είχαν τη δυνατότητα να παρευρεθούν σε κάποια ζωντανή συναυλία της Νέας Ορλεάνης.

Η τραγική ειρωνεία όμως ήταν πως η πρώτη μπάντα που έμελλε να ηχογραφήσει τη νέα μουσική ήταν μια μπάντα λευκών – οι οποίοι έφτασαν μάλιστα να ισχυριστούν πως υπήρξαν οι “δημιουργοί” της. Το αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο της ηχογράφησης, βλέπετε, τους έδινε το αβαντάζ. Στ' αυτιά χιλιάδων ακροατών, που δεν είχαν ιδέα από τις μπάντες της Νέας Ορλεάνης, δεν ακούσει ποτέ Μπλουζ, ούτε φυσικά γνώριζαν μορφές όμως ο Μπάντι Μπόλντεν και ο Τζέλι Ρολ Μόρτον... στα δικά τους αυτιά πρώτη Τζαζ ήταν εκείνη που ηχογραφήθηκε πρώτη.

Το όνομα της μπάντας που πρώτη ηχογράφησε τη Τζαζ – του συγκροτήματος στο οποίο ανήκει το παλαιότερο ηχητικό ντοκουμέντο που διαθέτουμε – είναι Original Dixieland Jass Band – “Jass” ή “Jazz” ήταν όροι που αμφότεροι χρησιμοποιούνταν τον καιρό εκείνο. Οι Original Dixieland Jazz Band λέγονται και εν συντομία ODJB. Ο όρος “Dixieland” παραπέμπει στην πρώιμη Τζαζ της Νέας Ορλεάνης, όπως την έπαιζαν οι λευκοί μουσικοί. Μια Τζαζ λιγότερο δημιουργική συγκριτικά με εκείνη των Κρεολών και μαύρων συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν καθιερώσει το δικό τους, επονομαζόμενο “hot” στυλ. Αυτό δεν μειώνει την αξία και την γενικότερη συνεισφορά της, ωστόσο, στην εξέλιξη της μουσικής.

Υπήρξε, σε τελική ανάλυση, η πρώτη Τζαζ που άκουσε η πλειοψηφία του κόσμου. Που και εμείς, σήμερα, μπορούμε να ακούσουμε.




Original Dixieland Jazz Band
Η πρώιμη τζαζ της Ντίξιλαντ / Original Dixieland Jazz Band photo

Παλιός δίσκος τζαζ /Dixieland Jazz Band victor record







Η τύχη παίζει πάντα περίεργα παιχνίδια και – δυστυχώς – δεν μοιράζει ισόποσα τα δώρα της. Το 1915 η εταιρία Victor πρότεινε στον κορνετίστα Freddie Keppard ένα συμβόλαιο ηχογράφησης. Ο Κέπαρντ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κορνετίστες των καιρών του, μα φοβόταν διαρκώς μήπως οι άλλοι μουσικοί... κλέψουν τις ιδέες του. Έφτανε μάλιστα να παίζει βάζοντας μπροστά στην κορνέτα το χέρι του, θέλοντας να κρύψει τις κινήσεις του. Έτσι λοιπόν όταν προτάθηκε η ιδέα της ηχογράφησης, εκείνος την απέρριψε, σκεπτόμενος πως οι πάντες θα τον αντέγραφαν μετά. Έτσι αυτός – ένας μαύρος μουσικός, εκπρόσωπος του κλασικότερου ύφους της Νέας Ορλεάνης – έχασε την ευκαιρία. Και τη δόξα άρπαξαν οι Original Dixieland Jazz Band, δυο χρόνια μετά.

“Είμαστε οι αναρχικοί της μουσικής”, έλεγαν οι Original Dixieland Jazz Band, αναφερόμενοι στο ξέφρενο συλλογικό τους πνεύμα. Ακούγοντας τους σήμερα πιθανό να μην εντυπωσιαστούμε από μάλλον χαζοχαρούμενο, σε σημεία, στυλ τους – στυλ διαφορετικό από εκείνο των μαύρων μουσικών της Νέας Ορλεάνης, διαποτισμένο από μια “χωριάτικη” διάθεση θα μπορούσαμε να πούμε. Αρκεί να ακούσουμε το κομμάτι “Livery Stable Blues” (βλέπε το τέλος του κειμένου) για να καταλάβουμε. Ζώα, κότες, αγελάδες, ανακατεμμένες με τρομπόνια και τρομπέτες – μια ηχητική πανδαισία, χαρακτηριστική μιας εποχής που η δημοφιλής μουσική δεν είχε αποκοπεί ακόμα από τον κόσμο του θεάτρου. Και στις ζωντανές εμφανίσεις τους οι ODJB ήταν εξίσου θεατρίνοι – παραπέμποντας στις μέρες του Vaudeville. Η Τζαζ τους ήταν μια Τζαζ που δεν μπορούσες να πάρεις πολύ στα σοβαρά – μουσική κατάλληλη για ψυχαγωγία και λαϊκή διασκέδαση, δίνοντας τροφή ίσως σε εκείνους που ταύτιζαν τη νέα μουσική με τα ελαφριά ήθη των καιρών.

Η Τζαζ είχε μόλις γεννηθεί – μα ασφαλώς έμελλε να περάσει ακόμα καιρός μέχρι να ωριμάσει.

Αρχηγός της μπάντας ήταν ο κορνετίστας Nick La Rocca. Μέχρι το τέλος θεωρούσε πως η Τζαζ ήταν δικό τους δημιούργημα – κάτι αντίστοιχο έλεγε και ο Jelly Roll Morton για τον εαυτό του, αν θυμηθούμε. Όλοι ήθελαν μια μερίδα από την πίτα – και μάλιστα την αρχική μερίδα. Όλοι έσφαλαν – μα μπορούμε να τους καταλάβουμε. Η Τζαζ δεν ανήκε σε κανέναν. Ήταν μια γυναίκα που ανήκε σε όλους. Όμοια με τις γυναίκες που σύχναζαν στα ερυθρόχρωμα σπίτια της Νέας Ορλεάνης.

Και επιστρέφουμε στο ξεκίνημα του κειμένου. Στο νεαρό αυτό αγοράκι που άκουσε εκείνη την κορνέτα, σε κάποιο σπίτι εκείνης της συνοικίας. Το αγοράκι το οποίο προσπέρασε τρέχοντας τις πόρνες που το κοιτούσαν με απορία, η καρδιά του φτερουγίζοντας στο ρυθμό της ανακάλυψής του.

Τα φώτα της Νέας Ορλεάνης κάποια στιγμή έμελλε να σβήσουν. Μα για τον Λούις Άρμστρονγκ η φωτιά της μουσικής είχε μόλις ανάψει.



Το πρώτο μέρος του αφιερώματος στην Ιστορία της Τζαζ:


Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος 1. Ο Αρχέγονος Ρυθμός


Μουσικές επιλογές



Jelly Roll Morton – Perfect Rag


Jelly Roll Morton' s Red Hot Peppers – Wild Man Blues


Jelly Roll Morton' s Red Hot Peppers - Grandpa's Spells


Original Dixieland Jazz Band – Livery Stable Blues


Original Dixieland Jazz Band – One Step


New Orleans Rhythm Kings – Tiger Rag




© Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 15, Φλεβάρης 19. Παρακαλώ να μην αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.

Η Ιστορία της Τζαζ συνεχίζεται...!



Παλιά αφίσα με γραμμόφωνο της Columbia / Columbia gramophone vintage poster

Ιστορία της Τζαζ, τα φώτα της Νέας Ορλεάνης, μίνι poster - από το φονικό κουνέλι