17 Νοεμβρίου 2016

Τρεις Δόσεις Ουτοπίας


"Η Χρυσή Εποχή", έργο του Λούκας Κράναχ του Πρεσβύτερου, 1530


Άραγε πόσες δόσεις ουτοπίας χρειαζόμαστε για την καθημερινή πνευματική μας διατροφή;

Η απάντηση δεν είναι όμοια για όλους. Στους μίζερους θα πρότεινα να μπολιάσουν το κεφάλι τους με όση ουτοπία χωράει εκεί μέσα, καταμεσής των σκονισμένων, τετραγωνισμένων γωνιών του. Στους αιθεροβάμονες θα συνιστούσα να αφαιρέσουν μερικές στάλες, γιατί εκεί ψηλά τα σύννεφα δείχνουν πάντα ροζ – και η πτώση είναι σφοδρή. Μα κι αυτό δεν είναι απόλυτο: κάποιες φορές χρειάζεται να τετραγωνίσεις τη σκέψη σου, ώστε να αντεπεξέλθεις στις απαιτήσεις της πραγματικότητας· άλλες φορές πρέπει να πετάξεις, ίσα για να μάθεις τη σημασία της πτώσης.

Και υπάρχουν κι εκείνες οι φορές που πέφτοντας μαθαίνεις να πετάς.

Ου-τοπία σημαίνει ο Μη Τόπος. Μα κάποιοι θα έλεγαν «ο τόπος που δεν εμφανίστηκε ακόμα». Το να μπορείς να φέρνεις την ουτοπία στο μυαλό σου σημαίνει καταρχάς πως έχεις την απαιτούμενη φαντασία γι’ αυτό – γιατί φαντασία είναι να εικονίζεις με το νου σου εκείνο ακριβώς που δεν υπάρχει.

Και αν διαπιστώνω κάτι, παρατηρώντας γύρω μου, είναι μια ολική έλλειψη φαντασίας. Ξεκινώντας απ’ τις προσωπικές σχέσεις και φτάνοντας στα μεγάλα κοινωνικά οράματα.

Θα μου άρεσε πολύ αν άνοιγα ένα απόγευμα την τηλεόραση και έβλεπα τον παρουσιαστή στις Ειδήσεις να λύνει την γραβάτα του, ν’ απλώνει τα πόδια του πάνω στο γραφείο και ν’ αναφωνεί μπροστά στην κάμερα: «παιδιά, τέρμα η μαλακία. Έχουμε και καλύτερα πράγματα να κάνουμε.» Και να φύγει. Έτσι απλά.

Να ένας άνθρωπος με φαντασία! – θα σκεφτόμουν. Γιατί αυτό είναι η Ουτοπία, κύριοι.

Ήταν 1516 όταν ο Τόμας Μόρ (Thomas More) δημοσίευσε για πρώτη φορά την «Ουτοπία». Ένα έργο ορόσημο για την εξέλιξη τόσο της λογοτεχνίας, όσο και της φιλοσοφικής/κοινωνιολογικής σκέψης – ήταν εξάλλου εκείνο που καθιέρωσε τον όρο «ουτοπία». Στο βιβλίο περιγράφεται μια χώρα τόσο διαφορετική στα έθιμα και τις συνθήκες συγκριτικά με την κοινωνία των καιρών του Μορ, που φάνταζε εντελώς εξωπραγματική. Μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι δουλεύουν τόσο όσο χρειάζεται για να παράγουν τα αναγκαία (και ποτέ παραπάνω), το χρήμα είναι άχρηστο και η δόξα πηγαίνει στους ειρηνοποιούς, όχι τους πολεμοκάπηλους.

Σκάνδαλο τότε. Σκάνδαλο και τώρα.

Τρεις δόσεις από αυτή, την αρχέγονη Ουτοπία των νεότερων χρόνων (γιατί και οι αρχαίοι είχαν τις δικές τους ουτοπίες), αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας σήμερα. Τρία από τα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μου, αποσπάσματα του βιβλίου. Διαβάζοντάς τα θα κάνετε συγκρίσεις με τη νεότερη εποχή και θα σκεφτείτε πόσο επίκαιρα φαίνονται.







Τρία αποσπάσματα από την «Ουτοπία» του Τόμας Μορ



«Στην Ουτοπία δεν εξαντλούνται στη δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, όπως γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο και το οποίο μοιάζει με σκλαβιά. Χωρίζουν την ημέρα και την νύχτα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τις οποίες δουλεύουν τις έξι, τρεις πριν το φαγητό και τρεις μετά περνούν το δείπνο και μετά πέφτουν για ύπνο στις οκτώ για οκτώ ώρες. Τις υπόλοιπες ώρες είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά δεν σπαταλούν τον χρόνο τους τεμπελιάζοντας και γλεντώντας, αλλά τον αξιοποιούν ο καθένας ανάλογα με την κλίση του. Οι περισσότεροι επιλέγουν να αυξήσουν τις γνώσεις τους. […]

Θα πρέπει όμως να σας πω λίγο περισσότερο για τον τρόπο που δουλεύουν γιατί ίσως να νομίζετε ότι οι έξι ώρες είναι πολύ λίγες και ότι ίσως να δημιουργεί πρόβλημα πλήρωσης βασικών αναγκών. Αντίθετα λοιπόν το εξάωρο, όχι μόνο φτάνει, αλλά και περισσεύει για να εξασφαλίσουν υπερεπάρκεια τόσο στα αναγκαία όσο και στα αγαθά πολυτελείας, το γιατί θα τα καταλάβετε αμέσως αν λογαριάσετε το μεγάλο μέρος του πληθυσμού που μένει άνεργο σε άλλες χώρες. 

Πρώτα απ’ όλα οι γυναίκες, δηλαδή η μισή ανθρωπότητα, δε δουλεύουν και όπου δουλεύουν το κάνουν γιατί τεμπελιάζουν οι άνδρες τους, σε αυτό μπορείτε να προσθέσετε το πλήθος των αργόσχολων παπάδων και όλων όσων ασχολούνται με την ιεροσύνη. Συνυπολογίστε και όλους τους πλούσιους, κυρίως τους μεγαλοκτηματίες, τους λεγόμενους ευγενείς και τους ανθρώπους του καλού κόσμου, με τους παρατρεχάμενους. Τέλος, βάλτε όλους τους υγιείς δυνατούς ζητιάνους που κάνουν τους αρρώστους για να για δικαιολογήσουν την τεμπελιά. 

Βάλτε όλους αυτούς μαζί και θα δείτε ότι οι άνθρωποι που τελικά εργάζονται για να παράγουν όλα όσα καταναλώνει ολόκληρη η κοινωνία είναι τελικά πολύ λιγότεροι από ότι νομίζουμε. Επίσης σκεφτείτε πόσοι από αυτούς κάνουν δουλειές πραγματικά χρήσιμες για το κοινωνικό σύνολο καθώς υπολογίζοντας τα πάντα με μέτρο το χρήμα δημιουργήσαμε πάρα πολλά περιττά επαγγέλματα που περιστρέφονται γύρω από την πολυτέλεια.

Αν όμως οι άνθρωποι που δουλεύουν, εργάζονταν αποκλειστικά για να παράγουν όσα χρειάζονται για μια άνετη διαβίωση, η υπερπαραγωγή που θα υπήρχε θα έριχνε τόσο χαμηλά τις τιμές που οι έμποροι δεν θα μπορούσαν να συντηρηθούν από την πώλησή τους. Αν όσοι δουλεύουν σε παρασιτικά επαγγέλματα εργάζονταν πραγματικά και παραγωγικά και όσοι τώρα τεμπελιάζουν και ξοδεύουν για δύο, υποχρεώνονταν να δουλέψουν, θα διαπιστώνατε ότι λίγες ώρες δουλειάς την ημέρα είναι υπεραρκετές για να παράγουμε όσα είναι απαραίτητα και ευεργετικά για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όταν αυτά δεν αγγίζουν την υπερβολή. Αυτό το βλέπει κανείς πολύ καθαρά στην Ουτοπία, αφού σε ολόκληρες πόλεις και διοικητικές περιφέρειες, είναι ζήτημα αν βρεις πεντακοσίους υγιείς νέους ανθρώπους να μην δουλεύουν».



Ένας χάρτης της Ουτοπίας


***


«Στην Ουτοπία αισθάνονται ενόχληση και ντροπή για τις αιματηρές νίκες τους ενάντια στους εχθρούς τους. Για καμία νίκη δεν καμαρώνουν παραπάνω, από αυτές που επιτεύχθηκαν με δεξιοτεχνία, χωρίς αιματοχυσία. 

Σε τέτοιες περιπτώσεις το γιορτάζουν πανηγυρικά, με δημόσιους θριάμβους, και φτιάχνουν τρόπαια γι’ αυτούς που πέτυχαν μια τόσο σημαντική νίκη• γιατί θεωρούν ότι ο άνθρωπος λειτουργεί σύμφωνα με τη φύση του όταν νικά έναν εχθρό με τρόπο που μόνον εκείνος μπορεί – και αυτό είναι με την δύναμη και την εξυπνάδα του. Οι αρκούδες, τα λιοντάρια, τα αγριογούρουνα, οι λύκοι και τα σκυλιά και όλα τα άλλα ζώα χρησιμοποιούν τη φυσική τους δύναμη, πολλά μάλιστα είναι πιο δυνατά και από τον άνθρωπο, παρόλ’ αυτά εκείνος υπερτερεί λόγω του πνεύματος και της λογικής του».


***


«Είναι γεγονός πως, όσο περισσότερο διαφέρουν οι συνήθειές μας από τις συνήθειες των άλλων, τόσο πιο απίστευτες μας φαίνονται. Αφού το σύστημα της Ουτοπίας διαφέρει τόσο πολύ από το δικό μας, δεν πρέπει να μας φαίνεται παράξενο που αξιολογούν τον χρυσό και το ασήμι με διαφορετικά κριτήρια από ότι εμείς.

Τα πολύτιμα μέταλλα δεν τους χρησιμεύουν παρά μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες και κρίσιμες καταστάσεις. Αξιολογώντας τα λοιπόν με βάση τη χρησιμότητα, είναι λογικό να προτιμούν το σίδερο από το χρυσάφι. Ο άνθρωπος δε μπορεί να κάνει χωρίς σίδερο όπως δεν μπορεί να κάνει χωρίς φωτιά και νερό, είναι το πιο χρήσιμο και σημαντικό μέταλλο στη φύση. Ο χρυσός και το ασήμι έχουν υπερεκτιμηθεί από την ανοησία του ανθρώπου και λόγω της σπανιότητάς τους. Στην Ουτοπία όμως πιστεύουν ότι η φύση, σαν ανεκτικός γονιός, παρέχει στον άνθρωπο τις μεγαλύτερες ευλογίες της απλόχερα, όπως το νερό και τον αέρα, και κρύβει ό,τι είναι μάταιο και άχρηστο. […]

Οι κάτοικοι της Ουτοπίας απορούν πως είναι δυνατόν να γοητεύεται κανείς από την αδύναμη λάμψη μιας πέτρας όταν είναι σε θέση να θαυμάζει τη λάμψη των αστεριών και πως είναι δυνατόν να θεωρείται κάποιος καλύτερος από τους άλλους επειδή φορά καλύτερα ρούχα. Στο τέλος δεν είναι τίποτε άλλο από κατεργασμένο μαλλί προβάτου και το πρόβατο είναι πρόβατο όσο καλό μαλλί και να κάνει. Απορούν το ίδιο όταν ακούν ότι άλλοι λαοί αγαπούν ένα μέταλλο τόσο άχρηστο όσο ο χρυσός, σε τέτοιο βαθμό που να το θεωρούν πιο σημαντικό από τον άνθρωπο, ο οποίος είναι ο ίδιος που του έδωσε αξία. Εκπλήσσονται ακούγοντας ότι ένας άνθρωπος με την ευφυΐα ξύλου και όσο κακός όσο και ανόητος, έχει στην υπηρεσία τόσους πολλούς έξυπνους και καλούς ανθρώπους, μόνο επειδή τυχαίνει να έχει πολύ από αυτό το μέταλλο. […]

Περισσότερο όμως απορούν με αυτούς τους ηλίθιους που μόλις δουν πλούσιο, χωρίς να του χρωστούν ή να έχουν εξάρτηση από αυτόν, τρέχουν από πίσω, έστω και αν γνωρίζουν ότι είναι τόσο τσιγκούνης που δεν πρόκειται να τους δώσει δεκάρα. […]



"Ιδανική Πόλη", έργο που αποδιδόταν στον Piero della Francesca και τώρα αποδίδεται σε έναν εκ των Luciano Laurana, Francesco di Giorgio Martini και Melozzo da Forlì


Ενώ όλα τα πιάτα και τα ποτήρια [στην Ουτοπία] είναι φτιαγμένα από πηλό ή γυαλί, όμορφα σε εμφάνιση αλλά από φθηνά υλικά, τα ουροδοχεία στα σπίτια στα σπίτια και στους δημόσιους χώρους είναι φτιαγμένα από χρυσό και ασήμι. Το ίδιο και οι αλυσίδες και οι χειροπέδες των δούλων. Σε μερικούς μάλιστα, για διαπόμπευση, φορούν ένα χρυσό σκουλαρίκι, μια χρυσή αλυσίδα ή ένα χρυσό στεφάνι στα μαλλιά. Κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να ευτελίσουν τα συγκεκριμένα μέταλλα. Έτσι εκεί που σε όλο τον κόσμο προτιμούν να χάσουν το χέρι τους παρά τον χρυσό και το ασήμι τους, στην Ουτοπία αδιαφορούν για αυτά σαν να ήταν μια δεκάρα! Μαργαριτάρια βρίσκουν στην ακρογιαλιά, διαμάντια και ρουμπίνια ανάμεσα στις πέτρες.

Δεν σκοτίζονται να τα ψάξουν, αν όμως τα βρουν κατά τύχη, τα γυαλίζουν και με αυτά στολίζουν τα παιδιά, που τους αρέσει να τα φορούν. Μόλις όμως μεγαλώσουν και καταλάβουν ότι είναι απλώς μπιχλιμπίδια, τα πετούν από μόνα τους, χωρίς να τους το πει κανένας, με τον ίδιο τρόπο, που εμείς παρατάμε τα παιχνίδια και τις κούκλες μας. […]

[Μια μέρα] έκαναν την εμφάνισή τους τρεις ξένοι πρεσβευτές και εκατό ακόλουθοι ντυμένοι οι περισσότεροι με μεταξωτά στα χρώματα της ίριδας. Οι δε πρεσβευτές στην χώρα τους φορούσαν χρυσοκέντητα μεταξωτά και μεγάλες καδένες, σκουλαρίκια και δαχτυλίδια και καπέλα κεντημένα με σειρές από μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα πετράδια. Με λίγα λόγια, ήρθαν με ό,τι στην Ουτοπία είναι χαρακτηριστικό της δουλείας, σύμβολα διαπόμπευσης και μπιχλιμπίδια για μωρά. Ήταν πολύ αστείο να τους βλέπεις να κορδώνονται από την μία συγκρίνοντας τα πανάκριβα ρούχα τους με τα φτωχά ενδύματα των ντόπιων που είχαν βγει στους δρόμους και από την άλλη να κάνουν ακριβώς την αντίθετη εντύπωση από αυτή που ήθελαν να δημιουργήσουν. Φάνταζαν τόσο γελοίοι στα μάτια των κατοίκων της Ουτοπίας, που χαιρετούσαν με σεβασμό τους ταπεινά ντυμένους υπηρέτες και αγνόησαν τους πραγματικούς, γεμάτους χρυσάφι, πρεσβευτές.

Μακάρι να βλέπατε τα παιδιά, που είχαν μεγαλώσει αρκετά για να περιφρονούν τα στολίδια, να λένε στις μανάδες τους: «κοίτα αυτόν τον ανόητο φοράει μαργαριτάρια και διαμάντια λες και είναι μωρό» και εκείνες να απαντούν αθώα:

«ησύχασε, νομίζω ότι είναι ένας από τους γελωτοποιούς των πρεσβευτών».


* Η μετάφραση της «Ουτοπίας» του Μ. Βουτσίνου, εκδόσεις Αργοναύτης.



"Τόμας Μορ" έργο του Χανς Χολμπάιν του νεότερου

13 Νοεμβρίου 2016

Ο Ιησούς και ο Ταρζάν. Μια ιστορία του Τομ Ρόμπινς


Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τομ Ρόμπινς Αμάντα - Ο Ιησούς και ο Ταρζάν, μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Ένα απόσπασμα από την "Αμάντα", το πρώτο μυθιστόρημα του Τομ Ρόμπινς




«Ο Ιησούς καθόταν πάνω σ' ένα βράχο στην έρημο, κάνοντας διαλογισμό και διαβάζοντας το Νόμο, όταν πλησίασε ο Ταρζάν καβάλα σε μια κατσίκα. Ο Ταρζάν μασουλούσε σπόρους από μοσχοκάρυδο και έπαιζε φυσαρμόνικα. «Ε, Ιησού», φώναξε.

Ο Ιησούς αναπήδησε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός. «Με τρόμαξες», τραύλισε. «Για μια στιγμή νόμισα πως ήσουνα ο Παν».

Ο Ταρζάν γέλασε. «Καταλαβαίνω γιατί έπαθες την πλάκα σου. Όταν γεννήθηκες εσύ, σ' όλο τον κόσμο φώναξαν, "Ο Μεγάλος Παν πέθανε", και τρόμαξες τώρα νομίζοντας πως τον είχες μπροστά σου. Όπως βλέπεις όμως, εγώ είμαι παντού τριχωτός, σαν πίθηκος. Ο Παν ήταν τριχωτός από τη μέση και κάτω. Πάνω από τον αφαλό του έμοιαζε πολύ με σένα».

Ένα ρίγος ταρακούνησε το λιπόσαρκο σώμα του Ιησού. «Σαν εμένα;» ρώτησε. «Όχι, πρέπει να κάνεις λάθος. Δεν μου λες, τι είναι αυτό που τρως;»

«Σπόροι από μοσχοκάρυδο», είπε ο Ταρζάν, χαμογελώντας. «Να, τσίμπα κι εσύ μερικούς». «Όχι, ευχαριστώ», είπε ο Ιησούς. «Νηστεύω». Σάλια μαζεύτηκαν στο στόμα του. Έσφιξε με δύναμη τα χείλια του, αλλά λίγο σάλιο ξέφυγε από το ροζ φράγμα των σκασμένων χειλιών του και κύλησε σε μια ακανόνιστη διαδρομή πάνω ση γενειάδα του. «Κι έπειτα, οι σπόροι του μοσχοκάρυδου δεν είναι ναρκωτικό;»

«Να σου πω, σε φτιάχνουνε, αν αυτό εννοείς. Γιατί λες να κάθομαι και να τους μασουλάω όταν στη σέλα μου έχω χουρμάδες, περιστέρια κι ένα σταμνί σούπα από αρνάκι; Πάντως, αν θέλεις τη γνώμη μου, δεν θα σου 'κανε κακό να βαρείς κι εσύ κάτι τις για ν' απογειωθείς».

Μόλις άκουσε για τη σούπα, ο Ιησούς έχασε τον έλεγχο του σάλιου του. Σκούπισε το πηγούνι του με το σκονισμένο του μανίκι, ενώ η ντροπή χρωμάτιζε τα μελαμψά του μάγουλα όπως η ροδοδάκτυλη αυγή χρωματίζει τόσα εδάφια του Ομήρου. «Όχι. όχι», είπε εμφατικά. «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής με είχε φτιάξει κάποτε με ρίζα μαυραγόρα. Ήταν μια όμορφη εμπειρία, αλλά δεν πρόκειται να το ξανακάνω». Έκλεισε τα μάτια του για να τα προστατέψει από τη φωτεινή ανάμνηση των οραμάτων του. «Τώρα, θα μπορούσες να πεις ότι είμαι φυσικά μαστουρωμένος».

Ο Ταρζάν, που είχε κατεβεί από την κατσίκα του, χαμογέλασε και είπε, «Και πολύ μπράβο σου». Κάθισε δίπλα στον Ιησού κι έφερε τη φυσαρμόνικα στο στόμα του. Έπαιξε ένα μπλουζ της ζούγκλας. «Σ' αυτές τις φυσαρμόνικες πρέπει να φυσήξεις ντο για να σου βγάλουνε σολ», είπε κι έκανε μια μικρή επίδειξη.

Ο Ιησούς τον διέκοψε, φανερά ανήσυχος, «Τι εννοούσες όταν είπες ότι ο Παν έμοιαζε πολύ με μένα;»

«Μόνο από τη μέση και πάνω», τον διόρθωσε ο Ταρζάν. , «Πάνω απ’ τη μέση, ο Παν ήταν πολύ πνευματικός τύπος. Τραγουδούσε κι έπαιζε μουσική καλύτερα κι από κορυδαλλό. Και το πρόσωπό του ήταν γεμάτο χαρά, σαν λειβάδι την άνοιξη. Είχε πολύ αγάπη αυτός ο παλαβιάρης, όπως έχεις κι εσύ. Βέβαια, είχε και κέρατα, ξέρεις. Και πόδια τράγου. Αλλά το τι χορό έκανε μ' αυτά τα πόδια, αδερφέ μου, άλλο να σου το λέω κι άλλο να το βλέπεις! Αλλά βρωμοκοπούσε, αυτό είναι σίγουρο. Την εποχή της βαρβατίλας, τον μύριζες από ένα μίλι μακριά. Και ήταν ικανός να πηδήξει οτιδήποτε. Αν δεν έβρισκε καμιά νύμφη, θα μπορούσε να πηδήξει κι αυτή τη γριά κατσίκα που βλέπεις». Ο Ταρζάν γέλασε κι έπαιξε μια κλίμακα στη φυσαρμόνικα.

Αυτές οι αναφορές σε σαρκικά πράγματα δεν άρεσαν στον Ιησού. Έκανε μια προσπάθεια να συγκεντρωθεί και πάλι στο Νόμο. Αλλά όπου κι αν ταξίδευε η φοβερή του διάνοια μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του εβραϊκού Νόμου, έβρισκε κρυμμένη από πίσω την εικόνα του Παν. Τελικά, παραμέρισε τον Μωυσή και ρώτησε: «Είπες όμως ότι έμοιαζε πολύ με μένα».

«Ναι, το είπα, έτσι είναι. Είπα ότι σου έμοιαζε, αλλά ήταν και διαφορετικός. Ο Παν ήταν ο θεός των δασών και των λειβαδιών, η θεότητα των κοπαδιών και των βοσκών. Την έβρισκε με την ερημιά αλλά την έβρισκε και με τη βροχή. Ήταν μισός άνθρωπος και μισός ζώο. Πολλές φορές γελούσε με την ίδια του την ουρά. Ο Παν αντιπροσώπευε την ένωση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα. Την ένωση, μάγκα μου. Γι’ αυτό σε μας τους παλιούς δεν άρεσε καθόλου που έφυγε».


Ο Παν αντιπροσώπευε την ένωση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα. Την ένωση, μάγκα μου. Γι’ αυτό σε μας τους παλιούς δεν άρεσε καθόλου που έφυγε.


Οι εφημεριδοπώλες της παράνοιας άρχισαν να διαλαλούν τις ένοχες εφημερίδες τους μέσα στα μάτια του Ιησού. Ήταν οι ίδιοι φωνακλάδες αλήτες που θα έβγαιναν στους δρόμους όταν ο Ιησούς θα πρόβλεπε την προδοσία και την άρνηση των μαθητών του• όταν, στα προτελευταία λόγια του, θα κατηγορούσε τον Θεό πως τον ξέχασε. «Κατηγορείς εμένα γι' αυτό;» ρώτησε. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και νευρικό, σαν ποντικοπαγίδα.

Στο μεταξύ, ο Ταρζάν είχε φτιαχτεί για καλά. Δεν ήθελε τώρα δυσάρεστες συζητήσεις. «Εγώ ξέρω μονάχα αυτά που διαβάζω στις εφημερίδες», είπε. Κούνησε τη φυσαρμόνικα μπρος πίσω, κάνοντάς την ν' αστράφτει στο φως του ήλιου. «Σου αρέσει κανένα ιδιαίτερο τραγουδάκι;»

«Μου αρέσει οτιδήποτε έχει ψυχή μέσα του», απάντησε ο Ιησούς. «Αλλά όχι τώρα. Πες μου, Ταρζάν, τι σχέση είχε η γέννησή μου με την αποδημία του Παν;»

«Ιησού, παλιόφιλε, δεν είμαι κανένας εβραίος διανοούμενος και δεν μπορώ να σου ρίξω καμιά από 'κείνες τις ασήκωτες θεολογικές κουβέντες που έχεις συνηθίσει ν' ακούς στους ναούς. Αλλά αν μου υποσχεθείς, στην Προσκοπική σου τιμή, να μη μου την πέσεις με βαριές συζητήσεις, θα σου πω τι ξέρω».

«Έχεις το λόγο μου», είπε ο Ιησούς. Κοίταξε προς τη συμφωνημένη κατεύθυνση του Παραδείσου, και ξαφνικά πρόσεξε για πρώτη φορά έναν άγγελο που πετούσε από πάνω τους, κάνοντας τεμπέλικα λούπινγκ στον άγριο ουρανό της ερήμου. «Αυτός ο άγγελος θα αναφέρει όλα όσα θ' ακούσει», σκέφτηκε ο Ιησούς. «Καλά θα κάνω να προσέχω τα λόγια μου».

Ο Ταρζάν είδε κι αυτός τον άγγελο, αλλά δεν έδωσε προσοχή. Την τελευταία φορά που είχε φάει σπόρους μοσχοκάρυδου είχε δει έναν ολόκληρο περιστερώνα από δαύτους. Ένας μάλιστα προσγειώθηκε στο κεφάλι του και τον κατούρησε στην πλάτη.

«Τον παλιό καιρό», άρχισε ο Ταρζάν, «οι άνθρωποι ήταν συγκεκριμένοι. Θέλω να πω ότι δεν είχαν πολλά πάρε δώσε με αφηρημένες ιστορίες και πνευματισμούς. Ήξεραν πως όταν ένα σώμα αποσυντίθεται, κάνει τα φυτά να μεγαλώνουν. Έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια ότι η κοπριά βοηθούσε κι αυτή τα φυτά. Και δε χρειάζονταν την Αντέλ Ντέιβις για να καταλάβουν ότι τρώγοντας φυτά τρέφονταν και μεγάλωναν κι οι ίδιοι. Έτσι μπήκαν στο νόημα ότι υπήρχαν συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στο αίμα, τα σκατά και τη βλάστηση. Ανάμεσα στα ζώα, τα φυτά και τον άνθρωπο.

Όταν θυσίαζαν ένα ζώο στη σοδειά του καλαμποκιού, αυτό ήταν μια αναγνώριση της φανερής σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στο θάνατο και τη γονιμότητα. Όλα αυτά τα έκαναν χωρίς καμιά σχέση με μυστικισμούς και τέτοια. Εντάξει, το πασπάλιζαν το πράμα και με μερικές τελετές, αλλά λίγο σόου είναι καλό για το ηθικό.

Ήμαστε συνδεμένοι με τη βλάστηση. Και στο φυτικό κόσμο τίποτα δε χάνεται. Απλώς αποτραβιέται και μετά επιστρέφει. Η ενέργεια δεν καταστρέφεται ποτέ. Φυτεύαμε τους νεκρούς μας με τον ίδιο τρόπο που φυτεύαμε τους σπόρους μας. Μετά από μια περίοδο ανάπαυσης, η ενέργεια του πτώματος ή του σπόρου επέστρεφε με τη μία ή την άλλη μορφή. Από το θάνατο προερχόταν περισσότερη ζωή. Αγαπούσαμε τη γη εξαιτίας της χαράς και της διασκέδασης και της γαλήνης που νιώθαμε αγαπώντας την. Δεν χρειαζόμαστε να "σωθούμε" απ' αυτή. Ποτέ δεν οργανώσαμε αποδράσεις για τον Παράδεισο. Δεν φοβόμαστε το θάνατο γιατί συμμορφωνόμαστε με τη φύση και τους κύκλους της. Στη φύση βλέπαμε ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής.


Ήμαστε συνδεμένοι με τη βλάστηση. Και στο φυτικό κόσμο τίποτα δε χάνεται. Απλώς αποτραβιέται και μετά επιστρέφει. Η ενέργεια δεν καταστρέφεται ποτέ. 


Μόνον όταν μερικοί άνθρωποι - οι πρώτες φυλές του Ιούδα σταμάτησαν να οργώνουν το χώμα και αλλοτριώθηκαν από τους κύκλους της βλάστησης, έχασαν την πίστη τους στην υλική ανάσταση του σώματος. Φύτευαν το νεκρό τους ταύρο ή το νεκρό τους πρόβατο και δεν έβλεπαν να φυτρώνει τίποτα από τον τάφο: ούτε καινούργιος ταύρος, ούτε καινούργιο πρόβατο. Έτσι άρχισαν να ανησυχούν, ξέχασαν το μάθημα της βλάστησης και μέσα στην απελπισία τους ανέπτυξαν την έννοια της πνευματικής επαναγέννησης.

Η ιδέα της πνευματικής - ή αόρατης - ύπαρξης ήταν το αποτέλεσμα του νέου και αφύσικου φόβου του θανάτου. Και η ιδέα ενός Υπέρτατου Πνευματικού Όντος είναι το αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης από τις διεργασίες της φύσης: όταν ο άνθρωπος δεν μπορούσε πια να παρατηρήσει τις απτές, υλικές διαδικασίες της ζωής και να ταυτιστεί μαζί τους, αναγκάστηκε να εφεύρει τον Θεό για να εξηγήσει πώς εμφανίστηκε η ζωή και γιατί υπάρχει ο θάνατος».


Έτσι άρχισαν να ανησυχούν, ξέχασαν το μάθημα της βλάστησης και μέσα στην απελπισία τους ανέπτυξαν την έννοια της πνευματικής επαναγέννησης.






«Για περίμενε μια στιγμή», είπε κοφτά ο Ιησούς.

«Κοίτα, εγώ λέω να πηγαίνω σιγά σιγά», είπε ο Ταρζάν, χώνοντας τη φυσαρμόνικα στο λερωμένο από μύρο αραβικό μεταξωτό που είχε τυλιγμένο γύρω από τη μέση του.

«Όχι», είπε ο Ιησούς. «Αν έχεις να πεις κι άλλα. πες τα. Τι σχέση έχει ο Παν μ' αυτή τη βλασφημία; Κι εγώ;»

«Αν είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τ' ακούσεις, εντάξει. Μεταξύ μας, πάντως, φιλαράκο, μου φαίνεσαι λιγάκι πεσμένος. Ξέρεις τι θα σου χρειαζόταν τώρα; Μισό κιλό μπριζόλες και κάμποσες τηγανητές πατάτες».

«Έλα, συνέχισε», είπε ο Ιησούς μέσα στα σάλια του.

«Το θέμα είναι, μάγκα μου, ότι τότε βλέπαμε τη ζωή με ένα ενιαίο τρόπο. Καταφέραμε, μάλιστα, με το δικό μας χαζό τρόπο, ν' ανακαλύψουμε τι ρόλο παίζουν σ' αυτή τη διεργασία ο ήλιος και η σελήνη και τ' αστέρια. Δεν κάναμε διακρίσεις ανάμεσα στην αναπαραγωγική λειτουργία των σπόρων και τους αναπαραγωγικούς κύκλους των ζώων. Παρατηρήσαμε ότι η ανάπτυξη και η αλλαγή ήταν ουσιαστικά και απαραίτητα στοιχεία για τη ζωή και επειδή γουστάραμε τη ζωή, όταν ήρθε η ώρα να ικανοποιήσουμε τις εσωτερικές μας ανάγκες, βασίσαμε φυσικά τη θρησκεία μας στους μετασχηματισμούς της φύσης. Αυτό είχε αμεσότητα. Πήγαμε κατευθείαν στην πηγή. Βλέπαμε γύρω μας τη δύναμη της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού, δεν την αποδώσαμε σε αφηρημένα πνεύματα - σε κάποια μεγεθυμένη προέκταση του εγώ που υπήρχε στον ουρανό - αλλά την είδαμε να υπάρχει στη γονιμότητα της φύσης. Λατρεύαμε τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών και των ζώων. Γιατί εκεί βρίσκεται η δύναμη της ζωής».


 Λατρεύαμε τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών και των ζώων. Γιατί εκεί βρίσκεται η δύναμη της ζωής


Ο Ιησούς κλώτσησε μια πέτρα με τη λιωμένη μύτη του σανταλιού του. «Ναι, έχω ακούσει για τη λατρεία του φαλλού και της βλάστησης», είπε. «Δεν είναι και πολύ εξελιγμένη σαν θρησκεία. Ο πατέρας μου περιμένει περισσότερα πράγματα απ' τον άνθρωπο και όχι μια πρωτόγονη λατρεία ης σαρκικής του φύσης. Πρέπει να ανυψωθεί πάνω από...»

«Να εξυψωθεί για να φτάσει πού, ρε φίλε; Σε αφηρημένες έννοιες; Και στην αλλοτρίωση; Οι περγαμηνές σου εδώ, το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός. Η ζωή αναπαράγεται απ’ τη ζωή, ενώ η ανάσταση – η αναπαραγωγή των σπόρων, η επιστροφή, την άνοιξη, των φύλλων που έπεσαν το φθινόπωρο – είναι κάτι το υλικό, και όχι πνευματικό. Δεν είναι εξελιγμένη σαν θρησκεία; Ίσως δεν είναι εξελιγμένο να λατρεύεις βουνά και να θεωρείς τους ποταμούς ιερούς, αλλά όταν ο άνθρωπος βλέπει σαν ιερό το φυσικό του περιβάλλον, θα το σεβαστεί και δε θα προσπαθήσει να το πουλήσει ή να το καταστρέψει.

Δεν είναι εξελιγμένη; Η επιστήμη θα χρειαστεί άλλα δύο χιλιάδες χρόνια για να ανακαλύψει ότι η ζωή εμφανίστηκε όταν ένα φλυτζάνι θαλασσινό νερό που περιείχε μόρια αμμωνίας παγιδεύτηκε σε ένα βράχο στη στεριά και θερμάνθηκε από τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου. Αλλά εμείς οι παγανιστές διαισθανόμαστε πάντα ότι οι ρίζες του ανθρώπου είναι ανόργανες. Γι’ αυτό σεβόμαστε ακόμη και τις πέτρες».


Οι περγαμηνές σου εδώ, το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός. 


Ο Ιησούς σήκωσε το κεφάλι από τις πέτρες που κλωτσούσε και τον κοίταξε μπερδεμένος. «Δεν σωθήκατε όμως», διαμαρτυρήθηκε.

«Δεν μας χρειαζόταν να σωθούμε», είπε ο Ταρζάν. «Δεν είχαμε ανάγκη από σωτηρία.

Τον παλιό καιρό, η κεντρική θρησκευτική μορφή ήταν το θηλυκό αρχέτυπο. Ο άντρας είχε τη δύναμη της δημιουργίας, αλλά μόνο στις γυναίκες παρατηρούσαμε το ξετύλιγμα του κύκλου της ζωής: την αναπαραγωγή, το θάνατο και την επαναγέννηση. Έτσι γιορτάζαμε την αισθησιακότητα της Θεάς Μητέρας. Η γεωργία συνδέεται μέσα από τον ομφάλιο λώρο με τη Μεγάλη Κοιλιά. Ενώ η εξημέρωση των ζώων και η μετατροπή τους σε κατοικίδια, κάτι που έγινε αργότερα, είναι μια πιο φαλλική δραστηριότητα – ήταν ένα βήμα που μας απομάκρυνε από τη Θεά Μητέρα και μας έφερε πιο κοντά στο Θεό Πατέρα. Και πάλι, όμως, είχε διατηρηθεί μια αρμονική ισορροπία. Και ο Παν ήταν η προσωποποίηση αυτής της ισορροπίας. Αυτός κρατούσε τα πράγματα ενοποιημένα, αυτός με την όμορφη μουσική του τον μακρύ κατακόκκινο καυλό του.


Έτσι γιορτάζαμε την αισθησιακότητα της Θεάς Μητέρας. Η γεωργία συνδέεται μέσα από τον ομφάλιο λώρο με τη Μεγάλη Κοιλιά.


Όταν ήρθες εσύ όμως, απ' ό,τι ξέρω, ο ερχομός σου αντιπροσώπευε το θρίαμβο του Θεού Πατέρα πάνω στη Θεά Μητέρα, τη νίκη του ιουδαϊκού Θεού του πνεύματος πάνω στον παλιό Θεό που ήταν μέσα στη σάρκα. Η γέννησή σου σήμανε το τέλος του παγανισμού και τον τελικό διαχωρισμό του ανθρώπου από τη φύση. Από τώρα και στο εξής, ο πολιτισμός θα κυριαρχεί πάνω στη φύση, ο φαλλός θα κυριαρχεί πάνω στη μήτρα, η μονιμότητα θα κυριαρχεί την αλλαγή, και ο φόβος του θανάτου θα κυριαρχεί τα πάντα.

Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, γιατί ξέρω ότι είσαι θαρραλέα ψυχή, γεμάτη αγάπη. Έχεις καλές προθέσεις. Αλλά απ' τη δική μου μεριά, μου φαίνεται ότι από δω και μπρος αρχίζουν δυο χιλιάδες μίλια πολύ άσχημου δρόμου».


ξέρω ότι είσαι θαρραλέα ψυχή, γεμάτη αγάπη. Έχεις καλές προθέσεις. Αλλά απ' τη δική μου μεριά, μου φαίνεται ότι από δω και μπρος αρχίζουν δυο χιλιάδες μίλια πολύ άσχημου δρόμου.


Ο Ιησούς κοίταξε στον ουρανό για καθοδήγηση, αλλά είδε μόνο τον άγγελο, που κρεμόταν από πάνω τους, όπως μια ταμπέλα κρέμεται μπροστά από ένα κατάστημα επισκευής τηλεοράσεων. «Τότε έτσι εξηγείται γιατί αποσύρθηκες στην προσωπική σου νιρβάνα», είπε τελικά.

«Κάπως έτσι», είπε ο Ταρζάν. Σηκώθηκε όρθιος και τεντώθηκε. «Γιατί να πάω να κοπανάω το κεφάλι μου πάνω στα αφηρημένα κατασκευάσματα ενός φαλλού; Κι εσύ, τι κάνεις μέσα σ' αυτή την ερημιά - πέρα απ' το να τηγανίζεις τον πισινό σου πάνω στον καυτό βράχο;»

«Προετοιμάζομαι για την αποστολή μου».

«Και ποια είναι η αποστολή σου;»

«Να αλλάξω τον κόσμο».

Ο Ταρζάν χτύπησε τα πλευρά του τόσο δυνατά που στράβωσε τη φυσαρμόνικα. «Ο κόσμος αλλάζει συνέχεια», φώναξε γελώντας. «Δεν κάνει και τίποτε άλλο από το να αλλάζει από εποχή σε εποχή, από νύχτα σε μέρα, από τους πάγους στους τροπικούς. Άλλαξε από ένα σύννεφο κοσμικής σκόνης κι έγινε αυτή η περίπλοκη μπάλα από βλακεία και δόξα που είναι σήμερα. Αλλάζει κάθε ουράνιο δευτερόλεπτο, χωρίς καμιά απολύτως βοήθεια. Γιατί θέλεις να χώσεις τη μύτη σου σ' όλα αυτά;»

«Οι άνθρωποι του κόσμου έχουν γίνει φαύλοι και κακοί», είπε σοβαρά ο Ιησούς. «Πιστεύω, με κάθε ταπεινοφροσύνη, ότι μπορώ να ξεριζώσω αυτό το κακό».

«Το κακό είναι αυτό που κάνει δυνατή την ύπαρξη του καλού», είπε ο Ταρζάν, ελπίζοντας αυτό που έλεγε να μην ακουστεί πολύ τετριμμένο. «Το καλό και το κακό πρέπει να συνυπάρχουν για να μπορεί ο κόσμος να επιβιώσει. Οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει κακοί, έχουν χάσει απλώς την ισορροπία τους και έχουν μπερδευτεί - δεν ξέρουν τι πραγματικά είναι».


Το καλό και το κακό πρέπει να συνυπάρχουν για να μπορεί ο κόσμος να επιβιώσει. Οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει κακοί, έχουν χάσει απλώς την ισορροπία τους και έχουν μπερδευτεί - δεν ξέρουν τι πραγματικά είναι.


Πήδησε στην πλάτη της κατσίκας του και της έδωσε ένα χτύπημα από πίσω. «Πολύ φοβάμαι, αδερφέ μου, ότι θα τους μπερδέψεις ακόμη χειρότερα».

Ο γιόγκι της ζούγκλας ξεκίνησε να φύγει, ο Ιησούς όμως τινάχτηκε όρθιος και άρπαξε την κατσίκα απ' την ουρά της.

«Ωω, ωω», φώναξε με την πλούσια βαρύτονη φωνή του. Το ζώο σταμάτησε και ο Ταρζάν κοίταξε τον Ιησού κατάματα, ο Ιησούς όμως δυσκολευόταν να διατυπώσει τις σκέψεις του. «Αν σκέφτεσαι σαρκικά τότε είσαι σάρκα, αλλά αν σκέφτεσαι πνευματικά τότε είσαι πνεύμα», είπε. Το είχε πετάξει χωρίς να το σκεφτεί, αλλά δεν ακουγόταν άσχημα, και η μυρωδιά της κατσίκας του έπνιγε κάθε επιθυμία να αναπτύξει περισσότερο τη σκέψη του.

Ο Ταρζάν χτύπησε τα πλευρά της κατσίκας με τις φτέρνες του κι αυτή άρχισε να τρέχει, ξεφεύγοντας από το κράτημα του προφήτη. «Υπάρχει κανένας νόμος που να απαγορεύει να σκέφτεσαι και με τους δυο τρόπους;» ρώτησε. Έστριψε την κατσίκα κι άρχισε να προχωρεί προς το νότο.

«Ή είσαι με μένα ή είσαι εναντίον μου», φώναξε ο Ιησούς.

«Γειαχαραντάν, τότε. Πρέπει να γυρίσω στο Κογκό. Η Τζέιν μου υποσχέθηκε να μου κάνει φιέστα όταν γυρίσω. Λείπω δυο βδομάδες τώρα, τριγυρίζοντας εδώ κι εκεί και παίζοντας για όποιον θέλει να μ' ακούσει. Βάζω στοίχημα ότι η Τζέιν θα είναι καυλωμένη σαν κουνέλα. Εμπρός, γιαγιά, τρέχα!» είπε στην κατσίκα του.

Η κατσίκα απομακρύνθηκε με καλπασμό, τινάζοντας σύννεφα σκόνης. Ο Ιησούς γύρισε στο βράχο τους και έδιωξε με το πόδι του ένα μπλεγμένο ζευγάρι πεταλούδες που είχαν καθίσει πάνω στο Νόμο. Ένιωθε την καρδιά του σαν μια σκηνή που πάνω της κάποιοι Έλληνες είχαν παίξει μια αιματοβαμμένη τραγωδία. Ήταν τόσο απασχολημένος με το σφουγγάρισμα από τις σανίδες της σκηνής που πέρασαν αρκετά λεπτά πριν σκεφτεί να κοιτάξει για τον άγγελο. Τον είδε να φτεροκοπάει άστατα ψηλά στον αέρα, πότε ορμώντας προς τη μουσική που άφηνε πίσω της η φυσαρμόνικα του Ταρζάν και πότε γυρίζοντας για να πετάξει πάνω από τον Ιησού.

Συνέχισε να πηγαίνει από τον ένα στον άλλο, ξανά και ξανά, λες και δεν ήθελε να χωρίσουν οι δυο τους - λες και δεν ήξερε ποιον να ακολουθήσει.»




***



Η ιστορία που διαβάσατε περιλαμβάνεται στο πρώτο μυθιστόρημα του Τομ Ρόμπινς, “Another Roadside Attraction”, που κυκλοφόρησε το 1971. Στη χώρα μας μεταφράστηκε ως “Αμάντα, το Κορίτσι της Γης”. Η παρούσα μετάφραση είναι του Γιώργου Μπαρουξή.

Η επιρροή του πνεύματος των Sixties είναι ολοφάνερη στο έργο του Τομ Ρόμπινς - αρκεί να δούμε τους "σπόρους μοσχοκάρυδου" που μασουλάει ο Ταρζάν. Μα στο παρόν απόσπασμα βλέπουμε πολλά ακόμα: συμπυκνώνει τις κύριες ιδέες που έμελλε να χαρακτηρίσουν το πνευματικό έργο του Τομ Ρόμπινς στο σύνολό του. Η εναρμόνιση με τη φύση και το σώμα, ο έρωτας, ο παγανισμός, η ισορροπία των αντιθέτων, η δύναμη της θηλυκότητας, η μητρότητα, η ελευθερία - κόντρα στην πατριαρχία, την εξουσία, την χριστιανική ηθική, την ενοχοποίηση του σώματος, την απομάκρυνση από την ουσία της ζωής. 

Και φυσικά το πανταχού παρόν χιούμορ. Ολίγον σκαλδαλώδες για κάποιους, ολίγον σκανταλιάρικο θα έλεγα ο ίδιος, παιχνιδιάρικο, σαν χοροπηδητό του κερασφόρου θεού σε κάποιον αγρό ξέχειλο νύμφες. Εξάλλου αυτοί οι κάποιοι που θα ενοχληθούν από το στυλ του Ρόμπινς δεν θα αφουγκραστούν ποτέ το βάθος του περιεχομένου του. Ένα περιεχόμενο που έμελλε να εμπλουτίσει και να αναπτύξει περαιτέρω στα μεταγενέστερα απολαυστικά βιβλία του. Εδώ είμαστε ακόμα στην αρχή...


“Το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Μα ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός.”


Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση του κειμένου: το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 16-Δεκέμβριος 18


Ο Τομ Ρόμπινς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70 / Tom Robbins during the 70's

9 Νοεμβρίου 2016

Η Εύθυμη Κόλαση του Ραμπελαί. Ένα πολιτικό σχόλιο.





Στην επαύριο των αποτελεσμάτων στις αμερικανικές εκλογές ήμουν σε δίλημμα: Να κάνω κάποιο σχετικό σχόλιο ή όχι;

Ψευτοδίλημμα, για να είμαι ειλικρινής. Δεν επιθυμώ να μπολιάσω το μικρό μου καταφύγιο με την ηλιθιότητα της πολιτικής πραγματικότητας. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Μα θα μοιραστώ μαζί σας ένα λογοτεχνικό απόσπασμα που είμαι βέβαιος πως θα ευχαριστηθείτε! H επιλογή του φυσικά δεν είναι τυχαία. Πηγή ο “Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ” (“La vie de Gargantua et de Pantagruel”), το ιστορικό έργο του Ραμπελαί που τόσο κόσμο ταρακούνησε στα χρόνια της Αναγέννησης. Στο απόσπασμα ένας από τους χαρακτήρες, ο «Επιστήμων», επιστρέφει από την Κόλαση – και μας περιγράφει τις εμπειρίες του:

«Και τότε ο Επιστήμων άρχισε να μιλάει, λέγοντας πως είχε δει τους διαόλους, πως είχε μιλήσει με οικειότητα με τον Εωσφόρο κι ότι είχε καλοπεράσει στην κόλαση και στα Ηλύσια Πεδία. Διαβεβαίωνε όλους πως οι διάολοι ήταν καλοί σύντροφοι.

«[Οι κολασμένοι] Δεν έχουν τόσο κακή μεταχείριση» είπε ο Επιστήμων, «όπως θα νομίζατε, «Η κατάστασή τους όμως έχει αλλάξει περίεργα, δεδομένου ότι είδα τον Μέγα Αλέξανδρο να μπαλώνει παλιά βρακιά κι έτσι να κερδίζει την άθλια ζωή του.

»Ο Ξέρξης ξεφώνιζε πουλώντας μουστάρδα, ο Ρωμύλος πουλούσε αλάτι, ο Νουμάς ήταν καρφοποιός, ο Ταρκίνιος, βαστάζος. ο Πίσων, χωριάτης, ο Σύλλας, καϊκτσής, ο Κύρος ήταν βουκόλος, ο Θεμιστοκλής, υαλουργός. ο Επαμεινώνδας, καθρεφτοποιός, ο Βρούτος και ο Κάσσιος, χωρομέτρες, ο Δημοσθένης, αμπελουργός, ο Κικέρων κρατούσε το φυσερό του σιδερά, ο Φάβιος περνούσε χάντρες στα κομποσκοίνια, ο Αρταξέρξης, σχοινοποιός, ο Αινείας, μυλωνάς, ο Αχιλλέας, κασιδιάρης, ο Αγαμέμνων, φαταούλας, ο Ηρακλής, θεριστής, ο Νέστωρ, χρυσοθήρας, ο Δαρείος άδειαζε τις χέστρες […], ο Αννίβας, αβγουλάς, ο Πρίαμος πουλούσε κουρελαρίες, ο Λανσελότος της Λίμνης ήταν γδάρτης ψόφιων αλόγων, όλοι οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης ήταν κάτι κακόμοιροι που κέρδιζαν δεκάρες, κωπηλατώντας, όπως κάνουν οι βαρκάρισσες της Λυών. […]

»Έτσι, όσοι υπήρξαν τρανοί αφεντάδες, στον Άδη κέρδιζαν μέσα στην αθλιότητα τη δύστυχη και κακόμοιρη ζωή τους. Αντίθετα, οι φιλόσοφοι και όσοι υπήρξαν ενδεείς σ' ετούτο τον κόσμο, στον κάτω κόσμο ήταν με τη σειρά τους τρανοί αφεντάδες.

»Είδα τον Διογένη που σεργιανούσε μεγαλοπρεπώς, μ' έναν σπουδαίο πορφυρό χιτώνα κι ένα σκήπτρο στο δεξί του χέρι, κι έκανε τον Μέγα Αλέξανδρο να λυσσομανάει, όταν δεν είχε μπαλώσει καλά τα βρακιά του και τον πλήρωνε με γερές μπαστουνιές.

»Είδα τον Επίκτητο ντυμένο κομψά α λα γαλλικά, κάτω από μια πέργκολα, παρέα με μπόλικες δεσποινίδες, να γελάει, να πίνει, να χορεύει και —εν πάση περιπτώσει— να καλοζεί. Κι είχε κοντά του ένα σωρό σκούδα με τον ήλιο. Και πάνω από την κρεβατίνα, ήταν χαραγμένοι για έμβλημά του ετούτοι οι στίχοι:


Πήδα, χόρευε, βόλτες δώσε στο χορό,
πίνε καλό κρασί κόκκινο και λευκό,
για τίποτα ολημερίς μη χολοσκάς,
παρά σκούδα με τον ήλιο να μετράς.»


***


Κάπως έτσι λοιπόν φαντάστηκε τον Κάτω Κόσμο, στη διάρκεια του 16ου αιώνα, ο Ραμπελαί! Ένας τόπος όπου υποφέρουν οι φορείς της εξουσίας και γλεντάνε οι φιλόσοφοι! Τον φαντάζομαι να γράφει πίνοντας ένα πελώριο κανάτι κρασί – και να ρεύεται ενώ περνούν από μπροστά του διάφοροι άρχοντες, γκρινιάζοντας πως του χαλούν τη χώνεψη!

Δεν είναι τυχαίο που ο Ραμπελαί (François Rabelais) υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες του ανθρωπισμού σε μια Ευρώπη που τίναζε ακόμα από πάνω της τις στάχτες ενός μακρόχρονου Μεσαίωνα. Κόντρα στον σκοταδισμό της οργανωμένης θρησκείας, των προκαταλήψεων και της μισαλλοδοξίας, μίλησε δίχως φραγμούς για την απόλαυση των φυσικών ηδονών, την αναζήτηση της γνώσης και την αγάπη της ζωής – ακόμα και όταν η τελευταία μοιάζει με φάρσα.

Μην ξεχνάμε λοιπόν. Για κάθε ενδεχόμενο Μεσαίωνα του μέλλοντος… εμείς θα φιλοσοφούμε και θα γυρεύουμε απολαύσεις και θα πηγαίνουμε κόντρα στη μιζέρια…. Γιατί οι φλόγες της Κόλασης δεν έγιναν για να φοβάσαι ή να προσεύχεσαι – μα να χορεύεις μέσα τους!


* Η μετάφραση του «Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ» είναι του Φίλιππου Δρακονταειδή. Στην πρώτη εικόνα ο πίνακας του Ζαν Μπρέγκελ «Ο Αινείας και η Σίβυλλα στον Κάτω Κόσμο» του 1598. Κάτω, παλιά εικονογράφηση από τον «Γαργαντούα».


6 Νοεμβρίου 2016

Ο Οδοστρωτήρας της Ομορφιάς





«Κάλυψε τη στενοχώρια της κάτω από ένα στρώμα make up και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Τώρα ήταν έτοιμη για τη βραδινή έξοδο.» - Μια καθημερινή αφήγηση


«Πάρε την πιο καλή σου πόζα… ένα, δύο, τρία, κλικ!» - Σκέψη πριν από μια selfie


«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» - Ντοστογιέφσκι



Η σημερινή ανάρτηση έχει χαρακτήρα ανολοκλήρωτο. Θα έλεγα πως αποτελεί περισσότερο μια σειρά σκέψεων, στις οποίες αποπειράθηκα να δώσω κάποια συνοχή. Είναι γραμμένη από την οπτική γωνία ενός άντρα και δεν αξιώνει χαρακτήρα αντικειμενικότητας – ωστόσο θεωρώ πως υπάρχουν κάποιες μικρές αλήθειες εδώ μέσα.


Ξεκινώ με κάποια «αξιώματα».


Αξίωμα 1: Ανεβάζω selfies, άρα υπάρχω. Κορίτσια στον σταθμό του τρένου με το κινητό στο χέρι, παίρνοντας πόζες μπροστά στην κάμερα, τουρλώνοντας τα χείλη. Ένας συρφετός φωτογραφιών, ο πολιτισμός του κλικ και της εικόνας. Πρόσωπα σκυμμένα πάνω απ’ τα κινητά τους. Εξώφυλλα περιοδικών, τηλεοπτικές εκπομπές, λαμπρά χαμόγελα παντού, μια κοινωνία που ανασαίνει άρωμα οδοντόκρεμας. Άντρες που εκστασιάζονται μπροστά σε διάσημες ντίβες των Media, ονειροβατώντας στα πελώρια στήθη τους. Γυναίκες που θέλουν να μοιάσουν στις ίδιες αυτές ντίβες, μιμούμενες το στυλ τους, αντιγράφοντας τις κινήσεις τους. Κι άλλες φωτογραφίες, κι άλλα κλικ, κι άλλα like.

Η ομορφιά ως επιδειξιομανία.

Αξίωμα 2: Ο οδοστρωτήρας της ομορφιάς. Μπροστά σε μια πολύ όμορφη γυναίκα εξομοιώνονται όλες οι διαφορές των επίδοξων κατακτητών. Τρέχουν πίσω της οι πάντες: όμορφοι, άσχημοι, έξυπνοι, ανόητοι, ευαίσθητοι, αναίσθητοι, καλλιεργημένοι, ακαλλιέργητοι, πλούσιοι και φτωχοί. Μοιάζει με την αναζήτηση εργασίας – μπαίνει μια αγγελία και μεμιάς εμφανίζονται δεκάδες υποψήφιοι. Κάποιοι είναι καλύτεροι από τους άλλους, μα όπως ο εργοδότης συχνά δεν επιλέγει με τα καλύτερα κριτήρια, αντίστοιχα η γυναίκα σπάνια κάνει τη σωστή επιλογή. Ο μαλάκας επικρατεί του νοήμονα. Αντίστοιχα, όπως η γυναίκα δεν κάνει την καλύτερη επιλογή, έτσι και ο άντρας δείχνει να κρίνει μόνο με βάση το οπτικό ερέθισμα. Εκεί που η φύση καταργεί την ελευθερία. Εκεί που η ομορφιά σέρνει καράβι.

Η ομορφιά ως πηγή εξουσίας.

Αξίωμα 3: Κόσμος κλεισμένος σε κλουβιά, άνθρωποι που ζουν μονάχοι. Παράπονα για έλλειψη επικοινωνίας, αδυναμία κατανόησης, πολλαπλές γλώσσες, έλλειψη ουσιώδους επαφής, αδυναμία διαμόρφωσης προσωπικότητας.

Η ομορφιά ως υποκατάστατο.


Δείτε τώρα τα τρία αξιώματα – και σκεφτείτε αν συνδέονται το ένα με το άλλο.



"Vanity" by Auguste Toulmouche

"All Is Vanity", by Charles Allan Gilbert



Ερωτοτροπίες και σεξολογίες



Μια καλή φίλη μου ανέφερε πως ένας γεράκος ταξιτζής της είπε πρόσφατα το εξής: «Άνθρωπος που δεν ερωτοτροπεί είναι νεκρός και σήμερα οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να το κάνουν. Αντί αυτού απλά σεξολογούν.»

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το ταξίδι μου στη Ρώμη, πριν τρία χρόνια. Δεν θα ξεχάσω τα βλέμματα των γυναικών στο δρόμο, το πετάρισμα των ματιών τους, το αστραποβόλημα του βλέμματος, εκείνο το ανεπαίσθητο χαμόγελο. Δεν θα ξεχάσω εκείνο το κορίτσι με τη βεντάλια στο τρένο – δεν ήταν απαραίτητα όμορφη, μα ήξερε τι σημαίνει στυλ. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ την κοπέλα που με χαιρέτησε, χαρίζοντάς μου ένα γλυκό χαμόγελο, ενώ περίμενα σε μια πλατεία. Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει πως μια άγνωστη με χαιρέτησε στα καλά του καθουμένου. Απλά με κοίταξε, χαμογέλασε, είπε “Ciao!” και συνέχισε το δρόμο της. Μα θα θυμάμαι πάντα αυτό το Ciao – τόσο αυθόρμητο, τόσο πηγαίο, τόσο αυθεντικό. Τόσο γνήσια ερωτικό.

Πίσω στην ελληνική πραγματικότητα. Εδώ που τόσες γυναίκες φοβούνται να φλερτάρουν, μη τυχών και «πάρει πολύ θάρρος ο άλλος». Εδώ που παρερμηνεύουν κάθε μορφής προσέγγιση για «πέσιμο». Εδώ που αδυνατούν να διαχωρίσουν το «πάμε για καφέ;» από το «πάμε να πηδηχτούμε;». Εδώ που είναι μονίμως διχασμένες ανάμεσα στις επιταγές της φύσης τους (μια φύση που τις θέλει ελεύθερες στον έρωτα, όπως κάθε πλάσμα στον κόσμο) και στις επιταγές μιας κοινωνίας που βάζει τα πάντα σε καλούπια. Τι θα πουν οι φίλες μου, τι θα πουν οι δικοί μου, τι θα πουν οι γνωστοί και τα λοιπά. Μιας κοινωνίας που μέχρι πριν 40 χρόνια τις παραχωρούσε σαν αντικείμενα προς πώληση, από πατέρα σε σύζυγο, παρέα με την προίκα τους. Και τώρα είναι ελεύθερες – μα η ελευθερία έχει νόημα μόνο αν ξέρεις τι να την κάνεις.

Αρκετές γυναίκες αδυνατούν να χειριστούν το φλερτ. Καταλήγουν να φέρονται απαίσια, υποτιμώντας τους άντρες που τις προσέγγισαν, ξεχνώντας το εξής πολύ σημαντικό: ο άντρας συχνά νιώθει αδύναμος τη στιγμή που κάνει την προσέγγιση. Εκτίθεται. Κόντρα στην παραδοσιακή αντίληψη που θέλει τους άντρες να είναι «κυνηγοί», πολλοί δεν αισθάνονται άνετα με αυτό το ρόλο. Κάτι απολύτως λογικό – σημασία έχει να είσαι ο εαυτός σου, όχι να ακολουθείς τυφλά τις επιταγές και τα πρέπει μιας παράδοσης. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο άσχημα νιώθει ένας άντρας που δεν αισθάνεται «κυνηγός», όταν φλερτάρει μια γυναίκα κι εκείνη αποκρούει με αγένεια το φλερτ του. Σκεφτείτε ο ίδιος άντρας να έχει βιώσει το ίδιο αίσθημα απόρριψης πολλές φορές. Με τι θάρρος θα επιδιώξει μετά, για άλλη μια φορά, να προσεγγίσει μια γυναίκα; Πόσες φορές πια να φάει τα μούτρα του;

Μα πολλές γυναίκες αδυνατούν να το κατανοήσουν αυτό. Ξέρουν μόνο να πιπιλάνε τη γνωστή καραμέλα: «δεν υπάρχουν άντρες πια». Ή «οι άντρες δεν μας προσεγγίζουν όπως άλλοτε».

Το φλερτ είναι η φύση η ίδια. Μα η φύση καταλήγει να βιάζεται στα χέρια του γενικευμένου μαζικού κομπλεξισμού. Βλέπω και ακούω συχνά να μιλάνε για το σεξ (να μιλάνε, όχι να το κάνουν), μα ο έρωτας λες και τον κατάπιε ο βούρκος της λήθης. Μα ας αφήσω τον έρωτα – το φλερτ από μόνο του δείχνει να έχει θαφτεί κάτω από ένα συρφετό selfies, like και απρόσωπων γραπτών μηνυμάτων. Δυσκολεύεσαι να εντοπίσεις το γνήσιο από το κάλπικο ανάμεσά τους. Ευκολότερα δύο άνθρωποι θα κάνουν σεξ, παρά θα ερωτοτροπήσουν. Ευκολότερα θα σου «την πέσει» κάποιος, ή εσύ «θα κάτσεις» σε κάποιον, παρά θα φλερτάρετε. Είναι λες και πέφτεις με τα μούτρα στο κύριο γεύμα, δίχως καν να έχεις ζεστάνει το φαγητό πριν. Προφανώς κάθε εποχή μεταμορφώνει το ίδιο το περιεχόμενο των σχέσεων – μα προς ποια κατεύθυνση άραγε.



Kim Kardashian - Το "πρότυπο" άφθονων γυναικών και αντρών


Μη με παρεξηγήσουν οι γυναίκες αναγνώστριες – η πλειοψηφία των αντρών είναι εξίσου υπεύθυνοι για όσα γίνονται. Όταν τόσοι άντρες συγχέουν το φλερτ και την προσέγγιση με τη χυδαιότητα, τη χοντράδα και τις καγκουριές, πώς να μη βγει κακό όνομα στο φλερτ. Όταν τόσοι άντρες φέρουν ως πρότυπο την Kim Kardashian, πώς να μη χάσουν τα μυαλά τους τα κοριτσάκια των ατελείωτων selfies. Ο ένας πόλος τρέφει τον άλλο και αν οι γυναίκες σήμερα έχουν χάσει τη μπάλα, είναι επειδή οι άντρες δίνουν έμφαση στα λάθος πρότυπα. Όλα αυτά σε μια ναρκισσευόμενη, βαθιά κομπλεξική κοινωνία.

Φυσικά στο τέλος την πληρώνει εκείνη η κατηγορία του κόσμου που δεν φταίει σε τίποτα και που επιζητούν κάτι αυθεντικό επιτέλους στη ζωή τους.

Το κόμπλεξ παίρνει πολλαπλές μορφές. Υπάρχει ο κομπλεξισμός της «αιώνια δύσκολης γυναίκας». Και υπάρχει και το ακριβώς αντίθετό του, ο κομπλεξισμός της υπερβολικά εύκολης. Υπάρχουν εκείνες που κρατούν το πάνω χέρι σε μια επαφή υψώνοντας τείχη, κρατώντας αποστάσεις, αποφεύγοντας ακόμα και το στοιχειώδες φλερτ… και υπάρχουν εκείνες που κρατούν το πάνω χέρι με όπλο τους το σεξ – παραχωρώντας τον εαυτό τους με το παραμικρό. Πολύ φοβάμαι πως καταλήγουμε απλά σε συσχετισμούς δύναμης, και τίποτ’ άλλο… Sex and power.

Κι εδώ επανερχόμαστε στον τίτλο της ανάρτησης. Μπροστά στην ακατανίκητη ομορφιά μοιάζουν να ισοπεδώνονται οι προσωπικότητες, τόσο των υποψηφίων «κυνηγών», όσο και της ίδιας της γυναίκας που τη φέρει. Δεν έχει σημασία αν είσαι χαζός ή έξυπνος, αν έχεις πλούσιο ή ανύπαρκτο πνευματικό υπόβαθρο, αν έχεις καλό χαρακτήρα ή χιούμορ ή τίποτα απ’ αυτά… εν τέλει μπαίνεις στον ίδιο σωρό μαζί με όλους τους άλλους – και η επιλογή, να ξέρεις, δεν είναι δική σου.

Με ποια κριτήρια επιλέγει η γυναίκα; Μακάρι να ήξερα να σου πω.

Μακάρι να ήξερε και η ίδια.

Όσο αφορά την προσωπικότητα της γυναίκας; Κάποια πολύ όμορφη δεν έχει ανάγκη να χτίσει προσωπικότητα, να αναπτύξει απόψεις, να θρέψει το μυαλό ή το χαρακτήρα της. Ο δρόμος της μοιάζει στρωμένος με ροδοπέταλα. Θα σπουδάσει, θα βρει μια δουλειά, θα κάνει οικογένεια. Ποτέ δε θα νιώσει πραγματικά μόνη, γιατί πάντα θα υπάρχουν άφθονοι «επίδοξοι εραστές», ακόμα και στο ενδεχόμενο ενός χωρισμού. Θα περιβάλλεται από άντρες – αν και οι γυναίκες πιθανό να την αντιπαθούν, από ζήλεια και μόνο.

Μα είναι στις αντιξοότητες εκεί που οικοδομείς, τούβλο προς τούβλο, την προσωπικότητά σου. Όχι στα εύκολα. Η γυναίκα που δεν έχει βιώσει απόρριψη, που δεν γνωρίζει τι σημαίνει μοναξιά, καταλαβαίνει λιγότερα από σχέσεις συγκριτικά με εκείνη που έχει δει και τις δύο όψεις του νομίσματος. Και όταν έρθει η στιγμή, χρόνια μετά, που η ομορφιά της θ’ αρχίσει να φθίνει, ίσως νιώσει πως κάτι της λείπει. Μα δεν θα ξέρει τι – γιατί δεν έχει έρθει ποτέ σε ουσιαστική επαφή με τον εαυτό της, σαν εκείνη που ερχόμαστε όταν είμαστε μόνοι.

Τον καιρό των μεγάλων λογοτεχνικών ηρωίδων, τύπου Άννα Καρένινα ή Έμμα Μποβαρύ, η ομορφιά συχνά συμπλήρωνε την προσωπικότητα. Κάποιες φορές έφτανε ως το βάθος της ψυχής – εδώ φυσικά αναφερόταν ο Ντοστογιέφσκι όταν έλεγε πως «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Όχι στα κάλπικα χαμόγελα του ίντερνετ ή στα εξώφυλλα των περιοδικών του lifestyle.



Αν ο Ντα Βίντσι ζωγράφιζε τη Μόνα Λίζα σήμερα, θα ήταν κάπως έτσι


Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο



Αισθάνεσαι μόνη σου; Σου φέρθηκε άσχημα ο φίλος σου; Διαπίστωσες πως πήρες 2 κιλά παραπάνω; Κανένα πρόβλημα! Πάρε μια μοιραία πόζα, ανέβασέ τη στο Facebook ή το Instagram, μάζεψε μερικές εκατοντάδες like και μερικές δεκάδες αιτήματα φιλίας από επίδοξους εραστές (τους οποίους φυσικά θα απορρίψεις) – και η ζωή είναι ωραία.

Γιατί λοιπόν να χαραμίζεις το χρόνο σου αναπτύσσοντας απόψεις – άχρηστες οι τελευταίες. Φόρα απλά την άποψη που φοριέται περισσότερο, σαν τα καπέλα, και είσαι καλυμμένη.

Κάνε μου μια χάρη μόνο. Μη μου λες πως «κατά βάθος» αναζητάς κάτι ουσιώδες στη ζωή σου, πως «σε ενδιαφέρουν άντρες με προσωπικότητα», πως «γυρεύεις την επικοινωνία» κι άλλες τέτοιες κουταμάρες. Γιατί οι πράξεις σου, σε καθημερινή βάση, λένε το αντίθετο. Το ίδιο και οι επιλογές σου.

Κρύβεσαι πίσω από μια μάσκα, όπως τόσες. Απλά η δική σου μάσκα τυχαίνει να είναι από τις όμορφες. Μα πίσω από αυτήν, λυπάμαι που το λέω… δεν υπάρχει τίποτα.

Δεν σε κατηγορώ. Μέρος ενός συστήματος είσαι κι εσύ, που προτιμά την εικόνα απ’ τη σκέψη και το λόγο. Ενός συστήματος που θα κατέρρεε αν δινόταν έμφαση στην ουσία, όχι στην επιφάνεια. Γιατί τότε θα συνειδητοποιούσαμε πως δεν έχουν αξία οι βαθμοί στις εξετάσεις… και δεν έχουν νόημα οι διαφημίσεις στην τηλεόραση... και δεν υπάρχει περιεχόμενο στις διασημότητες του Lifestyle… και δεν είναι ανώτερα τα ακριβά ρούχα ή τα πολυτελή αμάξια.

Να ξέρεις, αγαπώ την ομορφιά. Την αγαπώ βαθιά και με προσελκύει ως τον πυρήνα της φύσης μου. Να είσαι βέβαιη πως θα στρέψω τα μάτια μου σε μια όμορφη γυναίκα, αν τη δω στο δρόμο. Το κείμενο αυτό είναι ένας ύμνος στην ομορφιά, όχι το αντίθετό του – αν σου δίνει άλλη εντύπωση, μάλλον δεν διάβασες ανάμεσα στις γραμμές.

Ίσως σου φανεί παράξενο – μα αγαπώ και τις selfies, όταν είναι καλού γούστου! Η ιστορία της τέχνης ξεχειλίζει με ατομικά πορτραίτα - και μου αρέσει να βλέπω το ωραίο. Μα κάπου μεταξύ των χιλιάδων selfies, της κενότητας των επαφών, της αδυναμίας στο φλερτ, των επιφανειακών σχέσεων και της γενικότερης μοναξιάς – θα συμφωνήσεις μαζί μου πως κάπου χάθηκε η μπάλα.

Και αυτές οι άσχημες συμπεριφορές... εξήγησέ μου, για ποιο λόγο να υπάρχουν. Γιατί να δημιουργείς περιττές στενοχώριες εκεί που δεν χρειάζονται. Και αυτό το αδικαιολόγητο ψώνιο - χάθηκε λίγη απλότητα λοιπόν; Λίγη γαμημένη απλότητα.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα ποτέ δεν ήταν η ομορφιά. Είναι η ανασφάλεια. Την οποία προσπαθούμε να καλύψουμε, βάζοντας όμορφα χαλιά πάνω σε σκονισμένα πατώματα.

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο – αρκεί να τεθεί ξανά στις σωστές βάσεις της. Αρκεί να διώξει τα υποκατάστατα και να θυμηθεί πως είναι να φλερτάρει, να ερωτοτροπεί, να ξεχωρίζει το γνήσιο από το κάλπικο. Να βάλει στην άκρη τους κομπλεξισμούς και τα συμπλέγματα εξουσίας και να αφεθεί στη φύση της – απλή και ελεύθερη.


Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο – όταν γίνει ξανά όμορφη.

Ως τότε, ας προσπαθήσουμε να δίνουμε αξία μόνο εκεί που πρέπει... και να κάνουμε υπομονή! Κλείνω με ένα παλιό μου σκίτσο.


2 Νοεμβρίου 2016

Η Βαβέλ των βιωμάτων μας





«Πφ! Ποιο το νόημα να εξηγείς τι σημαίνει απογοήτευση σε κάποιον που δεν έχασε ποτέ τίποτα στη ζωή του».

Τα λόγια και η εικόνα προέρχονται από την ιστορία του Καρλ Μπαρκς “Salmon Derby”, του 1954. Κι εδώ μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Ντόναλντ και να επεκτείνουμε τη σκέψη του:

Δεν μπορείς να εξηγήσεις τι σημαίνει μοναξιά σε κάποιον που ποτέ δεν ένιωσε μόνος. Ή τι σημαίνει έρωτας σε κάποιον που δεν ερωτεύτηκε ποτέ.

Μερικές φορές χρειάζεται να γνωρίζεις το αντίθετο μιας λέξης, για να καταλάβεις τη λέξη την ίδια: πρέπει να έχεις υπάρξει δειλός, για να νιώσεις τι σημαίνει θάρρος. Και να έχεις γνωρίσει την αποτυχία για να εκτιμήσεις πιο καλά την επιτυχία όταν έρθει. Και να έχεις υπάρξει λογικός, για να γνωρίζεις τι σημαίνει η άφεση στην τρέλα του αισθήματος. Και να έχεις υπάρξει τρελός για να κατανοήσεις πιο καλά τη λογική.

Νομίζω το πρόβλημα με μας τους ανθρώπους είναι πως είμαστε ή το ένα ή το άλλο συνήθως… μα όχι όλα μαζί. Τα βιώματά μας περιορίζουν στενά τον ορίζοντα της σκέψης μας – με την ίδια λογική που ένας βεδουίνος που ζει πάντα στην έρημο αδυνατεί να καταλάβει τι σημαίνει η λέξη «χιόνι». Αν δεν έχεις ζήσει ο ίδιος κάτι, σου είναι αδύνατο να το φανταστείς – άρα και να το κατανοήσεις. Μοιάζει σαν μια ξένη γλώσσα.

Να γιατί η επικοινωνία ανάμεσά μας είναι τόσο δύσκολη κάποιες φορές. Δεν είναι μόνο πως λέει ο καθένας τα δικά του – είναι και πως ερμηνεύει ο καθένας τα λόγια του άλλου μόνο με βάση τα προσωπικά του βιώματα. «Μπες στη θέση μου», λένε. Μα για να μπω στη θέση σου πρέπει να έχω ζήσει κάποιες ανάλογες εμπειρίες με σένα.

Να γιατί τα κοινά βιώματα μπορούν να μας φέρουν πιο κοντά, ή αντίθετα, να μας αποξενώσουν όταν δεν τα έχουμε. Το βίωμα είναι η πρώτη κοινή γλώσσα της ανθρωπότητας.


Ωστόσο θα κλείσω με μια απορία: όταν ΕΧΟΥΜΕ κοινά βιώματα και παρόλ’ αυτά ζούμε απομονωμένοι, ο καθένας στη φωλιά του, και δεν ερχόμαστε ποτέ κοντά… Τι φταίει τότε;