Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα lifestyle. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα lifestyle. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Νοεμβρίου 2016

Ο Οδοστρωτήρας της Ομορφιάς





«Κάλυψε τη στενοχώρια της κάτω από ένα στρώμα make up και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Τώρα ήταν έτοιμη για τη βραδινή έξοδο.» - Μια καθημερινή αφήγηση


«Πάρε την πιο καλή σου πόζα… ένα, δύο, τρία, κλικ!» - Σκέψη πριν από μια selfie


«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» - Ντοστογιέφσκι



Η σημερινή ανάρτηση έχει χαρακτήρα ανολοκλήρωτο. Θα έλεγα πως αποτελεί περισσότερο μια σειρά σκέψεων, στις οποίες αποπειράθηκα να δώσω κάποια συνοχή. Είναι γραμμένη από την οπτική γωνία ενός άντρα και δεν αξιώνει χαρακτήρα αντικειμενικότητας – ωστόσο θεωρώ πως υπάρχουν κάποιες μικρές αλήθειες εδώ μέσα.


Ξεκινώ με κάποια «αξιώματα».


Αξίωμα 1: Ανεβάζω selfies, άρα υπάρχω. Κορίτσια στον σταθμό του τρένου με το κινητό στο χέρι, παίρνοντας πόζες μπροστά στην κάμερα, τουρλώνοντας τα χείλη. Ένας συρφετός φωτογραφιών, ο πολιτισμός του κλικ και της εικόνας. Πρόσωπα σκυμμένα πάνω απ’ τα κινητά τους. Εξώφυλλα περιοδικών, τηλεοπτικές εκπομπές, λαμπρά χαμόγελα παντού, μια κοινωνία που ανασαίνει άρωμα οδοντόκρεμας. Άντρες που εκστασιάζονται μπροστά σε διάσημες ντίβες των Media, ονειροβατώντας στα πελώρια στήθη τους. Γυναίκες που θέλουν να μοιάσουν στις ίδιες αυτές ντίβες, μιμούμενες το στυλ τους, αντιγράφοντας τις κινήσεις τους. Κι άλλες φωτογραφίες, κι άλλα κλικ, κι άλλα like.

Η ομορφιά ως επιδειξιομανία.

Αξίωμα 2: Ο οδοστρωτήρας της ομορφιάς. Μπροστά σε μια πολύ όμορφη γυναίκα εξομοιώνονται όλες οι διαφορές των επίδοξων κατακτητών. Τρέχουν πίσω της οι πάντες: όμορφοι, άσχημοι, έξυπνοι, ανόητοι, ευαίσθητοι, αναίσθητοι, καλλιεργημένοι, ακαλλιέργητοι, πλούσιοι και φτωχοί. Μοιάζει με την αναζήτηση εργασίας – μπαίνει μια αγγελία και μεμιάς εμφανίζονται δεκάδες υποψήφιοι. Κάποιοι είναι καλύτεροι από τους άλλους, μα όπως ο εργοδότης συχνά δεν επιλέγει με τα καλύτερα κριτήρια, αντίστοιχα η γυναίκα σπάνια κάνει τη σωστή επιλογή. Ο μαλάκας επικρατεί του νοήμονα. Αντίστοιχα, όπως η γυναίκα δεν κάνει την καλύτερη επιλογή, έτσι και ο άντρας δείχνει να κρίνει μόνο με βάση το οπτικό ερέθισμα. Εκεί που η φύση καταργεί την ελευθερία. Εκεί που η ομορφιά σέρνει καράβι.

Η ομορφιά ως πηγή εξουσίας.

Αξίωμα 3: Κόσμος κλεισμένος σε κλουβιά, άνθρωποι που ζουν μονάχοι. Παράπονα για έλλειψη επικοινωνίας, αδυναμία κατανόησης, πολλαπλές γλώσσες, έλλειψη ουσιώδους επαφής, αδυναμία διαμόρφωσης προσωπικότητας.

Η ομορφιά ως υποκατάστατο.


Δείτε τώρα τα τρία αξιώματα – και σκεφτείτε αν συνδέονται το ένα με το άλλο.



"Vanity" by Auguste Toulmouche

"All Is Vanity", by Charles Allan Gilbert



Ερωτοτροπίες και σεξολογίες



Μια καλή φίλη μου ανέφερε πως ένας γεράκος ταξιτζής της είπε πρόσφατα το εξής: «Άνθρωπος που δεν ερωτοτροπεί είναι νεκρός και σήμερα οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να το κάνουν. Αντί αυτού απλά σεξολογούν.»

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το ταξίδι μου στη Ρώμη, πριν τρία χρόνια. Δεν θα ξεχάσω τα βλέμματα των γυναικών στο δρόμο, το πετάρισμα των ματιών τους, το αστραποβόλημα του βλέμματος, εκείνο το ανεπαίσθητο χαμόγελο. Δεν θα ξεχάσω εκείνο το κορίτσι με τη βεντάλια στο τρένο – δεν ήταν απαραίτητα όμορφη, μα ήξερε τι σημαίνει στυλ. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ την κοπέλα που με χαιρέτησε, χαρίζοντάς μου ένα γλυκό χαμόγελο, ενώ περίμενα σε μια πλατεία. Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει πως μια άγνωστη με χαιρέτησε στα καλά του καθουμένου. Απλά με κοίταξε, χαμογέλασε, είπε “Ciao!” και συνέχισε το δρόμο της. Μα θα θυμάμαι πάντα αυτό το Ciao – τόσο αυθόρμητο, τόσο πηγαίο, τόσο αυθεντικό. Τόσο γνήσια ερωτικό.

Πίσω στην ελληνική πραγματικότητα. Εδώ που τόσες γυναίκες φοβούνται να φλερτάρουν, μη τυχών και «πάρει πολύ θάρρος ο άλλος». Εδώ που παρερμηνεύουν κάθε μορφής προσέγγιση για «πέσιμο». Εδώ που αδυνατούν να διαχωρίσουν το «πάμε για καφέ;» από το «πάμε να πηδηχτούμε;». Εδώ που είναι μονίμως διχασμένες ανάμεσα στις επιταγές της φύσης τους (μια φύση που τις θέλει ελεύθερες στον έρωτα, όπως κάθε πλάσμα στον κόσμο) και στις επιταγές μιας κοινωνίας που βάζει τα πάντα σε καλούπια. Τι θα πουν οι φίλες μου, τι θα πουν οι δικοί μου, τι θα πουν οι γνωστοί και τα λοιπά. Μιας κοινωνίας που μέχρι πριν 40 χρόνια τις παραχωρούσε σαν αντικείμενα προς πώληση, από πατέρα σε σύζυγο, παρέα με την προίκα τους. Και τώρα είναι ελεύθερες – μα η ελευθερία έχει νόημα μόνο αν ξέρεις τι να την κάνεις.

Αρκετές γυναίκες αδυνατούν να χειριστούν το φλερτ. Καταλήγουν να φέρονται απαίσια, υποτιμώντας τους άντρες που τις προσέγγισαν, ξεχνώντας το εξής πολύ σημαντικό: ο άντρας συχνά νιώθει αδύναμος τη στιγμή που κάνει την προσέγγιση. Εκτίθεται. Κόντρα στην παραδοσιακή αντίληψη που θέλει τους άντρες να είναι «κυνηγοί», πολλοί δεν αισθάνονται άνετα με αυτό το ρόλο. Κάτι απολύτως λογικό – σημασία έχει να είσαι ο εαυτός σου, όχι να ακολουθείς τυφλά τις επιταγές και τα πρέπει μιας παράδοσης. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο άσχημα νιώθει ένας άντρας που δεν αισθάνεται «κυνηγός», όταν φλερτάρει μια γυναίκα κι εκείνη αποκρούει με αγένεια το φλερτ του. Σκεφτείτε ο ίδιος άντρας να έχει βιώσει το ίδιο αίσθημα απόρριψης πολλές φορές. Με τι θάρρος θα επιδιώξει μετά, για άλλη μια φορά, να προσεγγίσει μια γυναίκα; Πόσες φορές πια να φάει τα μούτρα του;

Μα πολλές γυναίκες αδυνατούν να το κατανοήσουν αυτό. Ξέρουν μόνο να πιπιλάνε τη γνωστή καραμέλα: «δεν υπάρχουν άντρες πια». Ή «οι άντρες δεν μας προσεγγίζουν όπως άλλοτε».

Το φλερτ είναι η φύση η ίδια. Μα η φύση καταλήγει να βιάζεται στα χέρια του γενικευμένου μαζικού κομπλεξισμού. Βλέπω και ακούω συχνά να μιλάνε για το σεξ (να μιλάνε, όχι να το κάνουν), μα ο έρωτας λες και τον κατάπιε ο βούρκος της λήθης. Μα ας αφήσω τον έρωτα – το φλερτ από μόνο του δείχνει να έχει θαφτεί κάτω από ένα συρφετό selfies, like και απρόσωπων γραπτών μηνυμάτων. Δυσκολεύεσαι να εντοπίσεις το γνήσιο από το κάλπικο ανάμεσά τους. Ευκολότερα δύο άνθρωποι θα κάνουν σεξ, παρά θα ερωτοτροπήσουν. Ευκολότερα θα σου «την πέσει» κάποιος, ή εσύ «θα κάτσεις» σε κάποιον, παρά θα φλερτάρετε. Είναι λες και πέφτεις με τα μούτρα στο κύριο γεύμα, δίχως καν να έχεις ζεστάνει το φαγητό πριν. Προφανώς κάθε εποχή μεταμορφώνει το ίδιο το περιεχόμενο των σχέσεων – μα προς ποια κατεύθυνση άραγε.



Kim Kardashian - Το "πρότυπο" άφθονων γυναικών και αντρών


Μη με παρεξηγήσουν οι γυναίκες αναγνώστριες – η πλειοψηφία των αντρών είναι εξίσου υπεύθυνοι για όσα γίνονται. Όταν τόσοι άντρες συγχέουν το φλερτ και την προσέγγιση με τη χυδαιότητα, τη χοντράδα και τις καγκουριές, πώς να μη βγει κακό όνομα στο φλερτ. Όταν τόσοι άντρες φέρουν ως πρότυπο την Kim Kardashian, πώς να μη χάσουν τα μυαλά τους τα κοριτσάκια των ατελείωτων selfies. Ο ένας πόλος τρέφει τον άλλο και αν οι γυναίκες σήμερα έχουν χάσει τη μπάλα, είναι επειδή οι άντρες δίνουν έμφαση στα λάθος πρότυπα. Όλα αυτά σε μια ναρκισσευόμενη, βαθιά κομπλεξική κοινωνία.

Φυσικά στο τέλος την πληρώνει εκείνη η κατηγορία του κόσμου που δεν φταίει σε τίποτα και που επιζητούν κάτι αυθεντικό επιτέλους στη ζωή τους.

Το κόμπλεξ παίρνει πολλαπλές μορφές. Υπάρχει ο κομπλεξισμός της «αιώνια δύσκολης γυναίκας». Και υπάρχει και το ακριβώς αντίθετό του, ο κομπλεξισμός της υπερβολικά εύκολης. Υπάρχουν εκείνες που κρατούν το πάνω χέρι σε μια επαφή υψώνοντας τείχη, κρατώντας αποστάσεις, αποφεύγοντας ακόμα και το στοιχειώδες φλερτ… και υπάρχουν εκείνες που κρατούν το πάνω χέρι με όπλο τους το σεξ – παραχωρώντας τον εαυτό τους με το παραμικρό. Πολύ φοβάμαι πως καταλήγουμε απλά σε συσχετισμούς δύναμης, και τίποτ’ άλλο… Sex and power.

Κι εδώ επανερχόμαστε στον τίτλο της ανάρτησης. Μπροστά στην ακατανίκητη ομορφιά μοιάζουν να ισοπεδώνονται οι προσωπικότητες, τόσο των υποψηφίων «κυνηγών», όσο και της ίδιας της γυναίκας που τη φέρει. Δεν έχει σημασία αν είσαι χαζός ή έξυπνος, αν έχεις πλούσιο ή ανύπαρκτο πνευματικό υπόβαθρο, αν έχεις καλό χαρακτήρα ή χιούμορ ή τίποτα απ’ αυτά… εν τέλει μπαίνεις στον ίδιο σωρό μαζί με όλους τους άλλους – και η επιλογή, να ξέρεις, δεν είναι δική σου.

Με ποια κριτήρια επιλέγει η γυναίκα; Μακάρι να ήξερα να σου πω.

Μακάρι να ήξερε και η ίδια.

Όσο αφορά την προσωπικότητα της γυναίκας; Κάποια πολύ όμορφη δεν έχει ανάγκη να χτίσει προσωπικότητα, να αναπτύξει απόψεις, να θρέψει το μυαλό ή το χαρακτήρα της. Ο δρόμος της μοιάζει στρωμένος με ροδοπέταλα. Θα σπουδάσει, θα βρει μια δουλειά, θα κάνει οικογένεια. Ποτέ δε θα νιώσει πραγματικά μόνη, γιατί πάντα θα υπάρχουν άφθονοι «επίδοξοι εραστές», ακόμα και στο ενδεχόμενο ενός χωρισμού. Θα περιβάλλεται από άντρες – αν και οι γυναίκες πιθανό να την αντιπαθούν, από ζήλεια και μόνο.

Μα είναι στις αντιξοότητες εκεί που οικοδομείς, τούβλο προς τούβλο, την προσωπικότητά σου. Όχι στα εύκολα. Η γυναίκα που δεν έχει βιώσει απόρριψη, που δεν γνωρίζει τι σημαίνει μοναξιά, καταλαβαίνει λιγότερα από σχέσεις συγκριτικά με εκείνη που έχει δει και τις δύο όψεις του νομίσματος. Και όταν έρθει η στιγμή, χρόνια μετά, που η ομορφιά της θ’ αρχίσει να φθίνει, ίσως νιώσει πως κάτι της λείπει. Μα δεν θα ξέρει τι – γιατί δεν έχει έρθει ποτέ σε ουσιαστική επαφή με τον εαυτό της, σαν εκείνη που ερχόμαστε όταν είμαστε μόνοι.

Τον καιρό των μεγάλων λογοτεχνικών ηρωίδων, τύπου Άννα Καρένινα ή Έμμα Μποβαρύ, η ομορφιά συχνά συμπλήρωνε την προσωπικότητα. Κάποιες φορές έφτανε ως το βάθος της ψυχής – εδώ φυσικά αναφερόταν ο Ντοστογιέφσκι όταν έλεγε πως «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Όχι στα κάλπικα χαμόγελα του ίντερνετ ή στα εξώφυλλα των περιοδικών του lifestyle.



Αν ο Ντα Βίντσι ζωγράφιζε τη Μόνα Λίζα σήμερα, θα ήταν κάπως έτσι


Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο



Αισθάνεσαι μόνη σου; Σου φέρθηκε άσχημα ο φίλος σου; Διαπίστωσες πως πήρες 2 κιλά παραπάνω; Κανένα πρόβλημα! Πάρε μια μοιραία πόζα, ανέβασέ τη στο Facebook ή το Instagram, μάζεψε μερικές εκατοντάδες like και μερικές δεκάδες αιτήματα φιλίας από επίδοξους εραστές (τους οποίους φυσικά θα απορρίψεις) – και η ζωή είναι ωραία.

Γιατί λοιπόν να χαραμίζεις το χρόνο σου αναπτύσσοντας απόψεις – άχρηστες οι τελευταίες. Φόρα απλά την άποψη που φοριέται περισσότερο, σαν τα καπέλα, και είσαι καλυμμένη.

Κάνε μου μια χάρη μόνο. Μη μου λες πως «κατά βάθος» αναζητάς κάτι ουσιώδες στη ζωή σου, πως «σε ενδιαφέρουν άντρες με προσωπικότητα», πως «γυρεύεις την επικοινωνία» κι άλλες τέτοιες κουταμάρες. Γιατί οι πράξεις σου, σε καθημερινή βάση, λένε το αντίθετο. Το ίδιο και οι επιλογές σου.

Κρύβεσαι πίσω από μια μάσκα, όπως τόσες. Απλά η δική σου μάσκα τυχαίνει να είναι από τις όμορφες. Μα πίσω από αυτήν, λυπάμαι που το λέω… δεν υπάρχει τίποτα.

Δεν σε κατηγορώ. Μέρος ενός συστήματος είσαι κι εσύ, που προτιμά την εικόνα απ’ τη σκέψη και το λόγο. Ενός συστήματος που θα κατέρρεε αν δινόταν έμφαση στην ουσία, όχι στην επιφάνεια. Γιατί τότε θα συνειδητοποιούσαμε πως δεν έχουν αξία οι βαθμοί στις εξετάσεις… και δεν έχουν νόημα οι διαφημίσεις στην τηλεόραση... και δεν υπάρχει περιεχόμενο στις διασημότητες του Lifestyle… και δεν είναι ανώτερα τα ακριβά ρούχα ή τα πολυτελή αμάξια.

Να ξέρεις, αγαπώ την ομορφιά. Την αγαπώ βαθιά και με προσελκύει ως τον πυρήνα της φύσης μου. Να είσαι βέβαιη πως θα στρέψω τα μάτια μου σε μια όμορφη γυναίκα, αν τη δω στο δρόμο. Το κείμενο αυτό είναι ένας ύμνος στην ομορφιά, όχι το αντίθετό του – αν σου δίνει άλλη εντύπωση, μάλλον δεν διάβασες ανάμεσα στις γραμμές.

Ίσως σου φανεί παράξενο – μα αγαπώ και τις selfies, όταν είναι καλού γούστου! Η ιστορία της τέχνης ξεχειλίζει με ατομικά πορτραίτα - και μου αρέσει να βλέπω το ωραίο. Μα κάπου μεταξύ των χιλιάδων selfies, της κενότητας των επαφών, της αδυναμίας στο φλερτ, των επιφανειακών σχέσεων και της γενικότερης μοναξιάς – θα συμφωνήσεις μαζί μου πως κάπου χάθηκε η μπάλα.

Και αυτές οι άσχημες συμπεριφορές... εξήγησέ μου, για ποιο λόγο να υπάρχουν. Γιατί να δημιουργείς περιττές στενοχώριες εκεί που δεν χρειάζονται. Και αυτό το αδικαιολόγητο ψώνιο - χάθηκε λίγη απλότητα λοιπόν; Λίγη γαμημένη απλότητα.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα ποτέ δεν ήταν η ομορφιά. Είναι η ανασφάλεια. Την οποία προσπαθούμε να καλύψουμε, βάζοντας όμορφα χαλιά πάνω σε σκονισμένα πατώματα.

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο – αρκεί να τεθεί ξανά στις σωστές βάσεις της. Αρκεί να διώξει τα υποκατάστατα και να θυμηθεί πως είναι να φλερτάρει, να ερωτοτροπεί, να ξεχωρίζει το γνήσιο από το κάλπικο. Να βάλει στην άκρη τους κομπλεξισμούς και τα συμπλέγματα εξουσίας και να αφεθεί στη φύση της – απλή και ελεύθερη.


Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο – όταν γίνει ξανά όμορφη.

Ως τότε, ας προσπαθήσουμε να δίνουμε αξία μόνο εκεί που πρέπει... και να κάνουμε υπομονή! Κλείνω με ένα παλιό μου σκίτσο.


28 Φεβρουαρίου 2016

Η Κουλτούρα της Νεοελληνικής Παρακμής





Το αποψινό θέμα μας διαφέρει από τα άλλα. Είναι οι τέχνες, μα από την ανάποδη... είναι η εικόνα τους αντεστραμμένη στον καθρέπτη, παραμορφωμένη, στρεβλή. Πυρήνας κάθε μορφής τέχνης είναι η δημιουργικότητα και η αισθητική, μα στη σημερινή μας περιπλάνηση θα μιλήσουμε για τον ολικό εκφυλισμό αυτών των χαρακτηριστικών. Για το μεταλλαγμένο στυλ ζωής που ονομάζεται Lifestyle και «διασκέδαση» στην νεοελληνική κουλτούρα των πρόσφατων δεκαετιών – την κουλτούρα του νεοπλουτισμού, της επιδειξιομανίας και των λουλουδιών στην πίστα. Την κουλτούρα του μεγάλου εμπορεύσιμου Τίποτα. Ένα φαινόμενο που μετρά λίγες μόνο δεκαετίες ζωής – με κύρια σημεία αιχμής τη δεκετία του 80 και του 90 – μα το οποίο συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, στις μέρες της κρίσης.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό τώρα στο ξεκίνημα: Η «νεοελληνική κουλτούρα» στην οποία αναφέρομαι δεν περιορίζεται στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Βρίσκεται παντού. Τη συναντούμε στις γιγαντοαφίσες των δρόμων· στα περιοδικά και τις εφημερίδες· στις τηλεοπτικές εκπομπές· στις διαφημίσεις· στην τύπισσα που καμαρώνει επειδή αγόρασε μια τσάντα δύο χιλιάδων ευρώ· στον τύπο που καυχιέται για το ανοιχτό αμάξι του και κάνει βόλτες στην παραλιακή με τη μουσική στη διαπασών· βρίσκεται στις πόλεις, μα ακόμα περισσότερο, τη συναντούμε στην επαρχία· στα μπαρ· στις μοδάτες καφετέριες· στις «διακοπές στη Μύκονο»· στη γλώσσα των γηπέδων· στις επιλογές διασκέδασης· στις καταναλωτικές συμπεριφορές· ως και στο φλερτ· στις συζητήσεις· στις αντιλήψεις γύρω από τον έρωτα και τις σχέσεις.

Τη συναντούμε και στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook· στις επιδεικτικές selfies, τα ανούσια check-in και τα προκατασκευασμένα like. Στις φτηνές ατάκες και στα ανόητα site. Μια ρηχή πραγματικότητα που μας καταδυναστεύει, που μας πνίγει στην επιφάνειά της. Και αν επιθυμείς να κάνεις τη διαφορά στην πραγματικότητα αυτή... συχνά νιώθεις πως είσαι μόνος σου, στο τέλος. Απελπιστικά μόνος σου.

Συχνά μετακινούμαι με τα λεωφορεία της πόλης. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω παρατηρήσει αφίσες με γνωστούς τραγουδιστές της πίστας στις στάσεις. Βλέπεις τα αλαζονικά τους πρόσωπα μεγενθυμένα, να σε παρατηρούν με τα κενά τους μάτια και να σου λένε «δίνω στο τάδε μέρος παραστάσεις, μη με χάσεις». Μη χάσεις την ευκαιρία να πληρώσεις 100 ευρώ για ένα τραπέζι και να μου ρίξεις λουλούδια στη σκηνή. Και όλα αυτά για να δεις εμένα, ένα Τίποτα με κεφαλαίο, έναν ανύπαρκτο δημιουργικά και πνευματικά άνθρωπο, να «ψυχαγωγώ» τον κόσμο και να χρυσοπληρώνομαι γι’ αυτό. Μα πόσο λιγότερες είναι εκείνες οι αφίσες που προβάλλουν ανεξάρτητους δημιουργούς... Πόσο ανύπαρκτοι είναι οι ραδιοφωνικοί ή οι τηλεοπτικοί σταθμοί που υποστηρίζουν την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, πέρα από τα όρια της βιομηχανίας της διασκέδασης. Πέρα από βύσματα, γνωριμίες, πελάτες και συμφέροντα. Πόσο μηδαμινή είναι η σχολική εκπαίδευση πάνω σε όλα αυτά τα θέματα – αρκεί να θυμηθούμε τι κατάληξη έχουν το μάθημα της Μουσικής ή των Καλλιτεχνικών. Και πόσο δυσκολεύονται οι νέοι δημιουργοί, είτε είναι μουσικοί, εικαστικοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες ή οτιδήποτε σχετικό, να βρουν μια αξιοπρεπή απασχόληση που να τους επιτρέπει να είναι δημιουργοί – και όχι κακέκτυπα.







Και όλα αυτά σε μια χώρα που προβάλλει – ως κληρονομιά, ως στοιχείο ταυτότητας, ως τουριστικό αξιοθέατο – τον πολιτισμό της! Μα κανένας δεν προχώρησε ποτέ βασισμένος στην ιστορία του και μόνο. Σημασία έχει το τώρα, το παρόν – όχι το άλλοτε. Η εργασία, επί του παρόντος, όχι τα λόγια τα παχιά. Και όταν βλέπεις να καυχιώνται για τον «αρχέγονο πολιτισμό του έθνους» άνθρωποι δίχως την παραμικρή παιδεία, δίχως την παραμικρή αισθητική, δίχως την παραμικρή ικανότητα να δημιουργήσουν τέχνη, να κατανοήσουν τέχνη, ή ακόμα και να συντάξουν μία απλή πρόταση... άνθρωποι που καμαρώνουν για τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα μα διασκεδάζουν ρίχνοντας λουλούδια στην πίστα... άνθρωποι φασίζουσας νοοτροπίας, ημιμαθείς και μισαλλόδοξοι... τότε ξέρεις πως υπάρχει κάτι βαθιά σάπιο γύρω μας.

Η οικονομική κρίση θα υποχωρήσει, αργά ή γρήγορα. Μα αν δεν υποχωρήσει η πολιτισμική κρίση – που είναι πάντα βαθύτερη, και για την οποία δεν βλέπω να γίνονται πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, ούτε κεντρικά δελτία στις ειδήσεις – τότε να είστε βέβαιοι πως η συνέχεια θα είναι χειρότερη. Γιατί ένας λαός χωρίς χρήματα μπορεί να αντεπεξέλθει. Ένας λαός χωρίς ουσία, όμως, δίχως δημιουργικό πνεύμα, αλήθεια, που βαδίζει;

Κι όμως – επέλεξα να κλείσω με ένα σχετικά αισιόδοξο τόνο την ανάρτηση, όπως θα διαπιστώσετε στο τέλος. Μα ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Πως προέκυψε η κουλτούρα της «νεοελληνικής παρακμής» και ποια η σύνδεσή της με την πρόσφατη ιστορία και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της χώρας; Για να δούμε.






Η νεοελληνική παρακμή – Μια σύντομη ιστορική αναδρομή



Το πολιτισμικό φαινόμενο του «Νεοέλληνα» πιάνει ρίζες στην ιδιαιτερότητα της ανάπτυξης της ελληνικής αστικής τάξης. Μια ανάπτυξη προβληματική ήδη απ’ τα χρόνια της γέννησης του νεοελληνικού κράτους, δίχως το επιχειρηματικό πνεύμα που χαρακτήριζε την αστική τάξη των δυτικών κρατών, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στις προγενέστερες σχέσεις ιδιοκτησίας (με ρίζες τους μεγάλους τσιφλικάδες του παλιού καιρού). Κεντρικός άξονας αυτής της νόθας αστικής τάξης οι πελατειακές σχέσεις· στόχος το εύκολο και γρήγορο κέρδος. Τα μετεμφυλιακά χρόνια ήταν τα χρόνια της «μεγάλης ανοικοδόμησης» και ταυτόχρονα, τα χρόνια της μεγάλης αρπαγής. Οι παλιές συνήθειες παραχωρούσαν τη θέση τους σε νέες, δίχως όμως να ριζώσουν βαθιά στη νοοτροπία του μέσου Έλληνα. Ο πατριαρχισμός του παλιού καιρού παραχώρησε ανώδυνα τη σκυτάλη σ’ έναν δυτικού τύπου εισαγόμενο καταναλωτισμό, χωρίς να υπάρξει η αναγκαία μεταβολή στις ριζωμένες νοοτροπίες. Κάθε μετάβαση ήταν επιφανειακή και έμοιαζε περισσότερο με κακή απομίμηση – η ουσία παρέμενε ίδια.

Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κονδύλης, “οι κατοχικές και μεταπολεμικές ανακατατάξεις επηρέασαν, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πρώτα-πρώτα άλλαξαν σημαντικά τη σύνθεση του στρώματος που προπολεμικά ονομαζόταν «αστικό», έτσι ώστε αυτό σήμερα να αποτελείται, σε βαθμό καθοριστικό για το ποιόν και τον χαρακτήρα του, από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, τις οποίες εξέθρεψαν, μετά τη μαύρη αγορά, η «ανοικοδόμηση» και τα «μεγάλα δημόσια έργα» καθώς και η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγωγών στην εσωτερική αγορά. Αλλά και οι υπόλοιποι «επιχειρηματίες», με εξαιρέσεις όχι πια πολυάριθμες, παρά τις διαφορές και την ποικίλη προϊστορία των επιμέρους ασχολιών τους, ελάχιστα διαφέρουν από τους νεόπλουτους ως προς το πολιτισμικό τους επίπεδο και τον πνευματικό τους ορίζοντα, στο επίκεντρο του οποίου συχνότατα βρίσκονται τα όσα συμβαίνουν στα γήπεδα ή στα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης. Έτσι, σε γενικές γραμμές, εξέλειψε ακόμα και ο προγενέστερος νόθος αστισμός.

Από την άλλη πλευρά, ο τουρισμός και το ευρύτατο μεταναστευτικό κύμα της δεκαετίας του 1950 και του 1960 αποτέλεσαν την τρίτη μεγάλη νεοελληνική ένταξη στο διεθνές κύκλωμα της καπιταλιστικής οικονομίας και κατέλυσαν οριστικά την πατριαρχική κοινωνική διάρθρωση, καθώς δημιούργησαν κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο (δηλαδή συντείνοντας στη διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών) ένα όλο και πολυπληθέστερο μεσαίο στρώμα, χαρακτηριζόμενο από τον μιμητικό καταναλωτισμό και από την έπαρση της νεοαπόκτητης ευημερίας και της επίσης νεοαπόκτητης ημιμάθειας. Μπορεί να λεχθεί ότι πάνω στη βάση των αξιών του κατά το δυνατόν γρήγορου πλουτισμού και του εσπευσμένου καταναλωτισμού η ελληνική κοινωνία είναι σήμερα πολιτισμικά ίσως όχι καλύτερη, πάντως ομοιογενέστερη απ' ό,τι προπολεμικά.” [στο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» (1991)]

Η νόθα αστική τάξη της προπολεμικής εποχής παραχώρησε τη θέση της σε μια μικρή τάξη νεόπλουτων και σε μια μεγάλη τάξη μικρομεσαίων. Οι τελευταίοι έφτασαν να ρουφάνε σαν σφουγγάρια τις τάσεις και τις μόδες του εξωτερικού, κάνοντας όνειρα εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Ο καταναλωτισμός εισάχθη ως τρόπος ζωής και η «διασκέδαση» δίχως νόημα μετετράπη σε ουσία της καθημερινότητας. Σταδιακά νεοπλουτισμός και μικροαστισμός έφτασαν να ενσωματωθούν, όσο αφορά τα πρότυπά τους: ακόμα και αν τους χωρίζουν περιουσίες, νεόπλουτοι και μικροαστοί μπορούν να μοιράζονται ένα κοινό γούστο, ένα κοινό πρότυπο ζωής, κάποιες κοινές αξίες. Οι πρώτοι θέτουν τα πρότυπα...και οι δεύτεροι τους μιμούνται τυφλά, επιθυμώντας να γίνουν σαν αυτούς.






Το φαινόμενο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και η ανάδειξη του Lifestyle



1 – Η Λαϊκή Τέχνη



Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον πυρήνα του «νεοελληνικού» τρόπου διασκέδασης δεσπόζει το λεγόμενο «λαϊκό» τραγούδι. Μια λέξη παραποιημένη, καρατομημένη, βιασμένη, έχοντας χάσει το αυθεντικό της νόημα, όπως τόσες και τόσες λέξεις που χρησιμοποιούμε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις στην πολιτισμική ιστορία του 20ου αιώνα.

Ετυμολογικά η λέξη «λαϊκός» παραπέμπει στην αγγλική λέξη “folk”. Πρόκειται για μια μορφή τέχνης που εκπορεύεται από τα λαϊκά στρώματα και αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο αριθμό του πληθυσμού. Η ιστορία της τέχνης ξεχειλίζει με παραδείγματα γνήσιας, λαϊκής δημιουργίας. Κάθε χώρα, κάθε πολιτισμός, έχουν να επιδείξουν μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης... από την υπέροχη φολκ μουσική των ευρωπαϊκών χωρών... στην λαϊκή τέχνη των Αφρικανών... από τις παγανιστικές καλλιτεχνικές πρακτικές... στην λαϊκή τέχνη του Μεσαίωνα και της Ανατολής... οι λαοί του κόσμου έχουν επιδείξει μοναδικές ικανότητες συλλογικού δημιουργικού πνεύματος.



Ελληνικη λαϊκή τέχνη, 18ος αιώνας, μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Ἀθήνα. πηγή φωτογραφίας


Σε αντίθεση με την τέχνη «των λίγων» (ας χρησιμοποιήσω αυτό τον όρο, έναντι της «καλής τέχνης»), η λαϊκή τέχνη πηγάζει όχι από κάποιους μεμονωμένους δημιουργούς, μα από μια συλλογική οντότητα, την οποία και αντιπροσωπεύει. Μιλάει με το πνεύμα των καιρών και συμπληρώνει την «ανώτερη τέχνη» της εποχής, σε ένα αναπόσπαστο δίπολο: είναι αμφότερες αναγκαίες προκειμένου να κατανοήσουμε το πνεύμα μιας εποχής κι ενός πολιτισμού. Συχνά έφτασαν να συμπληρώνουν η μία την άλλη – δεν είναι λίγες οι φορές που γνωστοί καλλιτέχνες άντλησαν την έμπνευσή τους ή ενσωμάτωσαν στην τέχνη τους στοιχεία από την λαϊκή τέχνη μιας εποχής ή ενός λαού.

Η συλλογική έκφραση του 20ου αιώνα είδε συχνά τα όρια ανάμεσα στα δύο είδη τέχνης να συγκλίνουν. Και σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για τη μία ή την άλλη τέχνη - είναι πλέον συγκοινωνούντα δοχεία, συχνά αναπόσπαστη η μία απ’ την άλλη.



2 – Από την άνοδο στην παρακμή. Η εξέλιξη της ελληνικής λαϊκής μουσικής



Χαρακτηριστικά δείγματα διεθνούς μουσικής με κοσμικές (φολκ) ρίζες είναι η Country· τα Blues· η Κέλτικη μουσική· τα Oriental· η Latin· η Balkan· η Gypsy· η βορειοευρωπαϊκή Φολκ· η παραδοσιακή μουσική των γηγενών Αμερικανών· της Ινδίας· της Κίνας· των νησιών της Καραϊβικής· της Αφρικής... και ουσιαστικά, κάθε μουσική του κόσμου που φέρει πίσω μια μεγάλη και πλούσια παράδοση.

Κάπου εδώ συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας. Μια χώρα με πελώρια μουσική κληρονομιά (μεταξύ τόσων άλλων), έχοντας να επιδείξει μια μοναδική ποικιλομορφιά γνήσιας μουσικής έκφρασης. Από τα δημοτικά και τα νησιώτικα ως το ρεμπέτικο, το ελληνικό κοσμικό τραγούδι αναπτύχθηκε παράλληλα με τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής των λαϊκών, αγροτικών και αστικών στρωμάτων – μιλώντας τη γλώσσα τους, καθρεπτίζοντας τις συνήθειές τους, αντανακλώντας την εικόνα ενός ολόκληρου λαού και μιας εποχής.




Ρεμπέτικη κομπανία. Διακρίνεται η Ρόζα Εσκενάζυ


Κάπου στη διάρκεια της δεκαετίας του 50 το ρεμπέτικο τραγούδι άρχισε να μετασχηματίζεται σε λαϊκό. Η θεματολογία του σταδιακά μεταμορφώθηκε. Η διαμαρτυρία και ο καημός του αυθεντικού ρεμπέτικου μετεξελίχτηκαν σε διασκέδαση και μια γενικότερη διάθεση φυγής – αντίστοιχη με την επιθυμία ενός λαού να αποδράσει, θέλοντας να αποτινάξει τις πληγές ενός Εμφυλίου πολέμου. Είναι το τραγούδι που βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες – και αν η θεματολογία του έχει πια αλλάξει, παραμένει αυθεντικό και γνήσιο, έχοντας να επιδείξει σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Τσιτσάνης και ο Χιώτης.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις πήγαν ακόμα παραπέρα. Πάντρεψαν το παλιό λαϊκό με τη συνθετική μουσική, συνδυάζοντας τις δυτικές φόρμες, τη λαϊκή μορφή και τη μελοποιημένη ποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν μια σπουδαία μορφή τέχνης που κατόρθωσε να αγγίξει τόσο τα λαϊκά στρώματα, όσο και τους φίλους της εκλεκτικής μουσικής, γεφυρώνοντας επιτέλους δύο μουσικούς κόσμους που – κακώς – βρίσκονταν σε αντιπαράθεση. Ονομάστηκε «έντεχνο» ή «έντεχνο-λαϊκό» και η ονομασία υφίσταται ως σήμερα... συχνά καταλήγοντας μια κενή μορφή δίχως περιεχόμενο, αναμασώντας τα παλιά μα διστάζοντας να δημιουργήσει κάθε νέο. Ωστόσο το έργο που άφησαν οι μεγάλοι συνθέτες της δεκαετίας του 60 και του 70... το έργο αυτό παραμένει αξεπέραστο.

Όσο αφορά το λαϊκό τραγούδι και τη... δύστυχή του μοίρα; Ήταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και του 70, όταν το λεγόμενο «Ελαφρολαϊκό» άρχισε να κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος στις ψυχαγωγικές επιλογές του κόσμου. Η ίδια η Χούντα είχε υποστηρίξει αυτόν τον τρόπο διασκέδασης (αυτόν και τη Μπάλα, φυσικά) και δεν ήταν λίγα τα κέντρα διασκέδασης της εποχής που φιλοξένησαν τους δικτάτορες πολιτικούς. Μα η Χούντα κάποια στιγμη έπεσε – και το ελληνικό τραγούδι έμελλε να διανύσει αρκετά ακόμα μονοπάτια, μέχρι να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή.



Πάνω, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αποκαλύπτει τα ήθη της νέας εποχής. Κάτω, οι αρχηγοί του ΠΑΣΟΚ εν ώρα εργασίας.


Ίσως η κομβικότερη στιγμή να βρίσκεται στη δεκαετία του 80. Θυμάμαι ακόμα τα άφθονα εβδομαδιαία περιοδικά που παρουσίαζαν, σε μεγάλες φωτογραφίες, τις τακτικές εξόδους των κομματικών πολιτικών αρχηγών στα διάφορα Κέντρα με μπουζούκια. Θυμάμαι τις χοντρές, καλοφαγωμένες κοιλιές τους, τις λαδωμένες τους γραβάτες, τα υπερφίαλα χαμόγελά τους μπροστά στην κάμερα. Και οι δημοσιογράφοι να τρέχουν από πίσω τους, να προσπαθούν να απαθανατίσουν κάθε τους στιγμή. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ της εποχής πρώτοι δίδαξαν το Lifestyle – εκείνο που θα καθιέρωνε, την επόμενη δεκαετία, ο Κωστόπουλος και οι όμοιοί του.

Κάπου τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του 80, ήταν που καθιερώθηκε και ο όρος «Σκυλάδικο». Μα το είδος παρέμενε, πεισμάτικα θα ‘λεγε κάποιος, ακόμα έξω από το κυρίαρχο ρεύμα της δημοφιλούς (Ποπ) μουσικής της εποχής. Υπήρχε – μα δεν είχε ταυτιστεί με έναν αναγκαίο τρόπο ζωής ή με μια mainstream κουλτούρα. Η ελληνική Ποπ της δεκαετίας του 80 παρέμενε Ποπ – βασισμένη στα δυτικά μουσικά πρότυπα, ανάλαφρη, απλοϊκή μα χαριτωμένη, δίχως την παρουσία του εγχώριου «λαϊκού» στοιχείου στον ήχο της.


3 – Η επέλαση του Lifestyle


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 κυριάρχησε, σε διεθνές επίπεδο, η επιφάνεια του εύκολου πλουτισμού· η ατελείωτη επίδειξη της κατανάλωσης· η πτώση των ιδεολογιών και η αντίληψη του «ζήσε για την πάρτη σου, βγάλε λεφτά και ξόδεψέ τα». Οι Yuppies των ανεπτυγμένων χωρών παρείχαν το πρότυπο της νέας εποχής – το πρότυπο του άντρα που ασχολείται με το χρηματιστήριο, αγαπά την πολυτέλεια, αδιαφορεί για τα κοινωνικά ζητήματα και αποζητά τον γρήγορο πλούτο. Ο καπιταλιστής επιχειρηματίας του παλιού καιρού έδωσε τη θέση του στον τζογαδόρο. Οι πιστωτικές κάρτες μπήκαν στο παιχνίδι και υπόσχονταν μια καλύτερη ζωή σε όσους τις έπαιρναν στα σοβαρά. Και σε μια χώρα που απαρτιζόταν κυρίως από νεόπλουτους και μικρομεσαίους απομιμητές, σαν τη δική μας, ήταν πολύ εύκολο να γίνει το επόμενο βήμα.

Η μαζική ψυχαγωγία, αντίστοιχα, έφτασε να αντανακλά τις κυρίαρχες αξίες. Όφειλε να είναι μια ψυχαγωγία απόδρασης από τον άχθο της καθημερινότητας, από το αδιάκοπο κυνήγι του κέρδους. Μια γενικευμένη φυγή σε έναν κόσμο λαμπερό, όμοιο με τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες της εποχής και τους στραφταλιστούς αστέρες της. Ο κόσμος έβγαινε για να ξεχάσει – όχι να σκεφτεί.

Έτσι λοιπόν έφτασε το έτος 1988 – το έτος κυκλοφορίας του περιοδικού «ΚΛΙΚ». Ήταν το πρώτο από τα περιοδικά που καθιέρωσε στη χώρα μας ο Πέτρος Κωστόπουλος. Πρότυπά του τα αντίστοιχα περιοδικά των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες ο ανέμελος και ρηχός τρόπος ζωής του γρήγορου πλουτισμού και του επιδεικτικού καταναλωτισμού είχε πιάσει για τα καλά ρίζες.





Έναν χρόνο μετά, στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο δεκαετίες, είδαμε και τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν είχαν περάσει 2 χρόνια και η ιδιωτική τηλεόραση άρχισε να κατακλύζεται από πλήθος σόου, τηλεπαιχνιδιών, πρωινάδικων, σήριαλ και θεάματος – όλα αντλώντας έμπνευση από τις αντίστοιχες παραγωγές της ξένης τηλεόρασης – ιδιαίτερα των ιταλικών ιδιωτικών καναλιών του πολιτικού και μεγαλοεπιχειρηματία Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ήταν ένα εντελώς καινούργιο φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα, η λάμψη του οποίου τύφλωνε κάθε λογική. Και εμείς, καρφωμένοι στους δέκτες μας, είχαμε μετατραπεί σε αδηφάγους τηλεθεατές. Καταναλωτές στην κοινωνική ζωή, τηλεθεατές στην σπιτική. Τι σημασία είχε αν ήταν όλα επιφανειακά και το γνωρίζαμε... θέλαμε να αφεθούμε σε αυτή την επιφάνεια, μας στράβωνε η αίγλη του θεάματος.

Τότε ήταν που έγινε η μεγάλη Έκρηξη του Lifestyle. Τα περιοδικά του Πέτρου Κωστόπουλου κατέκλυσαν την αγορά, προβάλλοντας συγκεκριμένα πρότυπα ζωής μέσα από «έξυπνες» συμβουλές, τάχα «ειδικών». «Πως Να Γίνετε Σωστοί Άντρες», «100 Πράγματα Που Πρέπει Να Έχετε Κάνει Μέχρι Τα 40 Για Να Είστε In», «Πως Να Ρίξετε τη Γκόμενα» και άλλα τέτοια ηλίθια. Κι όπως υπήρχαν περιοδικά που απευθύνονταν σε αντρικό κοινό (τύπου “Nitro”), έτσι εμφανίστηκαν και τα αντίστοιχα περιοδικά που απευθύνονταν σε γυναικείο (χαρακτηριστικό παράδειγμα η εγχώρια εκδοχή του διεθνούς “Cosmopolitan”). Αυτά σε συνδυασμό με πλήθη τηλοπτικών έντυπων ή έντυπων με θέμα τους το κουτσομπολιό – τα τελευταία γνωστά και ως «περιοδικά για παραλίες». Πολλά ζουν και βασιλεύουν ως τις μέρες μας.

Μα είχαν το κοινό τους – και ήταν μεγάλο το κοινό, πολύ μεγάλο. Πίσω από κάθε άρθρο δέσποζε η λάμψη του χρήματος· η αίγλη ενός δυναμικού αυτοκινήτου· η επίδειξη του ρουχισμού ή του καλοφτιαγμένου σώματος· το χτίσιμο αξιών – και η καταβαράθρωση άλλων που θεωρούνταν, πια, «ξεπερασμένες». Άσε στην άκρη τις ιδέες, μην ασχολείσαι με την κοινωνία, αδιαφόρησε για τις τέχνες ή το διάβασμα – τα τελευταία είναι πολύ «κουλτουριάρικα», ενώ εμείς θέλουμε να είμαστε In! Άνετη ζωή, χρήμα, γκόμενες, αμάξια. Και φυσικά κους κους. Εδώ βρίσκεται η ουσία!






Αν μάλιστα συνδυάσεις σε αυτά το γεγονός πως παρέχονταν όλα σε ένα άκρως ελκυστικό πακέτο – μέσα από χιουμοριστικά κείμενα, πιασάρικο λόγο, μοντέρνο και αεράτο στυλ, πολύχρωμες σελίδες και φωτογραφίες με ελκυστικούς άντρες και γυναίκες – καταλήγεις πως ήταν αδύνατο να αντισταθεί ο κόσμος.

Σταδιακά τα φαντασμαγορικά τηλεοπτικά σόου της δεκαετίας του 90 παραχώρησαν τη θέση τους στα τηλεοπτικά reality. Το φαινόμενο ασφαλώς ήταν παγκόσμιο – η χώρα μας απλά μιμείτο τις κυρίαρχες τάσεις του εξωτερικού. Κάπως έτσι όμως οι αξίες του νεοπλουτισμού μεταδόθηκαν, στάλα προς στάλα, σπιθαμή προς σπιθαμή, στο σύνολο του πληθυσμού. Κάθε μικροαστός ονειρευόταν να γίνει αστέρας της TV, να έχει πολυτελές αμάξι, σπίτι με θέα τη θάλασσα και δυο τρεις γκόμενες αγκαλιά.

Σταδιακά ο κόσμος των Μέσων – ο κόσμος της ιδιωτικής Τηλεόρασης και ο κόσμος των Περιοδικών – έφτασε να δημιουργήσει μια κοινωνία στα δικά του πρότυπα – και στα πρότυπα του καλπάζοντος καπιταλισμού της εποχής, που έφτασε να διακηρύττει με αλαζονεία «το τέλος της Ιστορίας». Οι τέχνες και η δημιουργικότητα αφορούσαν πια τους «κουλτουριάρηδες». Και αυτό που ονομάζουμε «κουλτούρα» μετατράπηκε σε σνομπ κακέκτυπο του εαυτού του, δημιουργώντας ένα δίπολο ανάμεσα στο «ποιοτικό» και το «μαζικό» - ένα δίπολο προβληματικό από μόνο του, σε μια κοινωνία που δεν είχε ανάγκη από δίπολα – μα από τέχνη, σκέψη και προβληματισμό. Και ουσιαστικό έρωτα, όχι το φτηνό αντίγραφο των περιοδικών του lifestyle.







4 - Η παραποίηση της Λαϊκής Κουλτούρας



Ασφαλώς ο διαχωρισμός ανάμεσα στη «μαζική/κοσμική τέχνη» και στην «τέχνη των λίγων» υπήρχε από παλιά, όπως αναφέραμε. Μα η νέα εποχή έφερε κάτι καινούργιο στο δίπολο – κι εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά σε σχέση με παλιότερα. Αν κάποτε η Λαϊκή Τέχνη αντανακλούσε τις προτιμήσεις της πληθώρας του κόσμου, τα γούστα των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων... αν κάποτε μιλούσε στη δική τους γλώσσα, αντικατοπτρίζοντας τις δικές τους αξίες και τον δικό τους τρόπο ζωής... στην εποχή του Lifestyle η Λαϊκή Τέχνη έφτασε πλέον να μιλά με τη γλώσσα των Νεόπλουτων. Ήταν οι δικές τους αξίες εκείνες που αντανακλούσε, τα δικά τους γούστα. Μιλώντας με ταξικούς διαχωρισμούς, επρόκειτο για αξίες που μεταδόθηκαν από Πάνω προς τα Κάτω – από την κοινωνική τάξη των πλουσίων στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία έφτασαν να τους απομιμούνται.

Με άλλα λόγια, κι επί της ουσίας, δεν υπάρχει καμία απολύτως «λαϊκή» τέχνη εδώ. Γιατί η γνήσια λαϊκή τέχνη εκπορεύεται από το λαό τον ίδιο, ενώ στην περίπτωση του Lifestyle η διαδικασία ήταν αντίστροφη. Ήταν ένας τρόπος ζωής που ασπάστηκε και αγάπησε η μάζα του κόσμου... μα δεν τον δημιούργησε η ίδια. Ήταν ο θρίαμβος του καπιταλιστικού ήθους και της ανεγκέφαλης κατανάλωσης, η επιβολή του στις τέχνες και την έκφραση, η μετατροπή των αξιών του σε τρόπο ζωής για τους μικρούς αστούς που ονειρεύονται να γίνουν μεγάλοι αστοί. Ήταν η επικράτηση του νεοπλουτισμού, η μετατροπή του σε αξία καθ’ εαυτή.






Στα ίδια εκείνα χρόνια της δεκαετίας του 90 το ελληνικό «λαϊκό» τραγούδι απέκτησε τη σημασία που έχει σήμερα για πλήθος κόσμου. Εκείνη του ανάλαφρου, ανεγκέφαλου, βιομηχανικού στυλ που ονομάστηκε «Λαϊκό-Ποπ». Ποπ και Λαϊκό είχαν πλέον παντρευτεί, σκορπώντας γύρω τους πλήθος από μπάσταρδα. Η ελληνική Ποπ έχασε τη γλυκιά αφέλεια που είχε άλλοτε. Και το ελληνικό Λαϊκό Τραγούδι διέσυρε το ίδιο το όνομά του. Οι λαϊκοί τραγουδιστές της νέας γενιάς δεν ήταν οι μεσήλικες του παρελθόντος. Ήταν νέοι άνθρωποι, όμορφοι, σκορπώντας λαμπερά χαμόγελα στα εξώφυλλα των περιοδικών, ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας. Τους έβλεπες στα τηλεοπτικά σόου, άκουγες συνεχώς τη μουσική τους στο ραδιόφωνο. Δεν είχε καμία απολύτως σημασία το γεγονός πως οι ίδιοι δεν έγραφαν ούτε τη μουσική, ούτε τους στίχους, ούτε καν επέλεγαν τι θα πουν και πως – σημασία είχε μόνο το περίβλημα, το πρoϊόν προς πώληση. Κι εκείνοι πούλησαν τους εαυτούς τους – ονομάστηκαν «καλλιτέχνες». Και αν τραγούδησαν για το λαό... το έκαναν προδίδοντάς τον. Γιατί δεν του αποκάλυψαν ποτέ την πραγματικότητα: δεν τραγουδάμε για σένα – για τους λίγους τραγουδάμε... για εκείνους που κινούν τα νήματα.

Κάπως έτσι η Λαϊκή Τέχνη κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη· και ξέρασε με αηδία, βλέποντας την παραμορφωμένη αντανάκλασή της. Ξέρασε πάνω στο πλήθος από νεκρά λουλούδια που κοσμούν τις πίστες· ξέρασε πάνω στα εκατομμύρια κέρδη των ανθρώπων της νύχτας· ξέρασε πάνω στις μάσκες των τηλεοπτικών προσώπων, πάνω στα γυαλιστερά εξώφυλλα των περιοδικών. Ξέρασε φωνάζοντας: «που με καταντήσατε!»



Σήμερα. Λύσεις και προτάσεις



Βρισκόμαστε πια στο έτος 2016 κι ενώ η οικονομική/κοινωνική κρίση καλά κρατεί. Μα το φαινόμενο του Lifestyle δεν έχει υποχωρήσει. Παραμένει εκεί, σαν φίδι στη φωλιά του, περιμένοντας την ώρα που θα σηκώσει πάλι το κεφάλι και θα κάνει την επόμενή του κίνηση. Ο μέσος Έλληνας του 2016 είναι περισσότερο σκεπτικιστής από εκείνον της δεκαετίας του 90... μα είναι, άραγε, αρκετό αυτό; Μπορούμε να πούμε πως έχει τινάξει από πάνω του τους μύθους του Lifestyle – ή περιμένει απλά πότε θα βγάλει περισσότερα λεφτά, για να τα ξοδέψει πάλι με τον γνωστό τρόπο;

Δεν υπάρχει κοινωνική κρίση δίχως πολιτισμική κρίση – το ένα φέρνει το άλλο και αυτό είναι κάτι που πολλοί, ακόμα, δεν έχουν συνειδητοποιήσει. Δεν έχουν κατανοήσει πως οι αξίες του νεοπλουτισμού δεν είναι δικές τους αξίες – δεν εξυπηρετούν τους ίδιους, δεν τους προσφέρουν τίποτα περισσότερο από μια πλασματική φυγή και όνειρα κούφιου μεγαλείου. Αν όφειλε να μας έχει διδάξει κάτι η οικονομική κρίση είναι πως το χρήμα δεν είναι το παν – και αντίστοιχα, δεν είναι το παν ο τρόπος διασκέδασης που έχει ως κεντρικό του άξονα το χρήμα και την επίδειξή του. Αν δεν το κατανοήσουμε αυτό ζώντας στις μέρες της κρίσης... πότε θα το κατανοήσουμε;

Αναμφισβήτα θετική είναι η παρουσία του Διαδικτύου στις μέρες μας. Το Διαδίκτυο κατόρθωσε να σπάσει σε έναν βαθμό το μονοπώλιο των κυρίαρχων Μέσων Ενημέρωσης (τηλεόρασης, εφημερίδων, περιοδικών) – πλέον δεν μας υπαγορεύουν μονόπλευρα τι θα δούμε, τι θα ακούσουμε, τι θα φορέσουμε και πως θα διασκεδάσουμε. Ο πομπός παραμένει ισχυρός, οι κυρίαρχες τάσεις εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται την αδυναμία των ανθρώπων να σκεφτούν για τους εαυτούς τους και οι διαφημίσεις διαδραματίζουν ακόμα καθοριστικό ρόλο.... μα ο δέκτης έχει δυναμώσει, σε σχέση με παλιά.

Από την άλλη οι τάσεις προβατοποίησης παραμένουν ισχυρές – ο άνθρωπος είναι ζώο που μιμείται τον συνάνθρωπό του και η κούφια απομίμηση αποκτά νέες μορφές, αντίστοιχες με τα Μέσα των καιρών. Τότε ήταν τα περιοδικά του lifestyle που υπαγόρευαν τις «σωστές» συμπεριφορές, τώρα είναι οι κυρίαρχες τάσεις στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook. Μα αν συναντούμε μεγάλη ανουσιότητα στα τελευταία και ατελείωτες μιμητικές τάσεις, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, παράλληλα, καθιστούν δυνατό: 1) τον προσωπικό λόγο, 2) τη διαφοροποίηση και 3) τη δημόσια προβολή της τελευταίας. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια ρευστή κατάσταση που υπόκειται συνεχώς σε αλλαγές και δεν υπαγορεύεται μονόπλευρα από «πάνω προς τα κάτω», όπως συμβαίνει στην τηλεόραση ή τα μαζικά περιοδικά. Τα παλαιά Μέσα καλλιεργούν την παθητικότητα. Το Διαδίκτυο (παρά τα τόσα στραβά που έχει) καλλιεργεί μια περισσότερο ενεργητική στάση – περισσότερο ατομική, κόντρα στις μάζες. Και αυτό είναι ασφαλώς κάτι ελπιδοφόρο.



Athens_Graffiti


Το Διαδίκτυο εξάλλου επιτρέπει την ανάδειξη και την προβολή μιας γνήσιας, εναλλακτικής τέχνης – είτε μιλάμε για μουσική, είτε για εικαστικά, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις ή οτιδήποτε σχετικό. Κάθε δημιουργός μπορεί να μοιραστεί το έργο του και να επικοινωνήσει με όσους ενδιαφέρονται. Ασφαλώς όλα αυτά πολλές φορές τείνουν να πνίγονται μέσα στο σωρό των ανούσιων πληροφοριών, μα αποτελούν ένα μικρό βήμα τουλάχιστον. Άνθρωποι με κοινά γούστα γνωρίζονται, επικοινωνούν, ανταλλάσσουν ιδέες, πέρα από τον κόσμο των κυρίαρχων Μέσων και της κυρίαρχης μαζικής κουλτούρας. Κάτι γίνεται, κάτι σιγοβράζει, ακόμα και αν η φωτιά είναι ακόμα σιγανή. Τουλάχιστον υπάρχει – και ολοένα εξαπλώνεται.

Τίποτα δεν μπορεί να γίνει σε μαζική κλίμακα ασφαλώς αν δεν επιχειρήσουν ριζικές αλλαγές οι φορείς που κινούν τα νήματα – οι ιδιοκτήτες, οι καναλάρχες, οι βιομήχανοι, οι πολιτικοί. Πως γίνεται να αγαπήσει ο κόσμος τις τέχνες αν το ίδιο το Σχολείο τις περιθωριοποιεί, τις υποβαθμίζει, τις μετατρέπει σε «δευτερεύον μάθημα»; Αν οι σκληρές εργασιακές συνθήκες διδάσκουν την εύκολη απόδραση της ελαφράς ψυχαγωγίας; Αν το όνειρο του εύκολου πλουτισμού παραμένει πρωτεύον στα μυαλά του κόσμου;

Ας είμαστε ειλικρινείς: Δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά από τους κοινωνικούς φορείς της εξουσίας – αλίμονο αν γκρέμιζαν το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζεται η δύναμή τους. Η τωρινή κοινωνία στηρίζεται στη δύναμη του χρήματος, στα προνόμια των λίγων και, αντίστοιχα, στην απαξίωση της γνώσης και της τέχνης – ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα καταπολεμούσε αυτούς τους βασικούς πυλώνες θα έφτανε να γκρεμίσει το ίδιο το σύστημα. Τα ιδιωτικά κανάλια θα συνεχίσουν να προβάλλουν ανούσια πρωινάδικα, οι ιδιωτικές εφημερίδες θα συνεχίσουν να μιλούν για τους τραγουδιστές της πίστας, οι μαζικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί θα συνεχίσουν να παίζουν τις ίδιες playlists, τα μπουζούκια θα συνεχίσουν να ραίνουν τον κόσμο με λουλούδια.

Και θα συνεχίσω, για πολλά χρόνια μάλλον, να βλέπω τις φάτσες των γνωστών τραγουδιστών στις στάσεις των λεωφορείων. Και οι γυναίκες θα συνεχίσουν να φοράνε ψιλοτάκουνα και να χορεύουν τσιφτετέλια. Και οι άντρες θα συνεχίσουν να επιδεικνύουν τα αμάξια τους. Και αμόρφωτοι σκυλάδες θα εξυψώνουν την κούφια εθνική συνείδηση. Και θα βάζω στην άκρη τα βιβλία μου, τα κείμενα και τα σχέδιά μου... και θα με πνίγει το αίσθημα της αδικίας. Της απομόνωσης. Και θα σκέφτομαι «σε τι κόσμο ζω, θεέ μου».

Μα θέλω να ελπίζω. Θέλω να ελπίζω πως κάτι θα αλλάξει. Πως αλλάζει ήδη, λίγο λίγο, σκόρπια, εδώ κι εκεί. Το βλέπουμε στο διαδίκτυο, το βλέπουμε στις εναλλακτικές επιλογές μερίδας κόσμου, στην αυξανόμενη διασπορά του γούστου, στις πολυάριθμες (έστω σκόρπιες, έστω δίχως μεγάλη προβολή) καλλιτεχνικές και πνευματικές δραστηριότητες. Στα ποσοστά του κόσμου που στρέφουν την πλάτη τους στις κάλπικες αξίες και τον τρόπο ζωής τους. Στην κοινωνική ευαισθητοποίηση, στις συλλογικές αυτοοργανώμενες ενέργειες. Στην ανάγκη για μια γνήσια μορφή επικοινωνίας που, έστω περιορισμένα, αντικαθιστά τον συρφετό της κοινωνικής επιδειξιομανίας. Ασφαλώς υπάρχουν πλήθη δραστηριοτήτων και συμπεριφορών που μας κάνουν να θλιβόμαστε – μα η μονόπλευρη προβολή του αρνητικού καλλιεργεί την ηττοπάθεια. Το κάνουν τα κυρίαρχα Μέσα – ας μην πέσουμε στην ίδια παγίδα. Γιατί ένα πελώριο ψηφιδωτό είμαστε, σαν κοινωνία – αν κάθε μοναδική ψηφίδα κάνει τη διαφορά, τότε στο τέλος η σφαιρική εικόνα θα αλλάξει.

Γιατί η αληθινή αλλαγή... κάθε αληθινή αλλαγή... ποτέ δεν έρχεται από πάνω. Ποτέ δεν έρχεται από ψηλά. Από κάτω έρχεται – απ’ τα χαμηλά. Απ’ την στάση που επιλέγει κάθε ένας από μας ξεχωριστά. Κάθε ένας ξεχωριστά.


Από τη θέληση να είμαστε οι ίδιοι εκείνη η αλλαγή που θέλουμε να δούμε γύρω μας.