Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραμπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραμπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Ιανουαρίου 2017

Με τη ματιά του Πωλ Όστερ





Είναι μεγάλο το μέρος του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου που έχει ταχθεί ανοιχτά ενάντια στην εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ – μεταξύ των οποίων και ο Πωλ Όστερ, ο οποίος δήλωσε πρόσφατα στη “Guardian” πως: «το μήνυμα του Ντόναλντ Τραμπ “Να ξανακάνουμε την Αμερική μεγάλη” σημαίνει στην πραγματικότητα να την ξανακάνουμε λευκή», και ότι: «Ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει τόση απελπισία για το ποιοι είμαστε και πού πάμε. Φαίνεται ότι ήμασταν πάντα ένας διχασμένος λαός, από τη μια αυτοί που βάζουν πάνω από όλα τον εαυτό τους, από την άλλη όσοι νιώθουν ότι έχουν ευθύνη για τον άλλο».

Στο μεταξύ ας θυμηθούμε τις απαρχές του Πωλ Όστερ, με το έργο που τον καθιέρωσε… ο λόγος για την «Τριλογία της Νέας Υόρκης» και την πρώτη από τις ιστορίες της, τιτλοφορούμενη «Γυάλινη Πόλη» - βρισκόμαστε στο έτος 1985 και στην καρδιά της μεγαλύτερης πόλης του κόσμου – στον πυρήνα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής:

«Οι ζητιάνοι και οι καλλιτέχνες αποτελούν μονάχα ένα μικρό κομμάτι του περιπλανώμενου πληθυσμού. Αυτοί είναι η αριστοκρατία, η ελίτ των αποτυχημένων. Πολλοί περισσότεροι είναι αυτοί που δεν έχουν να κάνουν τίποτα, που δεν έχουν να πάνε πουθενά. Πολλοί από αυτούς είναι πότες, εντούτοις ο όρος αυτός δεν δικαιολογεί την καταστροφή που ενσαρκώνουν. Απελπισμένα κουφάρια, ρακένδυτοι, με τα πρόσωπά τους γεμάτα μώλωπες και καταματωμένα, σέρνουν τα πόδια τους στους δρόμους λες κι είναι δεμένοι με αλυσίδες. Κοιμούνται στα κατώφλια, παραπατάνε σαν τρελοί ανάμεσα στα αυτοκίνητα, πέφτουν ξεροί στα πεζοδρόμια• λες και βρίσκονται παντού τη στιγμή που τους αναζητάς. Μερικοί απ' αυτούς θα πεθάνουν από την πείνα, άλλοι θα πεθάνουν απ' το κρύο, ενώ άλλοι θα πάνε ξυλοκοπημένοι, θα καούν ή θα βασανιστούν.

Για κάθε χαμένη ψυχή σε τούτη την ξεχωριστή κόλαση, υπάρχουν πολλές άλλες κλειδωμένες μέσα στην τρέλα, ανίκανες να βγουν στον κόσμο που στέκεται στα κατώφλια των κορμιών τους. Έστω κι αν δείχνουν ότι βρίσκονται εκεί, δεν μπορούν να θεωρηθούν παρούσες. Ο άντρας, για παράδειγμα που πάει παντού με ένα ζευγάρι μπαγκέτες, χτυπώντας μ' αυτές το λιθόστρωτο σ' έναν αδιάφορο, δίχως νόημα ρυθμό, σκύβοντας άγαρμπα καθώς προχωρεί κατά μήκος του δρόμου, κοπανώντας ξανά και ξανά το τσιμέντο ίσως νομίζει ότι κάνει ένα σημαντικό έργο. Αν αυτός δεν έκανε ό,τι κάνει, τότε η πόλη θα κατέρρεε. Ίσως η σελήνη έβγαινε από την τροχιά της και ερχόταν να συντριβεί πάνω στη γη.

Υπάρχουν αυτοί που μονολογούν, που μουρμουρίζουν, που κραυγάζουν, που καταριούνται, που στενάζουν, που διηγούνται στον εαυτό τους ιστορίες σαν να τις λένε σε κάποιον άλλον. Ο άντρας που είδα σήμερα να κάθεται σαν σωρός από σκουπίδια απέναντι στον σταθμό Γκραντ Σέντραλ, με τα πλήθη του κόσμου να τον προσπερνούν βιαστικά, να λέει με δυνατή, πανικόβλητη φωνή: “Το τρίτο σύνταγμα Πεζοναυτών... τρώω μέλισσες... οι μέλισσες βγαίνουν από το στόμα μου...” Ή η γυναίκα που φωνάζει σε έναν αόρατο σύντροφο: “Και τι έγινε που δεν το θέλω; Και τι έγινε που δεν το θέλω, γαμώτο;”

Υπάρχουν οι γυναίκες με τις τσάντες για ψώνια και οι άντρες με τα χαρτόκουτά τους, που σέρνουν τα υπάρχοντά τους απ' το ένα μέρος στ' άλλο, βρισκόμενοι διαρκώς σε κίνηση, λες κι έχει καμιά σημασία που βρίσκονται. Ένας άντρας είναι τυλιγμένος με την αμερικανική σημαία. Μια γυναίκα φορά μια μάσκα του Χάλογουιν. Υπάρχει ένας άντρας με φθαρμένο πανωφόρι και παπούτσια τυλιγμένα με κουρέλια, που κουβαλάει ένα λευκό πουκάμισο τέλεια σιδερωμένο και κρεμασμένο σε μια κρεμάστρα, τυλιγμένο ακόμη με την πλαστική σακούλα του καθαριστηρίου. Ένας άντρας με κοστούμι επιχειρηματία και ξυπόλυτος φορά ένα κράνος ποδοσφαίρου στο κεφάλι του. Υπάρχει μια γυναίκα που τα ρούχα της είναι καλυμμένα από την κορυφή ως τα νύχια με κονκάρδες της εκστρατείας για την εκλογή Προέδρου. Ένας άντρας περπατά με το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια του, κλαίει υστερικά και λέει ξανά και ξανά: “Όχι, όχι, όχι. Εκείνος πέθανε. Εκείνος δεν πέθανε. Όχι, όχι, όχι. Εκείνος πέθανε. Εκείνος δεν πέθανε”.»


[«Γυάλινη Πόλη» από την Τριλογία της Νέας Υόρκης, πρώτη έκδοση 1985, το απόσπασμα σε μετάφραση Σ.Αργυροπούλου]

~

9 Νοεμβρίου 2016

Η Εύθυμη Κόλαση του Ραμπελαί. Ένα πολιτικό σχόλιο.





Στην επαύριο των αποτελεσμάτων στις αμερικανικές εκλογές ήμουν σε δίλημμα: Να κάνω κάποιο σχετικό σχόλιο ή όχι;

Ψευτοδίλημμα, για να είμαι ειλικρινής. Δεν επιθυμώ να μπολιάσω το μικρό μου καταφύγιο με την ηλιθιότητα της πολιτικής πραγματικότητας. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Μα θα μοιραστώ μαζί σας ένα λογοτεχνικό απόσπασμα που είμαι βέβαιος πως θα ευχαριστηθείτε! H επιλογή του φυσικά δεν είναι τυχαία. Πηγή ο “Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ” (“La vie de Gargantua et de Pantagruel”), το ιστορικό έργο του Ραμπελαί που τόσο κόσμο ταρακούνησε στα χρόνια της Αναγέννησης. Στο απόσπασμα ένας από τους χαρακτήρες, ο «Επιστήμων», επιστρέφει από την Κόλαση – και μας περιγράφει τις εμπειρίες του:

«Και τότε ο Επιστήμων άρχισε να μιλάει, λέγοντας πως είχε δει τους διαόλους, πως είχε μιλήσει με οικειότητα με τον Εωσφόρο κι ότι είχε καλοπεράσει στην κόλαση και στα Ηλύσια Πεδία. Διαβεβαίωνε όλους πως οι διάολοι ήταν καλοί σύντροφοι.

«[Οι κολασμένοι] Δεν έχουν τόσο κακή μεταχείριση» είπε ο Επιστήμων, «όπως θα νομίζατε, «Η κατάστασή τους όμως έχει αλλάξει περίεργα, δεδομένου ότι είδα τον Μέγα Αλέξανδρο να μπαλώνει παλιά βρακιά κι έτσι να κερδίζει την άθλια ζωή του.

»Ο Ξέρξης ξεφώνιζε πουλώντας μουστάρδα, ο Ρωμύλος πουλούσε αλάτι, ο Νουμάς ήταν καρφοποιός, ο Ταρκίνιος, βαστάζος. ο Πίσων, χωριάτης, ο Σύλλας, καϊκτσής, ο Κύρος ήταν βουκόλος, ο Θεμιστοκλής, υαλουργός. ο Επαμεινώνδας, καθρεφτοποιός, ο Βρούτος και ο Κάσσιος, χωρομέτρες, ο Δημοσθένης, αμπελουργός, ο Κικέρων κρατούσε το φυσερό του σιδερά, ο Φάβιος περνούσε χάντρες στα κομποσκοίνια, ο Αρταξέρξης, σχοινοποιός, ο Αινείας, μυλωνάς, ο Αχιλλέας, κασιδιάρης, ο Αγαμέμνων, φαταούλας, ο Ηρακλής, θεριστής, ο Νέστωρ, χρυσοθήρας, ο Δαρείος άδειαζε τις χέστρες […], ο Αννίβας, αβγουλάς, ο Πρίαμος πουλούσε κουρελαρίες, ο Λανσελότος της Λίμνης ήταν γδάρτης ψόφιων αλόγων, όλοι οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης ήταν κάτι κακόμοιροι που κέρδιζαν δεκάρες, κωπηλατώντας, όπως κάνουν οι βαρκάρισσες της Λυών. […]

»Έτσι, όσοι υπήρξαν τρανοί αφεντάδες, στον Άδη κέρδιζαν μέσα στην αθλιότητα τη δύστυχη και κακόμοιρη ζωή τους. Αντίθετα, οι φιλόσοφοι και όσοι υπήρξαν ενδεείς σ' ετούτο τον κόσμο, στον κάτω κόσμο ήταν με τη σειρά τους τρανοί αφεντάδες.

»Είδα τον Διογένη που σεργιανούσε μεγαλοπρεπώς, μ' έναν σπουδαίο πορφυρό χιτώνα κι ένα σκήπτρο στο δεξί του χέρι, κι έκανε τον Μέγα Αλέξανδρο να λυσσομανάει, όταν δεν είχε μπαλώσει καλά τα βρακιά του και τον πλήρωνε με γερές μπαστουνιές.

»Είδα τον Επίκτητο ντυμένο κομψά α λα γαλλικά, κάτω από μια πέργκολα, παρέα με μπόλικες δεσποινίδες, να γελάει, να πίνει, να χορεύει και —εν πάση περιπτώσει— να καλοζεί. Κι είχε κοντά του ένα σωρό σκούδα με τον ήλιο. Και πάνω από την κρεβατίνα, ήταν χαραγμένοι για έμβλημά του ετούτοι οι στίχοι:


Πήδα, χόρευε, βόλτες δώσε στο χορό,
πίνε καλό κρασί κόκκινο και λευκό,
για τίποτα ολημερίς μη χολοσκάς,
παρά σκούδα με τον ήλιο να μετράς.»


***


Κάπως έτσι λοιπόν φαντάστηκε τον Κάτω Κόσμο, στη διάρκεια του 16ου αιώνα, ο Ραμπελαί! Ένας τόπος όπου υποφέρουν οι φορείς της εξουσίας και γλεντάνε οι φιλόσοφοι! Τον φαντάζομαι να γράφει πίνοντας ένα πελώριο κανάτι κρασί – και να ρεύεται ενώ περνούν από μπροστά του διάφοροι άρχοντες, γκρινιάζοντας πως του χαλούν τη χώνεψη!

Δεν είναι τυχαίο που ο Ραμπελαί (François Rabelais) υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες του ανθρωπισμού σε μια Ευρώπη που τίναζε ακόμα από πάνω της τις στάχτες ενός μακρόχρονου Μεσαίωνα. Κόντρα στον σκοταδισμό της οργανωμένης θρησκείας, των προκαταλήψεων και της μισαλλοδοξίας, μίλησε δίχως φραγμούς για την απόλαυση των φυσικών ηδονών, την αναζήτηση της γνώσης και την αγάπη της ζωής – ακόμα και όταν η τελευταία μοιάζει με φάρσα.

Μην ξεχνάμε λοιπόν. Για κάθε ενδεχόμενο Μεσαίωνα του μέλλοντος… εμείς θα φιλοσοφούμε και θα γυρεύουμε απολαύσεις και θα πηγαίνουμε κόντρα στη μιζέρια…. Γιατί οι φλόγες της Κόλασης δεν έγιναν για να φοβάσαι ή να προσεύχεσαι – μα να χορεύεις μέσα τους!


* Η μετάφραση του «Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ» είναι του Φίλιππου Δρακονταειδή. Στην πρώτη εικόνα ο πίνακας του Ζαν Μπρέγκελ «Ο Αινείας και η Σίβυλλα στον Κάτω Κόσμο» του 1598. Κάτω, παλιά εικονογράφηση από τον «Γαργαντούα».