11 Οκτωβρίου 2015

Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος Ι: Ο Αρχέγονος Ρυθμός



Ιστορία της μουσικής Τζαζ, μια παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι. Μέρος πρώτο, ο αρχέγονος ρυθμός




“H Jazz ξεπλένει την σκόνη της καθημερινής ζωής" - Art Blakey


“Με ενοχλεί όταν προσπαθούν οι άνθρωποι να αναλύσουν τη Jazz λες και είναι κάποιο διανοητικό θεώρημα. Δεν είναι. Είναι συναίσθημα” – Bill Evans


“Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν σχετικά με τη jazz, φίλε, είναι πως δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Εσύ ξέρεις;” – Bix Beiderbecke



“O αυτοσχεδιασμός είναι η ικανότητα να επικοινωνείς με τον εαυτό σου” – Cecil Taylor


“Εάν δεν το κάνεις βίωμά σου, δεν θα ξεπροβάλλει απ’ την κόρνα σου” – Charlie Parker


“Είναι πολύ δύσκολο ν’ αποφασίσεις που ξεκινάει η Jazz και που τελειώνει, που βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη Jazz και στην Κλασική Μουσική. Ο ίδιος νιώθω πως δεν υπάρχει τέτοιο όριο” – Duke Ellington


“Η ζωή μοιάζει πολύ με τη τζαζ… είναι καλύτερη όταν αυτοσχεδιάζεις” – George Gershwin


“Ξεκινώ απ’ τη μέση μιας πρότασης και βαδίζω και προς τις δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα” – John Coltrane


“Ακόμα και η σιωπή χορεύει σε ρυθμούς swing” – John Mehegan


“Η Jazz είναι μια μουσική φτιαγμένη από ανθρώπους και για ανθρώπους που έχουν επιλέξει να αισθάνονται όμορφα, ανεξαρτήτως των συνθηκών” – Johnny Griffin


“H μουσική είναι η συντομογραφία του συναισθήματος” – Λέων Τολστόι


“Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος” – Φρίντριχ Νίτσε


“Φίλε, αν χρειαστεί να ρωτήσεις τι είναι η Τζαζ, ποτέ δεν θα το μάθεις” – Louis Armstrong




Ο παλμός




Αν χρειαστεί να ρωτήσεις για τη Τζαζ, ποτέ δεν θα μάθεις περί τίνος πρόκειται, έλεγε ο Λούις Άρμστρονγκ, τα μάτια του αντανακλώντας τη λάμψη της τρομπέτας του. Και να’ μαι εδώ, στον υπολογιστή μπροστά, σκορπώντας λέξεις που ακροβατούν στην οθόνη σαν ξεστρατισμένες νότες, προσπαθώντας να χτίσω μια εισαγωγή για το αφιέρωμά μας στη μουσική Τζαζ και την ιστορία της. Ένα αφιέρωμα που θα διαρκέσει μήνες και μήνες και του οποίου το φινάλε μόλις που μπορώ να φανταστώ, κάπου στα βάθη του τούνελ της σκέψης μου. Πώς να ξεκινήσω; Τι να πω για μια μουσική που μιλάει κατά κύριο λόγο δίχως λόγια; Με ποιο τρόπο θα κατορθώσουν οι ξερές αυτές λέξεις πάνω στην επίπεδη επιφάνεια της οθόνης να αποτυπώσουν κάτι απ’ την αρχέγονή της αίσθηση, αίσθηση απαλή σαν άγγιγμα μεταξωτού, μα ξέφρενη σαν διαδρομή ρόλερ κόστερ;

Τα δάχτυλά μου αποσύρονται απ’ το πληκτρολόγιο και χτυπούν ρυθμικά πάνω στο τραπέζι. Ταπ. Σκέφτομαι πως ένα χτύπημα σε μια επιφάνεια, οπουδήποτε, είναι αρκετό για να παράγει κάποιον ήχο. Ταπ. Έναν απλό ήχο που θα μπορούσε να σημαίνει χίλια πράγματα… Μα αν δύο χτυπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο… τότε ο ήχος δημιουργεί ρυθμό. Ταπ-ταπ. Το ένα θα μπορούσε να είναι απλά τυχαίο. Μα στα δύο παύει το τυχαίο. Στα δύο αρχίζει ο χορός.

Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Ρυθμός που επαναλαμβάνεται, όμοιος με τους χτύπους της καρδιάς. Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Σαν ένα άγνωστο μήνυμα που περιμένει ν’ αποκρυπτογραφηθεί. Μια ξεχασμένη γλώσσα που προσπαθείς ν’ αφουγκραστείς, ερχόμενη από τα άδυτα της συλλογικής μας μνήμης. Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Τα δάχτυλά σου στο τραπέζι. Πλιτς-πλιτς. Οι σταγόνες που κυλούν από μια βρύση. Ντουπ-ντουπ. Το πόδι σου που χτυπάει ρυθμικά στο πάτωμα. Ο αρχέγονος παλμός. Η παλιότερη απ’ τις γλώσσες.




Άνδρας παίζει blues και ένα κοριτσάκι δίνει τον ρυθμό - Bluesman and girl dancing




Ταπ-ταπ. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Η καρδιά σου χτυπάει και μαζί της χτυπούν τύμπανα στη σκέψη σου. Ταξιδεύεις νοερά, πας πίσω στο χρόνο. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Στο νου σου ξεπροβάλλουν θεόρατα δέντρα και πυκνά δάση. Νομίζεις πως αντηχεί ο παλμός του δάσους, που είναι ταυτόχρονα ο χτύπος της καρδιάς σου. Και ο ρυθμός γίνεται ολοένα και πιο χορευτικός – και η καρδιά σου φτερουγίζει – και τα ταμπούρλα δυναμώνουν. Και νιώθεις – αν και αδυνατείς να το εξηγήσεις – πως έχεις βρεθεί ξανά εδώ.

Ταμ-Ταμ-Ταραπαταπ. Το τοπίο γύρω σου μοιάζει με κάποια αφρικανική ζούγκλα. Ένας πάνθηρας σε παρατηρεί κρυμμένος μες στα φυλλώματα των δέντρων, η γούνα του γυαλιστερή, τα μάτια του εξακοντίζοντας σπίθες φωτός στους θάμνους. Ταπ-ταπ-ταπ. Όλα μοιάζουν γνώριμα, η ζούγκλα δείχνει τόσο οικεία. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Ο ρυθμός γίνεται ακανόνιστος · το πνεύμα σου παραδίδεται στο αρχέγονο διονυσιακό ένστικτο που περιέγραψε ο Νίτσε. Γίνεσαι ένα με τα κύματα του ήχου, όπως αντηχούν στη σκέψη σου. Τελικά είναι τα τύμπανα του δάσους εκείνα που χτυπούν; Ή μήπως είναι η φαντασία σου;

Η ιστορία της Τζαζ δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινάει εκεί που όλα ξεκίνησαν: στην ίδια την καρδιά της αφρικανικής ηπείρου. Εκεί που κάποιοι πρόγονοί μας, κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, ανακάλυψαν τον αρχέγονο, πρωτόγονο ρυθμό. Όταν αντήχησαν τα πρώτα κρουστά και σκόρπισαν πολύχρωμες αχτίδες ήχου στα βάθη του απύθμενου δάσους. Τότε που γεννήθηκε η μουσική η ίδια, όταν το απολλώνιο πνεύμα της Οργάνωσης και του Νόμου απουσίαζε και δέσποζε ο Διόνυσος και η ατελείωτή του μέθη. Είναι τα ταμπούρλα της μαμάς-Αφρικής εκείνα που ακούς… μα είναι επίσης ο παλμός της μητέρας σου, τον καιρό που βρισκόσουν στην κοιλιά της – ο πρώτος ρυθμός που άκουσες ποτέ. Ο χτύπος της καρδιάς…

Ο παλμός της μουσικής είναι οι ρίζες της ίδιας της ζωής.




Αφρικανικός χορός




Έκσταση στα βάθη της Νέας Ορλεάνης




Βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνα – περίπου δυο αιώνες πριν – και ένα ασυνήθιστο τελετουργικό έθιμο είχε αναβιώσει στην Πλατεία Κονγκό (Congo Square) της Νέας Ορλεάνης. Τις Κυριακές οι σκλάβοι συναθροίζονταν και χόρευαν εκστασιασμένοι σε κύκλους.

Υπό τους αδιάκοπους ήχους των κρουστών έστηναν έναν ψηλό βωμό στο κέντρο της πλατείας, στην κορφή του οποίου ανέβαιναν μεταμφιεσμένα δύο πρόσωπα: ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα ντυμένη στο κόκκινο του αίματος. Μαζί τους δέσποζε η ιερή θεότητα που λάτρευαν: το όνομά της ήταν Damballa ή Da και είχε τη μορφή ενός πελώριου φιδιού. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα επικαλούνταν τη θεότητα και άρχιζαν να λικνίζονται, να τρέμουν, να τινάσσονται, υπό τους ήχους των ταμπούρλων· σταδιακά το τρέμουλο μετατρεπόταν σε σπασμούς, ενώ οι ήχοι των κρουστών δυνάμωναν. Τα πλήθη των σκλάβων αφήνονταν να παρασυρθούν από το αόρατο κύμα. Τους έβλεπες να χορεύουν σαν μανιακοί, να φωνάζουν, να σκίζουν τα ρούχα τους, να δαγκώνουν το δέρμα τους – και ο ρυθμός δυνάμωνε, δυνάμωνε, άγγιζε τη διαπασών, και ο κόσμος χόρευε, τρελαινόταν, έφτανε στην έκσταση, παραδινόταν στο απόλυτο.




Σκλάβοι χορεύουν στην πλατεία του Κονγκό - Congo square slaves dancing
Congo square slaves dancing



Για τους λευκούς κατοίκους της πολιτείας και τους χριστιανούς τέτοιοι χοροί ήταν συνώνυμοι με τη μαύρη μαγεία· το βουντού. Και τους αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη ή φόβο. Μα για τους σκλάβους – δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που είχαν μεταφερθεί σε αλυσίδες απ’ την πατρίδα τους – οι τελετουργικοί αυτοί χοροί συμβόλιζαν το αρχέγονο πνεύμα της χώρας τους. Και συνιστούσαν μια μοναδική περίπτωση κατά την οποία μπορούσαν οι ίδιοι να αισθάνονται ελεύθεροι – η έκσταση της μουσικής και του χορού τους έκανε για λίγο να ξεχνάνε τη σκλαβιά τους.

Οι εβδομαδιαίες αυτές μαζώξεις στην Congo Square διήρκεσαν δεκαετίες – ως το 1885. Και – πράγμα περίεργο – την ίδια εποχή που τα τελετουργικά σταμάτησαν, τον καιρό που η σκλαβιά είχε επισήμως πια καταργηθεί, άρχισαν να ξεπηδούν οι πρώτες, αρχέγονες τζαζ μπάντες. Να είναι άραγε σύμπτωση; Και αν αυτό είναι σύμπτωση, τι θα λέγαμε άραγε για τη σημερινή ονομασία της πλατείας Κονγκό;

Η ίδια αυτή πλατεία, που δυο αιώνες πριν φιλοξενούσε τις εκστατικές τελετές των σκλάβων, σήμερα ονομάζεται πλατεία Louis Armstrong.

Όσο αφορά τον ρυθμό των κρουστών, που πάντοτε συνόδευε τις λατρευτικές εκείνες εκδηλώσεις; Ο ήχος τους σκορπούσε φόβο σε μια μερίδα του λευκού πληθυσμού. Ήδη από την Εξέγερση του Stono του 1739, όταν οι σκλάβοι ξεχύνονταν στην επίθεση υπό τους ήχους των τυμπάνων, τα κρουστά είχαν ταυτιστεί με την “επικίνδυνη μαύρη μουσική”. Μια μουσική απομακρυσμένη από τις εξευγενισμένες φόρμες της δυτικής λευκής μουσικής, ταυτισμένη με τα κατώτερα ζωικά ένστικτα σύμφωνα με τους εχθρούς της – και δεν ήταν λίγοι αυτοί οι εχθροί. Υπήρξαν την εποχή εκείνη άφθονες θρησκευτικές οργανώσεις που προσπαθούσαν να μυήσουν τους μαύρους στην «καλή μουσική της Δύσης», ενώ αμερικανικές πολιτείες όπως η South Carolina έφτασαν να απαγορεύουν εξ’ ολοκλήρου τη χρήση τυμπάνων και κρουστών.

Μα ήταν αδύνατο να ξεριζώσεις τη μουσική, δίχως να βγάλεις την ίδια την καρδιά που χτυπάει. Εκείνο που αγνοούσαν οι πολέμιοι της «μαύρης μουσικής» - οι ίδιοι άνθρωποι που αντιτάχθηκαν στις εξελικτικές θεωρίες του Δαρβίνου και αρνούνταν να παραδεχτούν πως ο άνθρωπος συγγενεύει με τον πίθηκο – ήταν πως τα ρυθμικά εκείνα τύμπανα συνιστούσαν την πηγή της ίδιας της εξέλιξης. Πως αποτελούσαν ένα ανοιχτό παράθυρο στα άδυτα του χρόνου. Πως τα πάντα ξεκίνησαν από τη Μαύρη Ήπειρο. Από την ίδια εκείνη Αφρική, τους κατοίκους της οποίας έσερναν με βία στο Νέο Κόσμο, πουλώντας και αγοράζοντάς τους λες και ήταν αντικείμενα. Και αν τους τρόμαζαν οι τελετουργίες του βουντού, αγνοούσαν φαίνεται τον κατεξοχήν μαγικό ρόλο που έπαιζε η Τέχνη (άρα και η μουσική) στα πρώτα βήματά της. Στο σύνολο των αρχαίων πολιτισμών, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, τους γηγενείς της Αμερικής, τους πρώτους Ευρωπαίους… η τέχνη δεν ήταν ποτέ «απλά» μια μορφή ψυχαγωγίας. Ο ρόλος της ήταν βαθιά λειτουργικός και ταυτισμένος με τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου. Και ο παλμός της μουσικής ήταν ένας παλμός μαγικός, απελευθερωτικός.

Ήταν ο ίδιος εκείνος παλμός που δονούσε την πλατεία Κονγκό της Νέας Ορλεάνης. Ο μαγικός ρυθμός που ακόμα αντηχεί, κάπου βαθιά στη σκέψη μας, εκεί που το παρελθόν σμίγει με το παρόν, ενώ αφήνονται στην αιώνια πλημμυρίδα του χρόνου…




Τελετή βουντού της παράδοσης της Νέας Ορλεάνης - New Orleans voodoo dance
Τελετή βουντού της παράδοσης της Νέας Ορλεάνης



Τα χαρακτηριστικά της αφρικανικής μουσικής παράδοσης




Ένα επισκεφτούμε σήμερα μια Εκκλησία των Βαπτιστών, σε κάποια νότια πολιτεία των ΗΠΑ, ενδεχομένως εκπλαγούμε από το... μουσικοχορευτικό θέαμα που επικρατεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Θυμόμαστε όλοι χαρακτηριστικές σκηνές από αμερικανικά φιλμ, τα οποία παρουσιάζουν πλήθη αφροαμερικανών που τραγουδούν και λικνίζονται ρυθμικά, υπό τους ήχους του εκκλησιαστικού οργάνου, ψέλνοντας ύμνους στον Θεό. Πόσο διαφορετική φαντάζει η ατμόσφαιρα συγκριτικά με το κατανυκτικό κλίμα της δυτικής παράδοσης!

Ο λόγος για τα περίφημα “Spirituals”, από τα οποία έλκει την καταγωγή της η μουσική Γκόσπελ (Gospel). Βασικό χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η παρουσία ενός ή περισσότερων κεντρικών προσώπων που τραγουδούν και η συνοδεία του τραγουδιού, στίχο προς στίχο, από το πλήθος του κόσμου. Ουσιαστικά καταρρίπτεται η δυτική διαφοροποίηση ανάμεσα στον “τραγουδιστή” και στο “κοινό” - αμφότεροι συμμετέχουν στη γιορτή της μουσικής. Καθώς εξάλλου τα συλλογικά αυτά τραγούδια ενέχουν λατρευτικό ρόλο, μας θυμίζουν τις πρακτικές των μουσικών-μάγων που συναντήσαμε στην πλατεία του Κονγκό. Οι μεν λατρεύουν το μεγάλο θεό-φίδι και εκστασιάζονται ομαδικά μέσω του χορού και των κρουστών... Οι δε λατρεύουν το Θεό της χριστιανικής θρησκείας και εκστασιάζονται ομαδικά μέσω του κοινού τραγουδιού και του εκκλησιαστικού οργάνου... Οι διαφορές τους δεν είναι παρά επιφανειακές. Το βουντού συναντάει τον χριστιανισμό από την πίσω πόρτα και πάνε μαζί για ένα καφέ.

Η συνοδεία του τραγουδιού, διαδοχικά στίχο προς στίχο, από τα πλήθη των θεατών, ανήκει στη μεγάλη μουσική παράδοση του “Call And Response” - παράδοση που χάνεται στα βάθη του χρόνου. Πρόκειται για μια γνήσια διαλεκτική διαδικασία: ένας μουσικός παίζει μια νότα και κάποιος άλλος “απαντάει” με μια δική του. Αντίστοιχα, ένας τραγουδιστής της Γκόσπελ απαγγέλλει έναν στίχο, στον οποίο “απαντούν” με τη σειρά της η χορωδία, ή τα πλήθη των θεατών. Η πολυφωνία δεσπόζει: ο καθένας συμμετέχει παρέχοντας μια “νότα” στο σύνολο, μια προσωπική κατάθεση που σμίγει με εκείνες του πλήθος, δημιουργώντας ένα αρμονικό συλλογικό μωσαϊκό.




Σκλάβοι εργάζονται στις φυτείες βαμβακιού - Cotton slaves working
Σκλάβοι εργάζονται στις φυτείες βαμβακιού



Στο παραδοσιακό Call and Response καταργείται, όπως είδαμε, η διάκριση ανάμεσα στους θεατές και τους μουσικούς, όπως καταργείται ενίοτε η διάκριση ανάμεσα στη μουσική και το χορό: Οι πάντες συμμετέχουν, με τις φωνές, τα μουσικά όργανα, ή με τα σώματά τους. Μια πολύ μικρή, αταβιστική ίσως υπενθύμιση αυτού του στυλ μπορούμε να νιώσουμε ίσως στη διάρκεια ορισμένων συναυλιών, όταν συνοδεύουμε ρυθμικά ένα τραγούδι με παλαμάκια και τραγουδάμε όλοι μαζί... μα αυτό δεν είναι παρά ένα ίχνος, μια μικρή αναφορά σε μια πολύ βαθύτερη παράδοση.

Η μουσική παύει να συνιστά “ανώτερη τέχνη” ή ψυχαγωγία και μετατρέπεται σε μια γνήσια μορφή συλλογικής εργασίας. Συναντούμε τον ίδιο διαχωρισμό εξάλλου και σε έργα εικαστικού χαρακτήρα: σύμφωνα με την παράδοση της Δύσης, ο σωστός τρόπος να απολαύσεις έναν ζωγραφικό πίνακα είναι να τον δεις από απόσταση. Μα σύμφωνα με την παράδοση άλλων πολιτισμών, χρειάζεται να συμμετέχουν κι άλλες αισθήσεις, όπως η αφή – δεν αρκεί να βλέπεις ένα έργο με τα μάτια σου.

Η παράδοση του Call and Response έλκει μεν τις ρίζες της από την Αφρική (όπως κάθε μουσική), μα όντας μια παράδοση λαϊκού χαρακτήρα, συναντούμε στοιχεία της και στο παρελθόν των δυτικών κοινωνιών. Ήδη σε δυτικά εργατικά τραγούδια του 15ου αιώνα έχουν εντοπιστεί ανάλογα μοτίβα – κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως η συμμετοχική αυτή μουσική παράδοση δεν τόσο συνιστά θέμα “φυλής” ή “εθνικότητας”, μα κοινωνικής τάξης. Η συμμετοχή στη μουσική ταυτιζόταν με μια συλλογική μορφή απελευθέρωσης, ενείχε δηλαδή καθαρτικό χαρακτήρα.

Οι σκλάβοι που μεταφέρονταν κατά χιλιάδες στις αμερικανικές αποικίες έφεραν μαζί τους τις μουσικές παραδόσεις των χωρών τους. Σκλάβοι όχι μόνο από την Αφρική, μα και από τα νησιά της Καραϊβικής (απ' όπου έλκουν την καταγωγή τους αρκετές από τις πρακτικές του βουντού), άνθρωποι που τραγουδούσαν και χόρευαν για να απαλύνουν τους πόνους της καθημερινότητας και να δοξολογήσουν τους θεούς που λάτρευαν. Από τη μία υπήρχαν τα Spirituals – τα πνευματικά/λατρευτικά τραγούδια και από την άλλη τα Εργατικά τραγούδια (Work Songs) – αναλογικά όμοια με εκείνα των λαών της Δύσης. Και στα μεν και στα δε συναντούμε τη διαλεκτική και την πολυφωνία του Call and Response. Αμφότερα βρίσκονται στον πυρήνα εκείνου που, καιρό μετά, θα σχημάτιζε τη μουσική Τζαζ.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αφρικανικής μουσικής παράδοσης εξάλλου ήταν η έμφαση στους ήχους, όχι στις νότες. Εδώ δεν υπήρχαν παρτιτούρες, δεν συναντούσες γραπτή μουσική και υψηλές συμφωνίες. Τα πάντα πήγαζαν απ' το συναίσθημα, από το αυθόρμητο συλλογικό παίξιμο. Κάποιες φορές τα μουσικά όργανα έφταναν ως και να μιμηθούν την ανθρώπινη φωνή, παραδίδοντας αξιοπερίεργους, ευφάνταστους ήχους.




Χορός των σκλάβων - Slave dance 1780's
Χορός των σκλάβων 1780's


Δύο είδη ρυθμού




Σύμφωνα με τον ιστορικό της Τζαζ Ted Giola, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αφρικανικής μουσικής παράδοσης είναι ο ρυθμός. Ο προεξάρχων ρυθμός, ο ρυθμός που ποτέ δεν σταματά – όμοιος με τον παλμό της ζούγκλας που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου. Εκεί που η αδιάκοπη ροή των κρουστών σμίγει με τον αέναο παλμό της καρδιάς.

Υπάρχει μια σχεδόν υπνωτιστική διάσταση στο ρυθμό. Ο επαναλαμβανόμενος ήχος ενός μακρινού ταμπούρλου ενδεχομένως να σου επιφέρει μια ευχάριστη υπνηλία – ιδανική για ένα μεσημεριανό υπνάκο. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μονότονος ρυθμός είχε από παλιά ταυτιστεί τόσο με τα στρατιωτικά εμβατήρια, όσο και με τις γαλέρες των σκλάβων. Ταμ-Ταμ-Ταμ. Εν-Δυο-Εν-Δυο. Αυτός ο ρυθμός ήταν ενσωματωμένος από παλιά στις παραδόσεις των ισχυρών Κρατών, εξυπηρετώντας τους σκοπούς τους, ιδανικός για την πειθάρχηση των μαζών. Και να είστε βέβαιοι πως σε μια ολοκληρωτική οργουελική κοινωνία θα ηχούσαν από τους ήχους των Μεγάφωνων μονότονοι ρυθμοί που επαναλαμβάνουν σταθερά: “Όλα-πάνε-καλά. Όλα-πάνε-καλά”.

Μα αυτή δεν είναι παρά η μία μόνο όψη του ρυθμού. Γιατί κάτω από τον υπνωτιστικό αυτό ρυθμό ξεχωρίζει και ένας άλλος – σκοτεινότερος, βαθύτερος, δημιουργικός. Ήταν εκείνος που ο Νίτσε ταύτισε με τη διονυσιακή μουσική παράδοση, την οποία συναντούμε σε πολιτισμούς όπως οι αρχαίοι Θράκες: εκεί που ο χορός, η μουσική και το τραγούδι αποκαλύπτουν τα όρια της φαινομενικότητας και το υπέροχο χάος που δεσπόζει κάτω απ' το περίτεχνο χαλί της. Ο ρυθμός παύει πια να είναι επαναλαμβανόμενος και αρχίζει να αυτοσχεδιάζει. Πλέον τα πάντα είναι πιθανά. Αυτός είναι ο ήχος της ελευθερίας. Ο ανεξέλεγκτος, εκστατικός, δαιμονιακός χαρακτήρας της μουσικής.




Χορός των σκλάβων / Slave dance




Ήταν αυτός ανεξέλεγκτος ο ρυθμός που φόβιζε τους συντηρητικούς – τον κόσμο που ταύτιζε τη μουσική με τις αρμονικές συνθέσεις της Δύσης, αγνοώντας πως εκείνες δεν συνιστούν παρά τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Μα υπάρχει και μια άλλη μουσική. Ήταν η μουσική που δέσποζε στις αφρικανικές ζούγκλες, τις αρχαίες λατρευτικές εκδηλώσεις και στους θρακικούς αγρούς. Ήταν η μουσική υπό τους ήχους της οποίας εκστασιάζονταν οι σκλάβοι της πλατείας Κονγκό. Ήταν η μουσική που εισέβαλε, θα ' λεγες ανόσια, στις Εκκλησίες των Αφροαμερικανών. Ήταν μια μουσική αληθινά συλλογική, που επέτρεπε ωστόσο τον προσωπικό αυτοσχεδιασμό.

Ήταν η μουσική που γέννησε τη Τζαζ.



Βαμμένα Μαύρα Πρόσωπα




Το παρόν αφιέρωμα θα ήταν αδύνατο να γίνει δίχως φωτογραφίες – γενικά δίνω μεγάλη έμφαση στις εικόνες σε όλα τα αφιερώματα που ανεβάζω και στην συγκεκριμένη υποενότητα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί. Ας κοιτάξουμε την ακόλουθη εικόνα. Πρόκειται για το εξώφυλλο της καταγεγραμμένης μουσικής ενός μεγάλου χιτ της εποχής. Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα χιτ του 19ου αιώνα, χαρακτηριστικό του πνεύματος των καιρών και των γούστων του κοινού. Στην προκειμένη περίπτωση η εικόνα μιλάει όσο χίλιες λέξεις – και ακόμα περισσότερες.




Jim Crow / Τζιμ Κρόου




Ο λόγος για το περίφημο “Jump Jim Crow” του 1828, ένα τραγούδι που συνοδευόταν απ’ τον αντίστοιχο κωμικό χορό του και αποδιδόταν ζωντανά στα λεγόμενα Minstrel Show – τη διασημότερη μορφή μαζικής ψυχαγωγίας της εποχής στις ΗΠΑ, ένα είδος λαϊκού θεάτρου που συνδύαζε κωμωδία, παντομίμα, χορό και μουσική. Αν έπρεπε να κάνουμε μια αντιπαραβολή σε επίπεδο μαζικής απήχησης, τα Minstrel Show είχαν τη σημασία που έχουν στις μέρες μας τα κλαμπ και ο κινηματογράφος μαζί. Και ο έρμος ο Jim Crow ήταν μια καρικατούρα των μαύρων της εποχής, ένας ταλαίπωρος παλιάτσος, σκοπός του οποίου ήταν η ψυχαγωγία του κοινού.

Ταλαίπωρε Τζιμ! Ακόμα και ο Τζιμ στο θρυλικό «Χάκλμπερι Φιν» του Μαρκ Τουέιν ήταν περισσότερο τυχερός από σένα! Γιατί εκείνος ήταν ένας σκλάβος που επιχείρησε να σπάσει τα δεσμά – προκατειλημμένος, αμόρφωτος, άθελά του κωμικός… μα αληθινός, όσο αληθινός μπορεί να είναι ο χαρακτήρας ενός βιβλίου. Ενώ εσύ, Τζιμ του θεάτρου, δεν ήσουν παρά μια καρικατούρα. Μια κακή απομίμηση, οικοδομημένη πάνω στα στερεότυπα που έτρεφαν για σένα οι λευκοί. Οι ίδιοι λευκοί που σου φόρεσαν αλυσίδες και έπειτα γέλασαν με τα καμώματά σου, όπως θα γελούσαν με ένα σκυλί που χοροπηδάει στο λουρί του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα, βλέπετε, ο ρόλος του «Τζιμ Κρόου» πάνω στη σκηνή αποδιδόταν όχι από μαύρους ηθοποιούς… μα από λευκούς, βαμμένους με μαύρη μπογιά. Μια παράδοση που έφτασε ως και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και ίχνη της οποίας βλέπουμε μέχρι και σε κινηματογραφικές επιτυχίες των καιρών, όπως ο περίφημος «Τραγουδιστής της Τζαζ» - η πρώτη ομιλούσα ταινία, με τον Αλ Τζόλσον να υποδύεται ένα μαύρο έχοντας βάψει το πρόσωπό του και διατηρώντας εκείνο το πλατύ, κωμικό χαμόγελο του κλόουν.




Minstrel poster




Το λευκό κοινό αντιμετωπίζοντας τους μαύρους ως στερεότυπα (όπως επίσης τους Κινέζους, τους Ιάπωνες, τους Εβραίους, τους αυτόχθονες Αμερικάνους και τόσους άλλους λαούς), απάλυνε τις ενοχές για την κακομεταχείρισή τους και για την έλλειψη ισότητας και ενίσχυε την ψευδαίσθηση της «εκλεκτής ράτσας», σε μια εποχή ιμπεριαλιστικής επιβολής. Ακόμα και όταν είχε καταργηθεί επισήμως η σκλαβιά, οι διακρίσεις παρέμεναν – το αποτύπωμα δεν φεύγει, βλέπετε, αν αφαιρέσετε ένα στρώμα μπογιάς. Χρειάζεται να σκάψεις κάτω βαθιά, να φτάσεις ως τις ρίζες, για να εξαλείψεις την ψυχολογική κατηγοριοποίηση, τη ρίζα κάθε ρατσισμού. Και όπως θα διαπιστώσουμε στις συνέχειες του αφιερώματός μας, η ιστορία τόσο της Τζαζ όσο και της συνολικής μουσικής του 20ου αιώνα φέρει βαθιά μέσα της αυτό το αποτύπωμα.

Το ίδιο αποτύπωμα που παρουσιάζει αυτόν τον κακομοίρη, αστείο ανθρωπάκο να χορεύει, ένα λευκό με το πρόσωπό του βαμμένο μαύρο. Η μορφή του «Τζιμ Κρόου» είναι χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της μοντέρνας εποχής, σαν μια ουλή που θυμίζει τραύματα παλιά.

Κι ενώ οι σκλάβοι χόρευαν υπό τους ήχους μιας αληθινά δημιουργικής μουσικής έκφρασης… οι λευκοί απομιμούνταν τους μαύρους σε καρικατούρες στερεότυπα, σκορπώντας γύρω τους το γέλιο. Εν τέλει και οι δύο αυτές εκφράσεις θα συγχωνεύονταν η μία με την άλλη – η μαζική ψυχαγωγία του 20ου αιώνα θα έφερε ίχνη των μεν, όσο και των δε. Γιατί κάποιες φορές το έδαφος πάνω στο οποίο χορεύουμε κροταλίζει με ήχους από κόκαλα.

Μα ο ρατσισμός πάντα λέει περισσότερα για εκείνον που στρέφει το δάχτυλο… παρά για το υποκείμενο της χλεύης του.



Νέγρος διασκεδαστής minstrel του 19ου αιώνα / Minstrel in the 19th century
Νέγρος διασκεδαστής minstrel του 19ου αιώνα



Ragtime – Η μουσική της νέας εποχής





Εν αρχή ην το Ράγκταϊμ. Το μεγάλο βιβλίο της Τζαζ θα μπορούσε κάλλιστα να ξεκινάει με αυτήν εδώ τη φράση. Το ίδιο θα μπορούσε να αρχίζει το μεγάλο βιβλίο της Μουσικής του 20ου Αιώνα. Και η λέξη “RAGTIME” θα ήταν γραμμένη με περίτεχνα, χρυσά γράμματα στην πρώτη σελίδα του πρώτου κεφαλαίου, αποτυπωμένη πάνω σε μια πινακίδα σαν εκείνες που είχαν τα σαλούν: ξύλινη, με κάποιες τρύπες από πιστολιές απάνω.

Ήταν μια χαρούμενη, ξέφρενη, τρελή μουσική. Μια μουσική που αντανακλούσε την εποχή της Μπελ Επόκ αλα Αμερικάνα, το αισιόδοξο πνεύμα ανάμεσα σε δύο αιώνες – όταν ο 19ος αιώνας παρέδιδε με χασμουρητό τη σκυτάλη στο νεογέννητο Εικοστό, ένα ατίθασο βρέφος με τσαμπουκαλεμένη διάθεση και όρεξη για καβγά. Ω, ήταν μια τρελή εποχή αναμφισβήτητα – και δεν υπάρχει μουσική που να φανερώνει περισσότερο το πνεύμα της πέρα από το Ράγκταϊμ!

Ήταν επίσης μια μουσική των μαύρων. Εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα της μουσικής κουλτούρας τους, το Ράγκταϊμ συνιστούσε την πρώτη μορφή δημοφιλούς μαύρης μουσικής· στους ανέμελους ρυθμούς του χόρεψαν για πρώτη φορά από κοινού μαύροι και λευκοί μαζί· για πρώτη φορά μια μορφή τέχνης του αφροαμερικανικού πληθυσμού εξαπλώθηκε και κατέκτησε τα πλήθη των λευκών. Οι καιροί άλλαζαν… και οι παρωδίες του «Τζιμ Κρόου» έβλεπαν πως οι νεότερες εποχές δεν τους χωράνε πλέον. Θα χρειάζονταν πολλές δεκαετίες ακόμα· μα η αρχή είχε γίνει.

Επιφανειακά πάντως, το Ράγκταϊμ έφερε μέσα του το πνεύμα των παλαιών Minstrel Show. Τα τελευταία, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν παρά μια μορφή της εύθυμης φολκ (λαϊκής) μουσικής της εποχής – το Ράγκταϊμ δεν ήταν παρά μια ακόμα έκφανση αυτής της ίδιας μουσικής φολκ. Μόνο που τώρα δεν υπήρχε καμία παντομίμα, καμία απομίμηση, καμία παρωδία – το προιόν ήταν αυθεντικό.




Vintage pianos poster Andre Delmouly / Κλασική αφίσα για πιάνο των αρχών του 20ου αιώνα
Κλασική αφίσα για πιάνο των αρχών του 20ου αιώνα



Ήταν μια μουσική που ταυτίστηκε, κατά κύριο λόγο με το πιάνο, σε μια περίοδο που το πιάνο συνιστούσε βασικό έπιπλο κάθε νοικοκυριού της προκοπής, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης· κάθε σπίτι είχε πιάνο, όπως σήμερα κάθε σπίτι έχει ηλεκτρική κουζίνα ή ψυγείο. Το μέσο μερικές φορές μας λέει περισσότερα από το μήνυμα που φέρει· και το κατεξοχήν μουσικό μέσο των καιρών ήταν το πιάνο, στις ανάλαφρες νότες του οποίου λικνίζονταν από κοινού μαύροι και λευκοί, πλούσιοι και φτωχοί, άρχοντες κι αλήτες. Στην πορεία το Ragtime επεκτάθηκε σε μπάντες με έγχορδα και σε ορχήστρες με χάλκινα – μα το πιάνο παρέμενε πάντα ο ακρογωνιαίος λίθος του.

Για πρώτη φορά ρυθμοί ragtime έκαναν την εμφάνισή τους κάπου στα μισά του 19ου αιώνα. Το πρώτο ωστόσο καταγεγραμμένο Rag (η συντομογραφία της μουσικής) ήταν το “Mississipi Rag” του William Krell, εν έτει 1897. Τα επόμενα χρόνια έφεραν κυριολεκτικά έναν κατακλυσμό από τραγούδια αυτού του είδους. Διασημότερος όλων των μουσικών ήταν ο Scott Joplin – ο προπάππους της Τζαζ, θα μπορούσαμε να πούμε. Ο Τζόπλιν ήταν ένας οραματιστής πέρα από την εποχή του, κάτι που φυσικά είχε το τίμημά του, σε καιρούς που ο μέσος λευκός αντιμετώπιζε τους μαύρους ως κάτι ανάμεσα σε παλιάτσο, σκύλο και εγκληματία.

Ο πατέρας του Τζόπλιν υπήρξε πρώην σκλάβος και έπαιζε βιολί· η μητέρα του έπαιζε το μπάντζο. Γονείς που έφεραν τη μουσική στις φλέβες τους. Ο ήχος του μπάντζου έμελλε να επηρεάσει καθοριστικά το νεαρό Σκοτ – ο ιδιαίτερος συγκοπτόμενος ρυθμός του στάθηκε βασικός προκάτοχος εκείνου που αργότερα, θα συνιστούσε τον πυρήνα της Τζαζ.




The Entertainer by Scott Joplin
Παλιά αφίσα ράγκταϊμ / Vintage ragtime poster
Maple Leaf Rag by Scott Joplin




Ήταν 1897 όταν ο Τζόπλιν έγραψε το “Maple Leaf Rag”. Τρία χρόνια μετά, εν έτει 1900, το συγκεκριμένο κομμάτι πιάνου έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία των καιρών του: για πρώτη φορά στα χρονικά ένα κομμάτι καταγεγραμμένης μουσικής (sheet music) έφτανε να πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα! Και ο πυρετός του Ragtime εξαπλωνόταν στα χαρούμενα πλήθη, που ανάσαιναν τον αέρα μιας νέας εποχής. Ήταν ο ρυθμός των σκλάβων που είχαν πια αποτινάξει τις αλυσίδες τους· η πνοή του ανέμου στα μαλλιά τους.

Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ράγκταϊμ, πέρα από τον εύθυμο, ζωηρό τόνο του, ήταν ο συγκοπτόμενος ρυθμός – η λέξη στα αγγλικά είναι “syncopation”. Αφορά τις απρόοπτες, μη προβλέψιμες αλλαγές σ’ ένα κομμάτι – και οι ρίζες του φτάνουν στα βάθη της αφρικανικής μουσικής παράδοσης, για την οποία, όπως είπαμε, το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού υπήρξε αναπόσπαστο τμήμα. Τα κομμάτια του ράγκταϊμ δεν εμπεριείχαν αυτοσχεδιασμό – ήταν όλα καταγεγραμμένα, όπως είναι γραμμένο ένα κομμάτι συμφωνικής μουσικής· ωστόσο ο συγκοπτόμενος ρυθμός τους άφηνε ένα παράθυρο ανοιχτό. Ένα παράθυρο που αργότερα θα άνοιγε στην πελώρια, ανεξάντλητη λεωφόρο της Τζαζ.

Και ο πυρετός της νέας μουσικής κυρίευσε τα πλήθη. Ασφαλώς οι νεότερες αυτές τάσεις δεν άρεσαν σε όλους· δεν ήταν λίγες οι αντιδράσεις απέναντι σε αυτή τη «μόδα», ερχόμενες κυρίως από τους συντηρητικούς της εποχής – τους ίδιους που δεν είχαν κανένα απολύτως παράπονο από τις παρωδίες των minstrel show και από τα στερεότυπά τους. Ιδού πως περιέγραφε το Ράγκταϊμ εφημερίδα της εποχής: «Ασθένεια σαν τη λέπρα, ή απλά άλλη μια έκφραση του παρηκμασμένου μας πολιτισμού; Σα λυσσασμένο σκυλί… ο χρόνος θα δείξει».

Ο χρόνος έδειξε, κύριοι.




Πορτραίτο του Σκοτ Τζόπλιν / Scott Joplin portrait




Όσο αφορά τον Scott Joplin, τον σημαντικότερο εκφραστή του είδους, οι καιροί στάθηκαν ανάξιοι των προσδοκιών του. Σκοπός του ήταν να προχωρήσει πέρα από τη μοντέρνα μουσική και το πιάνο, πέρα από τους αφροαμερικανικούς ήχους – επιθυμούσε να παντρέψει το παλιό με το καινούργιο, το αμερικανικό με το ευρωπαϊκό. Μελετούσε κλασική μουσική και συνέθεσε δυο όπερες και ένα μπαλέτο – συνδυάζοντας τους νεότερους με τους παλιότερους ρυθμούς, φανερώνοντας στον κόσμο πως η μουσική επιμειξία δεν συνιστά το τέλος της μουσικής – μα το μοναδικό τρόπο να εξελιχθεί, να προκύψει κάτι καινούργιο μέσα από το πάντρεμα των παλιών. Αλίμονο – ο κόσμος ήταν υπερβολικά προκατειλημμένος τότε για να ανεχτεί τέτοιες πρωτοποριακές τάσεις. Τα μεγαλεπίβολα αυτά έργα του Τζόπλιν δεν γνώρισαν επιτυχία στον καιρό τους – και έπρεπε να περάσουν πολλές δεκαετίες και να φτάσουμε ως τη δεκαετία του 70, για να θυμηθούν οι νεότερες γενιές τον Τζόπλιν και να αναγνωρίσουν το έργο του.

“NOTE: Do not play this piece fast. Is is never right to play ragtime fast”. Ήταν η φράση με την οποία συνόδευε ο Τζόπλιν τα περισσότερα από τα δημοσιευμένα κομμάτια του. Γιατί κάποιες φορές το γρήγορο δεν είναι το καλύτερο, όπως δεν είναι πάντα σωστότερες οι πρώτες εντυπώσεις και όπως δεν είναι πάντα ομορφότερη η τέλεια ομορφιά.



Χορεύοντας στο Μέτωπο




Κάποιες φορές οι ωραιότεροι χοροί είναι εκείνοι που χορεύονται στην άκρη του γκρεμού· τα γλυκύτερα φιλιά εκείνα που δίνονται καταμεσής της κρίσης· και τα ομορφότερα σμιξίματα εκείνα που γίνονται εντελώς ανέλπιδα, λαχταριστά και παράταιρα σαν τρούφα που σκορπίζει στον κατακλυσμό.

Ο νέος αιώνας είχε έρθει και σύντομα έδειξε τα δόντια του. Ο κόσμος ξεχύθηκε ενθουσιασμένος στη λαίλαπα ενός πολέμου, του μεγαλύτερου που είχε γνωρίσει ο κόσμος μέχρι τότε, κουφός στο τραγούδι των Σειρήνων, μικρός μέσα στη μεγαλομανία του. Κι όμως, ακόμα και στο Μέτωπο, δεν έπαυε να χορεύει. Για λίγες έστω στιγμές ξέφευγε απ’ το μονότονο στρατιωτικό του βάδισμα και έπιανε ρυθμούς που θύμιζαν τις γλύκες τις ειρηνικής ζωής – γλύκες που φάνταζαν ξαφνικά τόσο μακρινές και ποθητές, καταμεσής των βρωμισμένων χαρακωμάτων.




James Reese Europe and his Hellfighters band




Ήταν 1917 όταν μπήκε η Αμερική στον πόλεμο – και μαζί με αυτήν ένας μαύρος μουσικός, ο οποίος συμμετείχε στη στρατιωτική ορχήστρα της πατρίδας του. Ο λόγος για τον James Reese Europe, η μπάντα του οποίου, οι “Hellfighters”, ήταν ταυτόχρονα μουσικοί και μαχητές, ξεχωρίζοντας για τη γενναιότητά τους στο καταματωμένο γαλλικό μέτωπο. Η μουσική της μπάντας του Europe ήταν ράγκταϊμ σε ορχηστρική μορφή. Δεν ήταν λίγες οι “Ragtime Orchestras” τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του 10. Και μέσω της μετάβασής τους στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, γνώρισαν για πρώτη φορά οι Ευρωπαίοι τη νέα αυτή μουσική. Μια μουσική που σε πολλά σημεία θύμιζε τη νεογέννητη τότε, Τζαζ. Μα ο όρος «Τζαζ» ακόμα δεν είχε καθιερωθεί ακόμα στις συνειδήσεις του κοινού – και η μουσική, με τη σειρά της, δεν είχε απελευθερωθεί οσο χρειαζόταν. Η λέξη κλειδί ακόμα ήταν Ράγκταϊμ. Λέξη φωτιά, σαν τις φωτιές που εκτινάσσονταν στον μπαρουτοκαπνισμένο αέρα του μετώπου.

Δυστυχώς ο James Europe δεν έμελλε να ζήσει για πολύ. Δεν σκοτώθηκε στον πόλεμο, μα από μαχαιριά ενός αντίζηλου – γλίτωσε από τις τίγρεις για να τον φάνε οι κοριοί, για να θυμηθούμε και τον Μπρεχτ. Η κηδεία του ωστόσο υπήρξε γεγονός πρωτοφανές για τα χρονικά της εποχής – για πρώτη φορά σε κηδεία μαύρου (και μάλιστα, ενός μουσικού) συγκεντρώθηκαν χιλιάδες κόσμου, επιθυμώντας να αποτίσουν ένα μικρό φόρο τιμής στο μουσικό που σκόρπισε τις νότες του στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Ασφαλώς αν δεν είχε πολεμήσει ο Europe στο Μέτωπο λίγοι θα ασχολούνταν, καθώς βλέπετε πρέπει να θυσιαστείς για έναν σκοπό για να σε εκτιμήσουν τα πλήθη αν είσαι μαύρος – να παράγεις μοναδική μουσική από μόνη της δεν είναι αρκετό. Μα ήταν και αυτό ένα βήμα, αν μη τι άλλο.

Μεταξύ άλλων, η Ορχήστρα του James Europe εκτελούσε μία σύνθεση του W.C. Handy (για τον οποίο θα μιλήσουμε περισσότερο στη συνέχεια), που ονομαζόταν “Memphis Blues”. Το συγκεκριμένο κομμάτι στις ΗΠΑ χορευόταν στους ρυθμούς ενός πρωτοεμφανιζόμενου χορού, με την ονομασία “Fox Trot”. Το Φοξ Τροτ ήταν ένας χορός ανάλαφρος σαν αέρας που φυσά σε ποδόγυρο γυναίκας. Ήταν η ίδια εποχή που κατέφτανε απ’ την Αργεντινή το Τάνγκο, ξεσηκώνοντας τον κόσμο με το βαθύ ερωτισμό του. Οι χοροί άλλαζαν, οι καιροί άλλαζαν και μαζί με αυτούς οι μουσικές. Τα βαλς και οι πόλκες του παλιού καιρού σύντομα έμελλε να αντικατασταθούν από τις νέες τάσεις, όπως έμελλε να αντικατασταθούν οι κορσέδες απ’ τα ριχτά φορέματα, οι παραδοσιακές τέχνες απ’ τις τέχνες του μοντερνισμού, η βικτωριανή ηθική απ’ την ξέφρενη παράδοση στις απολαύσεις.

Κι ενώ ο Μεγάλος Πόλεμος τελείωνε και ο κόσμος συναρμολογούσε τα κομμάτια του…




Harlem Hellfighters
Hellfighters from Harlem, by Charles McBarron
Hellfighters from Harlem, by Charles McBarron



Damn Right I Got The Blues




Το Ράγκταϊμ ήταν μια μουσική εύθυμη και ανάλαφρη. Τα Spirituals υπήρξαν μουσικές δοξολογίες. Τα εργατικά τραγούδια μια μορφή αποδοχής του πεπρωμένου. Τα θεατρικά Minstrel Shows χοντροκομμένες σάτιρες μαζικής αποδοχής. Η συμφωνική ευρωπαϊκή μουσική μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις τάξεις. Τα στρατιωτικά εμβατήρια προσδεδεμένα στον σκοπό του πολέμου. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλες οι μουσικές που κυριαρχούσαν στον 19ο και στις αρχές του Εικοστού αιώνα επιβεβαίωναν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τους καιρούς τους· πήγαιναν με το κύμα· έλεγαν σε όλα Ναι.

Μα καταμεσής όλων αυτών των μουσικών της μοίρας, είχε κάνει την εμφάνισή του ένα νέο μουσικό είδος. Σκόπιμα ατημέλητο, άγριο στη μορφή, ωμό στην έκφραση. Εκεί που οι άλλοι έλεγαν σε όλα Ναι, εκείνο ύψωνε ένα μεσαίο δάχτυλο μακρύ σαν μια κιθάρα. Αγαπούσε το ποτό και τη ζωή του δρόμου. Ήθελε ν’ αρέσει στις γυναίκες, μα κατά βάθος ήταν βαθιά μοναχικό. Και εξέφραζε τον πόνο του με νότες, τον καημό του με στίχους. Και τα λόγια του δεν εξωράιζαν την πραγματικότητα – παρά την αποκάλυπταν ως είναι, ξεγυμνωμένη και υγρή κάτω από τα υποκριτικά της πανωφόρια.

Ήταν το ανόσιο αδερφάκι των Spirituals και ο απελευθερωμένος ξάδερφος των καθυποταγμένων Εργατικών Τραγουδιών. Ήταν η αυθεντικότερη λαϊκή μουσική των μαύρων της γενιάς του, που έφτυνε στα μούτρα τα στερεότυπα των λευκών παραμυθάδων. Και έμοιαζε με κάποιο ρεαλιστικό πίνακα ζωγραφικής, κάποιο έργο του Κουρμπέ ή του Μιγέ, από εκείνα που παρουσίαζαν την πραγματικότητα στην αληθινή της διάσταση, φανερώνοντας τον αγώνα και τον πόνο των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων.

Και το όνομά του ήταν Blues. Η μουσική που έκανε συμφωνία με τον Διάβολο και έσπειρε γύρω της τους σπόρους τους παραδείσου. Τους σπόρους της μουσικής του 20ου αιώνα, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται κάπου στα βάθη του Μισσισσιππή, αγκυλωμένες στις πλάτες μιας περιπλανώμενης κιθάρας.




Damn right i got the blues




Όλες οι μουσικές που αναφέραμε ως τώρα συνέβαλαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη δημιουργία της Τζαζ. Μα η σούπα χρειαζόταν ένα ακόμα βασικό συστατικό, προκειμένου να αποκτήσει τη νοστιμάδα της – και αυτό ήταν τα Μπλουζ.

Οι ρίζες τους χάνονται κάπου στα βάθη του 19ου αιωνα – άγνωστο πότε ακριβώς ξεκίνησαν, καθώς τότε, βλέπετε, δεν υπήρχαν ηχογραφημένες μαρτυρίες και τα Μπλουζ υπήρξαν κατεξοχήν λαϊκή έκφραση – αφορούσαν τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα των μαύρων, επομένως ο λευκός πληθυσμός τα αγνοούσε. Πουθενά αλλού δεν είχαν τη δυνατότητα οι μαύροι των χαμηλών τάξεων (πρώην σκλάβοι ή απόγονοι σκλάβων) να εκφραστούν, όσο μέσω της μουσικής τους – και η έκφρασή τους ήταν ωμή, βαθιά ρεαλιστική, γελοιοποιώντας κάθε στερεότυπο, κάθε καρικατούρα που έτρεφε γι’ αυτούς ο έξω κόσμος.

Βαθιά συναισθηματικά, τα μπλουζ έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στο τραγούδι, παρά στη μουσική. Στους στίχους, όχι στις νότες. Σκοπός τους να εκφορτίσουν τον πόνο από τις κακουχίες μιας ζωής και μέσω της μουσικής, να αγγίξουν κάποια μορφή απελευθέρωσης. Μιλώντας για ξοδεμένους έρωτες, για στέγες δίχως ζεστασιά, για καρδιές περιπλανώμενες, για φτωχικές φωλιές, για τον κάματο της εργασίας, για την παρήγορη ζεστασιά του αλκοόλ και των αναλώσιμων γυναικών, τα μπλουζ υπήρξαν η γνησιότερη καταγραφή μιας εποχής. Μα σκοπός τους δεν ήταν να τραγουδηθεί η θλίψη – μα να δοθεί κάποια κάθαρση μέσω της μουσικής. Τραγουδώντας τα μπλουζ, απελευθερώνεσαι απ’ αυτά – ξορκίζεις το δαίμονα και η διάθεσή σου φτιάχνει. Και αυτή ακριβώς την καθαρτική διάσταση των Blues την αισθανόμαστε και σήμερα, όταν ακούμε αυτή τη μουσική – νιώθουμε λες και έχουμε βρει έναν καλό φίλο που μας καταλαβαίνει.




Ο Τσάρλι Πάτον σε μια παλιά φωτογραφία / Charley Patton photo
Charley Patton
Ο Ρόμπερτ Τζόνσον στην κλασική του φωτογραφία / Robert Johnson
Robert Johnson



Δεν είναι τυχαίες εξάλλου οι ομοιότητες με τα δικά μας ρεμπέτικα τραγούδια και όποιος ασχοληθεί περισσότερο με την ιστορία των δύο μουσικών θα εκπλαγεί, συνειδητοποιώντας πόσο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους – σαν αδέρφια χαμένα από καιρό, που βρίσκονται ξανά.

Ξεκίνησαν από το Δέλτα του Μισσισσιπί και ευδοκίμησαν πρώτα στις αγροτικές περιοχές· για τον λόγο αυτόν τα πρώιμα Μπλουζ ονομάζονται “Delta Blues” ή “Country Blues”. Μια κιθάρα, ενίοτε ένα μπάντζο, και ένας περιπλανώμενος, ως συνήθως, μουσικός. Κάπως έτσι άρχισαν. Ανάμεσα στους πρώτους τραγουδοποιούς που έγιναν γνωστοί στο ευρύτερο κοινό, στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, ήταν ο Blind Lemon Jefferson, το ωμό στυλ του οποίου χαρακτήριζε το σύνολο των παλαιών μπλουζμεν· ο Charley Patton (Τσάρλι Πάτον), μια βασανισμένη φωνή και μια περίτεχνη κιθάρα, τα κόλπα της οποίας μιμήθηκε πολλές δεκαετίες μετά ο Jimmy Hendrix· o βαθιά συναισθηματικός Eddie “Son” House, προκάτοχος της slide κιθάρας· και ο Robert Johnson – η μεγαλύτερη φυσιογνωμία όλων.

Στην περίπτωση του Ρόμπερτ Τζόνσον η αφήγηση της πραγματικότητας σμίγει με το μύθο και συχνά είναι δύσκολο να διακρίνουμε τα όριά τους. Είναι ο αρχετυπικός Μπλουζμαν, ο Περιπλανώμενος με παρέα τη Σκιά και την Κιθάρα του, ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι, γυρίζοντας τις πολιτείες του Νότου, παίζοντας σε νυχτερινά στέκια, αποπλανώντας τις γυναίκες, συνάπτοντας συμμαχία με το διάβολο. Εκείνος που μετέφερε όπου και αν πήγαινε το στίγμα και την ευλογία των Μπλουζ. Όσο αφορά τις ηχογραφήσεις του κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 30; Αρκεί να αναφέρουμε πως συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της μεταγενέστερης Ροκ μουσικής.

Περισσότερα για τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον περίφημο μύθο (ή μήπως ήταν πραγματικότητα;) της συνάντησής του με τον διάβολο, μπορείτε να διαβασετε εδώ:



Όταν ο Ρόμπερτ Τζόνσον συνάντησε τον Διάβολο



Τα Μπλουζ ήταν απ’ τη φύση τους περιπλανώμενα, αδύνατο να περιχαρακωθούν σε στενά όρια και κλεισμένα σύνορα. Κάποια στιγμή λοιπόν, στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, πρόσφυγες από τον Μισσισσιππή έφεραν τα Μπλουζ στη Νέα Ορλεάνη – μια πολιτεία που ξεχείλιζε ορχήστρες και μπάντες από χάλκινα και πνευστά μουσικά όργανα. Ήταν ζήτημα χρόνου να αρχίσουν οι τελευταίες να ενσωματώνουν στοιχεία απ’ τα Blues στη μουσική τους… και κάτι καινούργιο είχε πλέον γεννηθεί.




Γουίλιαμ Χάντι / W.C. Handy
W.C. Handy



Κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν και ένας πρωτοπόρος – κάποιος εκφραστής του αναδυόμενου ρεύματος, στη μορφή του οποίου σμίγουν το παλιό με το καινούργιο. Ήταν 1903 όταν, σύμφωνα με την αφήγησή του, ο William Christopher Handy (γνωστότερος ως W.C.Handy) άκουσε ένα μουσικό στο Δέλτα του Μισσισσιπή να παίζει κιθάρα με ένα μαχαίρι, σε κάποιο σταθμό τρένου. Ο Handy, γνώστης της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, εντυπωσιάστηκε από τον αυθορμητισμό, τη γνησιότητα και την απλή, μα λειτουργική φόρμα του νέου αυτού ήχου – ο λόγος φυσικά για τα Μπλουζ. Αποφάσισε λοιπόν να καταγράψει για πρώτη φορά αυτή τη μουσική, ενσωματώνοντας τη στους υπάρχοντες ρυθμούς του Ράγκταϊμ, συνδυάζοντάς τη με στοιχεία της κλασικής παράδοσης. Για πρώτη φορά καταγράφτηκε σε χαρτί η περίφημη Φόρμα των Μπλουζ, η κλασική μορφή της οποίας ήταν το επαναλαμβανόμενο δωδεκάμετρο μοτίβο και οι ξακουστές Μπλε Νότες (Blue Notes).

Και για πρώτη φορά το λευκό κοινό των πόλεων έμαθε τη νέα μουσική – αρκετά διαφοροποιημένη από το αυθεντικό πρωτότυπο, περισσότερο καλογυαλισμένη, λιγότερο γνήσια ίσως… μα τα μπλουζ ήταν εκεί, έστω μεταμφιεσμένα. Ο Γουίλιαμ Χάντι χαρακτηρίστηκε «Πατέρας των Μπλουζ», χαρακτηρισμός σαφώς υπερβολικός· μα αν δεν δημιούργησε ο ίδιος τα Μπλουζ, ο ρόλος του στην καταγραφή, στην εξάπλωση και στην μεταγενέστερη αποδοχή τους, υπήρξε καθοριστικός. Τα μεταμφιεσμένα μπλουζ του Χάντι μπολιάζονταν με τις δημοφιλείς μουσικές και τις ορχήστρες των καιρών, παραδίδοντας συνθέσεις όπως το “Memphis Blues” που αναφέραμε πριν, στους ήχους του οποίου χορευόταν το Φοξ Τροτ.

Μα η μεγαλύτερη απ’ όλες τις συνθέσεις του Χάντι ήταν το μεγαλειώδες “Saint Louis Blues”, το οποίο είδε για πρώτη φορά το φως του κόσμου το 1914 – και εδώ ερχόμαστε σε μια σημαντική καμπή για την ιστορία της μουσικής. Το “Saint Louis Blues” καθιερώθηκε ως ένα από τα περισσότερο διασκευασμένα τραγούδια στην ιστορία της μουσικής, ενώ υπήρξε παράλληλα το 2ο περισσότερο ηχογραφημένο τραγούδι του πρώτου μισού του 20ου αιώνα – πίσω μόνο από την «Άγια Νύχτα»!



Saint Louis Blues by W.C. Handy
Παλιά αφίσα του χορού Φοξ Τροτ / Fox Trot dance vintage poster




Επίλογος – Η γυναίκα που μελαγχολεί στο δειλινό




Και κάπου εδώ λοιπόν, με τα λόγια του θρυλικού αυτού τραγουδιού, μπορούμε να βάλουμε μια άνω τελεία. Ήδη το πρώτο μέρος της Ιστορίας της Τζαζ ξεπέρασε κατά πολύ το όριο που είχα προβλέψει – το αφιέρωμα θα μας κρατήσει συντροφιά σε μάκρος χρόνου, όπως όλα δείχνουν. Θα επανέλθω με το 2ο μέρος του αφιερώματος κάποια στιγμή μέσα στον επόμενο μήνα.

Στο μεταξύ μια γυναίκα κάπου τραγουδά· τραγουδά για έναν άντρα με καρδιά βαριά σαν πέτρα που πέφτει στο βυθό· τραγουδά για κείνον που αφέθηκε στη λάμψη κάποιας άλλης · στα διαμαντοστόλιστά της χέρια και στο πασπαλισμένο με πούδρα πρόσωπό της· για εκείνον που τον παρέσυρε ο πλούτος και χάθηκε μακριά. Τραγουδά για τον ήλιο που δύει, τον ήλιο που την μελαγχολεί. Και συνεχίζει ν’ αγαπά αυτόν που χάθηκε, ενώ πέφτει το σκοτάδι.

Και ο παλμός της καρδιάς δεν παύει να χτυπά.




I hate to see that evening sun go down

I hate to see that evening sun go down

'Cause my lovin' baby done left this town



If I feel tomorrow like I feel today

If I feel tomorrow like I feel today

I'm gonna pack my trunk and make my getaway



Oh, that St. Louis woman with her diamond rings

She pulls my man around by her apron strings

And if it wasn't for powder and her store-bought hair

Oh, that man of mine wouldn't go nowhere



I got those St. Louis blues, just as blue as I can be

Oh, my man's got a heart like a rock cast in the sea

Or else he wouldn't have gone so far from me



I love my man like a schoolboy loves his pie

Like a Kentucky colonel loves his rocker and rye

I'll love my man until the day I die, Lord, Lord



I got the St. Louis blues, just as blue as I can be, Lord, Lord

That man's got a heart like a rock cast in the sea

Or else he wouldn't have gone so far from me



I got those St. Louis blues

I got the blues, I got the blues, I got the blues

My man's got a heart like a rock cast in the sea



Or else he wouldn't have gone so far from me, Lord, Lord



Η Ιστορία της Τζαζ συνεχίζεται...........

© Παρουσίαση και σχεδιασμός αφίσας: το φονικό κουνέλι, 2015-2018. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί το συνολικό κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.




Ηλιοβασίλεμα καίει τον ουρανό / Sunset burning the sky
Η ιστορία της Jazz, σε μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / History of Jazz, part 1

30 Σεπτεμβρίου 2015

100 Έργα Ορόσημα στην Ιστορία της Ζωγραφικής, μέρος ΙΙΙ





Σε αναζήτηση της Ουτοπίας


Από τα παλιά χρόνια η τέχνη συσχετιζόταν με την Ουτοπία. Αποκαλύπτοντας ένα παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο, ξεδιπλωμένο ενίοτε ανάμεσα στα τέσσερα όρια του καμβά, ο ρόλος της τέχνης ήταν συνάμα αισθητικός και απελευθερωτικός. Όσο πλημμύριζε τις αισθήσεις με κάποια ιδέα εκείνης της αρχέγονης Ομορφιάς, άλλο τόσο ενέπνεε σκέψεις που αποζητούσαν την υπέρβαση, τη μέθεξη στις δυνάμεις του υπεραισθητού, τη συμμετοχή σε μια αέναη συλλογική εξέγερση, μια αδιάκοπη έκρηξη των δυνάμεων της φαντασίας. Ο καλλιτέχνης υπήρξε πάντα ένας εξεγερμένος, ένας πρωτοπόρος εξερευνητής της φύσης και των κόσμων πέρα από αυτήν. Και η φαντασία υπήρξε πάντα η κόκκινη σημαία του.

Στα μισά του 19ου αιώνα ο κόσμος όλος έβραζε· σαν καζάνι που μέσα του μαγειρεύονται ανείπωτες και θαυμάσιες συνταγές, η κοινωνία της νέας εποχής ανέδυε σπάνια χρώματα και μυρωδιές, πλημμυρίζοντας τις αισθήσεις με αισθήματα μέθης και ναυτίας. Η μοντέρνα εποχή ερχόταν καλπάζοντας σαν πλήθη ατίθασων αλόγων και αλίμονο σε όποιον βρισκόταν ανυποψίαστος στο διάβα τους! Τα πράγματα άλλαζαν – όπως γινόταν πάντα, μα τώρα πλέον η αλλαγή γινόταν περισσότερο αισθητή από ποτέ. Νέες σημασίες αντικαθιστούσαν τις παλιές, νέες ερμηνείες του κόσμου – ενός κόσμου που κανείς, πλέον, δεν αποδεχόταν δίχως κριτική διάθεση. Αρκετά βαδίσαμε στη σκιά των παλαιών αυτοκρατοριών και στην παρήγορη φενάκη της θρησκείας. Ο βιομήχανος αντικατέστησε τον βασιλιά, ο εργάτης το δουλοπάροικο. Οι παλιές σημασίες είχαν πια εξαντληθεί και ο κόσμος βρισκόταν σε μια αδιάκοπη κίνηση. Σκόρπιες μονάδες, άλλοτε συνασπισμένες σε ομάδες, άλλοτε μοναχικές, συνειδητοποιώντας τη μοναδικότητά τους. Την σπαραχτική αυτή μοναδικότητα. Ζούμε πια στην εποχή των ατόμων.

Και τα άτομα αποζητούν τη λύτρωσή τους σε νέα ιδανικά που υψώνονται διαρκώς. Στην καλπάζουσα ανάπτυξη· στη φενάκη της εθνικής επέκτασης· στις ιδέες του σοσιαλισμού· και στη διέξοδο της τέχνης. Της τέχνης που παρουσιάζεται όσο ποτέ άλλοτε ως καταφύγιο απέναντι σ’ έναν κόσμο ακατανόητο, μάταιο και παράλογο. Της τέχνης που για πρώτη φορά στα χρονικά καθιέρωσε το πρότυπο του μοναχικού δημιουργού, του θαλασσοπόρου στην καρδιά της φουρτούνας. Του ανθρώπου που, μόνος πια, δίχως προστάτες και χορηγούς, αναζητά κάποιο νόημα στα πράγματα. Μόνος δημιουργεί, μόνος εξεγείρεται – ελπίζοντας, ίσως, να αγγίξει το απόλυτο, δίχως τη συνδρομή των παλαιών μεθόδων.

Και ποιος ξέρει. Ίσως αρχίσει να δημιουργείται μια νέα ουτοπία μέσα από την τέχνη του.

Πρώτοι οι Ρομαντικοί εξεγέρθηκαν απέναντι στον κόσμο των καιρών τους, αποζητώντας ιδανικά πέρα από τις συμβατικότητες της εποχής τους. Μιλήσαμε για το κίνημα του Ρομαντισμού στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας στην ιστορία της ζωγραφικής, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ:


Τώρα πλέον, έχοντας μεταβεί στα μισά του 19ου αιώνα, νέες μορφές εικαστικής παρέμβασης εμφανίστηκαν για να αντικαταστήσουν τις παλιές. Κοινό σε όλες ήταν το στοιχείο της εξέγερσης – της υπέρβασης της πραγματικότητας, της αναζήτησης νέων μορφών και νοημάτων. Ο καλλιτέχνης ήταν πλέον ένας πρωτοπόρος. Η τέχνη του δεν γινόταν πάντα κατανοητή από τον κόσμο – η απορία ενίοτε συνοδευόταν από την στριμμένη αδερφή της, την αποδοκιμασία. Μα ο καλλιτέχνης δεν μπορούσε παρά να προχωράει μπροστά, σκάβοντας στον κακοτράχαλο εκείνο δρόμο που ανοιγόταν μες στη λάσπη.

Άλλοτε η εξέγερσή του είχε τη μορφή ενός κοιτάγματος προς τα πίσω. Μιας ενατένισης περασμένων εποχών, η οποία έδωσε διέξοδο στο κίνημα των Προραφαηλιτών.

Άλλοτε η εξέγερσή του κοιτούσε με αποφασιστικό, ξεγυμνωμένο βλέμμα το παρόν – και ήταν εκείνο το παρόν που επιθυμούσε να αποτυπώσει στον καμβά του, δίχως εξιδανικεύσεις και με έντονη την κριτική διάθεση. Έτσι γεννήθηκε το κίνημα του Ρεαλισμού.


Τέλος, υπήρξε μια ομάδα καλλιτεχνών που επεδίωξαν να δουν την πραγματικότητα με άλλο μάτι. Που θέλησαν να αποτινάξουν όλες τις καθιερωμένες αντιλήψεις και να αρχίσουν από την αρχή ξανά, αναπλάθοντας τον κόσμο με όπλο τους τα χρώματα. Η επανάστασή τους μετέβαλε πλήρως το ρου της ιστορίας της τέχνης. Ήταν το κίνημα των Ιμπρεσιονιστών.



σχέδιο του Rossetti


Οι Προραφαηλίτες



Από κάποιες απόψεις η λεγόμενη «αδερφότητα των Προραφαηλιτών» (Pre-Raphaelites), η οποία αναδείχτηκε καταμεσής της Αγγλίας της βικτωριανής εποχής, υπήρξε το έσχατο παρακλάδι του Ρομαντισμού. Ήταν μια ομάδα ζωγράφων που πραγματικά τους απωθούσε ο κόσμος του παρόντος και αποζητούσαν διέξοδο σ’ ένα μακρινό, εξιδανικευμένο παρελθόν, μακριά από τις συμβάσεις και τους μανιερισμούς της μοντέρνας εποχής· πέρα από τις ανούσιες, κατά τη γνώμη τους, διαλέξεις των ακαδημαϊκών της τέχνης, που όσο κέρδιζαν σε στόμφο, έχαναν σε πάθος και ουσία. Ήταν το παρελθόν εκείνο που τους ενέπνεε. Το αγνό παρελθόν (όπως το φαντάζονταν οι ίδιοι) της εποχής πριν την Αναγέννηση, τον καιρό που ο καλλιτέχνης ζωγράφιζε με όπλο του το αίσθημα και την πίστη. Ήταν εκείνο το παρελθόν που επιθυμούσαν να ανασυστήσουν.

Ήταν επίσης βαθιά επηρεασμένοι από συγγραφείς και ποιητές όπως ο Σαίξπηρ, ο Δάντης, ο Γκαίτε και ο Coleridge. Και το έργο τους, παραδομένο στις διαθέσεις ενός τεχνητού Μεσαίωνα, έμοιαζε με κάποιο παραισθησιογόνο άνθος του Μπωντλαίρ, παραπλανητικό μέσα στην γλυκιά του παρακμή.



74 # John Everett Millais – Οφηλία (Ophelia, 1851-52)






Δες πως επιπλέει ανάμεσα στα νούφαρα η Οφηλία, χλωμή σαν νεκροστολισμένο άνθος. Δες πως εναγκαλίζουν τα βαθιά νερά το ξέψυχο κορμί της. Δες πως ανοίγουν τα λουλούδια στο διάβα της, λες και σκορπίζουν πένθιμους χαιρετισμούς.

Μα τα μάτια της Οφηλίας δεν βλέπουν πια. Και αν το σώμα της, άψυχο, πλέει στο βάθος του ποταμού, η ψυχή της ταξιδεύει στην καρδιά του μύθου.

Εμπνευσμένη από τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, η «Οφηλία» του Τζον Έβερετ Μιλέ ανήκει στα κλασικότερα έργα των Προραφαηλιτών. Το μακάβριο θέμα της είναι δοσμένο με μια γλυκιά διάθεση παρακμής. Ο θάνατος απολυτρώνεται αισθητικά και μετατρέπεται σε έργο τέχνης, σκοτεινή τέρψη των ματιών, η καταβύθιση σ’ έναν κόσμο αγνό μέσα στον ζόφο του. Αντίστοιχα με τις απόπειρες των εκφραστών του «παρακμιακού αισθητικού στυλ» (όπως ο Μπωντλαίρ), και επεκτείνοντας στα άκρα την αντίληψη των Ρομαντικών, η αισθητική ταυτίζεται με την ίδια την απόκρυφη πλευρά του φεγγαριού. Ακόμα και στο θάνατο υπάρχει ομορφιά, φαίνεται πως δηλώνει ο εμπνευστής του έργου.

Πηγαίνοντας μερικούς αιώνες πίσω στο χρόνο, παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η αληθινή ιστορία που, όπως φαίνεται, ενέπνευσε τον ίδιο τον Σαίξπηρ στη μυθοπλασία της Οφηλίας του. Μπορείτε να την διαβάσετε στο ακόλουθο κείμενο:





75 # Dante Gabriel Rossetti – Λαίδη Λίλιθ (Lady Lilith, 1868)






Βυθισμένη στο πέλαγος του ενός αισθησιακού ναρκισσισμού, η έκφρασή της σκληρή, περιφρονητική και προκλητική συνάμα, θωπεύοντας έναν καθρέφτη και ατενίζοντας το μαγεμένο είδωλό της… αυτή είναι η πρώτη απ’ τις Γυναίκες, σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο. Η γυναίκα που δεν πλάστηκε απ’ το πλευρό του Αδάμ, μα στάθηκε ως ίση απέναντί του και το αγέρωχο ύφος της οποίας ήταν υπερβολικά αυθάδες απέναντι στο δημιουργό της. Μια γυναίκα που αρνήθηκε να υποταχτεί. Και έτσι η αρχέγονη αυτή Εύα μεταμορφώθηκε στη Λίλιθ, έναν τρομερό δαίμονα που χάνεται στις απαρχές των σκοτεινότερων παραδόσεων.

Ο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι ένιωθε δέος απέναντι στα προ-αναγεννησιακά θρησκευτικά έργα, μα παράλληλα τον γοήτευε βαθιά η σκοτεινή όψη των απόκρυφων μύθων και των ρομαντικών παραδόσεων. Ακροβατώντας σε έναν κόσμο ανάμεσα στην ποίηση και την ζωγραφική, καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους Προραφαηλίτες ζωγράφους. Η «Λίλιθ» του ξεχωρίζει για το προκλητικό της ύφος, το βαθιά χλωμό της πρόσωπο, τα ξασπρισμένα, σαν σύννεφα, ρούχα της, την έντονη αντίθεσή τους με τα βαθυκόκκινα, φλογερά μαλλιά της. Λες και παντρεύονται ο ουρανός και η φωτιά.

Κι ενώ η αέναη κίνηση της χτένας, το απαλό της περιτύλιγμα, η παλίρροια και η άμπωτη του κύματος των κόκκινων μαλλιών, σε υπνωτίζουν, σε μαγεύουν. Ώσπου χάνεσαι μέσα τους· βυθίζεσαι στον κόσμο της Λίλιθ, στον κόσμο της αρχέγονης Γυναίκας – κάπου ανάμεσα στην κόλαση και στον παράδεισο.



76 # Arnold Böcklin – Η Νήσος των Νεκρών (The Isle Of The Dead, 1886)





Κάποιοι ανάμεσά μας ίσως έχουμε σκεφτεί πως θα ήταν αν καταφεύγαμε σε έναν δικό μας κόσμο, καλά περιφραγμένο από τις έγνοιες και τις αβεβαιότητες του εξωτερικού περιβάλλοντος. Έναν μικρόσκοσμο που θα κυλούσε με τους δικούς του ρυθμούς και τους δικούς του κανόνες, πέρα από τον ίδιο το χρόνο. Ποιος ξέρει – ίσως έμοιαζε με το μυστηριώδες αυτό Νησί που παρατηρούμε στο ξακουστό έργο του Άρνολντ Μπέκλιν. Ένας δεντροφυτεμένος τόπος, ασφαλισμένος από τείχη, χαμένος στα βάθη του ωκεανού. Απάνεμος και ασφαλής σαν το μωρό που κοιμάται, μακάρια, στην αγκαλιά της μητέρας του. Ένα έργο που – ωστόσο – φέρει τον ανησυχητικό τίτλο «Η Νήσος των Νεκρών».

Σε αντίθεση με τους Προραφαηλίτες, ο Μπέκλιν δεν αντλούσε την έμπνευσή του από τον εξιδανικευμένο κόσμο του Μεσαίωνα – μα από την ζοφερή πλευρά της Αρχαιότητας. Ήταν τα ελληνικά και τα ρωμαϊκά ερείπια εκείνα που τον ενέπνεαν, οι απόηχοι ενός τόπου που χάθηκε για πάντα, για να βρεθεί ξανά, μετουσιωμένος σε σύμβολα, στον κόσμο των ονείρων και της φαντασίας. Προοικονομώντας τους Μεταφυσικούς και τους Σουρεαλιστές του 20ου αιώνα, το εικαστικό έργο του Μπέκλιν είναι σκοτεινό και συμβολικό συνάμα, βαθιά αινιγματικό σαν τοπίο στην ομίχλη. Η «Νήσος των Νεκρών» μοιάζει με το νεκραναστημένο όνειρο του αρχαίου κόσμου, χαμένο στα βάθη κάποιου ανεξερεύνητου ωκεανού. Μήπως πρόκειται για έναν απόηχο της χαμένης Ατλαντίδας;

Ωστόσο η συνολική αίσθηση που αποπνέει το έργο – και φυσικά ο τίτλος του – δεν αφήνουν περιθώρια για ονειροπόλους ρεμβασμούς. Όσο μαγευτικό και αν μοιάζει το τοπίο, άλλο ζοφερό φαντάζει ταυτόχρονα. Ο καλπασμός μιας μοναχικής βάρκας που μεταφέρει ένα φέρετρο καθιστούν ακόμα πιο μακάβριο το θέμα. Σύμφωνα με ερευνητές του έργου, τα νερά που βλέπουμε δεν είναι άλλα από εκείνα της Στυγός, ή του Αχέροντα – τα νερά του κάτω κόσμου, που κυλούν προς την αιώνια κατοικία του Άδη.

Όχι, όσο ζούμε σε αυτόν εδώ τον κόσμο είναι αδύνατον να δραπετεύσουμε εντελώς, χτίζοντας φρούρια και φανταστικά περιβάλλοντα. Αργά ή γρήγορα ο κόσμος θα βρει μια χαραμάδα να διεισδύσει.



Προς μια νέα απεικόνιση της Ζωής



Οι Προραφαηλίτες θέλησαν ν’ απαγκιστρωθούν απ’ το όνειρο ενός χαμένου παρελθόντος, καταμεσής μιας κοινωνίας που σφύριζε σαν ατμομηχανή – ή σαν τα φουγάρα της βιομηχανίας. Ο κόσμος άλλαζε, μεταμορφωνόταν μέρα με τη μέρα, μα η κάμπια δεν γινόταν πεταλούδα – μόνο εξελισσόταν διαρκώς, σε μια αέναη διαδικασία μεταβολής. Τα πάντα έτρεχαν, τα πάντα άλλαζαν, ο μοντερνισμός χτυπούσε πια την πόρτα κάθε σπιτικού.

Μα – για δες – κάποια πράγματα παρέμεναν ίδια. Αιώνες τώρα. Χιλιετίες. Και για τα πράγματα αυτά σχεδόν κανείς δεν είχε αποπειραθεί να δημιουργήσει αιώνια έργα τέχνης. Φαίνεται τα θεωρούσαν δεδομένα… αγνοώντας πως συνιστούν τη βάση κάθε κοινωνίας, κάθε πολιτισμού από καταβολής ύπαρξης.

Ο λόγος για τους αγρότες που δουλεύουν στα χωράφια. Τους εργάτες που αγωνίζονται στα νεόκτιστα εργοστάσια. Τον απλό λαό που μοχθεί για το ψωμί του, ενώ άλλοι πάντα καρπώνονται τους νοστιμότερους καρπούς του. Ο λαός – οι απλοί άνθρωποι της εργατιάς – δεν ήταν ποτέ ως τότε μέρος της Μεγάλης Τέχνης.

Ασφαλώς υπήρξαν ζωγράφοι στο παρελθόν που απεικόνισαν τις λαϊκές τάξεις. Αρκεί να θυμηθούμε για παράδειγμα τους ηθογραφικούς πίνακες του Μπρέγκελ (βλέπε έργο #35, στο πρώτο μέρος του αφιερώματος < κλικ), τα έργα του Γιαν Στέεν (βλέπε έργο #51, στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος < κλικ), ή περίφημα έργα όπως η «Γαλατού» του Βερμέερ (βλέπε έργο #53 < κλικ). Μα οι πίνακες του Μπρέγκελ ή του Στέεν απεικόνιζαν τα λαϊκά στρώματα με μια διάθεση σατιρική, σε στιγμές ανάπαυσης ή γιορτής, δίχως κάποια διάθεση παρουσίασης της σκληρής πραγματικότητάς τους. Από την άλλη έργα όπως του Βερμέερ ήταν βαθιά αληθινά, μα δεν συνιστούσαν μέρος κάποιου ευρύτερου καλλιτεχνικού (ή κοινωνικού) κινήματος. Υπήρχε ο ένας ή ο άλλος μεμονωμένος εργάτης – μα απουσίαζε η εργατική τάξη.

Μέχρι που φτάσαμε στα μισά του 19ου αιώνα. Τα δεσμά του παρελθόντος είχαν κοπεί, άλλα έπαιρναν τη θέση τους, ενώ, για πρώτη φορά στα χρονικά, οι εργατικές βάσεις της κοινωνίας συνειδητοποιούσαν τα ταξικά τους συμφέροντα και συνασπίζονταν αναμεταξύ τους, διεκδικώντας δικαιώματα ανύπαρκτα ως τότε.

Τότε λοιπόν ήταν που έκανε την εμφάνισή του το καλλιτεχνικό ρεύμα του Ρεαλισμού. Βαθιά ρηξικέλευτος όχι ως προς τη μορφή, μα ως προς το θέμα, ο Ρεαλισμός παρουσίασε για πρώτη φορά την καθημερινή πραγματικότητα των λαϊκών στρωμάτων. Θα μπορούσαμε να τον παρομοιάσουμε με το φωτογραφικό ρεπορτάζ των ημερών μας, ως προς την αναζήτηση του θέματος – και την γνώση πως η εικόνα ξεχειλίζει με δύναμη.

Κάποιες φορές μια εικόνα είναι δυνατότερη και από χίλια μανιφέστα.



77 # Jean-Francois Millet – Οι Σταχομαζώχτρες (Des glaneuses,  1857)






Το δειλινό θερμαίνει τον ουρανό με μια απαλή, ροδοκόκκινη φωτιά. Στο χωράφι έχουν απομείνει οι σταχομαζώχτρες. Το περιμάζεμα των υπολοίπων της σοδειάς συνιστά εργασία δίχως ιδιαίτερη σπουδαιότητα, συγκριτικά με τις υπόλοιπες αγροτικές δουλειές – το όργωμα, το αλώνισμα, τη σπορά, το θερισμό. Μα οι σταχομαζώχτρες σκύβουν πάνω από τη γη, αναζητώντας σπόρους, τα χέρια τους αγγίζοντας το χώμα, τα μάτια τους στο έδαφος, προσηλωμένα, περισυλλέγοντας τον πολύτιμο καρπό. Ο ήλιος χύνει πάνω τους το ακτινοβόλο φως του, περιλούζοντας τις γυναίκες με μια ερυθρή, ζεστή απόχρωση. Ζεστή σαν το αιώνιο φως που σκορπίζει εύθυμο στις αυλακιές της γης.

Η σκηνή της εργασίας φαντάζει ιερή. Ο φωτισμός θυμίζει εκκλησία υπαίθριου χώρου – δίχως τοίχους και εικονίσματα, με μοναδικές αναθυμιάσεις της εκείνες του νοτισμένου χώματος και των πολύτιμών του σπόρων. Οι αγρότισσες φαντάζουν ως αρχετυπικές φιγούρες, μεγαλοπρεπείς μέσα στην ταπεινή τους εργασία – η οποία πλέον μόνο ταπεινή δεν μοιάζει. Αντίθετα, έχεις την αίσθηση πως ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου μια αιώνια σκηνή. Διαχρονική μέσα στην απλότητά της.

Αυτό υπήρξε το μεγαλείο του ξακουστού αυτού έργου του Ζαν Φρανσουά Μιγέ. Ένα έργο που προσέδωσε μια αίσθηση παγκοσμιότητας στις ανώνυμες αυτές γυναίκες των χωραφιών, οι οποίες, πλέον, έπαυαν να ανήκουν στο παρασκήνιο της ιστορίας. Μια φορά κι έναν καιρό η Τέχνη απεικόνιζε την περίλαμπρη φιγούρα του Χριστού, τους άγιους, τους ημίθεους, τους ήρωες, τους βασιλείς. Μα ήταν πια καιρός ο ήλιος της τέχνης να φωτίσει τις γυναίκες, που με μόχθο και ιδρώτα, αποσπούσαν της γης τον πολύτιμο καρπό.

Και δες… Μοιάζουν με θεές.



78 # Gustave Courbet – Οι Εργάτες Που Σπάζουν Πέτρες (Les Casseurs de pierres, 1849)





Πρώτος ο Γκυστάβ Κουρμπέ χρησιμοποίησε τον όρο «Ρεαλισμός» για να περιγράψει την τέχνη του. Ένας μοναχικός περιπατητής, επιλέγοντας να ντύνεται απλά και να περιφέρεται σαν αλήτης, ανήκε στους ζωγράφους που αψήφησαν τα κυρίαρχα ρεύματα της εποχής τους και επέλεξαν τον ξεχωριστό, ολόδικό τους δρόμο. Τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με όλους αυτούς τους δήθεν κύριους που μιλούν για Τέχνη στα πανεπιστήμια, διδάσκοντας κανόνες και αρχές με περισπούδαστο ύφος, μα αγνοώντας την αληθινή πραγματικότητα, την αυθεντικότητα της φυσικής ζωής – έτσι ίσως σκεπτόταν. Βαθιά επηρεασμένος από τον Μιγέ και τη φυσική απόδοση των θεμάτων του, ο Κουρμπέ αγαπούσε το απλό και ανεπιτήδευτο. Παράλληλα επιθυμούσε να αφυπνίσει τον κόσμο, παρουσιάζοντας την πραγματικότητα της εποχής του, επιλέγοντας θέματα παρμένα από το φυσικό περιβάλλον και τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτό.

Λίγα έργα των καιρών απεικονίζουν με τόσο πειστικό τρόπο την εργατιά όπως «Οι Εργάτες Που Σπάζουν Πέτρες». Ο ένας νέος και ο άλλος ηλικιωμένος, η πλάτη τους γυρισμένη, αφοσιωμένοι αμφότεροι στη σκληρή δουλειά τους, οι εργάτες του Κουρμπέ θυμίζουν τις σταχομαζώχτρες του Μιγέ. Αισθάνεσαι πως συμπυκνώνουν την ουσία όλης της Εργατιάς, όλων των εποχών. Πως συνιστούν διαχρονικές φιγούρες, πέρα από τόπους και εποχές, ο επίμοχθος κόπος των οποίων συμπεριλαμβάνει κάθε σταγόνα ιδρώτα, κάθε ανώνυμου εργάτη, από τις απαρχές της ανθρωπότητας.



79 # Νικηφόρος Λύτρας – Τα Κάλαντα (1872)






Τα «Κάλαντα» είναι ένα από τα αγαπημένα μου έργα, όλων των εποχών. Ο Νικηφόρος Λύτρας ανήκε στη λεγόμενη «Σχολή του Μονάχου» και τα έργα του παρουσιάζουν μοναδικές ηθογραφικές όψεις της εποχής του, βαθιά νατουραλιστικές και πιστές στην πραγματικότητα που απεικόνιζαν. Παράλληλα όμως διαπνέονται από μια σχεδόν μαγική διάθεση, προσδίδοντας τους έναν αέρα παγκοσμιότητας, μια αίσθηση βαθιά διαχρονική, αγγίζοντας τα όρια του συμβολισμού.

Τα «Κάλαντα» τα συμπεριλαμβάνουν όλα αυτά. Και τη φυσική απόδοση της καθημερινότητας, και μια υπεραισθητή διάθεση συνάμα, ικανή να σε ταξιδέψει σε μια άλλη, αγνότερη εποχή. Τότε που έβλεπες τα παιδιά να ξεχύνονται να πουν τα κάλαντα κραδαίνοντας τα μουσικά τους όργανα, ξεσηκώνοντας τους κατοίκους του χωριού με τις εύθυμες φωνές τους, γυρίζοντας από πόρτα σε πόρτα αποζητώντας την ευλογία της νοικοκυράς και ίσως κάποιο γλύκισμα. Ο μελαψός μικρός τυμπανιστής γελάει, αποκαλύπτοντας πως το πνεύμα των γιορτών δεν γνωρίζει εθνικότητες ή σύνορα, ενώ η μητέρα παρακολουθεί χαρούμενη κρατώντας το μωρό. Ο χώρος διακοσμείται με μια σειρά αινιγματικών αντικειμένων, όπως ένα άγαλμα που θυμίζει τη Νίκη της Σαμοθράκης, ή ένα ξερό δέντρο στο βάθος. Χωρίς να ξέρουμε ποια είναι η σημασία τους, γνωρίζουμε πως σίγουρα επιτελούν κάποιο σκοπό.

Και εμείς παρακολουθούμε με λαχτάρα τη σκηνή, σαν το αγοράκι που κρυφοκοιτάζει στο βάθος. Και ευχόμαστε να ήμασταν, με κάποιο τρόπο, μέρος της…

Περισσότερα για «τα Κάλαντα» μπορείτε να διαβάσετε σε ένα παλιότερο μου κείμενο, εδώ:





Προς μια νέα απεικόνιση της Φύσης



Κάπου στα μισά του 19ου αιώνα η Δύση ανακάλυψε τον κόσμο της Ιαπωνίας. Έναν κόσμο που ξεδιπλωνόταν στα βάθη του χρόνου σαν τα ανθισμένα κλαδιά μιας Sakura – μιας χαρακτηριστικής ιαπωνικής κερασιάς. Ένας κόσμος που ανέβλυζε μυρωδιές γονιμοποιημένης γης και λάμψη ροδοκόκκινου φωτός. Ήταν η εποχή που η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου άνοιξε επιτέλους τα εμπορικά σύνορά της στη Δύση, δίνοντας διέξοδο στις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού που θα κατέκλυζαν την Ιαπωνία τα προσεχή χρόνια. Μα πριν υιοθετήσουν οι Ιάπωνες το δυτικό λεξιλόγιο της ανάπτυξης και της βιομηχανίας, έμελλε να αποτυπώσουν το στίγμα τους στη δυτική τέχνη, επηρεάζοντας καθοριστικά τη μελλοντική της πορεία.

Δεν ήταν παρά έργα που αναπαράγονταν πάνω σε φτηνά χαρτιά. Χαρτιά που τυλίγονταν γύρω από κιβώτια, κιβώτια που προορίζονταν για καράβια που μετέφεραν εμπορεύματα στη Δύση. Και τα κιβώτια αυτά, με τα αναλώσιμά τους αντικείμενα, τα προορισμένα για άμεση κατανάλωση, παρουσίαζαν στην εξωτερική όψη τους υπέροχα βουνά και ρωμαλέα δέντρα, πολύβουες θάλασσες και ανθισμένες πολιτείες. Σχέδια με φινέτσα και μεράκι, που αποκάλυπταν πηγές χαμένες στα βάθη του χρόνου και της παράδοσης, φτάνοντας ως τις ρίζες της κινεζικής τέχνης – της πρώτης και βασικής πηγής έμπνευσης των Ιαπώνων.

Πόσο υπέροχα, αλήθεια, ήταν αυτά τα περιτυλίγματα! Πόσο ανούσιο το εσωτερικό φορτίο τους!

Κάπως έτσι λοιπόν, παρατημένη ίσως στη γωνιά μιας προκυμαίας, ανακάλυψαν οι δυτικοί την τέχνη του Ukiyo-E. Στα ελληνικά μεταφράζεται ως «εικόνα του επιπλέοντος κόσμου». Στην αυθεντική τους μορφή συνιστούσαν έργα χαραγμένα πάνω σε ξύλο, παρουσιάζοντας εικόνες της καθημερινότητας, δίνοντας έμφαση στα τοπία και τη φύση. Χαρακτηρίζονται από τα πλούσια τους χρώματα, το έντονο περίγραμμα, την σχεδόν επίπεδη προοπτική, την αίσθηση μιας αρχέγονης αρμονίας. Παρατηρώντας τις ξυλογραφίες του Ουκίγιο-Ε σχεδόν αισθάνεσαι πως βυθίζεσαι σ’ έναν κόσμο ήρεμης απλότητας, σοφό και παιχνιδιάρικο ταυτόχρονα, ένα σύμπαν γαλήνιας ομορφιάς. Μιας ομορφιάς ανεπιτήδευτης και γι’ αυτό αυθεντικής. Γιατί η ομορφιά έκανε πάντα πετυχημένο ταίρι με την απλότητα, τότε, τώρα και για πάντα.

Στην πορεία του αφιερώματος θα διαπιστώσουμε πόσο πολύ επηρέασαν τους δυτικούς ζωγράφους τα ιαπωνικά αυτά χαρακτικά. Προς το παρόν ας δούμε δύο από τους σημαντικότερους τους εκπροσώπους.



80 # Hokusai Katsushika – The Great Wave (1830)






Ακόμα και κόσμος που δεν ασχολείται με την ιστορία της τέχνης, πιθανό να γνωρίζει το περίφημο αυτό έργο. «Το Μεγάλο Κύμα» του Χοκουσάι ανήκει στα πιο ξακουστά ιαπωνικά χαρακτικά όλων των εποχών. Πρόκειται για ένα έργο επιβλητικό μέσα στην απλότητά του. Τα θαλάσσια κύματα υψώνονται σαν αφρισμένα όρη, οι αφροί τους μοιάζοντας με χέρια, τινάσσοντας ορμητικά το φουρτουνιασμένο σώμα τους πάνω στις ξύλινες βάρκες. Η φύση παρουσιάζεται σε όλη τη μεγαλοπρέπειά της, ενδεδυμένη με περίλαμπρα χρώματα, αρμονική μέσα στην αρχέγονη βοή της, παντοδύναμη μέσα στην αιώνια της απλότητα.

Σε αντίθεση με τοπία σαν εκείνα που ζωγράφισε, την ίδια περίπου εποχή, ο Τέρνερ (βλέπε έργο #68, στο 2ο μέρος του αφιερώματος < κλικ), η φουρτούνα δεν αποσκοπεί να φανεί «ρεαλιστική». Δεν υπάρχουν περίτεχνα εφέ εδώ, ούτε κάποια απόπειρα να αποδοθούν οι καιρικές συνθήκες. Σε έναν κόσμο που ανακάλυπτε πλέον τη Φωτογραφία, η τέχνη συνειδητοποιούσε πως δεν χρειάζεται πια να είναι «φωτογραφικά ρεαλιστική». Αν γυρεύουμε μια πιστή αποτύπωση της πραγματικότητας, υπάρχουν οι κάμερες γι’ αυτό. Η ζωγραφική μπορεί να πάει παραπέρα – και όπως άλλοτε, να απεικονίσει την αρχέγονη πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα. Να αφουγκραστεί τον αιώνιο παλμό πέρα από το παιχνίδι της αδιάκοπης μεταβολής των πάντων.

Η επίτευξη της απλότητας κάποιες φορές είναι το πρώτο βήμα. Γιατί η βαθύτερη αλήθεια, όσο ακατανόητη και αν είναι, όσο αινιγματική και αν είναι, άλλο τόσο απλή είναι κάποιες φορές.



81 # Ando Hiroshige – Sudden Shower at Shono Station (1833)







Κάπου ξεσπάει μια ξαφνική μπόρα. Οι χωρικοί τρέχουν να προφυλαχτούν, τα μακριά καπέλα τους ξεχωρίζοντας σαν ήλιοι που παραδέρνουν στη βροχή, απορώντας πως γίνεται και έχασαν το δρόμο. Ο ουρανός γκρίζος, ο ορίζοντας θαμπός, ανεμοδαρμένα δέντρα που χάνονται στα βάθη. Λεπτές διαγώνιες γραμμές απεικονίζουν τη βροχή που πέφτει καταρρακτωδώς. Η σύνθεση ξεχειλίζει κίνηση και ενέργεια.

Ταυτόχρονα πρόκειται για ένα έργο μοναδικά αληθοφανές, μέσα στην απλότητά του. Δεν βλέπουμε παρά τις πλάτες των χωρικών που τρέχουν. Οι καιρικές συνθήκες παρουσιάζονται με τρόπο απολύτως πειστικό, μα ταυτόχρονα απλό στην εκτέλεσή του. Ήταν πραγματικός μάστορας ο δημιουργός του έργου, Χιροσίγκε, κατορθώνοντας να πετύχει ένα τόσο ρεαλιστικό αποτέλεσμα, με έναν τόσο μινιμαλιστικό τρόπο. Ταυτόχρονα δεσπόζει ως κεντρικό θέμα το τοπίο – οι άνθρωποι δεν συνιστούν παρά μέρη του, όπως τα φυτά, τα δέντρα και η βροχή. Μα το τοπίο δεσπόζει πάνω απ’ όλα. Η υπέροχη φύση, τα αιώνια καιρικά φαινόμενα.

Στη Γαλλία μια ομάδα ανήσυχων καλλιτεχνών θα έβλεπαν έργα όπως αυτό του Χιροσίγκε και θα απέμεναν έκθαμβοι. «Δες πόσο απλά και λιτά κατορθώνει να αποδώσει πράγματα που εμείς τόσο πολύ κουράζουμε!», φαίνεται πως σκέφτηκαν. Η κυριαρχία του τοπίου, έναντι των ανθρώπων, τους ενέπνευσε. Ταυτόχρονα τους επηρέασε βαθιά η απεικόνιση των καιρικών συνθηκών, με έναν τρόπο που έμοιαζε άμεσος, ευθύς, κόντρα στις συμβατικότητες που γνώριζαν. Από την ομάδα αυτή ξεφύτρωσαν, σαν άλλα γιαπωνέζικα λουλούδια, οι Ιμπρεσιονιστές.

Μεταξύ άλλων επηρεάστηκε και ένας ακόμα ζωγράφος, από την αντίπερα όχθη του Ειρηνικού ωκεανού. Ένας Αμερικανός ονόματι Τζέιμς Γουίστλερ.



82 # James McNeill Whistler – Symphony In White, No. 2: The Little White Girl (1864)






Ένα κορίτσι ντυμένο σε ένα λευκό φόρεμα ατενίζει μελαγχολικά τον καθρέφτη. Στα χέρια της μια ιαπωνική βεντάλια. Δεξιά της σύνθεσης ξεχωρίζουν λεπτοκαμωμένα λουλούδια κι ένα βάζο, όλα δείχνοντας να έχουν έρθει απ’ τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Η Δύση κοιτάζει το είδωλο της στον καθρέφτη και αναστενάζει, ενώ ο κόσμος της Άπω Ανατολής δεσπόζει γύρω της σε αντικείμενα και σύμβολα. Ένας κόσμος μακρινός κι εξωτικός, θυμίζοντας ίσως κάποια εποχή που χάθηκε για πάντα. Ή μια εμπειρία που δεν κερδήθηκε ποτέ, καταχωνιασμένη σ’ εκείνο το μεγάλο μπαούλο των ανεκπλήρωτων πόθων.

Ποιος ξέρει.

Ο Αμερικανός Τζέιμς Γούιστλερ ήταν βαθιά αντισυμβατικός για τα δεδομένα των καιρών του. Από τους πρώτους «μοναχικούς καλλιτέχνες» της γενιάς του (θα ακολουθούσαν πολλοί ακόμα), επιθυμούσε να υπερβεί τα καθιερωμένα αισθητικά πρότυπα και να θέσει νέα δεδομένα. Αδιάφορος απέναντι στο συναισθηματικό θέμα των έργων και αντίθετος σε κάθε λογής ρομαντισμούς, εξέφραζε το λεγόμενο «αισθητικό κίνημα» στην τέχνη – εκεί που μόνο η τέχνη έχει σημασία, όχι το περιεχόμενο ή το θέμα της.

Ας το επαναλάβω. Το θέμα δεν ενδιέφερε τον Γουίστλερ – από αυτήν την άποψη η πρώτη παράγραφος που διαβάσατε πάνω, στην περιγραφή του έργου, αντανακλά απόλυτα τον συγγραφέα του κειμένου, όχι το δημιουργό του έργου! Για τον Γούιστλερ φαίνεται πως δεν είχε ιδιαίτερη σημασία η μελαγχολική ενατένιση του κοριτσιού – μα η απόλυτη λευκότητα του φορέματός του, τέτοια που τον ώθησε να ονομάσει το έργο «Συμφωνία σε Λευκό Νο. 2».



83 # James McNeill Whistler – Arrangement In Grey And Black (1871)







Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ζωγραφικά παράδοξα των ημερών του. Το περιβόητο αυτό έργο, γνωστό σε τόσο κόσμο ως «Η Μάνα του Γουίστλερ» στην πραγματικότητα φέρει τον ξερό τίτλο «Σύνθεση Σε Γκρι Και Μαύρο»! Θα’ λεγε κάποιος πως βρισκόμαστε στον 20ο αιώνα και στην εποχή της αφηρημένης τέχνης – μα όχι, είμαστε ακόμα στο 1871 και στις ΗΠΑ. Μα αυτός ήταν ο Τζέιμς Γουίστλερ – αντισυμβατικός μέχρι το κόκαλο, περιφρονώντας τις συμβάσεις εκείνες που προσδοκούσαν να δώσει στο έργο του μια ονομασία τυπική και αναμενόμενη όπως «Η Μάνα Μου», ή «Μητέρα Που Ατενίζει», ή «Καθιστή, Αγέλαστη Μάνα», ή «Μοιάζει Με Την Πεθερά Σου», ή κάτι σχετικό.

Η μητέρα του προσέφερε στον Γουίστλερ το τέλειο μοντέλο για να απεικονίσει, μέσω αυτής, τη συσχέτιση των μαύρων με τους γκρίζους τόνους. Όλα αυτά σε μια σύνθεση που ξεχωρίζει η λεία επιφάνεια του τοίχου και το ορθογώνιο σχήμα του κάδρου. Σε συνδυασμό με την ακίνητη φιγούρα της μάνας μοιάζουν να αναβλύζουν με μια αρχέγονη, σιωπηλή σημασία. Ίσως είναι η αρχετυπική Μητέρα εκείνη που βλέπουμε στον πίνακα, το αγέρωχο βλέμμα της οποίας φανερώνει μια ήρεμη δύναμη. Ο Γούιστλερ δεν δίνει την απάντηση, προτιμώντας να εστιάσει στο αμιγώς εκτελεστικό κομμάτι της σύνθεσης του. Το μαύρο με το γκρι. Μια φυσική απλότητα που παραπέμπει στα ιαπωνικά χαρακτικά, που τόσο πολύ τον επηρέασαν.

Ποιος ξέρει που μπορεί να είχε εστιασμένο το βλέμμα της η μάνα του Γουίστλερ. Ευτυχώς βρισκόμαστε ακόμα στον 19ο αιώνα – και μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως ποζάρει για το έργο. Αν το πορτραίτο είχε γίνει 100 χρόνια μετά, μπορεί η μάνα να καθόταν με τόση προσήλωση βλέποντας τηλεόραση…



84 # Edouard Manet – Γεύμα στη Χλόη (Le Déjeuner sur l'herbe, 1862-63)






Μεταφερόμαστε στην καρδιά των εξελίξεων. Γαλλία, έτος 1863. Τότε ήταν που ο, σχετικά άγνωστος ακόμα, ζωγράφος, Εντουάρ Μανέ, παρουσίασε το έργο του "Γεύμα στη Χλόη", μπροστά από ένα έκπληκτο κοινό. Οι κριτικοί δεν πίστευαν στα μάτια τους. "Τι έργο είναι αυτό, που τολμά να απεικονίζει μια γυμνή γυναίκα με τέτοιο ξεδιάντροπο τρόπο! Μα που έφτασε η τέχνη επιτέλους!". Τέτοια έλεγαν οι κριτικοί, το στόμα τους στραβό σε μορφασμούς αποδοκιμασίας - τα μάτια τους όμως καρφωμένα πάνω στη σκανδαλιστική, γυμνή φιγούρα, ρουφώντας κάθε λεπτομέρεια της ευτραφούς φιγούρας της.

Θα πει κανείς πως η ιστορία της ζωγραφικής έβριθε από γυμνά - η εκτεθειμένη σάρκα σε μια αναγεννησιακή αίθουσα του Λούβρου, για παράδειγμα, θα μπορούσε να βάψει κόκκινη μια παραλία γυμνιστών από την ντροπή της. Μα το στοιχείο που ενόχλησε τον κόσμο δεν ήταν το γυμνό - ήταν το ευρύτερο του πλαίσιο: Η γυναίκα, όχι κάποια θεά ή ένα μυθολογικό πρόσωπο, μα μια φιγούρα της καθημερινότητας, παρουσιάζεται γυμνή, ενώ περιβάλλεται από ντυμένους στη τρίχα και ευυπόληπτους κυρίους! Οι κύριοι φαίνεται να έχουν εμπλακεί σε συζήτηση ο ένας με τον άλλον και η γυναίκα, θέλοντας φαίνεται να περάσει την ώρα της, στρέφει το βλέμμα της πέρα - προς εμάς, κοιτάζοντας μας ευθεία μες στα μάτια.

"Απορρίπτεται!", έκραξαν με μια φωνή οι ευερέθιστοι - και ερεθισμένοι - κριτικοί. Το έργο επιλέχτηκε να παρουσιαστεί στο λεγόμενο "Salon des Refuses", ή αλλιώς, την Έκθεση των Απορριφθέντων, όπως ονομάστηκε. Μεταξύ των απορριφθέντων συγκαταλέγονταν και έργα κάποιων άσημων κυρίων με ονόματα όπως Ρενουάρ, Πισαρό, Σεζάν και Γουίστλερ.

Η έκθεση άνοιξε τις πύλες της στον κόσμο και, σύμφωνα με τον συγγραφέα Εμίλ Ζολά, οι αίθουσες της ήταν "κατάμεστες με τα γέλια του κοινού".

Τι είχε πει ο ίδιος ο Μανέ για τους κριτικούς που είχαν απορρίψει το έργο του; Η απόφαση τους δεν του προκάλεσε καμία εντύπωση. "Δε θα μπορούσα να φανταστώ κανένα από τα μέλη της επιτροπής να κάνει πικνίκ στην εξοχή με μια γυμνή γυναίκα", είπε. 

Και συμπλήρωσε: "Ή μάλλον, δεν θα μπορούσα να φανταστώ καμιά γυμνή γυναίκα να κάνει πικνίκ μαζί τους".



85 # Edouard Manet – Ολυμπία (Olympia, 1863)






Απτόητος ο Εντουάρ Μανέ αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ακόμα σκανδαλιστικό έργο. Ένα έργο το οποίο παρουσίαζε μια γυναίκα που ονομαζόταν “Ολυμπία”, σε όλη την προκλητική, γυμνή της δόξα. Ωστόσο “Ολυμπία” στο Παρίσι της δεκαετίας του 1860 ήταν ένα όνομα που ταυτιζόταν με τις πόρνες. Και τα πλήθη αγανάκτησαν. Και η οργή των ευυπόληπτων αστών με τα ψηλά καπέλα και των καθώς πρέπει κυράδων τους έζεχνε σαν ατμός από καζάνι. “Τι πράγματα είναι αυτά! Τι πρότυπα παρέχουν στα παιδιά μας! Που πήγε λοιπόν η υψηλή τέχνη των λεπτεπίλεπτων αισθήσεων, των ανωτέρων συγκινήσεων; Μα γυναίκες του δρόμου, που τολμούν να ποζάρουν με τέτοιο ξεδιάντροπο ύφος, λες και είναι αρχόντισσες; Αίσχος!”, κακάριζε μαζικά όλο το κοτέτσι.

Ω, τι όμορφη εποχή για την τέχνη! Τώρα πλέον παρουσίαζε τα πράγματα με την πραγματική τους όψη, πέρα από μυθοπλασίες και εξιδανικεύσεις. Ήταν πια καιρός...

Η “Ολυμπία” αντλεί το πρότυπο της σύνθεσής της από τις αντίστοιχες πόζες των αναγεννησιακών “Αφροδιτών”, που πρώτος καθιέρωσε ο Τζορτζόνε και επέκτεινε ο Τιτσιάνο (βλέπε έργο #27 τουπρώτου μέρους του αφιερώματος < κλικ). Η κοιμωμένη Αφροδίτη του Τζορτζόνε ήταν βυθισμένη, σαν σε όνειρο, στον κόσμο των μύθων. Η ομορφιά της δεν ήταν προκλητική, γεφύρωνε ωστόσο τον κόσμο των θεών με τη γήινη σφαίρα, χαμένη σ' ένα αρχέγονο μυστήριο.

Η “Αφροδίτη του Ουρμπίνο” του Τιτσιάνο ξεχώριζε ως το προκλητικότερο γυναικείο γυμνό της εποχής της – το χυτό, αισθησιακό της σώμα, η αίσθηση πως αντικρίζουμε για πρώτη φορά μια αληθινή γυναίκα και όχι ένα μυθολογικό πρότυπο, η αντιπαραβολή του γυμνού κορμιού της με την ντυμένη υπηρέτρια, μα πάνω απ' όλα το βλέμμα που εξαπολύει απευθείας στα μάτια μας. Ναι, ο Τιτσιάνο είχε δημιουργήσει ένα πραγματικά καινοτόμο έργο.

Ο Μανέ ωστόσο έμελλε να προχωρήσει ακόμα περισσότερο. Το Παρίσι του 19ου αιώνα αναζητούσε τις Αφροδίτες της νέας εποχής. Μια εποχή διχασμένη ανάμεσα στις θύελλες της αστικοποίησης και στις υπομνήσεις ενός ρομαντικού παρελθόντος. Και αν η Γαλλία των καιρών εξέπνεε τον αέρα της τέχνης και του διαφωτισμού, η νύχτα της ήταν παραδομένη στην έκφυλη φωτιά των απολαύσεων. Η αρχαία θεά Αστάρτη των λαών της Μέσης Ανατολής είχε μετακομίσει στην γαλλική πρωτεύουσα. Δεν χρειαζόταν να ψάξει πολύ κάποιος για να εντοπίσει τις Αφροδίτες των σύγχρονων καιρών. Ήταν εκεί, στα καμπαρέ, στα κέντρα, στους στενούς νυχτερινούς δρόμους, φορώντας λουλούδια στα μαλλιά.

Λουλούδι σαν εκείνο που φέρει η “Ολυμπία” του Μανέ. Ένα λουλούδι, ένα βραχιόλι, ένας σπάγκος στο λαιμό και τα γοβάκια της. Τα μόνα ρούχα πάνω της.

Και αν η “Αφροδίτη” του Τιτσιάνο  έχει ως κατοικίδιο ένα μικρό σκυλάκι, εκείνη του Μανέ προτιμά μια μαύρη γάτα. Το βλέμμα της γάτας εξαπολύει λάμψεις στο σκοτάδι, όμοιο με το προκλητικό κοίταγμα της αφέντρας της.

Αναφερθήκαμε εκτενώς στο θεματολογικό μέρος, μα δεν κάναμε καμιά αναφορά ως τώρα για το τεχνικό τμήμα του έργου του Μανέ. Κι όμως, τεχνικά υπήρξε εξίσου καινοτόμος. Οι πινελιές πάνω στον καμβά είναι περισσότερο ελεύθερες από ποτέ. Οι μεταβάσεις ανάμεσα στο φως και τις σκιές είναι απότομες, η αντιπαραβολή των έντονα λευκών τόνων με τους μαύρους δίχως ενδιάμεσα περάσματα – όμοια με την αντιπαραβολή της ολόλευκης Ολυμπίας με τη μαύρη υπηρέτρια – τα λουλούδια της οποίας (πιθανό από κάποιον γοητευμένο εραστή) αφήνουν ασυγκίνητη την αφέντρα της.

Με την ιδιαίτερη τεχνική του, ο Μανέ είχε πλέον προετοιμάσει το έδαφος για την έλευση του Ιμπρεσιονισμού.

Και η Ολυμπία μας κοιτάζει με αυθάδεια, επιδεικνύοντας δίχως καμιά ντροπή το γυμνό της σώμα, όπως κάποιος πολεμιστής επιδεικνύει το σπαθί του. Οι καιροί είχαν πια αλλάξει...



Συνεχίζεται…



Η διαδρομή μας δεν τελείωσε ακόμα! Ίσα που κάνουμε ένα διάλειμμα… Μπορείτε να διαβάσετε το τέταρτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματός μας στον ακόλουθο σύνδεσμο:


100 Έργα Ορόσημα στην Ιστορία της Ζωγραφικής, μέρος IV




21 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα ρομαντικό πρωτοβρόχι





Ομολογώ περίμενα κάπως πιο ρομαντικό το “φθινοπωρινό πρωτοβρόχι”! Ποτάμια οι δρόμοι, θα τους ζήλεψαν σίγουρα οι εκπρόσωποι του “Ποταμιού” (κρίνοντας από τα χθεσινά τους ποσοστά). Κόσμος απορημένος να γυρνά, κάποιοι δίχως ομπρέλα, όλοι με την ίδια σκέψη: “τι στο διάολο, μέχρι χθες βράδυ σκάγαμε στη ζέστη!”. Περπατούσα έξω και ανάσαινα μ' ευχαρίστηση τη βροχινή ατμόσφαιρα. Τι όμορφη αίσθηση, σκεφτόμουν – μέχρι που ο άνεμος έπαιρνε πέρα την ομπρέλα και λουζόμουν με μια γερή δόση βροχής.

Το λεωφορείο κατέφτασε με αρκετή καθυστέρηση. Αρκετός κόσμος μέσα, νέοι, γέροι, σαν λαθρεπιβάτες στη βάρκα που αμόλησε ο ήλιος στη φουρτούνα. Κάποιες ηλικιωμένες είχαν ανέβει τυλιγμένες με σακούλες “Σκλαβενίτης”. Έτοιμες για το σπιτικό τραπέζι. Δεν είχε περάσει ούτε ένα λεπτό, όταν το λεωφορείο σταμάτησε καταμεσής του δρόμου – κι ενώ πίσω τα αμάξια κόρναραν. Κάποιος είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του ακριβώς στη μέση, με τα φώτα αναμμένα, και ήταν αδύνατο να προχωρήσουμε. Έξω δέσποζε το σουπερμάρκετ – προφανώς ο άγνωστός μας φίλος είχε τη φαεινή ιδέα να “πεταχτεί στα γρήγορα να αγοράσει κάτι” - πέντε λεπτάκια μωρέ. Τι είναι πέντε λεπτάκια για να αγοράσω λίγα μακαρόνια μπροστά στην αιωνιότητα – ας περιμένουν και αυτοί οι ανυπόμονοι οδηγοί – ας απολαύσουν τη βροχή, το σφύριγμα του ανέμου.

Το λεωφορείο είχε σκαλώσει· ο άγνωστος επιβάτης δεν έδινε κανένα σήμα ζωής. Ως συνήθως οι μεσήλικες επιβάτισσες άρχισαν τα αποδοκιμαστικά “τσκ τσκ”. Τότε ακούσαμε κάποιον να λέει “να' τος, έρχεται”! Κοιτάξαμε όλοι στο παράθυρο. Ένας χοντρός τύπος, δίχως ομπρέλα, ερχόταν βιαστικός πλατσουρίζοντας στη βροχή, το βάδισμά του άχαρο, ατσούμπαλο. “Αυτός είναι”, είπαν κάποιοι επιβάτες, βέβαιοι πως η εμφάνισή του ανταποκρινόταν στην ανεύθυνη πράξη να αφήσεις το αμάξι σου καταμεσής του δρόμου. Ένας λεπτοκαμωμένος γέρος με κασκέτο χτύπησε με νόημα το παράθυρο και του έκανε εμφατικά τη χειρονομία της Μαλακίας. Οι επιβάτες σκάσαμε στα γέλια. Τότε ο χοντρός προσπέρασε το επίμαχο όχημα και σκαρφάλωσε σ' ένα φορτηγό που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου. “Λάθος άνθρωπο κατηγορήσαμε!”, είπε μια γυναίκα. “Όχι, όχι, φταίει κι αυτός”, είπε μια άλλη. “Φταίει και ο ένας και ο άλλος – και οι δύο έκλειναν το δρόμο”, επανέλαβε με έμφαση, η φωνή της αυστηρή, Φωνή της Κρίσης, σαν δασκάλα που σε αποπαίρνει γιατί ανακάλυψε το σκονάκι κάτω απ' το τραπέζι.

Το λεωφορείο ακόμα να πάρει μπρος. Οι επιβάτες άρχισαν να αναπτύσσουν τις γνωστές δημόσιες σχέσεις που πάντα ξεφυτρώνουν σε τέτοιες περιστάσεις. “Μα αν είναι δυνατόν”. “Τι πράγματα είναι αυτά”. Κάπου αναφέρθηκε ο Τσίπρας, μπας και άλλαζε κάτι με αυτόν. Ένας κύριος πετάχτηκε τότε “δεν είναι ο Τσίπρας, δεν είναι κανένας απ' αυτούς. Εμείς είμαστε! Εμείς! Αν εμείς δεν μάθουμε αλλιώς, αν δεν αποκτήσουμε τρόπους, τίποτα δεν θ' αλλάξει!”, είπε.

Και γω σιωπηλά συμφώνησα μαζί του. Καλά τα είπες φίλε μου, σκέφτηκα.

Τελικά βγήκε απ' το σουπερμάρκετ ένας γέρος και πλησίασε στο αμάξι. “Να, αυτός είναι”, έκαναν οι επιβάτες, τρώγοντάς τον με τα μάτια τους. “Τελικά γέρος ήταν”. “Ρε τους παλιόγερους”, είπαν κάποιοι – ηλικιωμένοι κι αυτοί. Ο γεράκος με το κασκέτο δεν έχασε την ευκαιρία. Σηκώθηκε όρθιος, χτύπησε το παράθυρο για να τραβήξει την προσοχή του οδηγού και επανέλαβε, με περίσσια θέρμη, τη χειρoνομία της Μαλακίας, συνοδεύοντάς τη με λόγια όπως “και με τα δύο χέρια!” και με μια απολαυστική, γεμάτη Μούντζα. Ο άλλος γέρος έξω του ανταπέδωσε τη μούντζα. “Να!”. “Εσύ να!”. Και εμείς να έχουμε πλαντάξει στο γέλιο, το λεωφορείο να σείεται απ' το γέλιο και τη βροχή.

Μ' αυτά και μ' αυτά ξεκίνησε πάλι· μιας κοπέλας η ομπρέλα σκάλωσε στην πόρτα και μάταια προσπαθούσε μετά να την ισιώσει. Μια άλλη που στεκόταν όρθια δίπλα μου έχασε την ισορροπία της και έπεσε πάνω μου. “Αχ, συγγνώμη!”, μου λέει κοκκινίζοντας (κάτι που σπάνια βλέπω σε κοπέλες). Καθόλου άσχημη, σκέφτηκα. Τελικά αυτή η μέρα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. “Σήμερα τίποτα δεν μου κάνει εντύπωση”, της είπα χαμογελαστός.

Κάποια στιγμή έφτασα στον προορισμό μου. Χρειαζόσουν σχεδία για να διασχίσεις τους δρόμους, ενώ αρκετά από τ' αμάξια, ως συνήθως, έτρεχαν αδιαφορώντας απολύτως για τους πεζούς. Μάταια αποπειράθηκα να περάσω ένα δρόμο στις μύτες των ποδιών μου – σύντομα έμελλε να νιώσω την ευχάριστη αίσθηση των καταβρεγμένων παπουτσιών. Κι όμως, το απολάμβανα, για κάποιο λόγο. “Όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας τελικά”, σκεφτόμουν, ενώ βάδιζα ανάλαφρα. Και πάνω που έκανα αυτή την ικανοποιητική σκέψη παραλίγο να φάω μια γλίστρα και να πέσω όλος χάμω.

Ώσπου κάποια στιγμή έφτασα, η γούνα μου βρεγμένη, η σκέψη μου ν' αρμενίζει σαν καράβι σε βροχερή ακτή – και είπα να γράψω αυτό το αυθόρμητο κείμενο.

Μέχρι χθες αναρωτιόμασταν πότε θα λήξει αυτή η ζέστη. Και σήμερα κάποιοι μουτζώνουμε ο ένας τον άλλον στη βροχή, ενώ άλλοι γελάμε. Α – και ενδιάμεσα είχαμε εκλογές. Μια ομορφιά – και δεν μιλώ καθόλου ειρωνικά.


Καλή βδομάδα!



18 Σεπτεμβρίου 2015

Η Μόνη Σταθερά σου


Γάτος σε γραμμές ηλεκτρικού...




Έχω κάτι να σου πω και αν θες μπορείς ν’ ακούσεις. Αν αυτός ο νυχτερινός ψίθυρος των λόγων μου μπορεί να ακουστεί. Δεν θα σου πουλήσω συμβουλές, τις οποίες ούτως ή άλλως ίσως να μην τηρώ ο ίδιος. Δεν αμφισβητώ καθόλου πως η διέξοδος του ενός είναι το αδιέξοδο του άλλου· πως ο παράδεισος δεν είναι κοινός τόπος για όλους· κάποιοι μπορεί να τη βρίσκουν περισσότερο στην κόλαση – μόνο που δεν την ονομάζουν έτσι. Ό,τι παρέχει λύσεις σε έναν, δημιουργεί προβλήματα στον άλλον. Αυτό το γνωρίζω καλά.

Μα μέσα στον συρφετό της σχετικότητας, σε αυτό το έδαφος που σείεται κάτω απ’ τα πόδια σου, στο κέντρο όλης αυτής της διαρκούς αβεβαιότητας, στο πάντα αμφίβολο τώρα που το διαδέχεται το πάντα άγνωστο αύριο… ε, κάποια πράγματα νομίζω πως είναι σταθερά. Σαν το κλαδί που γέρνει στον άνεμο – είναι εκεί, φυτρώνει στο έδαφος, αποζητά πάντα τον ήλιο. Ακόμα και αν το έδαφος τρίζει μόνιμα κάτω απ’ τα πόδια του, ακόμα και αν τα κλαδιά του ξεγυμνώνονται. Νομίζω πως μπορείς να εντοπίσεις κάποιες σταθερές.

Μια Σταθερά λοιπόν έχω να σου πω. Ίσως σου φανεί χιλιοειπωμένη, πιθανό να σκεφτείς πως δεν λέω τίποτα καινούργιο· μα δεν ξέρεις πως τα πάντα έχουν, ούτως ή άλλως, ειπωθεί; Πως το καινούργιο είναι η ανακάλυψη, εκ νέου, του παλιού; Η δημιουργία του απ’ την αρχή ξανά;

Ιδού λοιπόν αυτό που έχω να σου πω: Γνωρίζω πως ενίοτε κοιτάζεις πίσω σου· πως σκέφτεσαι πράγματα που έγιναν και θα επιθυμούσες να είχαν γίνει αλλιώς. Πως νιώθεις κάποιες φορές το παρελθόν να σε βαραίνει και σκέφτεσαι πόσο όμορφα θα ήταν αν γυρνούσες πάλι πίσω, με τα τωρινά μυαλά σου, και άλλαζες τα πράγματα. Δεν είναι τα νιάτα που φεύγουν – είναι οι επιλογές που έκανες, ή χειρότερα, εκείνα που δεν έκανες.

Ξέρω πως κάποιες φορές τα σκέφτεσαι αυτά – και νιώθεις άσχημα. Και αισθάνεσαι το παρελθόν να σε βαραίνει σαν τη μοίρα. Και ενώ το μέλλον απλώνεται μπροστά σου άγνωστο, δεκάδες πιθανοί δρόμοι που απλώνονται προς δεκάδες διαφορετικές κατευθύνσεις, το παρελθόν είναι πια ένας δρόμος και μόνο – ένας μοναδικός δρόμος που φτάνει ως εδώ που είσαι τώρα.

Σκέψου όμως: Κάποτε ήταν και αυτό παρόν. Κάποτε και αυτός ο μοναδικός δρόμος ήταν πολλοί διαφορετικοί δρόμοι.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Πάει. Έγινε ό,τι έγινε. Έχεις όμως το παρόν σου – έχεις το Εδώ και Τώρα. Το Εδώ και Τώρα που κυλάει στα χέρια σου σαν τις σταγόνες του νερού που τρέχει. Εμπρός λοιπόν. Πιες – πιες από την πάντα ξέχειλη χούφτα του. Πιες γιατί σκορπάει.

Μην αφήσεις το παρόν σου να μετατραπεί κι αυτό σε παρελθόν για το οποίο, μελλοντικά, θα μετανιώνεις. Κάνε εκείνα ακριβώς που χρειάζεται ώστε να πεις, σε κάποιο πιθανό μέλλοντα χρόνο: «έκανα αυτό που ήθελα· έκανα αυτό που θεώρησα σωστό, με βάση τις δυνατότητες που είχα και τις συνθήκες που βρισκόμουν. Είμαι ικανοποιημένος με τις επιλογές μου. Δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα. Σημασία έχει πως δεν τις σκόρπισα στον άνεμο».

Ξέρω· ξέρω πως δεν είναι το “ιδανικό παρόν” που ίσως, βαθιά μέσα σου, θα επιθυμούσες. Μα η επιθυμία αυτό ακριβώς είναι: η γέφυρα που μας συνδέει με το Κάτι Παραπάνω. Μια γέφυρα που πάντα θα υπάρχει – μα αυτός δεν είναι λόγος να προσπερνάς το τοπίο γύρω σου. Μπορεί να μην είναι το «ιδανικό» – μα έχει τα καλά του. Ασφαλώς και θα μπορούσε να είναι καλύτερο… Μα διεκδικώντας το καλύτερο ενός πιθανού μέλλοντος (μα μόνο πιθανού), πρόσεξε, γιατί μπορεί να λησμονήσεις το παρόν. Το Εδώ και Τώρα που σκορπάει. Γιατί αυτό έχεις.

Το Εδώ και Τώρα είναι η μόνη Σταθερά σου.

Αυτό είχα να σου πω.


~

12 Σεπτεμβρίου 2015

Βάλτε να Πιούμε... όπως παλιά





Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ’ άφταστα θα ζητούμε;

Βάλτε να πιούμε...

Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει.
Τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι.
Μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;

Βάλτε να πιούμε...

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει.
Ελάτε οι ταξιδιάρηδες να πιούμε συναγμένοι.
Στο περιγιάλι το φαιδρό ας γλεντοτραγουδούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Τάχατε κι όποιος δε μεθά κι όποιος δεν τραγουδήσει
κι όποιος στ’ αγκάθια περπατά μια μέρα δε θ’ αφήσει
τ’ αγαπημένο μας νησί που έτσι γερά πατούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Πες μας που πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει;
Πες μας που πάει ο άνεμος, που πάει η φωτιά σαν σβήνει;
Σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.
Καπνοί `ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.
Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη.
Μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη.
Μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε.

Βάλτε να πιούμε...







Βάλτε να πιούμε. Κι ενώ τα Διάφανα Κρίνα μας θύμισαν στιγμές απ’ τα παλιά, μεθώντας τον κόσμο με ποίηση και νότες. Κι ενώ άναβαν φωτιές. Κι ενώ φαινόταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Κι ενώ ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, που ήταν ανάμεσα στους καλεσμένους της συναυλίας, μας υπενθύμισε, η φωνή του μια καταγγελία, πως τα μέλη του συγκροτήματος εργάζονταν για τρία ευρώ σε αμπέλια και delivery… εργάζονταν για να μπορούμε να έχουμε αυτή τη μουσική. Κι ενώ ο Θάνος Ανεστόπουλος μίλησε για τη «χώρα που μας διώχνει μακριά, μας κλωτσάει σαν τα σκυλιά και τους πρόσφυγές της»…

Βάλτε να πιούμε. Και ήπιαμε. Και μεθύσαμε στην υγεία του επανασυνδεδεμένου συγκροτήματος. Και ήταν εκεί ο Γιάννης Αγγελάκας, ήταν οι Last Drive. Και πλήθος κόσμου, παλαιότεροι – τους έβλεπες να ξέρουν απέξω κάθε στίχο – και νεότεροι. Κορίτσια που λικνίζονταν, τυπάδες που χτυπιόνταν. Συγκινημένοι. Με τον τρόπο τους, όλοι τους ευχαριστούσαν.

Και αφού τραγούδησε το «Βάλτε να Πιούμε», θυμάμαι πως ο Θάνος είπε στο μικρόφωνο, τρεις φορές: «Ζωή. Ζωή. ΖΩΗ».

Και η γιορτή δεν σταματά ποτέ.



Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.
Καπνοί `ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.
Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε.


Βάλτε να πιούμε...



ΥΓ – Τον Οκτώβρη με το καλό επιστροφή στα εδώ λημέρια με πολλά όμορφα πράγματα. Όχι ακόμα όμως. Ακόμα πίνουμε στην υγεία του καλοκαιριού που δεν τελειώνει.