Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπλουζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπλουζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Νοεμβρίου 2018

Όταν ο Ρόμπερτ Τζόνσον συνάντησε τον Διάβολο


Ο Ρόμπερτ Τζόνσον, ο Διάβολος και τα Μπλουζ - αφιέρωμα και σχέδιο από το φονικό κουνέλι / When Robert Johnson met the Devil



Ο Robert Johnson και οι απαρχές των Blues… Ένα αφιέρωμα στη διασταύρωση της αλήθειας και του μύθου




Ένα κρύο βράδυ του Οκτώβρη, στα σκονισμένα χρόνια της δεκαετίας του 30, μια νύχτα που το ολόγιομο φεγγάρι έβαφε τον ουρανό στην απόχρωση του αίματος, ο Ρόμπερτ Τζόνσον έκανε συμφωνία με τον διάβολο.

Τον καιρό εκείνο ο Τζόνσον [Robert Johnson] ήταν ένας μοναχικός νεαρός μουσικός των Blues, γυροφέρνοντας σαν την άδικη κατάρα με τη κιθάρα του στα χαραγμένα απ’ το πιοτό και την εκμετάλλευση τοπία του αμερικανικού Νότου. Αναζητούσε κάποια αναγνώριση – μια διέξοδο από εκείνο το τούνελ που είχε καταπιεί εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές πριν απ’ αυτόν: ψυχές φτωχών και περιθωριακών, σέρνοντας πίσω τους το βάρος μιας μακραίωνης ιστορίας σκλαβιάς και ρατσισμού. Τι και αν η σκλαβιά είχε επισήμως καταργηθεί εδώ και δυο γενιές; Μπορούσες ακόμα ν’ ακούσεις τον ήχο απ’ τις αλυσίδες της στα μαζεμένα βήματα των νεαρών νέγρων της εποχής – όπως και στα περιφρονητικά και φοβισμένα βλέμματα που εξαπέλυε πάνω τους η καλοστεκούμενη λευκή αστική κοινωνία των καιρών – όση, τέλος πάντων, είχε βγει ανέπαφη απ’ την οικονομική κρίση και τολμούσε να κοιτάξει καταπρόσωπο τους νέγρους.

Γεννήθηκε στο Μισισίπι και μεγάλωσε στο Μέμφις. Η μητέρα του είχε άλλα δέκα παιδιά πριν από αυτόν. Ο πατέρας του καταγόταν από σκλάβους. Ακόμα κι εκείνον τον καιρό η οικογένειά του εργαζόταν στις φυτείες – το ίδιο περιβάλλον που είχαν γνωρίσει οι παππούδες και οι πρόγονοί του. Βαμβάκια, φτωχόσπιτα και το στίγμα του αράπη. Μα είχαν και την παρηγοριά τους: το αλκοόλ, τη θρησκεία… και τα μπλουζ. Ένα είδος μουσικής που γεννήθηκε στο περιθώριο, σαν τους δημιουργούς του, και ανησύχησε ουκ ολίγους καλοβαλμένους αστούς της εποχής για τον «ηθικό εκφυλισμό» που το χαρακτήριζε. Να ήταν άραγε τα Μπλουζ η μουσική του διαβόλου;

Όσοι γνώρισαν τον νεαρό Τζόνσον λένε πως δεν ήταν καλός μουσικός τα πρώτα εκείνα χρόνια. Είχε μάθει κάποιες τεχνικές της κιθάρας από έναν αδερφό του, μα αδυνατούσε να φτάσει στο παίξιμο τους μεγάλους bluesmen των καιρών, όπως ο Charley Patton και ο Skip James – τους πρώτους μέντορες των “Blues του Δέλτα”, όπως χαρακτηρίστηκαν. Ένας άλλος δάσκαλος των Blues, ο Son House [Σον Χάουζ], τον είχε ακούσει να παίζει σ’ ένα τοπικό στέκι και είχε δηλώσει πως η μουσική του ήταν σκέτη φασαρία. «Δεν είχες ξανακούσει τέτοιο θόρυβο! Πάρε την κιθάρα απ’ τον μικρό, έλεγαν κάποιοι. Θα τους τρελάνει όλους με δαύτη! Δεν πιάνεις τη φυσαρμόνικα καλύτερα;»

Και το βλέμμα του νεαρού Τζόνσον άστραφτε σαν το μάτι του πάνθηρα στο σκοτάδι – ή σαν την αστραπή που φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό.



Μία από τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Τζόνσον
Μία από τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Τζόνσον



Στα 17 του παντρεύτηκε τη φιλενάδα από τα παιδικά του χρόνια, 16χρονη Virginia Travis, μα ίσα που πρόλαβε να ζήσει έναν χρόνο φευγάτης ευτυχίας. Η Virginia πέθανε στη διάρκεια της γέννας – και μαζί με αυτή, πέθανε και το παιδί της. Δύο χρόνια μετά θα παντρευόταν την Coletta Craft - μα θα πέθαινε κι εκείνη.

Ο Τζόνσον ήταν απαρηγόρητος. Δεν του έμενε άλλη επιλογή – έπρεπε να φύγει. Να πάρει τον δρόμο και όπου βγει, παρέα με την κιθάρα του. Ποιος τον αναγνώριζε; Κανένας. Ποιος είχε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά μαζί του; Κανένας. Ποιος έπαιρνε στα σοβαρά τη μουσική του; Κανένας. Μα σάμπως είχε να χάσει κάτι; Τα είχε ήδη χάσει όλα. Τα βήματά του δεν ήταν παρά αποτυπώματα στη σκόνη. Κι αυτός μια κινούμενη σκιά σ’ έναν κόσμο που αδιαφορούσε για υπάρξεις σαν αυτόν.

Και πήρε τους δρόμους, χαράζοντας την πορεία του στα κατάστιχα του αμερικανικού Νότου. Στη διάρκεια της εξορίας του γνώρισε έναν κιθαρίστα, τον Ike Zimmerman, ο οποίος ανέλαβε να τον διδάξει ένα δυο πράγματα. Λέγεται πως κατέφευγαν τις νύχτες στα νεκροταφεία, γράφοντας τραγούδια στις ταφόπλακες, ρουφώντας το φεγγάρι, θέλοντας ίσως να ξυπνήσουν τους νεκρούς… Μα υπήρχε ένας πρακτικός λόγος γι’ αυτό: δεν επιθυμούσαν να ενοχλήσουν τους κατοίκους της πολιτείας, παίζοντας μουσική τα βράδια – μόνη διέξοδός τους το κοιμητήριο. Εκεί ήξεραν πως κανείς δεν θα τους έδιωχνε. Θα έπαιζαν με την ησυχία τους. Σκυλιά που γαβγίζουν στο αιμόφυρτο φεγγάρι. Σκυλιά που αλυχτούν στον κόσμο που τα σπρώχνει μακριά του. Σκυλιά με δόντια που γυαλίζουν.

Ποιος ξέρει… ίσως και να κατόρθωναν όντως ν’ αναστήσουν κάποιον νεκρό από τον τάφο του.



Τα χρόνια της δόξας




Και – ως δια μαγείας – έγινε το θαύμα. Έναν χρόνο μετά ο Τζόνσον επέστρεψε στα παλιά του λημέρια. Μα τώρα πια δεν ήταν ο άχαρος αυτός μουσικός που έκανε τους πάντες να κλείνουν τ’ αυτιά τους. Είχε μεταμορφωθεί σ’ έναν δεξιοτέχνη, όμοιος με τον οποίο δεν είχε ακουστεί ως τότε. Ο κόσμος έτριβε τα μάτια του – μα, αυτός συναγωνίζεται στο παίξιμο τους μεγάλους bluesmen! Και τι συναίσθημα αποπνέει, τι τεχνική, τι ήρεμη δύναμη!

Ο Τζόνσον συνέχισε τις περιπλανήσεις του, εγκαταλείποντας τα γνώριμα τοπία του Νότου. Έμοιαζε να καθοδηγείται από κάποια εσωτερική φωτιά, που τον έσπρωχνε ολοένα μπρος – ποτέ πίσω. Σικάγο, Νέα Υόρκη, Ντιτρόιτ. Τα Μπλουζ είχαν μεταμορφωθεί στα χέρια του από παράφωνο μωρό σ’ ένα παιχνιδιάρικο παιδί – και αυτός έπαιζε μαζί τους, γελούσε μαζί τους, έκλαιγε μαζί τους. Εν έτει 1932 έπαιξε ξανά μπροστά στους αλλότινούς του μέντορες: τον Son House και τον Willie Brown. Μα οι περασμένες εντυπώσεις ανήκαν στο παρελθόν. Οι παλιοί δάσκαλοι δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Μα – αυτός είναι ένας εξαιρετικός μουσικός! Πρόκειται άραγε για τον ίδιο νεαρό που είχαμε γνωρίσει πριν μερικά χρόνια;

Και οι γυναίκες – α, οι γυναίκες τον λάτρευαν. Στις πόλεις και στα μπαρ οι ερωμένες διαδέχονταν η μία την άλλη. Και ο Τζόνσον απολάμβανε την αυξανόμενη φήμη του, τη ρουφούσε αχόρταγα σα νέκταρ.



Η ξακουστή φωτογραφία του Ρόμπερτ Τζόνσον με το κοστούμι, την κιθάρα και το καπέλο
Το ξακουστό πορτραίτο του Ρόμπερτ Τζόνσον



Ήταν μια εποχή που ο κόσμος αποζητούσε τη μουσική των μαύρων. Η Τζαζ είχε εδώ και μια δεκαετία σχεδόν εκτοξευτεί στις προτιμήσεις του κοινού, συμπεριλαμβανομένου του λευκού κοινού των πόλεων – σειρά τώρα είχαν τα Μπλουζ. Την εμπορική αρχή είχαν κάνει οι μεγάλες Ντίβες των Μπλουζ, γυναίκες σαν την Ma Rainey και την Bessie Smith. Τώρα έμελλε ν’ ακολουθήσουν οι μοναχικοί bluesmen του Δέλτα, η μουσική των οποίων εκπροσωπούσε τα πρωταρχικά, αρχέγονα μπλουζ του Νότου.

Έτσι κι έγινε λοιπόν. Μια σημαντική δισκογραφική εταιρία, η ARC Records, πρότεινε στον Τζόνσον να ηχογραφήσει τα τραγούδια του. Το αποτέλεσμα ήταν οι θρυλικές εκείνες εκτελέσεις των 29 τραγουδιών, με τα οποία γνώρισε ο κόσμος τη μουσική του και οι οποίες με το πέρασμα των χρόνων (και των δεκαετιών) έγιναν γνωστές ως τα τραγούδια του “King of the Delta Blues Singers”. Ήταν τα τραγούδια με τα οποία έμελλε να τον γνωρίσουν, καιρό μετά το θάνατό του, ο Muddy Waters και ο Howlin’ Wolf• ο Jimmy Page και ο Eric Clapton• o Keith Richards και ο Bob Dylan.

Ήταν τα τραγούδια στη βάση των οποίων οικοδομήθηκε η μισή μουσική του 20ου αιώνα. Ο πηλός (ακατέργαστος, ίσως, και ωμός, μα στιβαρός και ουσιώδης) πάνω στον οποίο σμιλεύτηκε το μνημείο της Blues και της Ροκ μουσικής.

Είναι δυνατόν αυτός ο καταπληκτικός μουσικός να είναι ο ίδιος εκείνος παλικαράκος με τον οποίο γελούσαμε λίγα χρόνια πριν; - αναρωτιόταν το κοινό που τον ήξερε από παλιότερα. Αποκλείεται! Δες τις επιτυχίες του, δες τη δύναμη που αποπνέει. Κάποιο πνεύμα έχει μπει μέσα του και καθοδηγεί το παίξιμό του! Ναι – αυτή η εξήγηση έμοιαζε περισσότερο πιθανή.

Κάποιοι θα έλεγαν – ο διάβολος.



Παζάρι με τον διάβολο. Ο νέος Φάουστ




Στο σταυροδρόμι των αποφάσεων




Ο μύθος λέει πως ήταν ένα μοιραίο, παγερό βράδυ, στη διάρκεια της περιόδου της εξορίας. Ο Τζόνσον έπαιζε μόνος σε μια σκοτεινή διασταύρωση, στο ανίερο σμίξιμο των δρόμων Highway 61 και 49… Σύμφωνα με μια παράδοση που είχε ρίζες στο μακρινό παρελθόν, η διασταύρωση δύο δρόμων θεωρείται μέρος ερεβώδες, δαιμονικό, χαίνουσα πηγή μαύρης μαγείας. Ο άνεμος φυσούσε, αντηχώντας σαν αναστεναγμός μανιασμένου εραστή. Ο ουρανός έσμιγε με τη σελήνη και γεννούσανε σκιές. Ένα σκυλί ούρλιαζε σα λυσσασμένο, χοροπηδώντας λες και προσπαθούσε να πιάσει το σκιερό του είδωλο – μα εκείνο του διέφευγε διαρκώς.

Τότε ήταν – λένε – που ο Τζόνσον ήρθε σε επαφή με έναν μεγαλόσωμο, επιβλητικό, μαυριδερό κύριο. Ο κύριος του χαμογέλασε και τα λευκά δόντια του αντανακλούσαν τη λάμψη απ’ το φεγγάρι. «Σε περίμενα», του είπε – ή μήπως ήταν ο ήχος της κιθάρας του που έμοιαζε να σμίγει με τον άνεμο και να συνθέτουν λέξεις; «Άργησες, ξέρεις», αντήχησε η φωνή (ή οι συγχορδίες που παρέσερνε ο άνεμος). «Μα ίσως και όχι. Σε αυτή τη διασταύρωση ποτέ κανένας δεν αργεί… κάποιος έρχεται πάντα όταν είναι η ώρα του να έρθει.»

Ο Τζόνσον κατάλαβε ποιος ήταν. Και κατάλαβε ποιος ήταν ο σκοπός του. Η καρδιά του χτύπησε με φόβο και λαχτάρα. Η κιθάρα του άρχισε να παίζει δυνατότερα. «Έχω χάσει όλα όσα είχα. Τη ζωή μου, τη γυναίκα μου, το παιδί μου. Μόνο η κιθάρα αυτή μου μένει. Το μόνο όνειρό μου, ν’ αναγνωριστώ. Να πνίξω τον πόνο μου στη παρηγοριά της δόξας, στη ζεστασιά του ακριβού ποτού, να με θαυμάζουν οι μουσικοί και να με ποθούνε οι γυναίκες. Μπορείς να μου δώσεις αυτό που σου ζητώ;»

Ο διάβολος τον κοίταξε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Ο άνεμος φυσούσε με μανία. «Μπορώ να σου χαρίσω τόση δόξα, όση δε φαντάζεσαι. Θα έχεις ουίσκι άφθονο και γυναίκες φίνες. Δεκαετίες και δεκαετίες μετά θα μνημονεύεται το όνομά σου και θα σε μελετούν οι καλλιτέχνες. Η μουσική του εικοστού αιώνα θα εμποτιστεί στους ρυθμούς που θα της δώσεις… Μα, να ξέρεις, υπάρχει πάντα και το τίμημα... Νομίζω πως αυτό είναι αυτονόητο, θα συμφωνήσεις μαζί μου».



Ο Ρόμπερτ Τζόνσον και ο Διάβολος σε κάρτες / Robert Johnson and the Devil cards



Ο Τζόνσον φάνηκε διστακτικός. Το σταυροδρόμι κάτω στα πόδια του φάνταζε λες και ανήκε σ’ έναν άλλο κόσμο – σα να ήταν το μοναδικό σταυροδρόμι που είχε ποτέ υπάρξει, ίδιο και απαράλλαχτο σε όλες τις εποχές και τους τόπους. Ο αέρας είχε πάψει ν’ αντηχεί, το σκυλί ίσα που ακουγόταν κάπου μακριά. Η κιθάρα χαμήλωσε. Ο Τζόνσον σκέφτηκε το παρελθόν του… τι είχε χάσει, τι είχε να κερδίσει. Σκέφτηκε τα μέλη της φυλής του. Τους εκατοντάδες χιλιάδες εκείνων που γεννιόνταν και πέθαιναν στην αφάνεια, ελπίζοντας, ίσως, σε κάποιο μεταθανάτιο παράδεισο, πέρα απ’ τα μαρτύρια αυτού του κόσμου.

Τα σκέφτηκε όλα αυτά και αποφάσισε.

«Θέλω να γίνω ο βασιλιάς των Blues», είπε στον διάβολο. Και ο διάβολος χαμογέλασε.

«Φέρε την κιθάρα σου, παλικάρι μου», του είπε. Ο Τζόνσον την παραχώρησε. Ο διάβολος την πήρε στα πελώρια χέρια του, την κούρδισε και εκείνη φάνηκε ν’ αναστενάζει ηδονικά. Φλόγες φάνηκαν να ξεπετάγονται από μέσα της. Μα όταν ο Τζόνσον την έπιασε στα χέρια του, η κάψα όλη μπήκε στο κορμί του. Και αισθάνθηκε τότε τη γλυκιά ηδονή της έμπνευσης να τον κατακλύζει.

Και έπαιξε. Και η κιθάρα δυνάμωσε, ο ήχος της εκτόξευσε σπίθες στο σκοτάδι. Ήταν λες και δεν έπαιζε πλέον αυτός, λες και δεν ήταν τα δικά του δάχτυλα στην ταστιέρα. Και ο άνεμος ούρλιαξε με φρενιασμένη χαρά.

…

Λίγα χρόνια μετά, κάποιο βράδυ στο άδυτο ενός μπαρ, κι ενώ ο Τζόνσον είχε αποκτήσει την αναγνώριση που τόσο επιθυμούσε, έπεσε νεκρός. Πηγή του θανάτου ένα ποτήρι ουίσκι ποτισμένο με δηλητήριο. Κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν πως μαχαιρώθηκε. Αμφότερες οι πηγές αναφέρουν ως αιτία θανάτου τον ερωτικό ανταγωνισμό μεταξύ του Τζόνσον και του συζύγου κάποιας από τις ερωμένες του.

Ο διάβολος είχε τηρήσει την υπόσχεσή του.



Ο δαίμονας του Βουντού Papa Legba
Papa Legba painting



Επίλογος. Τα μπλουζ και ο διάβολος – μια κριτική θεώρηση




Η ακόλουθη ανάλυση δεν έχει σκοπό να «εκλογικεύσει» τον μύθο του Ρόμπερτ Τζόνσον – υπάρχει ένας λόγος που σχηματίζονται οι μύθοι και ο λόγος αυτός υπερβαίνει την κοινή λογική – μα να φωτίσει μια συγκεκριμένη πτυχή του φαινομένου «κουλτούρα και διάβολος» - ξεκινώντας από το κυνήγι μαγισσών και φτάνοντας ως τη δαιμονοποίηση της ροκ και μέταλ μουσικής, μεταξύ άλλων. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που αμφότερες οι μεγάλες μουσικές δημιουργίες των μαύρων – η Τζαζ και τα Μπλουζ – στα πρώτα χρόνια της ανέλιξής τους στιγματίστηκαν ως «ανήθικες» ή έφτασαν να δαιμονοποιηθούν από μια μερίδα κόσμου.

Είναι συχνό φαινόμενο (κατά τη διάρκεια του χριστιανικού δυτικού πολιτισμού) η τάση των μαζών να συγχωνεύουν με τον Διάβολο ή το Κακό οτιδήποτε αδυνατούν να κατανοήσουν ή οτιδήποτε αποκλίνει από τις επικρατούσες κοινωνικές νόρμες. Το ίδιο πράγμα που οι «εκλεπτυσμένοι» αστοί καταδικάζουν ως «ανήθικο» ή «ανατρεπτικό», τα χαμηλότερης παιδείας κοινωνικά στρώματα τείνουν να το ερμηνεύουν με θρησκευτικούς όρους: «κακό», ή «σατανικό». Σκεφτείτε τι μπορεί να σήμαινε για το βαθιά θρησκευόμενο και προληπτικό πνεύμα του αμερικανικού Νότου ένας ανερχόμενος μαύρος αστέρας της μουσικής στη διάρκεια της δεκαετίας του 30. Ένας αστέρας που είχε ξεπηδήσει κυριολεκτικά από το πουθενά. Προκαλούσε δέος – και φόβο.

Τι και αν η σκλαβιά είχε καταργηθεί επισήμως. Οι νέγροι έσερναν παντού γύρω τους το στίγμα του «αράπη». Ο πολιτισμός τους φάνταζε «πρωτόγονος» και «βάρβαρος» στα μάτια των συντηρητικών λευκών. Και αν ο λευκός κόσμος αναγνώριζε τις ικανότητές τους ως καλλιτεχνών, αυτό γινόταν μόνο στα πλαίσια της ψυχαγωγίας τους: οι μαύροι ως «διασκεδαστές», ως «θεατρίνοι» - μια παράδοση που φέρει πίσω της δεκαετίες και δεκαετίες, φτάνοντας ως τα πρώτα χρόνια του αμερικανικού κράτους και στην θεατρική παράδοση του Vaudeville – τότε που λευκοί ηθοποιοί έβαφαν τα πρόσωπά τους μαύρα, φορούσαν παρδαλά ρούχα, μιλούσαν με γελοία προφορά και πετούσαν τούρτες ο ένας πάνω στον άλλο.

Και να που, καταμεσής αυτών, εμφανίστηκαν τα Blues. Μια μουσική στην οποία – για πρώτη φορά – ο νέγρος δεν τραγουδούσε για να διασκεδάσει το λευκό κοινό… μα για να ευφράνει την ψυχή του. Για να εξωτερικεύσει τον πόνο του. Για να εκφράσει τη λαχτάρα του. Για πρώτη φορά μετουσίωνε σε τέχνη τα αληθινά του αισθήματα – δεν ήταν πια ηθοποιός, δεν ήταν πια ψυχαγωγός, δεν ήταν πια διασκεδαστής, μα ένας αληθινός άνθρωπος, με σάρκα και οστά. Και επιθυμίες – όχι απαραίτητα «ηθικές» με βάση τα κυρίαρχα λευκά πρότυπα, μα σίγουρα ανθρώπινες.




Μουσικός των Μπλουζ / Blues musician




Αν όμως αυτοί οι «αράπηδες» διεκδικούν αξιώσεις ανθρώπου, πως μπορούμε πια να τους φερόμαστε σαν ζώα; Αν τραγουδάμε τα τραγούδια τους και ταυτιζόμαστε με τους στίχους τους, πως είναι δυνατόν να αποδεχόμαστε τη χαμηλή κοινωνική τους θέση; Όχι, κάτι τέτοιο είναι ανήκουστο! Γιατί από τη στιγμή που θα αποδεχτείς τον άλλο σαν συνάνθρωπό σου, ίσο και όμοιο με σένα, ικανό να παράγει τέχνη ισάξια με τη δική σου, ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα πάνω στο οποίο έχεις χτίσει την εξουσία σου κινδυνεύει να γκρεμιστεί από το βάθρο του.

Τι μένει, λοιπόν; Να χαρακτηρίσεις τη μουσική του ως «ανήθικη». Ως «στερημένη πνεύματος». Ως «εκφυλισμένη». Να υποτιμήσεις το έργο του, να το περιθωριοποιήσεις, να αρνηθείς την υπόστασή του.

Και αν είσαι θρησκευόμενος μπορείς εύκολα να κάνεις κάτι ακόμα: να χαρακτηρίσεις τη μουσική του ως «μουσική του διαβόλου». Αυτό ήταν: με τόσους θρήσκους και προληπτικούς εκεί έξω, ξεμπέρδεψες. Και το κοινωνικό status quo παραμένει ως έχει.

Που να ήξεραν – που να ήξεραν πως τα θεμέλια είχαν πια σκαφτεί! Με το πέρασμα των δεκαετιών τα «σατανικά» Μπλουζ θα παραχωρούσαν τη θέση τους στη «σατανική» Ροκ. Μα ήταν πια αργά για τους πουριτανούς του κόσμου – η μουσική είχε πια τον πρώτο λόγο… 




Μουσικοί των Μπλουζ στις αρχές του 20ου αιώνα /Early Blues musicians




Και ο διάβολος; Και ο μύθος που περιγράψαμε; Άραγε υπήρξε ποτέ εκείνη η μοιραία νύχτα, στη διασταύρωση των Highway 61 και 49;

Στη μυθολογία του Βουντού γίνεται λόγος για μια θεότητα με το όνομα “Papa Legba”. Λέγεται πως συχνάζει σε σταυροδρόμια, όταν έρχονται στιγμές μεγάλων αποφάσεων για τη ζωή ενός ανθρώπου, και παρέχει συμβουλές. Δεν ταυτίζεται με το «κακό», όσο με την ανατροπή – και ενίοτε, το ξεγέλασμα. Θα βρείτε πολλές αναφορές σε αυτόν στη μυθοπλασία γύρω από τη ζωή του Ρόμπερτ Τζόνσον. Να θυμίσουμε, εξάλλου, πως οι μάζες των αφρικανών σκλάβων που μετέβησαν στην Αμερική έφεραν μαζί τους τις πνευματικές παραδόσεις της πατρίδας τους – σμίγοντάς τες με την χριστιανική πίστη που συνάντησαν στις αποικίες και δημιουργώντας πλήθος από ενδιαφέροντα θρησκευτικά αμαλγάματα.

Κάθε κριτική ανάλυση ενός μύθου σκοντάφτει σε ένα χώρο που αδυνατεί, κατά τη γνώμη μου, να φωτίσει. Είναι σαν εκείνο που έλεγε ο Φρόυντ για τα όνειρα: προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις και ως ένα βαθμό το κατορθώνεις – μα υπάρχει πάντα ένα επίπεδο πέραν του οποίου δεν μπορείς να πας: το «σκοτεινό» σημείο του ονείρου, όπως και το «σκοτεινό» σημείο του μύθου. Γιατί κάθε μύθος φέρει πίσω του το συλλογικό ασυνείδητο του λαού που τον γέννησε – ένα αχανές πλέγμα σημασιών και φαντασιακού.

Εξάλλου ο ίδιος μύθος που για μια μερίδα κόσμου δρα αποτρεπτικά και εκφοβιστικά, για μια άλλη συνιστά αιτία ενδυνάμωσης. Ένας άνθρωπος που έφτασε σε σημείο να κάνει συμφωνίες με θεούς, δαίμονες και πνεύματα – τι καλύτερος τρόπος για εκτοξεύσεις μια τέχνη ή ένα κίνημα! Κάπως έτσι αρχίζουν οι θρησκείες.

Και η μουσική… είναι μια θρησκεία – και ίσως κάτι παραπάνω.




Κιθάρα Blues




Έχω την αίσθηση πως αν ρωτούσαμε τον Ρόμπερτ Τζόνσον αν έκανε συμφωνία με τον διάβολο – θα μας κοιτούσε με νόημα και θα χαμογελούσε. Και στη συνέχεια θα έπιανε την κιθάρα του και θα έπαιζε ένα τραγούδι. Αυτό όλο – και ας δώσει ο καθένας τις δικές του ερμηνείες.

Κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος. Αν απολαύσατε το παρόν μουσικό ταξίδι, μπορείτε να συνεχίσετε την ιστορική και αφηγηματική μας διαδρομή με την παρουσίασή μου πάνω στην ιστορία της Τζαζ:


Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος 1 – ο Αρχέγονος Ρυθμός


Μέχρι να τα ξαναπούμε, σας αφήνω με κάποιους στίχους του Ρόμπερτ Τζόνσον – του αδιαμφισβήτητου Βασιλιά των Blues του Δέλτα.



I got to keep movin', I got to keep movin' 

Blues fallin' down like hail, blues fallin' down like hail 

Hmmm-mmm, blues fallin' down like hail, blues fallin' down like hail 

And the days keeps on worryin' me 

There's a hellhound on my trail, hellhound on my trail 

Hellhound on my trail… 


Every old place I go, every old place I go 

I can tell the wind is risin', the leaves tremblin' on the tree 

Tremblin' on the tree 

I can tell the wind is risin', leaves tremblin' on the tree 

Hmm-hmm hmm-mmm 

All I need's my little sweet woman 

And to keep my company, hey, hey, hey 

My company 



© Παρουσίαση και σχεδιασμός αρχικής εικόνας από το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος του 18. Παρακαλώ να μην γίνει αντιγραφή και αναδημοσίευση του κειμένου σε άλλες ιστοσελίδες


Στη διασταύρωση 61 και 49 / Robert Johnson Highway 61 & 49

11 Οκτωβρίου 2015

Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος Ι: Ο Αρχέγονος Ρυθμός



Ιστορία της μουσικής Τζαζ, μια παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι. Μέρος πρώτο, ο αρχέγονος ρυθμός




“H Jazz ξεπλένει την σκόνη της καθημερινής ζωής" - Art Blakey


“Με ενοχλεί όταν προσπαθούν οι άνθρωποι να αναλύσουν τη Jazz λες και είναι κάποιο διανοητικό θεώρημα. Δεν είναι. Είναι συναίσθημα” – Bill Evans


“Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν σχετικά με τη jazz, φίλε, είναι πως δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Εσύ ξέρεις;” – Bix Beiderbecke



“O αυτοσχεδιασμός είναι η ικανότητα να επικοινωνείς με τον εαυτό σου” – Cecil Taylor


“Εάν δεν το κάνεις βίωμά σου, δεν θα ξεπροβάλλει απ’ την κόρνα σου” – Charlie Parker


“Είναι πολύ δύσκολο ν’ αποφασίσεις που ξεκινάει η Jazz και που τελειώνει, που βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη Jazz και στην Κλασική Μουσική. Ο ίδιος νιώθω πως δεν υπάρχει τέτοιο όριο” – Duke Ellington


“Η ζωή μοιάζει πολύ με τη τζαζ… είναι καλύτερη όταν αυτοσχεδιάζεις” – George Gershwin


“Ξεκινώ απ’ τη μέση μιας πρότασης και βαδίζω και προς τις δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα” – John Coltrane


“Ακόμα και η σιωπή χορεύει σε ρυθμούς swing” – John Mehegan


“Η Jazz είναι μια μουσική φτιαγμένη από ανθρώπους και για ανθρώπους που έχουν επιλέξει να αισθάνονται όμορφα, ανεξαρτήτως των συνθηκών” – Johnny Griffin


“H μουσική είναι η συντομογραφία του συναισθήματος” – Λέων Τολστόι


“Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος” – Φρίντριχ Νίτσε


“Φίλε, αν χρειαστεί να ρωτήσεις τι είναι η Τζαζ, ποτέ δεν θα το μάθεις” – Louis Armstrong




Ο παλμός




Αν χρειαστεί να ρωτήσεις για τη Τζαζ, ποτέ δεν θα μάθεις περί τίνος πρόκειται, έλεγε ο Λούις Άρμστρονγκ, τα μάτια του αντανακλώντας τη λάμψη της τρομπέτας του. Και να’ μαι εδώ, στον υπολογιστή μπροστά, σκορπώντας λέξεις που ακροβατούν στην οθόνη σαν ξεστρατισμένες νότες, προσπαθώντας να χτίσω μια εισαγωγή για το αφιέρωμά μας στη μουσική Τζαζ και την ιστορία της. Ένα αφιέρωμα που θα διαρκέσει μήνες και μήνες και του οποίου το φινάλε μόλις που μπορώ να φανταστώ, κάπου στα βάθη του τούνελ της σκέψης μου. Πώς να ξεκινήσω; Τι να πω για μια μουσική που μιλάει κατά κύριο λόγο δίχως λόγια; Με ποιο τρόπο θα κατορθώσουν οι ξερές αυτές λέξεις πάνω στην επίπεδη επιφάνεια της οθόνης να αποτυπώσουν κάτι απ’ την αρχέγονή της αίσθηση, αίσθηση απαλή σαν άγγιγμα μεταξωτού, μα ξέφρενη σαν διαδρομή ρόλερ κόστερ;

Τα δάχτυλά μου αποσύρονται απ’ το πληκτρολόγιο και χτυπούν ρυθμικά πάνω στο τραπέζι. Ταπ. Σκέφτομαι πως ένα χτύπημα σε μια επιφάνεια, οπουδήποτε, είναι αρκετό για να παράγει κάποιον ήχο. Ταπ. Έναν απλό ήχο που θα μπορούσε να σημαίνει χίλια πράγματα… Μα αν δύο χτυπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο… τότε ο ήχος δημιουργεί ρυθμό. Ταπ-ταπ. Το ένα θα μπορούσε να είναι απλά τυχαίο. Μα στα δύο παύει το τυχαίο. Στα δύο αρχίζει ο χορός.

Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Ρυθμός που επαναλαμβάνεται, όμοιος με τους χτύπους της καρδιάς. Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Σαν ένα άγνωστο μήνυμα που περιμένει ν’ αποκρυπτογραφηθεί. Μια ξεχασμένη γλώσσα που προσπαθείς ν’ αφουγκραστείς, ερχόμενη από τα άδυτα της συλλογικής μας μνήμης. Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Τα δάχτυλά σου στο τραπέζι. Πλιτς-πλιτς. Οι σταγόνες που κυλούν από μια βρύση. Ντουπ-ντουπ. Το πόδι σου που χτυπάει ρυθμικά στο πάτωμα. Ο αρχέγονος παλμός. Η παλιότερη απ’ τις γλώσσες.




Άνδρας παίζει blues και ένα κοριτσάκι δίνει τον ρυθμό - Bluesman and girl dancing




Ταπ-ταπ. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Η καρδιά σου χτυπάει και μαζί της χτυπούν τύμπανα στη σκέψη σου. Ταξιδεύεις νοερά, πας πίσω στο χρόνο. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Στο νου σου ξεπροβάλλουν θεόρατα δέντρα και πυκνά δάση. Νομίζεις πως αντηχεί ο παλμός του δάσους, που είναι ταυτόχρονα ο χτύπος της καρδιάς σου. Και ο ρυθμός γίνεται ολοένα και πιο χορευτικός – και η καρδιά σου φτερουγίζει – και τα ταμπούρλα δυναμώνουν. Και νιώθεις – αν και αδυνατείς να το εξηγήσεις – πως έχεις βρεθεί ξανά εδώ.

Ταμ-Ταμ-Ταραπαταπ. Το τοπίο γύρω σου μοιάζει με κάποια αφρικανική ζούγκλα. Ένας πάνθηρας σε παρατηρεί κρυμμένος μες στα φυλλώματα των δέντρων, η γούνα του γυαλιστερή, τα μάτια του εξακοντίζοντας σπίθες φωτός στους θάμνους. Ταπ-ταπ-ταπ. Όλα μοιάζουν γνώριμα, η ζούγκλα δείχνει τόσο οικεία. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Ο ρυθμός γίνεται ακανόνιστος · το πνεύμα σου παραδίδεται στο αρχέγονο διονυσιακό ένστικτο που περιέγραψε ο Νίτσε. Γίνεσαι ένα με τα κύματα του ήχου, όπως αντηχούν στη σκέψη σου. Τελικά είναι τα τύμπανα του δάσους εκείνα που χτυπούν; Ή μήπως είναι η φαντασία σου;

Η ιστορία της Τζαζ δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινάει εκεί που όλα ξεκίνησαν: στην ίδια την καρδιά της αφρικανικής ηπείρου. Εκεί που κάποιοι πρόγονοί μας, κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, ανακάλυψαν τον αρχέγονο, πρωτόγονο ρυθμό. Όταν αντήχησαν τα πρώτα κρουστά και σκόρπισαν πολύχρωμες αχτίδες ήχου στα βάθη του απύθμενου δάσους. Τότε που γεννήθηκε η μουσική η ίδια, όταν το απολλώνιο πνεύμα της Οργάνωσης και του Νόμου απουσίαζε και δέσποζε ο Διόνυσος και η ατελείωτή του μέθη. Είναι τα ταμπούρλα της μαμάς-Αφρικής εκείνα που ακούς… μα είναι επίσης ο παλμός της μητέρας σου, τον καιρό που βρισκόσουν στην κοιλιά της – ο πρώτος ρυθμός που άκουσες ποτέ. Ο χτύπος της καρδιάς…

Ο παλμός της μουσικής είναι οι ρίζες της ίδιας της ζωής.




Αφρικανικός χορός




Έκσταση στα βάθη της Νέας Ορλεάνης




Βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνα – περίπου δυο αιώνες πριν – και ένα ασυνήθιστο τελετουργικό έθιμο είχε αναβιώσει στην Πλατεία Κονγκό (Congo Square) της Νέας Ορλεάνης. Τις Κυριακές οι σκλάβοι συναθροίζονταν και χόρευαν εκστασιασμένοι σε κύκλους.

Υπό τους αδιάκοπους ήχους των κρουστών έστηναν έναν ψηλό βωμό στο κέντρο της πλατείας, στην κορφή του οποίου ανέβαιναν μεταμφιεσμένα δύο πρόσωπα: ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα ντυμένη στο κόκκινο του αίματος. Μαζί τους δέσποζε η ιερή θεότητα που λάτρευαν: το όνομά της ήταν Damballa ή Da και είχε τη μορφή ενός πελώριου φιδιού. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα επικαλούνταν τη θεότητα και άρχιζαν να λικνίζονται, να τρέμουν, να τινάσσονται, υπό τους ήχους των ταμπούρλων· σταδιακά το τρέμουλο μετατρεπόταν σε σπασμούς, ενώ οι ήχοι των κρουστών δυνάμωναν. Τα πλήθη των σκλάβων αφήνονταν να παρασυρθούν από το αόρατο κύμα. Τους έβλεπες να χορεύουν σαν μανιακοί, να φωνάζουν, να σκίζουν τα ρούχα τους, να δαγκώνουν το δέρμα τους – και ο ρυθμός δυνάμωνε, δυνάμωνε, άγγιζε τη διαπασών, και ο κόσμος χόρευε, τρελαινόταν, έφτανε στην έκσταση, παραδινόταν στο απόλυτο.




Σκλάβοι χορεύουν στην πλατεία του Κονγκό - Congo square slaves dancing
Congo square slaves dancing



Για τους λευκούς κατοίκους της πολιτείας και τους χριστιανούς τέτοιοι χοροί ήταν συνώνυμοι με τη μαύρη μαγεία· το βουντού. Και τους αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη ή φόβο. Μα για τους σκλάβους – δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που είχαν μεταφερθεί σε αλυσίδες απ’ την πατρίδα τους – οι τελετουργικοί αυτοί χοροί συμβόλιζαν το αρχέγονο πνεύμα της χώρας τους. Και συνιστούσαν μια μοναδική περίπτωση κατά την οποία μπορούσαν οι ίδιοι να αισθάνονται ελεύθεροι – η έκσταση της μουσικής και του χορού τους έκανε για λίγο να ξεχνάνε τη σκλαβιά τους.

Οι εβδομαδιαίες αυτές μαζώξεις στην Congo Square διήρκεσαν δεκαετίες – ως το 1885. Και – πράγμα περίεργο – την ίδια εποχή που τα τελετουργικά σταμάτησαν, τον καιρό που η σκλαβιά είχε επισήμως πια καταργηθεί, άρχισαν να ξεπηδούν οι πρώτες, αρχέγονες τζαζ μπάντες. Να είναι άραγε σύμπτωση; Και αν αυτό είναι σύμπτωση, τι θα λέγαμε άραγε για τη σημερινή ονομασία της πλατείας Κονγκό;

Η ίδια αυτή πλατεία, που δυο αιώνες πριν φιλοξενούσε τις εκστατικές τελετές των σκλάβων, σήμερα ονομάζεται πλατεία Louis Armstrong.

Όσο αφορά τον ρυθμό των κρουστών, που πάντοτε συνόδευε τις λατρευτικές εκείνες εκδηλώσεις; Ο ήχος τους σκορπούσε φόβο σε μια μερίδα του λευκού πληθυσμού. Ήδη από την Εξέγερση του Stono του 1739, όταν οι σκλάβοι ξεχύνονταν στην επίθεση υπό τους ήχους των τυμπάνων, τα κρουστά είχαν ταυτιστεί με την “επικίνδυνη μαύρη μουσική”. Μια μουσική απομακρυσμένη από τις εξευγενισμένες φόρμες της δυτικής λευκής μουσικής, ταυτισμένη με τα κατώτερα ζωικά ένστικτα σύμφωνα με τους εχθρούς της – και δεν ήταν λίγοι αυτοί οι εχθροί. Υπήρξαν την εποχή εκείνη άφθονες θρησκευτικές οργανώσεις που προσπαθούσαν να μυήσουν τους μαύρους στην «καλή μουσική της Δύσης», ενώ αμερικανικές πολιτείες όπως η South Carolina έφτασαν να απαγορεύουν εξ’ ολοκλήρου τη χρήση τυμπάνων και κρουστών.

Μα ήταν αδύνατο να ξεριζώσεις τη μουσική, δίχως να βγάλεις την ίδια την καρδιά που χτυπάει. Εκείνο που αγνοούσαν οι πολέμιοι της «μαύρης μουσικής» - οι ίδιοι άνθρωποι που αντιτάχθηκαν στις εξελικτικές θεωρίες του Δαρβίνου και αρνούνταν να παραδεχτούν πως ο άνθρωπος συγγενεύει με τον πίθηκο – ήταν πως τα ρυθμικά εκείνα τύμπανα συνιστούσαν την πηγή της ίδιας της εξέλιξης. Πως αποτελούσαν ένα ανοιχτό παράθυρο στα άδυτα του χρόνου. Πως τα πάντα ξεκίνησαν από τη Μαύρη Ήπειρο. Από την ίδια εκείνη Αφρική, τους κατοίκους της οποίας έσερναν με βία στο Νέο Κόσμο, πουλώντας και αγοράζοντάς τους λες και ήταν αντικείμενα. Και αν τους τρόμαζαν οι τελετουργίες του βουντού, αγνοούσαν φαίνεται τον κατεξοχήν μαγικό ρόλο που έπαιζε η Τέχνη (άρα και η μουσική) στα πρώτα βήματά της. Στο σύνολο των αρχαίων πολιτισμών, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, τους γηγενείς της Αμερικής, τους πρώτους Ευρωπαίους… η τέχνη δεν ήταν ποτέ «απλά» μια μορφή ψυχαγωγίας. Ο ρόλος της ήταν βαθιά λειτουργικός και ταυτισμένος με τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου. Και ο παλμός της μουσικής ήταν ένας παλμός μαγικός, απελευθερωτικός.

Ήταν ο ίδιος εκείνος παλμός που δονούσε την πλατεία Κονγκό της Νέας Ορλεάνης. Ο μαγικός ρυθμός που ακόμα αντηχεί, κάπου βαθιά στη σκέψη μας, εκεί που το παρελθόν σμίγει με το παρόν, ενώ αφήνονται στην αιώνια πλημμυρίδα του χρόνου…




Τελετή βουντού της παράδοσης της Νέας Ορλεάνης - New Orleans voodoo dance
Τελετή βουντού της παράδοσης της Νέας Ορλεάνης



Τα χαρακτηριστικά της αφρικανικής μουσικής παράδοσης




Ένα επισκεφτούμε σήμερα μια Εκκλησία των Βαπτιστών, σε κάποια νότια πολιτεία των ΗΠΑ, ενδεχομένως εκπλαγούμε από το... μουσικοχορευτικό θέαμα που επικρατεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Θυμόμαστε όλοι χαρακτηριστικές σκηνές από αμερικανικά φιλμ, τα οποία παρουσιάζουν πλήθη αφροαμερικανών που τραγουδούν και λικνίζονται ρυθμικά, υπό τους ήχους του εκκλησιαστικού οργάνου, ψέλνοντας ύμνους στον Θεό. Πόσο διαφορετική φαντάζει η ατμόσφαιρα συγκριτικά με το κατανυκτικό κλίμα της δυτικής παράδοσης!

Ο λόγος για τα περίφημα “Spirituals”, από τα οποία έλκει την καταγωγή της η μουσική Γκόσπελ (Gospel). Βασικό χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η παρουσία ενός ή περισσότερων κεντρικών προσώπων που τραγουδούν και η συνοδεία του τραγουδιού, στίχο προς στίχο, από το πλήθος του κόσμου. Ουσιαστικά καταρρίπτεται η δυτική διαφοροποίηση ανάμεσα στον “τραγουδιστή” και στο “κοινό” - αμφότεροι συμμετέχουν στη γιορτή της μουσικής. Καθώς εξάλλου τα συλλογικά αυτά τραγούδια ενέχουν λατρευτικό ρόλο, μας θυμίζουν τις πρακτικές των μουσικών-μάγων που συναντήσαμε στην πλατεία του Κονγκό. Οι μεν λατρεύουν το μεγάλο θεό-φίδι και εκστασιάζονται ομαδικά μέσω του χορού και των κρουστών... Οι δε λατρεύουν το Θεό της χριστιανικής θρησκείας και εκστασιάζονται ομαδικά μέσω του κοινού τραγουδιού και του εκκλησιαστικού οργάνου... Οι διαφορές τους δεν είναι παρά επιφανειακές. Το βουντού συναντάει τον χριστιανισμό από την πίσω πόρτα και πάνε μαζί για ένα καφέ.

Η συνοδεία του τραγουδιού, διαδοχικά στίχο προς στίχο, από τα πλήθη των θεατών, ανήκει στη μεγάλη μουσική παράδοση του “Call And Response” - παράδοση που χάνεται στα βάθη του χρόνου. Πρόκειται για μια γνήσια διαλεκτική διαδικασία: ένας μουσικός παίζει μια νότα και κάποιος άλλος “απαντάει” με μια δική του. Αντίστοιχα, ένας τραγουδιστής της Γκόσπελ απαγγέλλει έναν στίχο, στον οποίο “απαντούν” με τη σειρά της η χορωδία, ή τα πλήθη των θεατών. Η πολυφωνία δεσπόζει: ο καθένας συμμετέχει παρέχοντας μια “νότα” στο σύνολο, μια προσωπική κατάθεση που σμίγει με εκείνες του πλήθος, δημιουργώντας ένα αρμονικό συλλογικό μωσαϊκό.




Σκλάβοι εργάζονται στις φυτείες βαμβακιού - Cotton slaves working
Σκλάβοι εργάζονται στις φυτείες βαμβακιού



Στο παραδοσιακό Call and Response καταργείται, όπως είδαμε, η διάκριση ανάμεσα στους θεατές και τους μουσικούς, όπως καταργείται ενίοτε η διάκριση ανάμεσα στη μουσική και το χορό: Οι πάντες συμμετέχουν, με τις φωνές, τα μουσικά όργανα, ή με τα σώματά τους. Μια πολύ μικρή, αταβιστική ίσως υπενθύμιση αυτού του στυλ μπορούμε να νιώσουμε ίσως στη διάρκεια ορισμένων συναυλιών, όταν συνοδεύουμε ρυθμικά ένα τραγούδι με παλαμάκια και τραγουδάμε όλοι μαζί... μα αυτό δεν είναι παρά ένα ίχνος, μια μικρή αναφορά σε μια πολύ βαθύτερη παράδοση.

Η μουσική παύει να συνιστά “ανώτερη τέχνη” ή ψυχαγωγία και μετατρέπεται σε μια γνήσια μορφή συλλογικής εργασίας. Συναντούμε τον ίδιο διαχωρισμό εξάλλου και σε έργα εικαστικού χαρακτήρα: σύμφωνα με την παράδοση της Δύσης, ο σωστός τρόπος να απολαύσεις έναν ζωγραφικό πίνακα είναι να τον δεις από απόσταση. Μα σύμφωνα με την παράδοση άλλων πολιτισμών, χρειάζεται να συμμετέχουν κι άλλες αισθήσεις, όπως η αφή – δεν αρκεί να βλέπεις ένα έργο με τα μάτια σου.

Η παράδοση του Call and Response έλκει μεν τις ρίζες της από την Αφρική (όπως κάθε μουσική), μα όντας μια παράδοση λαϊκού χαρακτήρα, συναντούμε στοιχεία της και στο παρελθόν των δυτικών κοινωνιών. Ήδη σε δυτικά εργατικά τραγούδια του 15ου αιώνα έχουν εντοπιστεί ανάλογα μοτίβα – κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως η συμμετοχική αυτή μουσική παράδοση δεν τόσο συνιστά θέμα “φυλής” ή “εθνικότητας”, μα κοινωνικής τάξης. Η συμμετοχή στη μουσική ταυτιζόταν με μια συλλογική μορφή απελευθέρωσης, ενείχε δηλαδή καθαρτικό χαρακτήρα.

Οι σκλάβοι που μεταφέρονταν κατά χιλιάδες στις αμερικανικές αποικίες έφεραν μαζί τους τις μουσικές παραδόσεις των χωρών τους. Σκλάβοι όχι μόνο από την Αφρική, μα και από τα νησιά της Καραϊβικής (απ' όπου έλκουν την καταγωγή τους αρκετές από τις πρακτικές του βουντού), άνθρωποι που τραγουδούσαν και χόρευαν για να απαλύνουν τους πόνους της καθημερινότητας και να δοξολογήσουν τους θεούς που λάτρευαν. Από τη μία υπήρχαν τα Spirituals – τα πνευματικά/λατρευτικά τραγούδια και από την άλλη τα Εργατικά τραγούδια (Work Songs) – αναλογικά όμοια με εκείνα των λαών της Δύσης. Και στα μεν και στα δε συναντούμε τη διαλεκτική και την πολυφωνία του Call and Response. Αμφότερα βρίσκονται στον πυρήνα εκείνου που, καιρό μετά, θα σχημάτιζε τη μουσική Τζαζ.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αφρικανικής μουσικής παράδοσης εξάλλου ήταν η έμφαση στους ήχους, όχι στις νότες. Εδώ δεν υπήρχαν παρτιτούρες, δεν συναντούσες γραπτή μουσική και υψηλές συμφωνίες. Τα πάντα πήγαζαν απ' το συναίσθημα, από το αυθόρμητο συλλογικό παίξιμο. Κάποιες φορές τα μουσικά όργανα έφταναν ως και να μιμηθούν την ανθρώπινη φωνή, παραδίδοντας αξιοπερίεργους, ευφάνταστους ήχους.




Χορός των σκλάβων - Slave dance 1780's
Χορός των σκλάβων 1780's


Δύο είδη ρυθμού




Σύμφωνα με τον ιστορικό της Τζαζ Ted Giola, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αφρικανικής μουσικής παράδοσης είναι ο ρυθμός. Ο προεξάρχων ρυθμός, ο ρυθμός που ποτέ δεν σταματά – όμοιος με τον παλμό της ζούγκλας που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου. Εκεί που η αδιάκοπη ροή των κρουστών σμίγει με τον αέναο παλμό της καρδιάς.

Υπάρχει μια σχεδόν υπνωτιστική διάσταση στο ρυθμό. Ο επαναλαμβανόμενος ήχος ενός μακρινού ταμπούρλου ενδεχομένως να σου επιφέρει μια ευχάριστη υπνηλία – ιδανική για ένα μεσημεριανό υπνάκο. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μονότονος ρυθμός είχε από παλιά ταυτιστεί τόσο με τα στρατιωτικά εμβατήρια, όσο και με τις γαλέρες των σκλάβων. Ταμ-Ταμ-Ταμ. Εν-Δυο-Εν-Δυο. Αυτός ο ρυθμός ήταν ενσωματωμένος από παλιά στις παραδόσεις των ισχυρών Κρατών, εξυπηρετώντας τους σκοπούς τους, ιδανικός για την πειθάρχηση των μαζών. Και να είστε βέβαιοι πως σε μια ολοκληρωτική οργουελική κοινωνία θα ηχούσαν από τους ήχους των Μεγάφωνων μονότονοι ρυθμοί που επαναλαμβάνουν σταθερά: “Όλα-πάνε-καλά. Όλα-πάνε-καλά”.

Μα αυτή δεν είναι παρά η μία μόνο όψη του ρυθμού. Γιατί κάτω από τον υπνωτιστικό αυτό ρυθμό ξεχωρίζει και ένας άλλος – σκοτεινότερος, βαθύτερος, δημιουργικός. Ήταν εκείνος που ο Νίτσε ταύτισε με τη διονυσιακή μουσική παράδοση, την οποία συναντούμε σε πολιτισμούς όπως οι αρχαίοι Θράκες: εκεί που ο χορός, η μουσική και το τραγούδι αποκαλύπτουν τα όρια της φαινομενικότητας και το υπέροχο χάος που δεσπόζει κάτω απ' το περίτεχνο χαλί της. Ο ρυθμός παύει πια να είναι επαναλαμβανόμενος και αρχίζει να αυτοσχεδιάζει. Πλέον τα πάντα είναι πιθανά. Αυτός είναι ο ήχος της ελευθερίας. Ο ανεξέλεγκτος, εκστατικός, δαιμονιακός χαρακτήρας της μουσικής.




Χορός των σκλάβων / Slave dance




Ήταν αυτός ανεξέλεγκτος ο ρυθμός που φόβιζε τους συντηρητικούς – τον κόσμο που ταύτιζε τη μουσική με τις αρμονικές συνθέσεις της Δύσης, αγνοώντας πως εκείνες δεν συνιστούν παρά τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Μα υπάρχει και μια άλλη μουσική. Ήταν η μουσική που δέσποζε στις αφρικανικές ζούγκλες, τις αρχαίες λατρευτικές εκδηλώσεις και στους θρακικούς αγρούς. Ήταν η μουσική υπό τους ήχους της οποίας εκστασιάζονταν οι σκλάβοι της πλατείας Κονγκό. Ήταν η μουσική που εισέβαλε, θα ' λεγες ανόσια, στις Εκκλησίες των Αφροαμερικανών. Ήταν μια μουσική αληθινά συλλογική, που επέτρεπε ωστόσο τον προσωπικό αυτοσχεδιασμό.

Ήταν η μουσική που γέννησε τη Τζαζ.



Βαμμένα Μαύρα Πρόσωπα




Το παρόν αφιέρωμα θα ήταν αδύνατο να γίνει δίχως φωτογραφίες – γενικά δίνω μεγάλη έμφαση στις εικόνες σε όλα τα αφιερώματα που ανεβάζω και στην συγκεκριμένη υποενότητα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί. Ας κοιτάξουμε την ακόλουθη εικόνα. Πρόκειται για το εξώφυλλο της καταγεγραμμένης μουσικής ενός μεγάλου χιτ της εποχής. Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα χιτ του 19ου αιώνα, χαρακτηριστικό του πνεύματος των καιρών και των γούστων του κοινού. Στην προκειμένη περίπτωση η εικόνα μιλάει όσο χίλιες λέξεις – και ακόμα περισσότερες.




Jim Crow / Τζιμ Κρόου




Ο λόγος για το περίφημο “Jump Jim Crow” του 1828, ένα τραγούδι που συνοδευόταν απ’ τον αντίστοιχο κωμικό χορό του και αποδιδόταν ζωντανά στα λεγόμενα Minstrel Show – τη διασημότερη μορφή μαζικής ψυχαγωγίας της εποχής στις ΗΠΑ, ένα είδος λαϊκού θεάτρου που συνδύαζε κωμωδία, παντομίμα, χορό και μουσική. Αν έπρεπε να κάνουμε μια αντιπαραβολή σε επίπεδο μαζικής απήχησης, τα Minstrel Show είχαν τη σημασία που έχουν στις μέρες μας τα κλαμπ και ο κινηματογράφος μαζί. Και ο έρμος ο Jim Crow ήταν μια καρικατούρα των μαύρων της εποχής, ένας ταλαίπωρος παλιάτσος, σκοπός του οποίου ήταν η ψυχαγωγία του κοινού.

Ταλαίπωρε Τζιμ! Ακόμα και ο Τζιμ στο θρυλικό «Χάκλμπερι Φιν» του Μαρκ Τουέιν ήταν περισσότερο τυχερός από σένα! Γιατί εκείνος ήταν ένας σκλάβος που επιχείρησε να σπάσει τα δεσμά – προκατειλημμένος, αμόρφωτος, άθελά του κωμικός… μα αληθινός, όσο αληθινός μπορεί να είναι ο χαρακτήρας ενός βιβλίου. Ενώ εσύ, Τζιμ του θεάτρου, δεν ήσουν παρά μια καρικατούρα. Μια κακή απομίμηση, οικοδομημένη πάνω στα στερεότυπα που έτρεφαν για σένα οι λευκοί. Οι ίδιοι λευκοί που σου φόρεσαν αλυσίδες και έπειτα γέλασαν με τα καμώματά σου, όπως θα γελούσαν με ένα σκυλί που χοροπηδάει στο λουρί του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα, βλέπετε, ο ρόλος του «Τζιμ Κρόου» πάνω στη σκηνή αποδιδόταν όχι από μαύρους ηθοποιούς… μα από λευκούς, βαμμένους με μαύρη μπογιά. Μια παράδοση που έφτασε ως και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και ίχνη της οποίας βλέπουμε μέχρι και σε κινηματογραφικές επιτυχίες των καιρών, όπως ο περίφημος «Τραγουδιστής της Τζαζ» - η πρώτη ομιλούσα ταινία, με τον Αλ Τζόλσον να υποδύεται ένα μαύρο έχοντας βάψει το πρόσωπό του και διατηρώντας εκείνο το πλατύ, κωμικό χαμόγελο του κλόουν.




Minstrel poster




Το λευκό κοινό αντιμετωπίζοντας τους μαύρους ως στερεότυπα (όπως επίσης τους Κινέζους, τους Ιάπωνες, τους Εβραίους, τους αυτόχθονες Αμερικάνους και τόσους άλλους λαούς), απάλυνε τις ενοχές για την κακομεταχείρισή τους και για την έλλειψη ισότητας και ενίσχυε την ψευδαίσθηση της «εκλεκτής ράτσας», σε μια εποχή ιμπεριαλιστικής επιβολής. Ακόμα και όταν είχε καταργηθεί επισήμως η σκλαβιά, οι διακρίσεις παρέμεναν – το αποτύπωμα δεν φεύγει, βλέπετε, αν αφαιρέσετε ένα στρώμα μπογιάς. Χρειάζεται να σκάψεις κάτω βαθιά, να φτάσεις ως τις ρίζες, για να εξαλείψεις την ψυχολογική κατηγοριοποίηση, τη ρίζα κάθε ρατσισμού. Και όπως θα διαπιστώσουμε στις συνέχειες του αφιερώματός μας, η ιστορία τόσο της Τζαζ όσο και της συνολικής μουσικής του 20ου αιώνα φέρει βαθιά μέσα της αυτό το αποτύπωμα.

Το ίδιο αποτύπωμα που παρουσιάζει αυτόν τον κακομοίρη, αστείο ανθρωπάκο να χορεύει, ένα λευκό με το πρόσωπό του βαμμένο μαύρο. Η μορφή του «Τζιμ Κρόου» είναι χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της μοντέρνας εποχής, σαν μια ουλή που θυμίζει τραύματα παλιά.

Κι ενώ οι σκλάβοι χόρευαν υπό τους ήχους μιας αληθινά δημιουργικής μουσικής έκφρασης… οι λευκοί απομιμούνταν τους μαύρους σε καρικατούρες στερεότυπα, σκορπώντας γύρω τους το γέλιο. Εν τέλει και οι δύο αυτές εκφράσεις θα συγχωνεύονταν η μία με την άλλη – η μαζική ψυχαγωγία του 20ου αιώνα θα έφερε ίχνη των μεν, όσο και των δε. Γιατί κάποιες φορές το έδαφος πάνω στο οποίο χορεύουμε κροταλίζει με ήχους από κόκαλα.

Μα ο ρατσισμός πάντα λέει περισσότερα για εκείνον που στρέφει το δάχτυλο… παρά για το υποκείμενο της χλεύης του.



Νέγρος διασκεδαστής minstrel του 19ου αιώνα / Minstrel in the 19th century
Νέγρος διασκεδαστής minstrel του 19ου αιώνα



Ragtime – Η μουσική της νέας εποχής





Εν αρχή ην το Ράγκταϊμ. Το μεγάλο βιβλίο της Τζαζ θα μπορούσε κάλλιστα να ξεκινάει με αυτήν εδώ τη φράση. Το ίδιο θα μπορούσε να αρχίζει το μεγάλο βιβλίο της Μουσικής του 20ου Αιώνα. Και η λέξη “RAGTIME” θα ήταν γραμμένη με περίτεχνα, χρυσά γράμματα στην πρώτη σελίδα του πρώτου κεφαλαίου, αποτυπωμένη πάνω σε μια πινακίδα σαν εκείνες που είχαν τα σαλούν: ξύλινη, με κάποιες τρύπες από πιστολιές απάνω.

Ήταν μια χαρούμενη, ξέφρενη, τρελή μουσική. Μια μουσική που αντανακλούσε την εποχή της Μπελ Επόκ αλα Αμερικάνα, το αισιόδοξο πνεύμα ανάμεσα σε δύο αιώνες – όταν ο 19ος αιώνας παρέδιδε με χασμουρητό τη σκυτάλη στο νεογέννητο Εικοστό, ένα ατίθασο βρέφος με τσαμπουκαλεμένη διάθεση και όρεξη για καβγά. Ω, ήταν μια τρελή εποχή αναμφισβήτητα – και δεν υπάρχει μουσική που να φανερώνει περισσότερο το πνεύμα της πέρα από το Ράγκταϊμ!

Ήταν επίσης μια μουσική των μαύρων. Εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα της μουσικής κουλτούρας τους, το Ράγκταϊμ συνιστούσε την πρώτη μορφή δημοφιλούς μαύρης μουσικής· στους ανέμελους ρυθμούς του χόρεψαν για πρώτη φορά από κοινού μαύροι και λευκοί μαζί· για πρώτη φορά μια μορφή τέχνης του αφροαμερικανικού πληθυσμού εξαπλώθηκε και κατέκτησε τα πλήθη των λευκών. Οι καιροί άλλαζαν… και οι παρωδίες του «Τζιμ Κρόου» έβλεπαν πως οι νεότερες εποχές δεν τους χωράνε πλέον. Θα χρειάζονταν πολλές δεκαετίες ακόμα· μα η αρχή είχε γίνει.

Επιφανειακά πάντως, το Ράγκταϊμ έφερε μέσα του το πνεύμα των παλαιών Minstrel Show. Τα τελευταία, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν παρά μια μορφή της εύθυμης φολκ (λαϊκής) μουσικής της εποχής – το Ράγκταϊμ δεν ήταν παρά μια ακόμα έκφανση αυτής της ίδιας μουσικής φολκ. Μόνο που τώρα δεν υπήρχε καμία παντομίμα, καμία απομίμηση, καμία παρωδία – το προιόν ήταν αυθεντικό.




Vintage pianos poster Andre Delmouly / Κλασική αφίσα για πιάνο των αρχών του 20ου αιώνα
Κλασική αφίσα για πιάνο των αρχών του 20ου αιώνα



Ήταν μια μουσική που ταυτίστηκε, κατά κύριο λόγο με το πιάνο, σε μια περίοδο που το πιάνο συνιστούσε βασικό έπιπλο κάθε νοικοκυριού της προκοπής, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης· κάθε σπίτι είχε πιάνο, όπως σήμερα κάθε σπίτι έχει ηλεκτρική κουζίνα ή ψυγείο. Το μέσο μερικές φορές μας λέει περισσότερα από το μήνυμα που φέρει· και το κατεξοχήν μουσικό μέσο των καιρών ήταν το πιάνο, στις ανάλαφρες νότες του οποίου λικνίζονταν από κοινού μαύροι και λευκοί, πλούσιοι και φτωχοί, άρχοντες κι αλήτες. Στην πορεία το Ragtime επεκτάθηκε σε μπάντες με έγχορδα και σε ορχήστρες με χάλκινα – μα το πιάνο παρέμενε πάντα ο ακρογωνιαίος λίθος του.

Για πρώτη φορά ρυθμοί ragtime έκαναν την εμφάνισή τους κάπου στα μισά του 19ου αιώνα. Το πρώτο ωστόσο καταγεγραμμένο Rag (η συντομογραφία της μουσικής) ήταν το “Mississipi Rag” του William Krell, εν έτει 1897. Τα επόμενα χρόνια έφεραν κυριολεκτικά έναν κατακλυσμό από τραγούδια αυτού του είδους. Διασημότερος όλων των μουσικών ήταν ο Scott Joplin – ο προπάππους της Τζαζ, θα μπορούσαμε να πούμε. Ο Τζόπλιν ήταν ένας οραματιστής πέρα από την εποχή του, κάτι που φυσικά είχε το τίμημά του, σε καιρούς που ο μέσος λευκός αντιμετώπιζε τους μαύρους ως κάτι ανάμεσα σε παλιάτσο, σκύλο και εγκληματία.

Ο πατέρας του Τζόπλιν υπήρξε πρώην σκλάβος και έπαιζε βιολί· η μητέρα του έπαιζε το μπάντζο. Γονείς που έφεραν τη μουσική στις φλέβες τους. Ο ήχος του μπάντζου έμελλε να επηρεάσει καθοριστικά το νεαρό Σκοτ – ο ιδιαίτερος συγκοπτόμενος ρυθμός του στάθηκε βασικός προκάτοχος εκείνου που αργότερα, θα συνιστούσε τον πυρήνα της Τζαζ.




The Entertainer by Scott Joplin
Παλιά αφίσα ράγκταϊμ / Vintage ragtime poster
Maple Leaf Rag by Scott Joplin




Ήταν 1897 όταν ο Τζόπλιν έγραψε το “Maple Leaf Rag”. Τρία χρόνια μετά, εν έτει 1900, το συγκεκριμένο κομμάτι πιάνου έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία των καιρών του: για πρώτη φορά στα χρονικά ένα κομμάτι καταγεγραμμένης μουσικής (sheet music) έφτανε να πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα! Και ο πυρετός του Ragtime εξαπλωνόταν στα χαρούμενα πλήθη, που ανάσαιναν τον αέρα μιας νέας εποχής. Ήταν ο ρυθμός των σκλάβων που είχαν πια αποτινάξει τις αλυσίδες τους· η πνοή του ανέμου στα μαλλιά τους.

Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ράγκταϊμ, πέρα από τον εύθυμο, ζωηρό τόνο του, ήταν ο συγκοπτόμενος ρυθμός – η λέξη στα αγγλικά είναι “syncopation”. Αφορά τις απρόοπτες, μη προβλέψιμες αλλαγές σ’ ένα κομμάτι – και οι ρίζες του φτάνουν στα βάθη της αφρικανικής μουσικής παράδοσης, για την οποία, όπως είπαμε, το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού υπήρξε αναπόσπαστο τμήμα. Τα κομμάτια του ράγκταϊμ δεν εμπεριείχαν αυτοσχεδιασμό – ήταν όλα καταγεγραμμένα, όπως είναι γραμμένο ένα κομμάτι συμφωνικής μουσικής· ωστόσο ο συγκοπτόμενος ρυθμός τους άφηνε ένα παράθυρο ανοιχτό. Ένα παράθυρο που αργότερα θα άνοιγε στην πελώρια, ανεξάντλητη λεωφόρο της Τζαζ.

Και ο πυρετός της νέας μουσικής κυρίευσε τα πλήθη. Ασφαλώς οι νεότερες αυτές τάσεις δεν άρεσαν σε όλους· δεν ήταν λίγες οι αντιδράσεις απέναντι σε αυτή τη «μόδα», ερχόμενες κυρίως από τους συντηρητικούς της εποχής – τους ίδιους που δεν είχαν κανένα απολύτως παράπονο από τις παρωδίες των minstrel show και από τα στερεότυπά τους. Ιδού πως περιέγραφε το Ράγκταϊμ εφημερίδα της εποχής: «Ασθένεια σαν τη λέπρα, ή απλά άλλη μια έκφραση του παρηκμασμένου μας πολιτισμού; Σα λυσσασμένο σκυλί… ο χρόνος θα δείξει».

Ο χρόνος έδειξε, κύριοι.




Πορτραίτο του Σκοτ Τζόπλιν / Scott Joplin portrait




Όσο αφορά τον Scott Joplin, τον σημαντικότερο εκφραστή του είδους, οι καιροί στάθηκαν ανάξιοι των προσδοκιών του. Σκοπός του ήταν να προχωρήσει πέρα από τη μοντέρνα μουσική και το πιάνο, πέρα από τους αφροαμερικανικούς ήχους – επιθυμούσε να παντρέψει το παλιό με το καινούργιο, το αμερικανικό με το ευρωπαϊκό. Μελετούσε κλασική μουσική και συνέθεσε δυο όπερες και ένα μπαλέτο – συνδυάζοντας τους νεότερους με τους παλιότερους ρυθμούς, φανερώνοντας στον κόσμο πως η μουσική επιμειξία δεν συνιστά το τέλος της μουσικής – μα το μοναδικό τρόπο να εξελιχθεί, να προκύψει κάτι καινούργιο μέσα από το πάντρεμα των παλιών. Αλίμονο – ο κόσμος ήταν υπερβολικά προκατειλημμένος τότε για να ανεχτεί τέτοιες πρωτοποριακές τάσεις. Τα μεγαλεπίβολα αυτά έργα του Τζόπλιν δεν γνώρισαν επιτυχία στον καιρό τους – και έπρεπε να περάσουν πολλές δεκαετίες και να φτάσουμε ως τη δεκαετία του 70, για να θυμηθούν οι νεότερες γενιές τον Τζόπλιν και να αναγνωρίσουν το έργο του.

“NOTE: Do not play this piece fast. Is is never right to play ragtime fast”. Ήταν η φράση με την οποία συνόδευε ο Τζόπλιν τα περισσότερα από τα δημοσιευμένα κομμάτια του. Γιατί κάποιες φορές το γρήγορο δεν είναι το καλύτερο, όπως δεν είναι πάντα σωστότερες οι πρώτες εντυπώσεις και όπως δεν είναι πάντα ομορφότερη η τέλεια ομορφιά.



Χορεύοντας στο Μέτωπο




Κάποιες φορές οι ωραιότεροι χοροί είναι εκείνοι που χορεύονται στην άκρη του γκρεμού· τα γλυκύτερα φιλιά εκείνα που δίνονται καταμεσής της κρίσης· και τα ομορφότερα σμιξίματα εκείνα που γίνονται εντελώς ανέλπιδα, λαχταριστά και παράταιρα σαν τρούφα που σκορπίζει στον κατακλυσμό.

Ο νέος αιώνας είχε έρθει και σύντομα έδειξε τα δόντια του. Ο κόσμος ξεχύθηκε ενθουσιασμένος στη λαίλαπα ενός πολέμου, του μεγαλύτερου που είχε γνωρίσει ο κόσμος μέχρι τότε, κουφός στο τραγούδι των Σειρήνων, μικρός μέσα στη μεγαλομανία του. Κι όμως, ακόμα και στο Μέτωπο, δεν έπαυε να χορεύει. Για λίγες έστω στιγμές ξέφευγε απ’ το μονότονο στρατιωτικό του βάδισμα και έπιανε ρυθμούς που θύμιζαν τις γλύκες τις ειρηνικής ζωής – γλύκες που φάνταζαν ξαφνικά τόσο μακρινές και ποθητές, καταμεσής των βρωμισμένων χαρακωμάτων.




James Reese Europe and his Hellfighters band




Ήταν 1917 όταν μπήκε η Αμερική στον πόλεμο – και μαζί με αυτήν ένας μαύρος μουσικός, ο οποίος συμμετείχε στη στρατιωτική ορχήστρα της πατρίδας του. Ο λόγος για τον James Reese Europe, η μπάντα του οποίου, οι “Hellfighters”, ήταν ταυτόχρονα μουσικοί και μαχητές, ξεχωρίζοντας για τη γενναιότητά τους στο καταματωμένο γαλλικό μέτωπο. Η μουσική της μπάντας του Europe ήταν ράγκταϊμ σε ορχηστρική μορφή. Δεν ήταν λίγες οι “Ragtime Orchestras” τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του 10. Και μέσω της μετάβασής τους στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, γνώρισαν για πρώτη φορά οι Ευρωπαίοι τη νέα αυτή μουσική. Μια μουσική που σε πολλά σημεία θύμιζε τη νεογέννητη τότε, Τζαζ. Μα ο όρος «Τζαζ» ακόμα δεν είχε καθιερωθεί ακόμα στις συνειδήσεις του κοινού – και η μουσική, με τη σειρά της, δεν είχε απελευθερωθεί οσο χρειαζόταν. Η λέξη κλειδί ακόμα ήταν Ράγκταϊμ. Λέξη φωτιά, σαν τις φωτιές που εκτινάσσονταν στον μπαρουτοκαπνισμένο αέρα του μετώπου.

Δυστυχώς ο James Europe δεν έμελλε να ζήσει για πολύ. Δεν σκοτώθηκε στον πόλεμο, μα από μαχαιριά ενός αντίζηλου – γλίτωσε από τις τίγρεις για να τον φάνε οι κοριοί, για να θυμηθούμε και τον Μπρεχτ. Η κηδεία του ωστόσο υπήρξε γεγονός πρωτοφανές για τα χρονικά της εποχής – για πρώτη φορά σε κηδεία μαύρου (και μάλιστα, ενός μουσικού) συγκεντρώθηκαν χιλιάδες κόσμου, επιθυμώντας να αποτίσουν ένα μικρό φόρο τιμής στο μουσικό που σκόρπισε τις νότες του στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Ασφαλώς αν δεν είχε πολεμήσει ο Europe στο Μέτωπο λίγοι θα ασχολούνταν, καθώς βλέπετε πρέπει να θυσιαστείς για έναν σκοπό για να σε εκτιμήσουν τα πλήθη αν είσαι μαύρος – να παράγεις μοναδική μουσική από μόνη της δεν είναι αρκετό. Μα ήταν και αυτό ένα βήμα, αν μη τι άλλο.

Μεταξύ άλλων, η Ορχήστρα του James Europe εκτελούσε μία σύνθεση του W.C. Handy (για τον οποίο θα μιλήσουμε περισσότερο στη συνέχεια), που ονομαζόταν “Memphis Blues”. Το συγκεκριμένο κομμάτι στις ΗΠΑ χορευόταν στους ρυθμούς ενός πρωτοεμφανιζόμενου χορού, με την ονομασία “Fox Trot”. Το Φοξ Τροτ ήταν ένας χορός ανάλαφρος σαν αέρας που φυσά σε ποδόγυρο γυναίκας. Ήταν η ίδια εποχή που κατέφτανε απ’ την Αργεντινή το Τάνγκο, ξεσηκώνοντας τον κόσμο με το βαθύ ερωτισμό του. Οι χοροί άλλαζαν, οι καιροί άλλαζαν και μαζί με αυτούς οι μουσικές. Τα βαλς και οι πόλκες του παλιού καιρού σύντομα έμελλε να αντικατασταθούν από τις νέες τάσεις, όπως έμελλε να αντικατασταθούν οι κορσέδες απ’ τα ριχτά φορέματα, οι παραδοσιακές τέχνες απ’ τις τέχνες του μοντερνισμού, η βικτωριανή ηθική απ’ την ξέφρενη παράδοση στις απολαύσεις.

Κι ενώ ο Μεγάλος Πόλεμος τελείωνε και ο κόσμος συναρμολογούσε τα κομμάτια του…




Harlem Hellfighters
Hellfighters from Harlem, by Charles McBarron
Hellfighters from Harlem, by Charles McBarron



Damn Right I Got The Blues




Το Ράγκταϊμ ήταν μια μουσική εύθυμη και ανάλαφρη. Τα Spirituals υπήρξαν μουσικές δοξολογίες. Τα εργατικά τραγούδια μια μορφή αποδοχής του πεπρωμένου. Τα θεατρικά Minstrel Shows χοντροκομμένες σάτιρες μαζικής αποδοχής. Η συμφωνική ευρωπαϊκή μουσική μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις τάξεις. Τα στρατιωτικά εμβατήρια προσδεδεμένα στον σκοπό του πολέμου. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλες οι μουσικές που κυριαρχούσαν στον 19ο και στις αρχές του Εικοστού αιώνα επιβεβαίωναν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τους καιρούς τους· πήγαιναν με το κύμα· έλεγαν σε όλα Ναι.

Μα καταμεσής όλων αυτών των μουσικών της μοίρας, είχε κάνει την εμφάνισή του ένα νέο μουσικό είδος. Σκόπιμα ατημέλητο, άγριο στη μορφή, ωμό στην έκφραση. Εκεί που οι άλλοι έλεγαν σε όλα Ναι, εκείνο ύψωνε ένα μεσαίο δάχτυλο μακρύ σαν μια κιθάρα. Αγαπούσε το ποτό και τη ζωή του δρόμου. Ήθελε ν’ αρέσει στις γυναίκες, μα κατά βάθος ήταν βαθιά μοναχικό. Και εξέφραζε τον πόνο του με νότες, τον καημό του με στίχους. Και τα λόγια του δεν εξωράιζαν την πραγματικότητα – παρά την αποκάλυπταν ως είναι, ξεγυμνωμένη και υγρή κάτω από τα υποκριτικά της πανωφόρια.

Ήταν το ανόσιο αδερφάκι των Spirituals και ο απελευθερωμένος ξάδερφος των καθυποταγμένων Εργατικών Τραγουδιών. Ήταν η αυθεντικότερη λαϊκή μουσική των μαύρων της γενιάς του, που έφτυνε στα μούτρα τα στερεότυπα των λευκών παραμυθάδων. Και έμοιαζε με κάποιο ρεαλιστικό πίνακα ζωγραφικής, κάποιο έργο του Κουρμπέ ή του Μιγέ, από εκείνα που παρουσίαζαν την πραγματικότητα στην αληθινή της διάσταση, φανερώνοντας τον αγώνα και τον πόνο των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων.

Και το όνομά του ήταν Blues. Η μουσική που έκανε συμφωνία με τον Διάβολο και έσπειρε γύρω της τους σπόρους τους παραδείσου. Τους σπόρους της μουσικής του 20ου αιώνα, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται κάπου στα βάθη του Μισσισσιππή, αγκυλωμένες στις πλάτες μιας περιπλανώμενης κιθάρας.




Damn right i got the blues




Όλες οι μουσικές που αναφέραμε ως τώρα συνέβαλαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη δημιουργία της Τζαζ. Μα η σούπα χρειαζόταν ένα ακόμα βασικό συστατικό, προκειμένου να αποκτήσει τη νοστιμάδα της – και αυτό ήταν τα Μπλουζ.

Οι ρίζες τους χάνονται κάπου στα βάθη του 19ου αιωνα – άγνωστο πότε ακριβώς ξεκίνησαν, καθώς τότε, βλέπετε, δεν υπήρχαν ηχογραφημένες μαρτυρίες και τα Μπλουζ υπήρξαν κατεξοχήν λαϊκή έκφραση – αφορούσαν τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα των μαύρων, επομένως ο λευκός πληθυσμός τα αγνοούσε. Πουθενά αλλού δεν είχαν τη δυνατότητα οι μαύροι των χαμηλών τάξεων (πρώην σκλάβοι ή απόγονοι σκλάβων) να εκφραστούν, όσο μέσω της μουσικής τους – και η έκφρασή τους ήταν ωμή, βαθιά ρεαλιστική, γελοιοποιώντας κάθε στερεότυπο, κάθε καρικατούρα που έτρεφε γι’ αυτούς ο έξω κόσμος.

Βαθιά συναισθηματικά, τα μπλουζ έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στο τραγούδι, παρά στη μουσική. Στους στίχους, όχι στις νότες. Σκοπός τους να εκφορτίσουν τον πόνο από τις κακουχίες μιας ζωής και μέσω της μουσικής, να αγγίξουν κάποια μορφή απελευθέρωσης. Μιλώντας για ξοδεμένους έρωτες, για στέγες δίχως ζεστασιά, για καρδιές περιπλανώμενες, για φτωχικές φωλιές, για τον κάματο της εργασίας, για την παρήγορη ζεστασιά του αλκοόλ και των αναλώσιμων γυναικών, τα μπλουζ υπήρξαν η γνησιότερη καταγραφή μιας εποχής. Μα σκοπός τους δεν ήταν να τραγουδηθεί η θλίψη – μα να δοθεί κάποια κάθαρση μέσω της μουσικής. Τραγουδώντας τα μπλουζ, απελευθερώνεσαι απ’ αυτά – ξορκίζεις το δαίμονα και η διάθεσή σου φτιάχνει. Και αυτή ακριβώς την καθαρτική διάσταση των Blues την αισθανόμαστε και σήμερα, όταν ακούμε αυτή τη μουσική – νιώθουμε λες και έχουμε βρει έναν καλό φίλο που μας καταλαβαίνει.




Ο Τσάρλι Πάτον σε μια παλιά φωτογραφία / Charley Patton photo
Charley Patton
Ο Ρόμπερτ Τζόνσον στην κλασική του φωτογραφία / Robert Johnson
Robert Johnson



Δεν είναι τυχαίες εξάλλου οι ομοιότητες με τα δικά μας ρεμπέτικα τραγούδια και όποιος ασχοληθεί περισσότερο με την ιστορία των δύο μουσικών θα εκπλαγεί, συνειδητοποιώντας πόσο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους – σαν αδέρφια χαμένα από καιρό, που βρίσκονται ξανά.

Ξεκίνησαν από το Δέλτα του Μισσισσιπί και ευδοκίμησαν πρώτα στις αγροτικές περιοχές· για τον λόγο αυτόν τα πρώιμα Μπλουζ ονομάζονται “Delta Blues” ή “Country Blues”. Μια κιθάρα, ενίοτε ένα μπάντζο, και ένας περιπλανώμενος, ως συνήθως, μουσικός. Κάπως έτσι άρχισαν. Ανάμεσα στους πρώτους τραγουδοποιούς που έγιναν γνωστοί στο ευρύτερο κοινό, στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, ήταν ο Blind Lemon Jefferson, το ωμό στυλ του οποίου χαρακτήριζε το σύνολο των παλαιών μπλουζμεν· ο Charley Patton (Τσάρλι Πάτον), μια βασανισμένη φωνή και μια περίτεχνη κιθάρα, τα κόλπα της οποίας μιμήθηκε πολλές δεκαετίες μετά ο Jimmy Hendrix· o βαθιά συναισθηματικός Eddie “Son” House, προκάτοχος της slide κιθάρας· και ο Robert Johnson – η μεγαλύτερη φυσιογνωμία όλων.

Στην περίπτωση του Ρόμπερτ Τζόνσον η αφήγηση της πραγματικότητας σμίγει με το μύθο και συχνά είναι δύσκολο να διακρίνουμε τα όριά τους. Είναι ο αρχετυπικός Μπλουζμαν, ο Περιπλανώμενος με παρέα τη Σκιά και την Κιθάρα του, ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι, γυρίζοντας τις πολιτείες του Νότου, παίζοντας σε νυχτερινά στέκια, αποπλανώντας τις γυναίκες, συνάπτοντας συμμαχία με το διάβολο. Εκείνος που μετέφερε όπου και αν πήγαινε το στίγμα και την ευλογία των Μπλουζ. Όσο αφορά τις ηχογραφήσεις του κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 30; Αρκεί να αναφέρουμε πως συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της μεταγενέστερης Ροκ μουσικής.

Περισσότερα για τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον περίφημο μύθο (ή μήπως ήταν πραγματικότητα;) της συνάντησής του με τον διάβολο, μπορείτε να διαβασετε εδώ:



Όταν ο Ρόμπερτ Τζόνσον συνάντησε τον Διάβολο



Τα Μπλουζ ήταν απ’ τη φύση τους περιπλανώμενα, αδύνατο να περιχαρακωθούν σε στενά όρια και κλεισμένα σύνορα. Κάποια στιγμή λοιπόν, στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, πρόσφυγες από τον Μισσισσιππή έφεραν τα Μπλουζ στη Νέα Ορλεάνη – μια πολιτεία που ξεχείλιζε ορχήστρες και μπάντες από χάλκινα και πνευστά μουσικά όργανα. Ήταν ζήτημα χρόνου να αρχίσουν οι τελευταίες να ενσωματώνουν στοιχεία απ’ τα Blues στη μουσική τους… και κάτι καινούργιο είχε πλέον γεννηθεί.




Γουίλιαμ Χάντι / W.C. Handy
W.C. Handy



Κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν και ένας πρωτοπόρος – κάποιος εκφραστής του αναδυόμενου ρεύματος, στη μορφή του οποίου σμίγουν το παλιό με το καινούργιο. Ήταν 1903 όταν, σύμφωνα με την αφήγησή του, ο William Christopher Handy (γνωστότερος ως W.C.Handy) άκουσε ένα μουσικό στο Δέλτα του Μισσισσιπή να παίζει κιθάρα με ένα μαχαίρι, σε κάποιο σταθμό τρένου. Ο Handy, γνώστης της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, εντυπωσιάστηκε από τον αυθορμητισμό, τη γνησιότητα και την απλή, μα λειτουργική φόρμα του νέου αυτού ήχου – ο λόγος φυσικά για τα Μπλουζ. Αποφάσισε λοιπόν να καταγράψει για πρώτη φορά αυτή τη μουσική, ενσωματώνοντας τη στους υπάρχοντες ρυθμούς του Ράγκταϊμ, συνδυάζοντάς τη με στοιχεία της κλασικής παράδοσης. Για πρώτη φορά καταγράφτηκε σε χαρτί η περίφημη Φόρμα των Μπλουζ, η κλασική μορφή της οποίας ήταν το επαναλαμβανόμενο δωδεκάμετρο μοτίβο και οι ξακουστές Μπλε Νότες (Blue Notes).

Και για πρώτη φορά το λευκό κοινό των πόλεων έμαθε τη νέα μουσική – αρκετά διαφοροποιημένη από το αυθεντικό πρωτότυπο, περισσότερο καλογυαλισμένη, λιγότερο γνήσια ίσως… μα τα μπλουζ ήταν εκεί, έστω μεταμφιεσμένα. Ο Γουίλιαμ Χάντι χαρακτηρίστηκε «Πατέρας των Μπλουζ», χαρακτηρισμός σαφώς υπερβολικός· μα αν δεν δημιούργησε ο ίδιος τα Μπλουζ, ο ρόλος του στην καταγραφή, στην εξάπλωση και στην μεταγενέστερη αποδοχή τους, υπήρξε καθοριστικός. Τα μεταμφιεσμένα μπλουζ του Χάντι μπολιάζονταν με τις δημοφιλείς μουσικές και τις ορχήστρες των καιρών, παραδίδοντας συνθέσεις όπως το “Memphis Blues” που αναφέραμε πριν, στους ήχους του οποίου χορευόταν το Φοξ Τροτ.

Μα η μεγαλύτερη απ’ όλες τις συνθέσεις του Χάντι ήταν το μεγαλειώδες “Saint Louis Blues”, το οποίο είδε για πρώτη φορά το φως του κόσμου το 1914 – και εδώ ερχόμαστε σε μια σημαντική καμπή για την ιστορία της μουσικής. Το “Saint Louis Blues” καθιερώθηκε ως ένα από τα περισσότερο διασκευασμένα τραγούδια στην ιστορία της μουσικής, ενώ υπήρξε παράλληλα το 2ο περισσότερο ηχογραφημένο τραγούδι του πρώτου μισού του 20ου αιώνα – πίσω μόνο από την «Άγια Νύχτα»!



Saint Louis Blues by W.C. Handy
Παλιά αφίσα του χορού Φοξ Τροτ / Fox Trot dance vintage poster




Επίλογος – Η γυναίκα που μελαγχολεί στο δειλινό




Και κάπου εδώ λοιπόν, με τα λόγια του θρυλικού αυτού τραγουδιού, μπορούμε να βάλουμε μια άνω τελεία. Ήδη το πρώτο μέρος της Ιστορίας της Τζαζ ξεπέρασε κατά πολύ το όριο που είχα προβλέψει – το αφιέρωμα θα μας κρατήσει συντροφιά σε μάκρος χρόνου, όπως όλα δείχνουν. Θα επανέλθω με το 2ο μέρος του αφιερώματος κάποια στιγμή μέσα στον επόμενο μήνα.

Στο μεταξύ μια γυναίκα κάπου τραγουδά· τραγουδά για έναν άντρα με καρδιά βαριά σαν πέτρα που πέφτει στο βυθό· τραγουδά για κείνον που αφέθηκε στη λάμψη κάποιας άλλης · στα διαμαντοστόλιστά της χέρια και στο πασπαλισμένο με πούδρα πρόσωπό της· για εκείνον που τον παρέσυρε ο πλούτος και χάθηκε μακριά. Τραγουδά για τον ήλιο που δύει, τον ήλιο που την μελαγχολεί. Και συνεχίζει ν’ αγαπά αυτόν που χάθηκε, ενώ πέφτει το σκοτάδι.

Και ο παλμός της καρδιάς δεν παύει να χτυπά.




I hate to see that evening sun go down

I hate to see that evening sun go down

'Cause my lovin' baby done left this town



If I feel tomorrow like I feel today

If I feel tomorrow like I feel today

I'm gonna pack my trunk and make my getaway



Oh, that St. Louis woman with her diamond rings

She pulls my man around by her apron strings

And if it wasn't for powder and her store-bought hair

Oh, that man of mine wouldn't go nowhere



I got those St. Louis blues, just as blue as I can be

Oh, my man's got a heart like a rock cast in the sea

Or else he wouldn't have gone so far from me



I love my man like a schoolboy loves his pie

Like a Kentucky colonel loves his rocker and rye

I'll love my man until the day I die, Lord, Lord



I got the St. Louis blues, just as blue as I can be, Lord, Lord

That man's got a heart like a rock cast in the sea

Or else he wouldn't have gone so far from me



I got those St. Louis blues

I got the blues, I got the blues, I got the blues

My man's got a heart like a rock cast in the sea



Or else he wouldn't have gone so far from me, Lord, Lord



Η Ιστορία της Τζαζ συνεχίζεται...........

© Παρουσίαση και σχεδιασμός αφίσας: το φονικό κουνέλι, 2015-2018. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί το συνολικό κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.




Ηλιοβασίλεμα καίει τον ουρανό / Sunset burning the sky
Η ιστορία της Jazz, σε μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / History of Jazz, part 1