Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Ιανουαρίου 2019

Ξωτικά και Στοιχειά της Ιρλανδίας... του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς


Ξωτικά και παραδόσεις της Ιρλανδίας, όπως τις κατέγραψε ο W. B. Yeats. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / Fairies and traditions of Ireland, by W. B. Yeats




Ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης είναι η Ιρλανδία εκείνη που διατηρεί, περισσότερο από κάθε άλλη, κάτι από την αρχέγονη μαγεία των αρχαίων ημερών – και λέγοντας «αρχαίες μέρες» δεν αναφέρομαι στους ιστορικούς χρόνους, μα στον χρόνο του συλλογικού ασυνείδητου: τον χρόνο των λαϊκών μύθων και των θρύλων. Τότε που ξωτικά και πνεύματα, αγαθά και δαιμονικά, διέσχιζαν τα δάση και τη γη, σκορπώντας άλλοτε γέλιο και χαρά και άλλοτε τρόμο στο πέρασμά τους.

Ο μεγάλος ιρλανδός μάστορας του λόγου, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς [William Butler Yeats – εν συντομία, W.B. Yeats] εντρύφησε όσο λίγοι στους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας του. Έσκαψε στα βάθη της νωπής ιρλανδικής γης και ανέδειξε, σαν άλλους χρυσούς λίθους, πλήθος μύθων και παραμυθιών που χάνονται στα βάθη της αρχέγονης κέλτικης παράδοσης.

Σήμερα θα σας παρουσιάσω την αρχική εισήγηση του Γέιτς για τα Ξωτικά της Ιρλανδίας, όπως περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Παραμύθια και Παραδόσεις της Ιρλανδίας» [“Fairy Folk Tales of Ireland”], δημοσιευμένο το 1892. Η μετάφραση είναι της Αλίνας Πασχαλίδη. Σε αυτή την εισήγηση ο Γέιτς μας παρουσιάζει τις κατηγορίες των σημαντικότερων ξωτικών, τα χαρακτηριστικά τους και διάφορες παραδόσεις σχετικές με αυτά. Να σημειώσω επίσης πως ως «ξωτικό» έχει μεταφραστεί η βρετανική λέξη “fairy”. Τα “elves” (που επίσης μεταφράζονται ως «ξωτικά» στη χώρα μας) είναι γερμανικής/σκανδιναβικής, όχι κέλτικης προέλευσης. Όταν λοιπόν ο W.B. Yeats αναφέρεται σε «ξωτικά», ο λόγος γίνεται για τα “fairies”.



Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς ενώ διαβάζει ένα βιβλίο / W. B. Yeats reading a book



Τα ξωτικά που ζουν σε ομάδες




«Η ιρλανδική λέξη για το ξωτικό είναι sheehogue (sidheog στην κέλτικη γραφή). Τά ξωτικά είναι τα deenee shee (daoine sidhe).

Τί είναι τα ξωτικά; «Διωγμένοι Άγγελοι, πού δεν ήταν αρκετά καλοί ώστε να σωθούν, αλλά ούτε κι άρκετά κακοί ώστε να χαθούν», λένε οι χωρικοί. «Οι Θεοί της Γης», λέει το Βιβλίο Armagh. «Οι Θεοί της παγανιστικής Ιρλανδίας», λένε οι ιρλανδοί αρχαιοδίφες, «οι Tuatha Dé Danann (ο Λαός της Θεάς Danu) που, όταν έπαψαν να τους λατρεύουν και να τους προσφέρουν δώρα, μαράζωσαν και ζάρωσαν στη λαϊκή φαντασία και τώρα απόμειναν να 'χουν μπόι μόνο λίγες πιθαμές».

Και σαν απόδειξη προσθέτουν ότι τα ονόματα των αρχηγών των ξωτικών είναι τα ίδια με των αρχαίων ηρώων Danann και οι τόποι που συχνάζουν τα ξωτικά δεν είναι παρά τ' αρχαία νεκροταφεία των Danann.

Απ' την άλλη μεριά, υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι είναι «εκπεσόντες άγγελοι». Μάρτυρας η φύση τους: η ιδιοτροπία τους, η τάση τους να φέρονται καλά στους καλούς κι άσχημα στους κακούς, καθώς και τ' ότι έχουν όλα τα χαρίσματα, εκτός από συνείδηση και συνέπεια. Τα όντα αυτά προσβάλλονται και θίγονται τόσο εύκολα που καλύτερα να μιλάς όσο το δυνατό λιγότερο στη συντροφιά τους και να τ' αποκαλείς «αρχόντους». Απ' την άλλη πάλι, τόσο εύκολο είναι να τα ευχαριστήσεις που φτάνει να τους να τους αφήσεις λίγο γάλα στο περβάζι τη νύχτα κι αυτά θα βάλουν τα δυνατά τους να σε φυλάξουν απ' τις κακοτοπιές. Γενικά η λαϊκή παράδοση μας λέει πως διώχτηκαν απ' τον Παράδεισο, αλλά δεν χάθηκαν, γιατί δεν είχαν αληθινή μοχθηρία μέσα τους.

«Θεοί της Γης»; Ίσως! Πολλοί ποιητές, κι όλοι οι μυστικιστές κι αποκρυφιστές συγγραφείς, σ' όλες τις εποχές και σ' όλον τον κόσμο, έχουν δηλώσει ότι πίσω άπ' το ορατό υπάρχουν ατέλειωτες στρατιές συνειδητών όντων, που δεν είναι του ουρανού, μα εδώ της γης, που δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη απ' τη φύση τους μορφή, παρά αλλάζουν ανάλογα με τα κέφια τους ή ανάλογα με κείνον που τα βλέπει. Ούτε το χέρι σου δεν μπορείς να κουνήσεις χωρίς να επηρεάσεις και να επηρεαστείς απ' τις κρυφές αυτές δυνάμεις. Ο ορατός κόσμος είναι απλά το εξωτερικό τους δέρμα. Στα όνειρά μας βρισκόμαστε ανάμεσά τους και παίζουμε και μαλώνουμε μαζί τους. Μπορεί να 'ναι ανθρώπινες ψυχές σε κρίσιμες καμπές – σε στιγμές δοκιμασίας – αυτά τα ιδιότροπα πλάσματα.

Μη νομίζετε πως τα ξωτικά είναι πάντοτε μικροσκοπικά. Τα πάντα εξαρτώνται απ' τις παραξενιές τους, ακόμα και το μέγεθός τους. Απ' ό,τι φαίνεται, παίρνουν όποιο μέγεθος κι όποιο σχήμα τους αρέσει. Σαν κύριες ασχολίες τους έχουν τα γλέντια, τις μάχες και τον έρωτα και παίζουν συναρπαστική μουσική. Μόνον έναν φιλόπονο τύπο έχουν στη συντροφιά τους, τον παπουτσή – ίσως γιατί απ’ τον πολύ χορό λιώνουν τα παπούτσια τους. Κοντά στο χωριό Μπαλισοντέρ ζει μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έμεινε κοντά στα ξωτικά εφτά ολόκληρα χρόνια. Όταν γύρισε, δεν είχε πια πατούσες – είχαν λιώσει απ' τον πολύ χορό.



Ο Χορός των μικροσκοπικών ανθρωπάκων, πίνακας του William Holmes Sullivan / The Dance of the Little People, by William Holmes Sullivan
The Dance of the Little People, by William Holmes Sullivan



Τα ξωτικά έχουν τρεις μεγάλες γιορτές κάθε χρόνο, μία την άνοιξη, παραμονή Πρωτομαγιάς, μία το καλοκαίρι, παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, και μία το φθινόπωρο, στις 31 Οκτωβρίου, την παραμονή των Άγιων Πάντων.

Κάθε εφτά χρόνια, την παραμονή της Πρωτομαγιάς, γίνεται σωστό πανδαιμόνιο, γιατί τα καλύτερα σπειριά σταριού της σοδειάς ανήκουν δικαιωματικά στα ξωτικά. Ένας γέρος μου είπε κάποτε ότι τα είδε να τρέχουν αφιονισμένα σ' ένα χωράφι και πάνω στη βιάση τους έριξαν τη σκεπή ενός σπιτιού. (Αν ήταν κανένας άλλος εκεί, δεν θα 'χε δει βέβαια παρά έναν ανεμοστρόβιλο που παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του.) Όταν ο αέρας στροβιλίζει τα καλάμια και τα φύλλα, λένε πως «περνούν τ' αερικά» κι οι χωρικοί βγάζουν τα καπέλα τους και τους εύχονται «ο Θεός μαζί σας».

Την παραμονή τού Αϊ-Γιαννιού, που ανάβουνε φωτιές προς τιμήν του Αγίου, τα ξωτικά είναι στα μεγάλα τους κέφια και πολλές φορές κλέβουν όμορφες θνητές για γυναίκες τους.

Την παραμονή των Αγίων Πάντων όμως είναι στις μαύρες τους, γιατί, σύμφωνα με την παλιά κέλτικη δοξασία, αυτή είναι η πρώτη νύχτα του χειμώνα. Στήνουν λοιπόν όλη νύχτα χορό με τα φαντάσματα, οι μάγισσες κάνουν τα μάγια τους και τα κορίτσια στρώνουν τραπέζι με φαγητά προς τιμήν του Σατανά, για να προκαλέσουν το είδωλο του μελλοντικού εραστή τους να μπει απ' το παράθυρο να τα γευτεί. Μετά την τελευταία μέρα του Οκτώβρη, ξινίζουν τα βατόμουρα, γιατί τα πατάει το Pooka.



Ξωτικά και νεράιδες, εικονογράφηση του Brian Froud / Faeries and piskies by Brian Froud
Faeries and piskies by Brian Froud



Όταν τα ξωτικά θυμώνουν, ρίχνουν σ’ ανθρώπους και ζωντανά τις μαγικές τους σαΐτες, που τους παραλύουν. Όταν όμως είναι χαρούμενα, τραγουδάνε και δεν είναι λίγες οι φορές που τα κορίτσια ακούνε τα τραγούδια τους και μαραζώνουν και σβήνουν απ' τον έρωτα γι’ αυτά. Ένα σωρό όμορφοι παλιοί ιρλανδικοί σκοποί είναι μουσική των ξωτικών, που κάποιος, λένε, την κρυφάκουσε και την τραγούδησε ύστερα στους άλλους. Κανένας μυαλωμένος χωρικός δεν μουρμουρίζει ποτέ την «Όμορφη μικρή άρμέχτρα» κοντά στα μέρη των ξωτικών, γιατί ζηλεύουν, λέει, ν’ ακούνε τα τραγούδια τους από τη φάλτσα φωνή των ανθρώπων. Ο Κάρολαν, ο τελευταίος απ' τους κέλτες βάρδους, κοιμήθηκε σε χαλάσματα στοιχειωμένα και τον κυρίεψαν οι μαγικοί ρυθμοί• έτσι έγινε ξακουστός.

Πεθαίνουν άραγε τα ξωτικά; Ο Μπλέικ είδε κάποτε την κηδεία μιας νεράιδας• στην Ιρλανδία όμως πιστεύουν πως είναι αθάνατα.»


Νεραϊδόπαιδα


Ξωτικά των λουλουδιών / Flower Fairies, illustration by by Cicely Mary Barker
Flower Fairies, illustration by by Cicely Mary Barker



«Δεν είναι σπάνιο να λιμπιστούν τα ξωτικά κάποιον θνητό και να τον πάρουν στα μέρη τους αφήνοντας στη θέση του ένα αρρωστιάρικο νεραϊδοπαίδι ή ένα κούτσουρο μαγεμένο, με τη μορφή ετοιμοθάνατου ανθρώπου, που κατόπιν πεθαίνει και τον θάβουνε. Τα παιδιά είναι η προτίμησή τους. Όταν ένα παιδί ματιαστεί, είναι στο έλεος των ξωτικών.

Υπάρχουν πολλές μέθοδοι για ν' ανακαλύψει κανείς αν έχουν αλλάξει το παιδί του με νεραϊδοπαίδι, αλλά μια απ' όλες είναι αλάνθαστη: να το βάλεις στη φωτιά με τα λόγια «Κάψου - κάψου - αν είσαι του διαόλου, μα αν είσαι του καλού θεού μην καίγεσαι» (συνταγή της Λαίδης Γουάιλντ). Αν είναι νεραϊδοπαίδι θα ορμήσει πάνω στην καμινάδα ουρλιάζοντας (γιατί, σύμφωνα με τον Γιράλδο Καμπρένσις, η φωτιά είναι ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε στοιχειού, σε τέτοιο βαθμό που όσοι έχουν δει φάντασμα χάνουν τις αισθήσεις τους μόλις βλέπουνε φλόγα να τρεμοσβήνει).

Μπορεί βέβαια να ξεφορτωθεί κανείς το ανεπιθύμητο πλάσμα και με λιγότερο άγριο τρόπο. Λένε πως κάποτε που μια μητέρα ήταν σκυμμένη πάνω από ένα ζαρωμένο και σταφιδιασμένο νεραϊδοπαίδι, σηκώθηκε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε μια νεράιδα κι έφερε μόνη της πίσω το κλεμμένο μωρό. «Οι άλλοι το κλέψανε», είπε, «όχι εγώ». Εκείνη ήθελε πίσω το δικό της παιδί.

Όσο για τα παιδιά που τα κλέβουν τα ξωτικά, άλλοι λένε πως περνούν καλά, με μουσική και γλέντια, κι είναι ευτυχισμένα, κι άλλοι πως δεν παύουν να νοσταλγούν τους δικούς τους στη γη. Η Λαίδη Γουάιλντ λέει για μια σκοτεινή παράδοση σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο είδη ξωτικών – τα πρόσχαρα και καλά, και τα μοχθηρά. Αυτά τα τελευταία κάνουν θυσίες κάθε χρόνο στον Σατανά και γι’ αυτό κλέβουν ανθρώπους. Κανένας άλλος μελετητής της ιρλανδικής παράδοσης δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Αν υπάρχουν τέτοια μοχθηρά ξωτικά, θ' ανήκουν σίγουρα στα Μοναχικά.»


Τα Μοναχικά Ξωτικά



«Τα πιο πολλά απ' τα μοναχικά ξωτικά είναι φοβερά στην όψη. Υπάρχουν ωστόσο μερικά ανάμεσά τους που είναι καλοπροαίρετα και [...] προσέχουν πολύ και το ντύσιμο τους!



Ο Παπουτσής [Leprechaun]






Αυτός όλο μαστορεύει• καρφώνει παπούτσια, κρυμμένος μες στους θάμνους. Όποιος τον τσακώσει, μπορεί να τον πείσει να του δώσει τα κιούπια το χρυσάφι που 'χει κρατήσει ο παλιοτσιγγούνης για δικά του – θαμμένα απ' τον καιρό των αρχαίων πολέμων. Μόλις όμως πάρεις τα μάτια σου από πάνω του, γίνεται καπνός. Λένε πως είναι παιδί ενός κακού πνεύματος και μιας ξεπεσμένης νεράιδας.

Φοράει ένα κόκκινο πανωφόρι με δύο σειρές από εφτά κουμπιά κι ένα δίκωχο καπέλο που η κορφή του στριφογυρίζει σαν μύλος. Στο Ντόνεγκαλ, τον έχουν δει και μ' ένα χοντρό γούνινο παλτό. 

Στην αρχή του 19ου αιώνα μάλιστα, σύμφωνα με τον Κρόκερ, σ' ένα Πρακτορείο Τύπου στο Τιππερέρι, έδειχναν στον κόσμο ένα μικρό παπουτσάκι που το 'χε ξεχάσει εκεί, λέει, αυτό το ξωτικό.



Ο Μπεκρής [Cluricaun]




Μερικοί πιστεύουν πως δεν είναι παρά ο Παπουτσής, που αφήνει τη δουλειά του τη νύχτα και πάει να ξεφαντώσει. Κλέβει ποτά απ' τα κελάρια των αρχοντικών και κυνηγάει για το κέφι του τα πρόβατα και τα τσομπανόσκυλα, γιατί το πρωί τα βρίσκουν οι βοσκοί, λαχανιασμένα και λασπωμένα. Στο Βορρά και στο Κόνοκτ είναι σχεδόν άγνωστος.




Ο Ερωτιάρης με την Πίπα [Ganconer]




Άλλη μια παραλλαγή του Παπουτσή, μόνο που, αντίθετα από κείνον, αυτός εδώ είναι τεμπέλαρος. Γυρνάει σε απόμερα λιβάδια, πάντα με μια παλιά ιρλανδέζικη πίπα να κρέμεται στα χείλια, και ξεμυαλίζει τις βοσκοπούλες και τις γαλατούδες. Είναι γρουσουζιά να τον πετύχεις• κι όσους τον βλέπουν, τους καταστρέφει αργά ή γρήγορα η αδυναμία τους στο ωραίο φύλο.




Ο Φαρσαδόρος Κρεμανταλάς [Far Darrig = Ο Κόκκινος Άνθρωπος]




Αυτός, ψηλός και άχαρος, φοράει πάντα ένα κόκκινο σκουφί και πανωφόρι και σκαρώνει κακόγουστα και μάλλον μακάβρια αστεία σε βάρος των θνητών. Είναι άτιμο υποκείμενο και κυβερνάει τους εφιάλτες των ανθρώπων.



Το Πούκα [poc = τράγος]



Το Πούκα της ιρλανδικής παράδοσης / Púca or pooka or phooka



Ανήκει στην οικογένεια του εφιάλτη. Πολλοί το θεωρούν τον πρόγονο του Puck στο «Όνειρο Θερινής Νύχτας» του Σαίξπηρ. Ζει σε ερημικές βουνοκορφές κι «έχει αποκτήσει όψη τέρατος απ' την πολλή μοναξιά».

«Σε μια ιστορία ανώνυμου συγγραφέα», γράφει ο κύριος Ντάγκλας Χάιντ, «διαβάζουμε ότι, σ' ένα λόφο, στο Λένστερ, πρόβαλε τα παλιά χρόνια ένα καλοθρεμμένο άλογο, με στιλπνό τρίχωμα και όψη τρομερή, και μιλούσε στον καθένα με ανθρώπινη φωνή για το τί θα γίνει την πρώτη μέρα του χειμώνα κι είχε μάθει να δίνει έξυπνες και σωστές απαντήσεις σ' όποιον το ρωτούσε για όσα θα γίνονταν ως την πρώτη Νοεμβρίου του επόμενου χρόνου. Ο κόσμος του άφηνε δώρα και προσφορές στο λόφο μέχρι τη γιορτή του Αγίου Πατρικίου». Αυτή η παράδοση είναι συγγενική με κείνη του Πούκα [έκτος πάλι κι αν ήταν το Άλογο των Νερών – augh ishka – που ήταν πολύ γνωστό παλιότερα. Αναδυόταν απ' τη θάλασσα και κάλπαζε στην άμμο και στους αγρούς κι οι άνθρωποι πολλές φορές το κυνηγούσαν για να το δαμάσουν. Όταν κατάφερναν να το σελώσουν και να του περάσουν χαλινάρια, ήταν το καλύτερο άλογο απ' όλα• φτάνει να το κρατούσες μακριά απ' το νερό, γιατί έτσι και το έπιανε το μάτι του, ορμούσε μέσα μαζί με τον καβαλάρη του και τον κατασπάραζε στον βυθό].

Το Πούκα είναι πνεύμα του Νοεμβρίου και η πρώτη Νοεμβρίου είναι για κείνο μέρα ιερή – αν κι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς αυτό το άγριο στοιχειό, με το βλέμμα που στυλώνεται επάνω σου, ήσυχο και πολιτισμένο.

Παίρνει πολλές μορφές, πάντοτε ζώων• άλογου, γαϊδάρου, τράγου, ταύρου κι αετού. Του αρέσει να παίρνει τους ανθρώπους καβάλα κι αφού τους τριγυρίσει σε λαγκάδια και βουνά να τους πετάει άπ' την πλάτη του το ξημέρωμα. Η αδυναμία του είναι να ταλαιπωρεί τους μεθύστακες. Ο ύπνος του πιωμένου είναι το βασίλειο του Πούκα!

Μερικές φορές παίρνει πιο απρόσμενες μορφές από κείνες του ζώου ή του πουλιού. Το Πούκα του Κιλκένι, για παράδειγμα, παίρνει τη μορφή προβιάς. Τις νύχτες κυλάει στα χωράφια μ' ένα βουητό κι ένα σφύριγμα που τρομάζει τόσο τα ζωντανά που τ' αδάμαστα πουλάρια τρέχουν στον πρώτο άνθρωπο που βρίσκουν μπροστά τους και γέρνουν το κεφάλι τους στον ώμο του για να τα προστατέψει.



Ο Ζητιάνος [Fear Gorta = ο Άνθρωπος της Πείνας]




Είναι ένα σκελετωμένο στοιχειό που εμφανίζεται σε περιόδους λιμού. Ζητάει ελεημοσύνη απ' τα σπίτια και φέρνει γούρι σ' όποιον του δίνει.



Η Μοιρολογίστρα [Banshee]




Η Μοιρολογίστρα είναι θηλυκό στοιχειό και παραστέκεται στις παλιές ιρλανδέζικες οικογένειες. Θρηνεί αναγγέλλοντας το θάνατο κάποιου δικού τους. Διαφέρει άπ' τα άλλα μοναχικά ξωτικά γιατί είναι καλοπροαίρετη, όπως κι ο Ζητιάνος. Μπορεί να μην ανήκει καν σ' αυτά, μπορεί να 'γινε μοναχική απ' την πολλή θλίψη. Πολλοί την έχουν δει να κλαίει και να χτυπιέται. Λένε μάλιστα πως τα ιρλανδικά μοιρολόγια είναι απομίμηση του δικού της θρήνου. 

Όταν εμφανίζονται περισσότερες από μία, τότε σημαίνει πως πρόκειται να πεθάνει κάποιο σπουδαίο πρόσωπο η κάποιος άγιος. […]



Το Ακέφαλο Στοιχειό [Dullahan]



Ο ακέφαλος καβαλάρης Dullahan της ιρλανδικής παράδοσης



Πολύ ανατριχιαστικό πλάσμα: Δεν έχει κεφάλι ή το κουβαλάει κάτω απ' τη μασχάλη του. Το 'χουν δει να οδηγεί συχνά ένα μαύρο αμάξι (coach-a-bower) που το σέρνουν ακέφαλα άλογα. Χτυπάει την πόρτα των αγροτόσπιτων, κι αν του ανοίξεις, σού 'ρχεται στο πρόσωπο ένας κουβάς αίμα. Είναι κακός οιωνός – στα σπίτια που επισκέπτεται αναγγέλλει τον θάνατο Δεν πάει πολύς καιρός που ένα τέτοιο αμάξι πέρασε χαράματα απ' το Σλάιγκο, όπως μου είπε ένας ναυτικός. Σ' ένα χωριό λένε πως ακούνε τις ρόδες του να κυλάνε πολλές φορές το χρόνο.

Αυτά τα στοιχειά ωστόσο τα συναντάμε κι έξω απ' την Ιρλανδία. Το 1807, δύο φρουροί του Σαίντ-Τζαίημς Πάρκ στο Λονδίνο έμειναν στον τόπο απ' τον τρόμο, όταν μια ακέφαλη γυναίκα, γυμνή απ' τη μέση κι επάνω, σκαρφάλωσε τα μεσάνυχτα στα κάγκελα.



Η Μοιραία Μούσα [Leanhaun Shee = η Ξωτικιά Ερωμένη]



Πίνακας του Τζον Ουίλιαμ Γουότερχαουζ / John William Waterhouse: La Belle Dame sans Merci (1893)
John William Waterhouse: La Belle Dame sans Merci (1893)



Αυτή κυνηγάει τον έρωτα των άντρων. Αν αρνηθούν, γίνεται σκλάβα τους. Αν συγκατατεθούν, είναι πια δικοί της και μπορούν να γλιτώσουν μόνο αν βρουν κάποιον να πάρει τη θέση τους. Ζει απομυζώντας τη ζωή τους, κι αυτοί σιγά-σιγά μαραζώνουν και πεθαίνουν. 

Είναι η μούσα των κελτών ποιητών, γιατί χαρίζει την έμπνευση στους εραστές της και σκλάβους της. Οι κέλτες ποιητές πεθαίνουν όλοι νέοι• η Μούσα βιάζεται να τους πάρει μαζί της σ' άλλους κόσμους. Ούτε ο θάνατος δεν λυτρώνει όποιον πέσει στα δίχτυα της.


Έκτος άπ' τα παραπάνω έχουμε κι άλλα μοναχικά ξωτικά, όμως ξέρουμε πολύ λίγα γι' αυτά για να επεκταθούμε στο καθένα χωριστά. Υπάρχουν πάντως τα «σπιτικά στοιχειά»• τα Water Sherries, ένα είδος φευγαλέου φωσφορισμού• το Sowlth, ένα άμορφο φεγγοβόλο πλάσμα• το Pastha, δράκοντας των λιμνών και φρουρός κρυμμένων θησαυρών• και τα Bo men, στοιχειά που ζουν στους βάλτους της κομητείας Ντάουν κι επιτίθενται στους άμυαλους, μπορείς όμως να τ' απομακρύνεις χτυπώντας τα μ’ ένα παράξενο είδος φύκι. Αυτά υποψιάζομαι ότι είναι σκωτικής προελεύσεως. Σε ορισμένα μέρη υπάρχει, τέλος, η μεγάλη φυλή των φαντασμάτων, των Thivishes.

Αυτά είναι όλα τα ξωτικά και πνεύματα που συνάντησα στην Ιρλανδική παράδοση. Πολύ πιθανόν να υπάρχουν κι άλλα, που δεν τα ‘χουμε ακόμα ανακαλύψει.»



Το κείμενο του W.B. Yeats από το «Παραμύθια και Παραδόσεις της Ιρλανδίας», σε μετάφραση Α. Πασχαλίδη. Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση, Το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης 19.


Ο Πουκ από το Όνειρο Θερινής Νύχτας, εικονογράφηση για το Sandman του Neil Gaiman / Puck from A Midsummer's Night Dream in Sandman
Ο Πουκ από το Όνειρο Θερινής Νύχτας, εικονογράφηση για το Sandman του Neil Gaiman

19 Φεβρουαρίου 2017

Το Καρναβάλι, του Νικολάου Γύζη





Σήμερα θα σας μιλήσω για έναν πίνακα. Ο λόγος για το «Καρναβάλι στην Αθήνα» του Νικολάου Γύζη. Σε αντιστοιχία με το σύνολο των έργων του, η αποκριάτικη αυτή σκηνή μοιάζει σαν ανοιχτό παράθυρο σε κάποια άλλη εποχή – μια εποχή που όσο μακρινή μας φαίνεται, άλλο τόσο δείχνει να ριζώνει στα βάθη των συλλογικών μας αναμνήσεων. Κοιτάζοντας τον πίνακα, παρασυρόμενος σαν καράβι που αρμενίζει σε κάποια αλλοτινή (ρευστή μα πάντα ίδια) θάλασσα, σχεδόν αισθάνεσαι πως βρέθηκες κι εσύ εκεί – κάπως, κάποτε. Γίνεσαι κι εσύ μέρος της εύθυμης αυτής παρέας: ντύνεσαι καλικάντζαρος μαζί με τους άντρες, γελάς μαζί με τις γυναίκες, τρομάζεις μαζί με τα παιδιά. Ακόμα και αν δεν ανήκεις σ’ εκείνους που ξεφαντώνουν με τις σύγχρονες απόκριες, απολαμβάνεις βαθιά το καρναβάλι της εποχής αυτής που πέρασε – σαν τον γέρο που καπνίζει το τσιμπούκι του.

Τα έργα του Γύζη παρουσιάζουν με φωτογραφικό σχεδόν ρεαλισμό τις συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Άραγε αν ζωγραφίζαμε το σύγχρονο αστικό καρναβάλι, ποια μορφή θα επιλέγαμε να του δώσουμε; Η εύλογη απάντηση θα ήταν κάτι σχετικό με το ξεφάντωμα στους δρόμους, ή ενδεχομένως μια σκηνή από ένα αποκριάτικο πάρτι. Ωστόσο ο ίδιος θα επέλεγα κάτι που ίσως χαρακτήριζε ακόμα περισσότερο την εποχή μας: το βαγόνι ενός τρένου της πόλης, κάποιο απόγευμα στα τέλη του Φλεβάρη.

Απεικονίστε τη σκηνή μαζί μου: Κόσμος που κάθεται σε θέσεις, άλλοι όρθιοι. Πολλοί σκυμμένοι πάνω από τα κινητά τους. Ένας κοιμάται, κατάκοπος μετά τη δουλειά. Μια κοπέλα ρεμβάζει απ’ το παράθυρο. Ένας άντρας δείχνει προβληματισμένος. Μια γυναίκα διαβάζει ένα βιβλίο – δεν φαίνεται ο τίτλος του. Ένας άλλος μια εφημερίδα – οι τίτλοι της αρκούν για να σκορπίσουν πανικό σε κάποιον που τους παρατηρεί για πρώτη φορά, μα εσύ τους βλέπεις κάθε μέρα. Ένα παιδί μ’ ένα μπαγλαμαδάκι (μάλλον τσιγγάνος) γυρεύει «ό,τι έχετε ευχαρίστηση». Κι εκεί, ανάμεσά τους, κάποιοι μασκαρεμένοι, έτοιμοι για τη βραδινή τους αποκριάτικη εξόρμηση.

[παρένθεση: χθες στο τρένο ήταν ένα παιδί σαν αυτό που σας περιέγραψα – κι έπαιζε τη «Φραγκοσυριανή». Μια παρέα γυναικών του έδωσε ένα κέρμα και το ρώτησε «τον Παντελίδη τον ξέρεις;». «Λίγο», απάντησε εκείνο, κι έφυγε. Αναστέναξα με δυσθυμία. Το τσιγγανόπουλο για μια στιγμή έμοιαζε να έχει μεγαλύτερη παιδεία από τις ενήλικες αυτές αστές. «Μείνε στη Φραγκοσυριανή, μικρέ…», σκέφτηκα και έπιασα να διαβάσω το βιβλίο μου – μα δυσκολευόμουν να αρχίσω πάλι την ανάγνωση. Όχι μετά από αυτό που άκουσα.]

Αν περιέγραφα, με άλλα λόγια, τις σύγχρονες Απόκριες στην πόλη, θα ήταν μια εικόνα που να ταιριάζει με αυτό το συνονθύλευμα αντιφατικών εικόνων και συναισθημάτων που την χαρακτηρίζει.

Γι’ αυτό ας πάμε πάλι πίσω. Πίσω στο καρναβάλι του παλιού καιρού και στον πίνακα του Γύζη. Εκεί που τα πράγματα μοιάζουν λιγότερο συγκεχυμένα μεταξύ τους, με μεγαλύτερη σαφήνεια. Τέτοια, που μπορούν να σου γεννήσουν ένα γνήσιο αίσθημα νοσταλγίας για εκείνες τις Απόκριες που δεν έζησες.






Μπροστά στα μάτια μας ξετυλίγεται μια οικογενειακή σκηνή. Άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά – ο καθένας συμμετέχει στο γλέντι με το δικό του τρόπο. Οι νεαροί άντρες έχουν μασκαρευτεί καλικάντζαροι ή τελώνια, φορώντας γκροτέσκες μάσκες με τρομακτικές εκφράσεις. Ενός η μύτη είναι στην πραγματικότητα μια μεγάλη πιπεριά. Ο ρουχισμός τους με γουναρικά και δέρματα μοιάζει να παραπέμπει σε εποχές που χάθηκαν στα βάθη των θρύλων – όταν αληθινά ξωτικά και τέρατα έμοιαζαν να γυροφέρνουν στα δάση και τα βουνά της χώρας. Γιατί τι είναι το πνεύμα της Αποκριάς, αν το καλοσκεφτούμε, αν όχι εκείνη η σύνδεση με το συλλογικό ασυνείδητο των πιο μακρινών εποχών; Εκείνο που αναβρύζει γλέντι, ηδονή κι ελευθερία στο κάθε του πέρασμα. Μια μυρωδιά που φτάνει πίσω, ως τον καιρό που κάποιος τραγόμορφος Παν περιδιάβαινε τα δάση, σε αναζήτηση ποτού και συνουσίας.

Οι γυναίκες το απολαμβάνουν με την ψυχή τους. «Ω, δες, οι καλικάντζαροι!», μοιάζει να λέει μία στην έντρομη κόρη της, η οποία κουκουλώνεται με τρομάρα στην αγκαλιά της. «Μαμά, βοήθεια!», φωνάζει η μικρούλα. «Πίσω, δαίμονες, πίσω!», τους κάνει απωθώντας τους με το χέρι η μαμά, ενώ γελά χαρούμενη, παρέα με τις φίλες της. Ο άντρας στο βάθος του τραπεζιού γελά με βροντερή φωνή. «Μπράβο παιδιά, και του χρόνου!», θα μπορούσε να λέει. Δίπλα του ένας άλλος κραδαίνει προστατευτικά του ραβδί του τσέλιγκα. «Όξω, τέρατα, μακριά από μας!», φτάνει στ’ αυτιά σου η φωνή του. Όσο αφορά τον ηλικιωμένο στη γωνιά του τραπεζιού; Ρουφά με ευχαρίστηση το τσιμπούκι του. «Είναι αλήθεια καλικάντζαροι, παππού;», τον ρωτά το παιδάκι στην αγκαλιά του. Κι εκείνος του απαντά μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Αυτοί οι νέοι!

Στο τραπέζι το γαλακτομπούρεκο μοσχοβολά. Περιμένει να βάλουν στην άκρη τις μάσκες οι καλικάντζαροι και να πάρουν με χαρά ένα κομμάτι από την πίτα. “Trick or treat!” – σας θυμίζει κάτι; Η μήπως γίνομαι αναχρονιστικός; Πόσο αλλάζουν οι καιροί! Πόσο ίδιοι παραμένουν!

Ας κρατήσουμε το άρωμα εκείνο της Αποκριάς όπως μας το μετέδωσε ο Νικόλας Γύζης. Την ειλικρίνεια μιας εποχής που άφησε πίσω της βενετσιάνικες μάσκες, ρούχα από δέρματα και ζεστά χαμόγελα. Ο καπνός από το τσιμπούκι του ηλικιωμένου μοιάζει να ξεφτίζει. Το όραμα χάνεται – κι επιστρέφουμε στο παρόν. Μα εκείνο που για μια στιγμή μονάχα είδαμε – η ματιά που ρίξαμε πίσω στο χρόνο δεν ξεχνιέται. Ας την πάρουμε μαζί μας, λοιπόν. Ας φέρουμε ξανά κάτι από το πνεύμα της στο τώρα. Λίγη απ’ τη μαγεία μιας εποχής που δεν είχε ανάγκη από μάσκες – γι’ αυτό και απολάμβανε να τις φορά.

Ας θυμόμαστε τις παλιές αυτές Απόκριες. Και ίσως ακούσουμε να αντηχεί ξανά ο ήχος από το χαρούμενο ποδοβολητό των καλικάντζαρων τις νύχτες…



* Το «Καρναβάλι στην Αθήνα» του Νικολάου Γύζη εκτίθεται στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, ίδρυμα Βούρου-Ευταξία.




23 Νοεμβρίου 2014

H Σύναξη των Ζώων. Διασκευή ενός Ινδικού Μύθου






Στα χρόνια τα παλιά, όταν η γη ήταν γεμάτη δάση και οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα στις σπηλιές, τα ζώα όλα μαζεύτηκαν σε σύναξη. Ήταν εκεί κάθε ζώο που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Άλογα κι ελέφαντες, τίγρεις και ιπποπόταμοι, ψάρια, ζωύφια και πουλιά. Τα ζώα συγκεντρώθηκαν σε ένα πελώριο ξέφωτο, περιτριγυρισμένο από ψηλά δέντρα. Ήξεραν για ποιόν λόγο είχαν βρεθεί. Αρχικά γινόταν μεγάλη οχλαβοή – το δάσος ξεχείλιζε βουίσματα, βελάσματα, βρυχηθμούς και τιτιβίσματα. Ξάφνου όμως πήρε τον λόγο το λιοντάρι και οι πάντες σίγησαν.

«Σύντροφοι στο βασίλειο των ζώων, γνωρίζετε όλοι για ποιόν λόγο βρεθήκαμε εδώ. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό και η απόφαση που θα πάρουμε θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου».


***


Κάθε ζώο είχε καρφωμένο το βλέμμα πάνω του. Ένιωθαν όλοι την σημασία της στιγμής. Το λιοντάρι συνέχισε.

«Τον παρατηρούμε σε καθημερινή βάση. Η εξέλιξη του είναι ραγδαία. Δείτε που βρισκόταν πριν μερικές χιλιάδες χρόνια και που βρίσκεται τώρα! Σίγουρα ποτέ δεν πρόκειται βέβαια να φτάσει το δικό μας επίπεδο τελείωσης… μα η μεταβολή είναι ταχύτατη, όπως και να ‘χει».

Ο χιμπαντζής πήρε απότομα τον λόγο. «Παλιά έμοιαζε με εκείνους του είδους μου! Μα δείτε, τώρα βαδίζει στα δυο του πόδια! Δεν έχει πια ουρά, ούτε ζει στα δέντρα! Λένε μάλιστα πως αυτό είναι μόνο η αρχή! Έχω ακούσει πως κάποια μέρα θα μπορέσει μέχρι και να πετάξει στον ουρανό ψηλά!»

Αναστάτωση επικράτησε στο ξέφωτο. Ένας κότσυφας αντιλάλησε πάνω απ’ όλους: «Αποκλείεται να καταφέρει να πετάξει! Μα ποιος νομίζει ότι είναι;!». Τότε μίλησε μια σαύρα. Η φωνή της αντήχησε σαν το θρόισμα των φύλλων πριν την καταιγίδα: «Όσο εκείνος ζει, κανένας από μας δεν είναι ασφαλής. Η επιθετικότητά του δε γνωρίζει όρια. Αν δυναμώσει ακόμα παραπάνω, τι θα απογίνουμε εμείς;»


***


Σιωπή. Τα ζώα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ένας αγριόχοιρος πήρε τον λόγο: “Σταδιακά γινόμαστε όλοι λεία στις ορέξεις του. Ασφαλώς και εμείς τα ζώα στρεφόμαστε συχνά ο ένας ενάντια στον άλλο… μα εκείνος στρέφεται ενάντια σε όλους, χωρίς περιορισμό. Η φύση συνιστά για κείνον ένα ατελείωτο αντικείμενο εκμετάλλευσης, προκειμένου να το πλάσει με τα χέρια του και να το μετατρέψει σε υποχείριο των σκοπών του. Μέχρι που θα φτάσει αυτό;».

Ο αετός συμπλήρωσε, τινάζοντας πέρα τα φτερά του: «Είναι επικίνδυνος όχι για μας μονάχα, μα και για τον ίδιο τον εαυτό του. Πολύ φοβάμαι πως στο μακρινό μέλλον, θα χειροτερέψει ακόμα πιο πολύ. Αν είναι να κάνουμε κάτι, πρέπει να το κάνουμε τώρα που είναι νωρίς! Tώρα που οι αριθμοί του δεν είναι ακόμα ισχυροί».

Γενική επιδοκιμασία επικράτησε παντού. «Ναι, ναι, τώρα που είναι νωρίς!», φώναζαν τα ζώα. «Πριν εξαπλωθεί σε όλη τη γη, τώρα που είμαστε δυνατότεροι απ’ αυτόν!».


***


Το λιοντάρι μίλησε πάλι. «Είμαστε λοιπόν σύμφωνοι; Θα επιτεθούμε στο ον που ονομάζεται άνθρωπος, με σκοπό να το εξολοθρέψουμε; Tώρα που οι αριθμοί του είναι ακόμα μικροί και έχουμε τη δύναμη; Καταλαβαίνετε πως μια τέτοια απόφαση, λόγω της έκτασης της σημασίας της, πρέπει να έχει την έγκριση όλων μας. Ένας έστω από τους εκπροσώπους μας αν διαφωνεί, ένας μόνο αν επιθυμεί ο άνθρωπος να ζήσει, θα αναγκαστούμε να σεβαστούμε τη γνώμη του.

Λοιπόν, είσαστε έτοιμοι να ψηφίσετε;»

«Είμαστε!», έκαναν τα ζώα.

«Υπάρχει ένας, έστω, ανάμεσά σας, που θεωρεί πως ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει;», ρώτησε το λιοντάρι.

Κανένας δε μίλησε. Όλα τα ζώα φαίνονταν αποφασισμένα…

…Τότε όμως αντήχησε μια ψιλή φωνή. «Εγώ». Οι πάντες στράφηκαν στο μέρος του, έκπληκτοι. «Εγώ επιθυμώ ο άνθρωπος να ζήσει», έκανε το πλάσμα.

Τα ζώα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ήταν μέρος της συμφωνίας... Η απόφαση χρειαζόταν να είναι ομόφωνη. Ένας αν διαφωνούσε έστω, όφειλαν να τον σεβαστούν.

«Ας είναι έτσι λοιπόν!», αντήχησε επιβλητική η φωνή του λιονταριού. «Ο άνθρωπος θα ζήσει. Σε σένα, πλάσμα, στην ανιδιοτέλεια σου, θα χρωστά την ύπαρξη του. Η συνεδρία μας λαμβάνει τέλος!».


***


Ένα-ένα, τα ζώα αποχώρησαν. Κάπως έτσι σώθηκε λοιπόν ο άνθρωπος… Όσο αφορά το ζώο που πήρε θέση υπέρ του; Εκείνο αποχώρησε γελώντας, βαθιά ικανοποιημένο:

«Ανιδιοτέλεια; Όχι δα! Γιατί, βλέπετε, κανένα άλλο ζώο της φύσης δεν έχει αίμα σαν εκείνο του ανθρώπου!»…

…είπε το κουνούπι και πέταξε μακριά.



******


Μια διασκευή μου σε έναν παλιό, ινδικό μύθο που είχα κάποτε ακούσει.





18 Δεκεμβρίου 2013

Σκοτεινοί Μύθοι και Παραδόσεις των Χριστουγέννων!





Το σκηνικό γνωστό και αγαπημένο: Η φωτιά να σιγοκαίει στο τζάκι (ας υποθέσουμε πως ζείτε σε σπίτι με τζάκι και δεν τίθεται θέμα νέφους), το δέντρο στολισμένο με πολύχρωμα και άφθονα δώρα για συγγενείς και φίλους (ας υποθέσουμε πως δεν υπάρχει οικονομική κρίση και πως έχετε πολλούς και αγαπημένους συγγενείς και φίλους), η γάτα και ο σκύλος να κοιμούνται στα μαξιλάρια (ας υποθέσουμε πως έχετε γάτα και σκύλο), τα γλυκίσματα και το κρασί πάνω στο τραπέζι, και φυσικά, το χιόνι που πέφτει έξω απ’ το παράθυρο, καλύπτοντας τη γειτονιά σας με ένα λευκό στρώμα, χνουδωτό και αφράτο σα ζάχαρη άχνη (ας υποθέσουμε, πάλι, πως δεν υπάρχουν άστεγοι, η θέρμανση επαρκεί για όλους και πως ζούμε σε μια πόλη στην οποία ρίχνει και κανένα χιόνι το χειμώνα – εν ολίγοις, το σενάριο που σας περιγράφω φαντάζει σχεδόν σαν παραμύθι μεγαλύτερο και από εκείνο του καλού Άι Βασίλη, αλλά ας το υποθέσουμε, σε τελική ανάλυση).

Κι ενώ εσύ και οι αγαπημένοι σου βρίσκεστε όλοι μαζί στο σαλόνι, κεφάτοι και μονιασμένοι, γιορτάζοντας την Γιορτή των Γιορτών, ξάφνου ακούτε έναν θόρυβο να αντηχεί στο τζάκι. Λίγο χιόνι πέφτει και ο θόρυβος δυναμώνει – κάποιος πλησιάζει, κατεβαίνοντας από την καμινάδα. «Α, τι καλά, είναι ο Άι Βασίλης!», λέτε με χαρά και παίρνετε θέση ετοιμότητας. Χαμογελάτε και υψώνετε τα ποτήρια σε μια πρόποση.






Τότε όμως ξεπετάγεται από την καμινάδα ένα θέαμα βγαλμένο από τους χειρότερους σας εφιάλτες. Ένα τερατόμορφο ον με κέρατα, πελώρια νύχια και σουβλερά σαγόνια, με μια γλώσσα που κρέμεται ως κάτω χαμηλά και δυο μάτια που γυαλίζουν με μια έκφραση μανίας. Στα χέρια του κραδαίνει ασφυκτικά ένα μεγάλο σακούλι και κοπανάει μετά μανίας ένα κουδούνι που σας ξεκουφαίνει. «Ήρθα να μαζέψω όλους όσους δεν υπήρξατε καλά παιδιά!», βρυχάται και μεμιάς ορμάει κατά πάνω σας.

Πριν καλά καλά καταλάβετε τι έχει γίνει, η κολλητή σας έχει γίνει άφαντη μέσα στο σακούλι. «Ήθελες και τον Κώστα και τον Νίκο, ε?», ουρλιάζει το τέρας. «Στο σακούλι είναι η θέση σου!». Ο ξάδερφος σας, ο Πέτρος, πάει να αντιμετωπίσει το τέρας, μα εκείνο τον αρπάζει απ’ τα μαλλιά και τον ρίχνει κάτω. «Καλούσες τους συναδέλφους απ’ τη δουλειά σε απεργία, ε? Δεν είσαι ήσυχο παιδί! Στο σακούλι!», κάνει το τέρας και τον χώνει μες στον σάκο. Η θεία σου η Μαρίκα τρέχει να γλιτώσει, μα το τέρας την προφταίνει. «Ξέρω πόσο τρως, δε μπορείς να πάρεις τα πόδια σου απ’ την τόση λαιμαργία! Έμπα στη σακούλα και θα σου φύγει η όρεξη!». Με τη δαγκάνα του αρπάζει τη θεία από τα πισινά και τη χώνει μέσα στον σάκο, ενώ εκείνη προσπαθεί μάταια να τσιμπήσει ένα τελευταίο κομμάτι απ’ το γλυκό. 

Τότε το τέρας γυρίζει το βλέμμα του προς τα σένα. Παγώνεις. Τα μάτια του πετάνε φλόγες. «Όσο αφορά εσένα…», κάνει το τέρας, μιλώντας με αργούς ρυθμούς. «Ό, τι και να πω είναι λίγο… Δεν ήσουν καλό παιδί. Δεν ήσουν καθόλου καλό παιδί και το γνωρίζεις».

Έχεις κοκαλώσει. Προσπαθείς να πεις κάτι προς υπεράσπιση σου, μα η λαλιά σου έχει χαθεί. Το τέρας ξεχύνεται κατά πάνω σου.

Το τελευταίο πράγμα που ακούς είναι ο ήχος από κουδουνάκια και ένα γέλιο να αντηχεί στον ουρανό, ένα γέλιο που πνίγει τις κραυγές σας. «Χο-χο-χοοοο!!!!».






Ho-Ho-Ho for Horror!



Κι όμως αγαπητέ αναγνώστη! Ιστορίες σαν την πάνω δε θα φάνταζαν καθόλου παράδοξες σε παιδιά από άλλες χώρες της Ευρώπης, των οποίων η παράδοση βρίθει από τρομακτικές ιστορίες και θρύλους για φρικιαστικά όντα, πλάσματα που έχουν συνδεθεί με τις γιορτές των Χριστουγέννων και έθιμα που θα έσπερναν ανατριχίλες στο διάβα τους!

Σήμερα θα μιλήσουμε για ορισμένα από τα πλέον ξακουστά! Η ευρωπαϊκή παράδοση κυριολεκτικά ξεχειλίζει με μορφές που θα μπορούσαν να είχαν ξεπροβάλλει από κάποια ιστορία τρόμου – μόνο που εδώ δεν πρόκειται για το νοσηρό δημιούργημα ενός μόνο συγγραφέα, αλλά για παραδόσεις με ιστορία αιώνων πίσω τους, σκοτεινές πόρτες στα άδυτα του χρόνου, εκεί που η πραγματικότητα σμίγει με τους θρύλους σε έναν βλάσφημο χορό.

Ξεχάστε τις γλυκανάλατες ιστορίες για πρόβατα, αγίους και αγάπες και ετοιμαστείτε να ιχνηλατήσουμε τις σκοτεινότερες πτυχές του συλλογικού μας ασυνείδητου!

Τα Χριστούγεννα ποτέ δε θα είναι ίδια μετά απ’ αυτό.






O Δαίμονας των Χριστουγέννων!



Ξεκινάμε με το τέρας που περιγράψαμε στην εισαγωγή μας! Τ’ όνομα του Krampus και τα χαρακτηριστικά τράγου διόλου τυχαία. Ο Krampus είναι ένα ον βγαλμένο απ’ τις σκοτεινότερες παραδόσεις της κεντρικής, γύρω από τις Άλπεις, Ευρώπης. Αποκρουστικός στην όψη, κραδαίνοντας ένα σακίδιο στο ένα του ποδάρι και ένα κουδούνι στο άλλο, ο Krampus έχει αναλάβει την «βρώμικη δουλειά» - εκείνη που δεν κάνει ο Άι Βασίλης. Ρόλος του να τιμωρεί εκείνα τα παιδιά που δεν υπήρξαν καλά κατά την διάρκεια της χρονιάς.

Το όνομα του προέρχεται από μια παλιά γερμανική λέξη που σημαίνει “claw”, δηλαδή νύχι – τα αποκρουστικά, μεγάλα νύχια, συνιστούν εξάλλου ένα από τα χαρακτηριστικά του. Βγαίνει έξω κάθε νύχτα 5η του Δεκέμβρη. Το κουδούνι του χτυπάει σε έναν υπόκωφο, πένθιμο ρυθμό, η ηχώ του οποίου σκορπίζει τον τρόμο – σε αντιδιαστολή με το εύθυμο καμπανάκι του έλκηθρου του Άι Βασίλη. Ο Krampus διασχίζει τις γειτονίες σε αναζήτηση κακών παιδιών, και κανένα δε μπορεί να του ξεφύγει. Τα βρίσκει ένα-ένα και τα στοιβάζει μες στο σάκο του.








Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Krampus καταλήγει σ’ ένα ποτάμι, στο οποίο και αδειάζει τα περιεχόμενα του σακιδίου του. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, μεταφέρει τα παιδιά κατευθείαν ως τη κόλαση.

Αυτά όσο αφορά το κομμάτι των θρύλων. Γνωρίζατε όμως πως γιορτάζεται επίσημα στην Αυστρία, κάθε 5 του Δεκέμβρη, η «Μέρα του Krampus”? Κατά την διάρκεια της γιορτής οι άντρες μεταμφιέζονται σε Krampus, φορώντας γούνες και φρικιαστικές μάσκες με κέρατα, κραδαίνοντας μπαστούνια, χτυπώντας ένα κουδούνι και γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, σε αναζήτηση μικρών παιδιών. Όταν τα παιδιά ανύποπτα τους ανοίγουν την πόρτα, οι μεταμφιεσμένοι ορμάνε μέσα και αρχίζουν να τα τρομοκρατούν! Και αυτό είναι μέρος της παράδοσης! Και μετά εμείς λέμε για τα Κάλαντα.

Στο τέλος, και αφού έχουν τρομάξει όλοι για τα καλά, οι γονείς καλούν μέσα τους μασκοφόρους, εκείνοι πετάνε τις μάσκες και κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι να πιούν ένα ποτό, σα να μη συμβαίνει τίποτα. «Ποιος ήταν αγάπη μου στην πόρτα?». «Ένας μεταμφιεσμένος τράγος καλή μου, ήθελε να τρομάξει το παιδί. Πλάκα είχε. Τον κάλεσα να πιούμε ένα ποτάκι».

Περισσότερα για τον Krampus, μαζί με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, στο blog του φίλου πίθηκου! Κλικ εδώ.








Zwarte Piet – Ένας μαύρος, κατάμαυρος Πέτρος



Από την Αυστρία πάμε βορειότερα, ως την Ολλανδία, και μια ενδιαφέρουσα φιγούρα που ακούει στο όνομα «Μαύρος Πητ»… εε, όχι, να με συγχωρείτε: «Μαύρος Πέτρος», aka Zwarte Piet. Μαύρος, κατάμαυρος, όχι από φυσικού του όμως! Περνάει τον χρόνο του, βλέπετε, σκάβοντας ασταμάτητα στα ανθρακωρυχεία της Ισπανίας, και απ’ το πολύ το κάρβουνο μαύρισε η μούρη του. Υποχθόνιες φήμες λένε πως ξεστόμισε πρώτος την περίφημη, σπαρακτική φράση «όχι άλλο κάρβουνο!», μα μένουν ανεπιβεβαίωτες. Αυτό σε συνδυασμό με τις καμιδάδες στις οποίες τρυπώνει και ανεβοκατεβαίνει σαν ευλύγιστο ξωτικό – ο καπνός του μαυρίζει το πρόσωπο, και η φωτιά του τινάσσει προς τα πάνω τα μαλλιά – σαν άλλο ροκ σταρ.

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου ο Μαύρος Πέτρος είναι ένα μικροσκοπικό τρολ, όμοιο με εκείνο της εικόνας. Τον χρόνο που δεν περνάει σκάβοντας στην Ισπανία επιδίδεται στη δεύτερη αγαπημένη ενασχόληση του: κάνει ένα ταξιδάκι στον βορρά και κατασκοπεύει τα παιδιά της Ολλανδίας και του Βέλγιου, σημειώνοντας ποια υπήρξαν καλά και ποια όχι. Έπειτα, δίνει την αναφορά του στον Άι Βασίλη και τον συνοδεύει στο έλκηθρο κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, τρυπώντας μαζί του από την καμινάδα μες στα σπίτια. Και αν ο Άι Βασίλης τοποθετεί δωράκια στις κάλτσες που κρέμονται από τα δέντρα, για όσα παιδιά υπήρξαν καλά, ο Μαύρος Πέτρος αναλαμβάνει τα κακά παιδιά, βάζοντας στις κάλτσες αντί για δώρα κάρβουνα!

Και αυτό λειτουργεί ως προειδοποίηση. «Το νου σου, παιδάκι, την επόμενη φορά δε θα βρεις κάρβουνο στην κάλτσα, μα εισιτήριο για την κόλαση!».






Για άλλη μια φορά βλέπουμε τον Άη να φορτώνει τη «βρώμικη δουλειά» σε άλλους, λειτουργώντας κανονικά σαν αρχηγός Μαφίας. Αρκεί βέβαια να σκεφτούμε πως εξαναγκάζει τα έρμα τα ξωτικά στο εργαστήριο του να δουλεύουν έναν χρόνο συνέχεια για να κερδίσει στο τέλος αυτός τη δόξα όλη, για να συνειδητοποιήσουμε πως τελικά έχουμε να κάνουμε με έναν στυγνό, αδίστακτο, μεγαλοκαρχαρία εκμεταλλευτή.

Στα κακά παιδιά ο Μαύρος Πέτρος δίνει κάρβουνα, μπας και μπουν στον ίσιο δρόμο. Υπάρχουν όμως και εκείνα τα παιδιά που η κατάσταση τους απλά είναι ανέλπιδη. Το σωφρονιστικό σύστημα του κάρβουνου δε λειτουργεί και το Τέξας βρίσκεται μακριά για την ηλεκτρική καρέκλα. Τα παίρνει λοιπόν ο Μαύρος Πέτρος, τα χώνει όλα στο σακίδιο (άντε πάλι), σακίδιο γεμάτο με ποντίκια, και τα κουβαλάει μέχρι την Ισπανία. Και εκεί που τα παιδιά πάνε να χαρούν, σκεπτόμενα πως κάνουν δωρεάν ταξίδι στο εξωτερικό, εκείνος τα μεταφέρει κατευθείαν στα ορυχεία του, όπου και τα βάζει να δουλεύουν μέρα-νύχτα, σα σκλάβοι. Εργασία και χαρά.

Και αν κάποιο παιδάκι αρχίσει να κουράζεται και εκδηλώσει σημάδια αδυναμίας, ο Μαύρος Πέτρος το τρώει. Ούτε απόλυση, ούτε μείωση μισθών – οι τακτικές αυτές είναι ξεπερασμένες, στην εποχή μας οι εργοδότες οφείλουν να καταφύγουν σε δραστικότερα μέτρα για να τιθασεύουνε τη μάζα. Δεν εργάζεστε? Διαμαρτύρεστε? Θα σας φάμε!








Η εκδοχή του τρολ είναι η παλιότερη του μύθου. Σύμφωνα με τη γνωστότερη εκδοχή της ιστορίας όμως, ο Μαύρος Πέτρος είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι, υπηρέτης του Άι Βασίλη, μπαινοβγαίνοντας στις καμινάδες και αποκτώντας το χαρακτηριστικό μαυρισμένο του πρόσωπο. Πρωτοεμφανίστηκε στο δημοφιλές βιβλίο του 19ου αιώνα «Ο Άγιος Νικόλαος και ο Υπηρέτης του». Ο Μαύρος Πητ παρουσιάζεται ως μια αγαθή μεν, αλλά αρκετά αδέξια φιγούρα, καλός μα ατζαμής και με περιορισμένο δείκτη νοημοσύνης.

Και αν το μαύρο του δέρματος του προέρχεται από το φούμο στις καμινάδες, να είναι τυχαία η ομοιότητα με όλους εκείνους τους λευκούς της εποχής (και ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα), σε Ευρώπη και Αμερική, που έβαφαν το πρόσωπο τους στις θεατρικές παραστάσεις, τις σάτιρες, τις επιθεωρήσεις και τα μιούζικαλ, υποδυόμενοι νέγρους χαρακτήρες? Και όλα αυτά σε μια χώρα όπως η Ολλανδία, η οποία είχε μια μακροχρόνια ιστορία αποικιακής εκμετάλλευσης και ρατσισμού πίσω της? Τα συμπεράσματα δικά σας.

Εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη εκδοχή του Μαύρου Πέτρου μου φέρνει πολύ κατά νου τον Γιάννη Βουτσά σ’ εκείνη τη ταινία που μιλούσε για τον «μαύρο, τον σκύλο, ταμ, ταμ, ταμ»…






Hans Trapp, ένας πλούσιος σατανιστής



Περνάτε όμορφα με τις χαρωπές μας χριστουγεννιάτικες ιστορίες? Υπέροχα. Τι θα λέγατε λοιπόν να μιλούσαμε για έναν κύριο που ορεγόταν ανθρώπινη σάρκα και έκανε θυσίες στον Βελζεβούλη? Α, χαμογελάτε βλέπω με ενθουσιασμό. Εμπρός λοιπόν, μαζευτείτε γύρω από το τζάκι, πιείτε μια γουλιά απ’ το κρασί, ενώστε τα χέρια και αφεθείτε στο τελετουργικ… εε, στην αφήγηση μας.

Ο λόγος για έναν ακόμα σκοτεινό συνεργάτη του Άι Βασίλη – ένα από τα μέλη της Μαφίας του. Τ’ όνομα του Hans Trapp, η καταγωγή του γερμανική. Συχνά αποκαλείται με το όνομα “Ruprecht”, ξακουστού δαίμονα της Γερμανίας.






Κατά την διάρκεια του 15ου αιώνα, ο Hans Trapp ήταν ένας παντοδύναμος και μισητός σε όλους πλούσιος, ο οποίος ζούσε στην Αλσατία της Γαλλίας – υπήρχαν από τότε οι φήμες πως λάτρευε τον Σατανά και ασκούσε μαύρη μαγεία. Και πλούσιος, και μαύρη μαγεία, ζήτω που καήκαμε. Η Εκκλησία τον αφόρισε. Ο ίδιος ο λαός τον εξοστράκισε, κατάσχοντας όλη την περιουσία του – να μια σπάνια περίπτωση που η Εκκλησία τάχτηκε με το μέρος του λαού εναντίον των πλουσίων! Δεν έχουν οι ισχυροί του κόσμου όλου λοιπόν παρά να ξεκινήσουν να ασκούν και επίσημα τη Μαύρη Μαγεία, μπας και αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στον μάταιο τούτο κόσμο.

Ο Hans Trapp κατέληξε στο δάσος, μοναχός του, χωρίς δεκάρα, τσέπες αδειανές. Τον καημένο. Σα την κατάρα γύριζε, φτάνοντας στα βουνά της Μπαβάρια της Γερμανίας. Σταδιακά η απομόνωση τον έκανε να χάσει το νου του. Αφοσιώθηκε πλήρως στον σατανισμό και άρχισε να ορέγεται τη γεύση ανθρώπινης σάρκας. Ένα χεράκι, ένα ποδαράκι, κάτι ρε παιδιά.







Μεταμφιεσμένος σε σκιάχτρο γύρισε στις εξοχές, αναζητώντας κάποιο θύμα. Τελικά το βρήκε στο πρόσωπο ενός ταλαίπωρου δεκάχρονου βοσκόπουλου, που είχε την ατυχία να γυροφέρνει εκεί κοντά. Ο Hans Trapp του επιτέθηκε αιφνίδια, το κάρφωσε μ’ ένα ραβδί και νεκρό πια, το μετέφερε στο λημέρι του. Εκεί το έκοψε σε κομμάτια και ετοιμάστηκε για το γεύμα της ζωής του…

Πριν προλάβει όμως να φάει έστω μια μπουκιά, ανοίγουν οι ουρανοί, και ο Θεός από ψηλά του εξαπολύει έναν κεραυνό. Πάει ο Hans Trapp, ξερός κάτω, τέζα.

"Τι λες, να του δώσουμε μωρέ μια ευκαιρία, μπας και αποβεί καλός σαν υπηρέτης?", ρωτάει ο Θεός τον Άη Βασίλη. "Και δε του δίνουμε! Ούτως ή άλλως με τέτοιους βοηθούς που έχω, ένας ακόμα διεστραμμένος κάπου θα χρησιμέψει!", απάντησε ο Άης. Έτσι λοιπόν ο Hans Trapp έγινε κι αυτός ένας από τους βοηθούς του Άι Βασίλη, τον οποίο έχει δεμένο σε λουρί και μεταφέρει σε μορφή άγριου ζώου, βγάζοντας το βόλτες την παραμονή των Χριστουγέννων, αφήνοντας το να μυρίζει κάτω από το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο, πετώντας του που και που κανένα κοκαλάκι παιδιού!

Και συνεχίζουμε!


Καλό σκυλάκι, καλό!


Γαλλική Φινέτσα



Οι Γάλλοι διακρίνονται για τη λεπτότητα, τη φινέτσα, το γούστο τους. Ο κύριος πάλι για τον οποίο θα μιλήσουμε τώρα ενδεχομένως να υπήρξε λίγο απότομος, ελαφρώς χοντροκομμένος σε θέμα τρόπων. Ένας ξενοδόχος οφείλει να σέβεται τους πελάτες του και να είναι ευγενικός απέναντι τους, όχι να τους κόβει τους λαιμούς.

Ο λόγος για τον La Pere Fouettard, μια μυθική φιγούρα που συναντούμε στις περιοχές της Γαλλίας και του Βελγίου! Ορισμένες φορές τον βλέπουμε να συγχωνεύεται με τον Hans Trapp – μορφές όπως αυτές έμπλεκαν η μία με την άλλη μέσα στους αιώνες, και από χώρα σε χώρα. Ο La Pere ήταν ένας ολίγον τι φιλάργυρος ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου. Μια μέρα έρχονται στο πανδοχείο γυρεύοντας δωμάτιο για μια νύχτα τρεις νέοι, στον δρόμο τους για ένα θρησκευτικό σχολείο (καθόλου τυχαίο). Ο La Pere διαπιστώνει πως είναι ιδιαίτερα ευκατάστατοι. Μα δε σας έμαθαν στο κατηχητικό πως οφείλετε να μοιράζεστε τα πλούτη σας? Αίσχος! Τώρα θα δείτε.

Έτσι λοιπόν αυτός και η γυναίκα του (δεν υπάρχουν περιγραφές, μα τη φαντάζομαι χοντρή, με τρίχες στο σαγόνι και μια κρεατοελιά στη μύτη) αιχμαλωτίζουν τους τρεις νέους και τελικά τους σκοτώνουν, κόβοντας τους λαιμούς τους. Τότε όμως κάνει την θριαμβευτική εμφάνιση του… ο Άγιος Νικόλας, κοινώς, ο φίλος μας ο Άη Βασίλης, και οι ουρανοί αντιλαλούν με χτυπήματα καμπάνας. Ο Άι Βασίλης είναι πολύ θυμωμένος. «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό Λα Περ», του λέει, και η γενειάδα του τρέμει από θυμό. Ο La Pere έχει πέσει γονατισμένος στο πάτωμα, τρέμοντας από τον φόβο του. «Συγχώρεσε με, ω Άη! Ήμουν υπό την επήρεια του ποτού! Η γυναίκα μου φταίει! Το έκανα σε αυτοάμυνα! Έχω τρελόχαρτο! Όλα τα παραπάνω!».



Ο Άι Βασίλης με το κολλητάρι του, La Pere Fouettard, κάνοντας τη βόλτα τους.



Και τι έκανε ο Άι Νικόλας? «Σου χω μια καλή θέση εσένα», του λέει πονηρά, τρίβοντας τα γένια του, ένα σαρδόνιο χαμόγελο να χαράζει τα χείλη του. Και έτσι τον συμπεριέλαβε και αυτόν στο ρόστερ της μαφιόζικης ομάδας των συνεργατών του… All star Santa villains, μέρος της ανόσιας πεντάδας. Έτσι λοιπόν ο La Pere Fouettard καθιερώθηκε ως ο «whipping Father» σε Γαλλία και Βέλγιο, ο βοηθός του Άι Βασίλη που αντί για σάκο κουβαλάει ένα μαστίγιο, έτοιμος να το ξαποστείλει εναντίον όλων των ανυπάκουων παιδιών…

Τι έχει δημιουργήσει αυτός ο ανθρώπινος νους προκειμένου να επιβάλλει μια ηθική και έναν τρόπο σκέψης στο σύνολο του πληθυσμού, είναι απίστευτο, πραγματικά. Στα παιδιά οι ιστορίες για δολοφονικούς βοηθούς του Άι Βασίλη, στους μεγάλους οι ιστορίες για τις αμαρτίες και την Κόλαση. Και υπάρχει και συνέχεια!


"τι, δε σου αρέσει το μαστίγιο?"


13 Παλικάρια Στήσανε Χορό



Στην Ισλανδία δεν έχουν έναν, μα δεκατρείς Άγιους Βασίληδες! Ή κάτι τέτοιο. Καλά παιδιά, όλοι τους, και άξια παλικάρια. Ονομάζονται Yule Lads, και η συχνότερη απεικόνιση τους είναι ως δεκατρία νανάκια ή τρολ – δεκατρείς μίνι Άγιοι Βασίληδες. Φανταστείτε να κάνουν την εμφάνιση τους, ο ένας μετά τον άλλον, μέσα από το τζάκι, τραγουδώντας και σκορπίζοντας γύρω τους αστρόσκονη, κουβαλώντας ο καθένας από ένα μεγάλο σακίδιο στην πλάτη. Τι χαριτωμένο!

Τα Yule Lads, σύμφωνα με την παράδοση, έρχονται ένα-ένα, ξεκινώντας από την 12η του Δεκέμβρη, και παραμένουν για δυο εβδομάδες το καθένα. Έχουμε λοιπόν το πρώτο στις 12 του μήνα, το δεύτερο στις 13, κ.ο.κ.  Η αποχώρηση του τελευταίου γίνεται στις 6 του Γενάρη. Όσο μένουν, σκορπίζουν γύρω τους ένα ευχάριστο μικρό χάος, επιδιδόμενοι σε διάφορες, μικρής έκτασης, φάρσες. Για παράδειγμα κλέβουν το γάλα ή το γιαούρτι από τα σπίτια, χτυπάνε δυνατά τις πόρτες, και τέτοια.



ένα προς ένα, όλα τα Yule Lads και η περιγραφή των πράξεων καθενός!


Αν πάμε όμως βαθύτερα στις ρίζες του μύθου, θα ανακαλύψουμε μια σκοτεινότερη εκδοχή των μικροσκοπικών αυτών ταραξιών… Στην εκδοχή αυτή τα Yule Lads έχουν μαζί τους μια μαύρη γάτα. Το όνομα της Γάτας είναι Jolakotturinn – ο πολύς κόσμος την γνωρίζει με το προσωνύμιο “Yuletide Cat”. Η Γάτα δρα ως κατάσκοπος, την οποία εξαπολύουν τα νανάκια, με σκοπό να παρακολουθεί τα σπίτια των παιδιών, να εντοπίζει ποια είναι καλά και ποια όχι, και να δίνει μετά αναφορά στους νάνους. Για την ακρίβεια κρίνει ποια παιδιά φορούν καινούργια ρούχα και ποια όχι. Εκείνα που φοράνε καινούργια ρούχα είναι τα καλά παιδιά, καθώς εργάζονται και χρειάστηκε να αλλάξουν τα παλιά τους, φθαρμένα απ’ τη δουλειά ρούχα, με νέα.

Τα παιδάκια όμως που φοράνε παλιά ρούχα είναι τα κακά παιδιά – καθώς φοράνε τα ίδια ρούχα συνεχώς, σημαίνει πως δεν εργάζονται. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να τιμωρηθούν. Έτσι λοιπόν τα Yule Lads εξαπολύουν εναντίον τους τη Γάτα και εκείνη τα κατασπαράζει τα έρμα.

Γι’ αυτό λοιπόν να μη διστάζετε ποτέ να ανανεώνετε την γκαρνταρόμπα σας! Όλοι στα καταστήματα ρούχων, αγοράστε, αγοράστε, αγοράστε! Αλλιώς θα ξεχυθεί πάνω σας η Yuletide Cat και θα σας φάει.

Συναντούμε και σε σύγχρονη, μεταμφιεσμένη εκδοχή τη συγκεκριμένη Γάτα. Λέγεται “fashion victim” και «μοντέρνα trendy γυναίκα».





Όλη η οικογένεια μαζεμένη


Το Ξωτικό στο Ράφι



Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο μυθικό πλάσμα, μα με παράδοση που συναντούμε σε διάφορα μέρη. Το θέμα είναι απλό: Οι γονείς τοποθετούν τις μέρες των Χριστουγέννων ένα ξωτικό κουκλάκι σε περίοπτο σημείο πάνω στο ράφι. Το Ξωτικό στο Ράφι υποτίθεται παρακολουθεί αδιάκοπα τις κινήσεις του παιδιού μέσα στο σπίτι και δίνει αναφορά στον Άι Βασίλη.

Φανταστείτε τώρα να βρίσκεστε σπίτι και να αισθάνεστε  πως αυτό το… πράγμα έχει καρφωμένα τα μάτια του πάνω σας, όλη την ώρα, συνέχεια. Και αν θελήσετε να το πάρετε από το ράφι, να του γυρίσετε την πλάτη, να το καλύψετε με μια πετσέτα, οι γονείς θα σας το απαγορέψουν. «Είναι μέρος της παράδοσης, σε κοιτάζει για να μη κάνεις αταξίες!». Και έτσι θα υπομένεις το παγωμένο βλέμμα του και το ανατριχιαστικό του χαμόγελο, μέρα και νύχτα. «Σε βλέπω»…



Φαντάσου να βλέπεις αυτό το πράγμα στο σκοτάδι


Δεν είναι τυχαίο πως υπήρξαν άφθονες αναφορές παιδιών που δήλωναν ενοχλημένα από την παρουσία του ξωτικού-κούκλας, ενώ ορισμένα είχαν φτάσει να βιώνουν ως και μετατραυματικό στρες!

Και όλα αυτά για ένα αθώο κουκλάκι. Εκεί που ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» ενώνει τις δυνάμεις του με τον «Τσάκυ», γεννιέται το Ξωτικο στο Ράφι…



Λυκάνθρωποι και Μάγισσες



Μας λέει η θρησκευτική παράδοση πως ο Ιησούς γεννήθηκε σε μια φάτνη, μα η πραγματικότητα είναι πως γεννήθηκε σε μια σπηλιά. Και η ημερομηνία γέννησης του δεν ήταν η 25η του Δεκέμβρη – η συγκεκριμένη ημερομηνία ως ημερομηνία γέννησης καθιερώθηκε μόλις τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο πάπας Ιούλιος ο πρώτος αποφάσισε να ενώσει τη χριστιανική με την προϋπάρχουσα από αιώνες παγανιστική γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου – όπου γιορτάζεται η σταδιακή αύξηση της μέρας και ο θρίαμβος του ηλίου πάνω στο σκοτάδι. Σταδιακά «ήλιος» και «υιός» ταυτίστηκαν, και η παγανιστική παράδοση αιώνων έγινε ένα με την χριστιανική – μια πολύ έξυπνη πολιτική κίνηση, εκ μέρους του πάπα. Δε χρειάζεται να πολεμάς τις αντίπαλες θρησκείες: αρκεί να τις ενσωματώσεις.

Και από την αλήθεια πίσω από τους μύθους, πάμε πάλι στην σκοτεινή πλευρά των δεύτερων! Τι θα λέγατε λοιπόν αν πάνω στον χριστουγεννιάτικο ουρανό, ανήμερα 25η του Δεκέμβρη, πλάι στο Μεγάλο Αστέρι που οδήγησε τους μάγους στη Βηθλεέμ, να βλέπαμε πλήθος από μάγισσες να πετούν, σκορπίζοντας φρικιαστικά γέλια και κραυγές? Και γύρω στα χωράφια να τρέχουν λυσσασμένα κοπάδια από εξαγριωμένους λυκάνθρωπους?







Κι όμως, σύμφωνα με μια βορειοευρωπαϊκή παράδοση, οι λυκάνθρωποι έχουν συνδεθεί με τα Χριστούγεννα! Μας λένε οι θρύλοι πως εξορμούσαν τη νύχτα των Χριστουγέννων, επιτιθέμενοι όλο οργή σε κατοίκους της Πρωσίας, της Λιβονίας και της Λιθουανίας! Υπάρχει εξάλλου η αντίληψη πως το να γεννηθεί κάποιος ανήμερα 25η του Δεκέμβρη είναι αρκετό για να τον μετατρέψει σε λυκάνθρωπο! Τολμάς ρε να γεννηθείς την ίδια μέρα που γεννήθηκε ο Χριστός? Πάρε μια κατάρα να μάθεις.

Οι μάγισσες ανήκουν κι αυτές στην χριστουγεννιάτικη παράδοση ορισμένων χωρών. Στη Νορβηγία οι κάτοικοι, κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, κρύβουν όλες τις σκούπες από τα σπίτια, καθώς και οτιδήποτε μοιάζει με σκούπα – ως και μικρά πινέλα! Υπάρχει, βλέπετε, η αντίληψη πως τη νύχτα πριν τα Χριστούγεννα ξεσηκώνονται από τους τάφους πνεύματα και μάγισσες, εισβάλλουν στα σπίτια, κλέβουν τις σκούπες και πετούν, σκορπώντας γύρω τους το χάος!







Στην Ιταλία συναντούμε την παράδοση της μάγισσας Befana. Μια χαρακτηριστική γριά πάνω στη σκούπα της, η οποία παραδίδει δώρα, αντίστοιχα όπως κάνει ο Άι Βασίλης – θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε σαν μια θηλυκή εκδοχή του, ή ενδεχομένως σαν τη κρυμμένη πεθερά του!

Η Befana δεν είναι δαιμονική ή φρικιαστική όπως ορισμένα από τα άλλα όντα για τα οποία μιλήσαμε ως τώρα. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως πρόκειται για μια καλή γριούλα. Προσοχή όμως, γιατί αν υπήρξες κακό παιδί θα τις φας τις ξυλιές σου – και η καλοσύνη έχει τα όρια της! Η Befana δε χρησιμοποιεί τη σκούπα μόνο για να πετάει, μα και για να κοπανάει τα ατίθασα παιδιά!

Το νου σου λοιπόν, αν έχεις αμφιβολίες για το ποιόν των πράξεων σου, ίσως θα πρέπει να φυλάξεις καλά εκείνη τη σκούπα που έχεις για καθάρισμα, να την κλειδώσεις μέσα στο ντουλάπι για την παραμονή των Χριστουγέννων, και να μην το ανοίξεις πάλι παρά στο πέρας των γιορτών!






Ιστοί από Ασήμι



Τι λέτε, να πούμε λίγα ακόμα? Ορέγεστε βλέπω τρομακτικές ιστορίες! Λοιπόν, γνωρίζατε πως σύμφωνα με την ουκρανική παράδοση το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο δε στολίζεται με γιρλάντες, μα με ιστούς αράχνης?

Κι όμως, υπάρχει μια όμορφη ιστορία πίσω από αυτό! Η μοναδική όμορφη ιστορία που θα πούμε σήμερα. Σύμφωνα με τον μύθο λοιπόν, ήταν μια χήρα γυναίκα, που ζούσε μόνη με τα παιδιά της. Δυστυχώς ήταν πολύ φτωχή και αδυνατούσε να στολίσει το δέντρο, πλουμίζοντας το με διακοσμητικά, μπάλες, και άλλα. Το δέντρο εξάλλου δεν το είχαν αγοράσει - μα είχε φυτρώσει κατά τύχη, μες στο σπίτι της οικογένειας, από έναν σπόρο κουκουναριού που είχε βρεθεί στο έδαφος.

Μ' αυτά και μ' αυτά το δέντρο είχε απομείνει στη γωνιά, πιάνοντας ιστούς. Η γυναίκα όμως ήταν καλόψυχη και ευγενική και τα παιδιά αγαπούσαν τα Χριστούγεννα πολύ. Το πρωί των Χριστουγέννων ξύπνησαν λοιπόν και προς έκπληξη τους αντίκρισαν ένα πανώριο θέαμα:

Οι ιστοί πάνω στο δέντρο αντανακλούσαν τις ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου και είχαν μεταμορφωθεί, χάρη στον ήλιο, σε λαμπερό, αστραφτερό ασήμι!







Gryla η Φρικτή και η Σκοτεινή Πλευρά των Μύθων



Τώρα που γλυκαθήκατε με την προηγούμενη ιστορία, είναι η κατάλληλη στιγμή να επανέρθουμε στα φρικαλέα θέματα μας με μία εκ των σκοτεινότερων μορφών της χριστουγεννιάτικης παράδοσης! Το όνομα αυτής είναι Gryla. Η Gryla ανήκει στην ισλανδική μυθολογία, και συνήθως θεωρείται πως είναι η μητέρα των Yule Lads για τα οποία μιλήσαμε πριν. Με τέτοια μάνα, πώς να μη σου βγουν έτσι τα παιδιά.

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, η Gryla ήταν μια θηλυκή Ogre, ένα Τελώνιο αποκρουστικό στην όψη και ο ρόλος της ασφαλώς ήταν να τιμωρεί τα κακά παιδιά κατά την περίοδο των εορτών… Σα να μην έφταναν όλοι οι άλλοι δαίμονες – η Gryla ήταν η χειρότερη.







Είχε τρία κεφάλια και τρία μάτια σε κάθε κεφάλι. Τα μάτια της ήταν μπλε, σαν τους αιώνιους πάγους, ενώ μπορούσε να δει και από το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Πάνω φύτρωναν κέρατα κατσίκας, και τεράστια νύχια ξεπρόβαλαν από τα τριχωτά της χέρια. Τα αυτιά της κρέμονταν μέχρι κάτω, στους ώμους της, ενώ στο πρόσωπο της κολλούσαν πάνω ιστοί από αράχνες. Τα δόντια της ήταν σουβλερά και ακτινοβολούσαν σα πυρακτωμένα κάρβουνα.

Αυτή είναι η μία εκδοχή της. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Gryla είναι μια γριά σε μορφή ανθρώπου. Ωστόσο διέπεται από μια κακή συνήθεια: Έχει την τάση να τρώει ωμά μωρά και βρέφη. Άτιμο, ύπουλο πράγμα τα πάθη, παρασέρνουν και τους καλύτερους ανθρώπους.

Είχε εξαπλωθεί τόσο ο τρόμος για την Gryla κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα στην Ισλανδία, που τελικά βγήκε μια διάταξη (εν έτει 1746) η οποία απαγόρευε τη χρήση εκείνης και των Yule Lads στους μύθους και στην καθημερινότητα, καθώς (σύμφωνα με την διάταξη), δεν εξηπηρετούσαν τίποτα άλλο πέρα από το να τρομοκρατούν τα παιδιά!






Το να ζητάς με διάταξη όμως να πάψει να χρησιμοποιείται ένας μύθος στις σκοτεινές του εκδοχές είναι λες και προσπαθείς να βάλεις φραγμό στη θάλασσα φράζοντας από πάνω ένα πηγάδι…

Το σκοτάδι συνιστά αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του μύθου, όπως και αναγκαίο συμπλήρωμα στο φως. Η σκιά που δίνει όγκο και ουσία σ’ έναν πίνακα, χωρίς την οποία θα φάνταζε επίπεδος και ψεύτικος....



Ένα... Ανάλαφρο Φινάλε με ένα Χαρούμενο Κούτσουρο!



Τι λέτε, να κλείσουμε αυτό το… πανδαιμόνιο φρίκης με μια παράδοση που θα μας κάνει να ευθυμήσουμε? Πάμε λοιπόν ως την Ισπανία και στο τρελό έθιμο ενός… όντος που παραδίδει δώρα με τον πλέον πρωτότυπο τρόπο που έχετε ακούσει! Ξεχάστε τον Άι Βασίλη και το ξεπερασμένο του σακίδιο! Ήρθε ο Tio, το μαγικό Κούτσουρο!







Η μάνα του τον εβάπτισε Tio de Nadal. Πρόκειται για ένα αξιαγάπητο κούτσουρο, με χαμόγελο και μια μικρή μυτούλα. Οι Ισπανοί το μαζεύουν στις 8 του Δεκέμβρη, το καλύπτουν με μια κουβέρτα και το «ταΐζουν» λίγο λίγο. Τρώει το κούτσουρο, θεριεύει, από αμούστακο κλαδί γίνεται δέντρο παλικάρι. Τι καλοί άνθρωποι, πόσο όμορφα μου φέρονται, σκέφτεται το κούτσουρο. Να χε και λίγο μυαλό μέσα του, καλά θα ήταν, αλλά… τι περιμένετε από ένα κούτσουρο.

Ώσπου έρχεται η μεγάλη μέρα. Όσο τα παιδιά απουσιάζουν, οι γονείς πλησιάζουν ύπουλα το κούτσουρο, σηκώνουν τη κουβέρτα και τοποθετούν από κάτω διάφορα μικροσκοπικά δωράκια, όπως γλυκά, καραμέλες, φρούτα και καρύδια. Μετά καλούν μέσα τα παιδιά. Το κούτσουρο τότε τους βλέπει όλους να έρχονται απειλητικά καταπάνω του, κραδαίνοντας ραβδιά. Πριν καλά καλά καταλάβει τι γίνεται, γονείς και παιδιά μαζί αρχίζουν να… κοπανάνε μετά μανίας το κούτσουρο, τραγουδώντας μάλιστα ένα εύθυμο τραγουδάκι!


Caga tió,
caga torró,
avellanes i mató,
si no cagues bé
et daré un cop de bastó.
caga tió!




Κουτσουράκια μες στην καλή χαρά. Που να ξεραν τι τα περιμένει.


Kαι ενώ το κούτσουρο βλέπει τον Χριστό φαντάρο απ’ το πολύ κοπάνημα, αρχίζει να… χέζει δώρα. Η κουβέρτα πέφτει και αποκαλύπτεται το πλήθος από φρούτα και γλυκίσματα που κρύβονταν από κάτω της! Να γιατί έτρεφαν το κούτσουρο τόσο καιρό. Για να βγάλει μετά την τροφή από μέσα του, σε μορφή δώρων…!

Και αν αμφιβάλλετε, ορίστε και η μετάφραση του πάνω άσματος, από τα ισπανικά στα αγγλικά:


shit, log,
shit nougats
hazelnuts and cheese,
if you don't shit well,
I'll hit you with a stick,
shit, log!


επί το έργον

Κοριτσάκι εν δράσει

με τέτοιο μέγεθος, φανταστείτε τι σκατό θα βγάζει αυτό το κούτσουρο


Meeeerry Christmas, Μπουα-Xα-Xααα



Αυτή λοιπόν ήταν και η ιστορία του… κακόμοιρου του κούτσουρου που χέστηκε! Και με αυτή την θεοπάλαβη νότα, φτάσαμε στο τέλος!

Ήταν μια χριστουγεννιάτικη ανάρτηση διαφορετική από τις άλλες! Θα σας αποχαιρετήσω με μια ραδιοφωνική νότα – τη ραδιο-φονικότερη που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα το φονικό κουνέλι! Μπορείτε κάνοντας κλικ στο ακόλουθο λινκ να ακούσετε την εκπομπή μου της Πέμπτης 12 του Δεκέμβρη – Παρασκευής και 13 (και όχι, δε μπορεί να είναι τυχαία η ημερομηνία!). Το θέμα της είναι όλα όσα διαβάσατε, ενδεδυμένα όμως με την κατάλληλη, άκρως φρικιαστική μουσική υπόκρουση, και αυτό για διάρκεια τεσσάρων ωρών! Μια εκπομπή που ακούγεται αυστηρά βράδυ και με χαμηλωμένα φώτα… εκτός αν φοβάστε!





Να έχετε καλές γιορτές και να προσέχετε! Να διατηρείτε πάντα αναμμένα τα φωτάκια στο δέντρο, καθώς δεν ξέρετε ποτέ τι παραμονεύει στις σκιές!