Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χέρμαν Έσσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χέρμαν Έσσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Ιουλίου 2019

Έρμαν Έσσε: Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο


Χέρμαν Έσσε - Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο. Αποσπάσματα από βιβλία του. Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι




Ημέρα εκλογών σήμερα, μα επιθυμώ να αποφύγω κάθε σχόλιο για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, τόσο πριν, όσο και μετά. Αντί αυτών θα μοιραστώ μαζί σας κάποια πολύ σημαντικά αποσπάσματα από κείμενα του Έρμαν Έσσε [Hermann Hesse], με θέμα τους την εναντίωσή του στον μιλιταρισμό και τον εθνικισμό των συμπατριωτών του, τότε, στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου – και στα ξεσπάσματα οργής που πυροδότησε η συγκεκριμένη στάση του.

Ο Έσσε ανήκε στους λίγους που, με το ξέσπασμα του πολέμου το 1914, τάχθηκε με σαφήνεια εναντίον του, παίρνοντας θέση υπέρ της ειρήνης και του διεθνισμού. Καταμεσής της γενικευμένης πατριωτικής έξαρσης βέβαια, ο Έσσε αυτόματα στοχοποιήθηκε ως «προδότης» από πλήθος Γερμανών. Ο Τύπος τον χαρακτήρισε «διεφθαρμένο» και τα γράμματα μίσους των γερμανών φοιτητών κατέκλυζαν το γραφείο του. Οι συμπατριώτες του πλέον τον κοιτούσαν με μισό μάτι.

Μα ο ίδιος ουδέποτε μετάνιωσε για τη συγκεκριμένη επιλογή του. Όπως γράφει, εξάλλου, μέσω του κεντρικού χαρακτήρα του στον «Λύκο της Στέπας»: «Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.»




Στρατιώτης στα ερείπια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου - No Man's Land... a lone soldier during World War 1



Απόσπασμα από τη «Σύντομη Βιογραφία» του Έσσε [1924]



«Δεν έχω ξεχάσει ποτέ ένα μικρό βίωμα της πρώτης χρονιάς του πολέμου. Είχα επισκεφτεί ένα μεγάλο στρατιωτικό νοσοκομείο ψάχνοντας να βρω μια δυνατότητα να προσαρμοστώ σαν εθελοντής μ’ ένα σημαντικό τρόπο στον αλλαγμένο κόσμο, πράγμα που τότε ακόμα μου φαινόταν δυνατό. Σ’ εκείνο το νοσοκομείο για τραυματίες γνώρισα μια γηραιά δεσποινίδα που άλλοτε ιδιώτευε κάτω από καλές συνθήκες και που τώρα πρόσφερε τις υπηρεσίες της σαν νοσοκόμα σ’ αυτό το νοσοκομείο. Μου διηγήθηκε με συγκινητικό ενθουσιασμό πόσο χαρούμενη και περήφανη ήταν για το ότι της δόθηκε η ευκαιρία να ζήσει αυτήν τη μεγαλειώδη εποχή. Το βρήκα κατανοητό, γιατί γι’ αυτήν την κυρία χρειάστηκε ο πόλεμος για να βγει από την άεργη και καθαρά εγωιστική γεροντοκορίστικη ζωή της και να ζήσει μια ενεργητική και με κάποια αξία ζωή. Ωστόσο, καθώς μου διηγιόταν την ευτυχία της σ’ ένα διάδρομο γεμάτο τυλιγμένους σε επιδέσμους και τσακισμένους στρατιώτες, ανάμεσα σε αίθουσες κατάμεστες από ακρωτηριασμένους και ετοιμοθάνατους, γύρισε η καρδιά μου ανάποδα. Όσο κι αν κατανοούσα τον ενθουσιασμό αυτής της θείτσας, δεν μπορούσα να τον συμμεριστώ, δεν μπορούσα να τον επιδοκιμάσω. Αν έπεφταν δέκα πληγωμένοι στο μερτικό κάθε τέτοιας ενθουσιασμένης νοσηλεύτριας, τότε η ευτυχία αυτών των κυριών ήταν κάπως ακριβοπληρωμένη.

Όχι, δεν μπορούσα να συμμεριστώ τη χαρά για τη μεγαλειώδη εποχή, υπέφερα αξιολύπητα από τον πόλεμο, από την αρχή του κιόλας, και αμυνόμουνα απελπισμένα επί χρόνια ενάντια σε μια δυστυχία που φαινόταν να είχε ξεσπάσει από έναν ανέφελο ουρανό, ενώ όλος ο κόσμος γύρω μου έκανε σαν να ήταν γεμάτος ενθουσιασμό ακριβώς γι’ αυτήν τη δυστυχία. Και όταν διάβαζα στις εφημερίδες τα άρθρα των ποιητών που ανακάλυπταν την ευλογία του πολέμου και τις εκκλήσεις των καθηγητών και όλα τα πολεμικά ποιήματα που έβγαιναν από τα σπουδαστήρια των διάσημων ποιητών, τότε ένιωθα ακόμα πιο άθλια.

Στα 1915, κάποια μέρα, μου ξέφυγε δημόσια η ομολογία αυτής της αθλιότητας και λόγια θλίψης για το ότι και οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι δεν ήξεραν να κάνουν τίποτ’ άλλο απ’ το να κηρύσσουν το μίσος, να διαδίδουν ψέματα και να εγκωμιάζουν τη μεγάλη δυστυχία. Η συνέπεια αυτής της μάλλον δειλά εκφρασμένης από μέρους μου κατηγορίας ήταν το να χαρακτηριστώ από τον Τύπο της πατρίδας μου προδότης —για μένα ένα καινούριο βίωμα, γιατί παρά τις πολλές και διάφορες επαφές μου με τον Τύπο, δεν είχα γνωρίσει ακόμα ποτέ μέχρι τότε την κατάσταση του αποδοκιμασμένου από την πλειοψηφία. Το άρθρο μ’ εκείνη την κατηγορία εναντίον μου ανατυπώθηκε από είκοσι εφημερίδες της πατρίδας μου, και απ’ όλους τους φίλους μου —που πίστευα ότι είχα πολλούς στον Τύπο— μόνο δύο τόλμησαν να πάρουν το μέρος μου. Παλιοί φίλοι μού έκαναν γνωστό ότι είχαν θρέψει ένα φίδι στον κόρφο τους και ότι η καρδιά τους δε χτυπάει πια παρά για τον Κάιζερ και την αυτοκρατορία και όχι για ένα διεφθαρμένο σαν εμένα.

Υβριστικά γράμματα από αγνώστους έφταναν με το τσουβάλι και βιβλιοπώλες μου ανακοίνωναν ότι ένας συγγραφέας με τόσο εκφυλισμένες απόψεις όπως εγώ δεν υπήρχε πια γι’ αυτούς. Σε κάμποσα απ’ αυτά τα γράμματα έκανα τη γνωριμία μου μ’ ένα διακοσμητικό που τότε το έβλεπα για πρώτη φορά: μια τυπωμένη στρογγυλή σφραγίδα με τη φράση «Ο Θεός ας τιμωρήσει την Αγγλία». Θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γελάσει με την καρδιά μου γι’ αυτή την παρεξήγηση. Όμως δεν τα κατάφερα να κάνω κάτι τέτοιο.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ο γερμανικός επεκτατικός μιλιταρισμός, καρικατούρα του Κάιζερ, από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German nationalism during World War 1, a caricature



«Γράμματα Μίσους» [1921]



«Οι Γερμανοί φοιτητές είχαν ανέκαθεν συχνά πρωτότυπους και φαιδρούς τρόπους τους για να εκφράσουν όχι μόνο σεβασμό και θαυμασμό, αλλά και την περιφρόνηση τους και το μίσος τους. Αυτή η μερίδα του γερμανικού φοιτητόκοσμου που προσπαθεί με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον να διασώσει τις παλιές παραδόσεις και είναι πολιτικά αντιδραστική και στο έπακρο εθνικιστική, μου στέλνει από διάφορα πανεπιστήμια, ιδιαίτερα από τη Χάλε, κάθε λίγο και λιγάκι ένα γράμμα μίσους. Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σ’ αυτά τα γράμματα, όσο κι αν συχνά είναι τόσο ενδιαφέροντα. Αλλά επειδή επαναλαμβάνονται από καιρό σε καιρό, σχεδόν στο ίδιο ύφος, και δείχνουν μια έντιμη και καλοπροαίρετη, θα έλεγα ενθουσιώδη μάλιστα, νοοτροπία, που ωστόσο στην κατεύθυνσή της είναι πέρα για πέρα επικίνδυνη και που κάνει να φοβάται κανείς άσχημες εξελίξεις για το μέλλον μας, πρέπει κάποτε να μιλήσω γι’ αυτά τα γράμματα.

Παίρνω για βάση το γράμμα ενός φοιτητή του πανεπιστημίου της Χάλε που δεν ξέρω τ’ όνομά του. Ο συντάκτης του αισθάνεται την επιτακτική ανάγκη να μου γνωστοποιήσει ότι αυτός (και πολυάριθμοι ομοϊδεάτες του) δεν είναι ευχαριστημένος από εμένα, ότι πρέπει να μου επιρρίψει μομφή για την τρομερή παραγνώριση των καθηκόντων μου, ότι κι αυτός και οι φίλοι του με περιφρονούν βαθύτατα, ότι για εκείνον και τους συντρόφους του είμαι πεθαμένος και ενταφιασμένος, ότι το πολύ– πολύ είμαι γι’ αυτούς αντικείμενο χλεύης κλπ.

Θα αναφέρω εδώ μερικές φράσεις ιδιαίτερα χαρακτηριστικές:

«Η Τέχνη σας είναι ένα νευρασθενικό–ασελγές ανασκάλευμα με ωραία λόγια, είναι μια ξελογιάστρα Σειρήνα επάνω από νωπούς γερμανικούς τάφους που δεν έχουν ακόμα κλείσει. Μισούμε αυτούς τους ποιητές —κι ας προσφέρουν εκατό φορές ώριμη τέχνη— που θέλουν τους άντρες να τους κάνουν γυναίκες, που θέλουν να μας ισοπεδώσουν και να μας διεθνοποιήσουν και να μας κάνουν ειρηνιστές. Είμαστε Γερμανοί και θέλουμε να μείνουμε αιώνια Γερμανοί. Είμαστε μαθητές ενός Σίλερ και ενός Φίχτε και ενός Καντ κι ενός Μπετόβεν κι ενός Βάγκνερ —μάλιστα δέκα φορές μαθητές ενός Ρίχαρντ Βάγκνερ που το βροντόηχο πάθος του θα το αγαπάμε στους αιώνες των αιώνων. Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε οι Γερμανοί ποιητές μας (αν έχετε γίνει ξένος, να μας αδειάσετε η γωνιά!), θέλουμε οι Γερμανοί ποιητές να βγάλουν από το λήθαργο το λαό μας και να τον οδηγήσουν πάλι στους ιερούς κήπους του γερμανικού ιδεαλισμού, της γερμανικής θρησκείας και της γερμανικής πίστης!»

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι αυτά δεν είναι παρά ασκήσεις γραφής σαν αυτές που άλλοτε αισθηματικοί νεανίες έγραφαν στο γενεαλογικό τους βιβλίο, απλοϊκές εκφράσεις μιας νεανικής μέθης από ηχηρά λόγια. Όμως αυτό θα ήταν μια υπερβολικά αισιόδοξη αντίληψη. Πίσω από τέτοιες φράσεις κρύβεται κάτι περισσότερο —όχι απόψεις και γνώμες παρά ένα δυνατό, αρρωστημένο και μάλιστα με το παραπάνω νευρασθενικό πείσμα, μια ομολογία για τάσεις που στην περαιτέρω επενέργειά τους είναι εχθρικές για το πνεύμα και για τη ζωή.

Ήδη το ότι ένας φοιτητής αισθάνεται την ανάγκη ν’ ανακοινώσει σε έναν ποιητή: «Είστε νεκρός για μας, σας περιγελάμε!» αποτελεί μιαν αλλόκοτη ανάγκη. Αυτός ο φοιτητής διάβασε κάτι δικό μου που του φαίνεται νευρασθενικό και νοσηρό ή «αντιγερμανικό» ή «ξενικό», αλλά δεν αρκείται στο να βάλει στην άκρη αυτό το βιβλίο και ν’ αποστραφεί αυτόν το συγγραφέα. Όχι. Σ’ αυτόν το συγγραφέα διαισθάνθηκε κάτι, ένα δηλητήριο, ένα ξελόγιασμα, κάτι ανθρώπινο, κάτι διεθνές, κάτι ξενικό, κάτι υπερεθνικό, κάτι το οποίο ξεκινάει το ξελόγιασμα, επομένως κάτι που όσο πιο ξελογιαστικό είναι τόσο πιο έντονα πρέπει να καταπολεμηθεί και ν’ αφανιστεί! Το ότι ο «ξενοποιημένος», ειρηνιστής, αντιγερμανικός ποιητής είναι γι’ αυτόν —το φοιτητή— νεκρός, το ότι κανένας αξιοπρεπής νέος με πατριωτικό και σιλερικό φρόνημα δεν ακούει τέτοιους ποιητές, αυτό πρέπει να του το βροντοφωνάξει (και στον εαυτό του επίσης) και να του το διαλαλήσει με μια ύποπτη σπατάλη πάθους.



Ο Χέρναν Έσσε στο γραφείο με τα βιβλία του / Hermann Hesse and his books




Φυσικά, δεν έχω σκοπό να απαντήσω εδώ σ’ ένα γράμμα σαν αυτό και σε κάμποσα άλλα παρόμοια που έλαβα. Δε μ’ ενδιαφέρει το αν μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες φοιτητές με διαβάζουν ή όχι, με εγκρίνουν ή όχι. Υπάρχουν σοβαρότερα πράγματα για μένα. Αλλά με ενδιαφέρει, σαν σύμπτωμα των καιρών, η αντίδραση Γερμανών φοιτητών απέναντι στα κείμενα ειρηνιστών συγγραφέων, η αντίδρασή τους απέναντι στις προσπάθειες αυτών των συγγραφέων για αποβαρβαροποίηση και ανθρωπιά. Ενδιαφέρουσα είναι προπαντός η φράση: «Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε». Δηλαδή, κατά τη γνώμη αυτών των φοιτητών ένας συγγραφέας δεν είναι ένα πλάσμα που εκφράζει ό,τι νιώθει μέσα του σαν ανάγκη —κι αυτό το κάνει τόσο πιο τέλεια και τόσο πιο επάξια όσο πιο σίγουρα και πιο αλάθευτα βιώνει και απεικονίζει την ύπαρξή του, τα πιστεύω του, την αλήθεια του. Γι’ αυτούς ο συγγραφέας είναι ένας δημόσιος υπηρέτης που πρέπει να παίρνει διαταγές από φοιτητές για το τι πρέπει να λέει και να κάνει. Ο συγγραφέας πρέπει να κάνει πίσω όταν το παλικαράκι προχωρεί εναντίον του με το ξίφος βγαλμένο απ’ τη θήκη. Αγόρι μου, πόσο προδόθηκες!

Όμως ακόμα πιο αποκαλυπτική για τη σπασμωδικότητα και την επικίνδυνη στενοκεφαλιά του συντάκτη του γράμματος είναι το ποιους αναγνωρίζει ως μεγάλες και ηγετικές μορφές. Ο επιστολογράφος μου είναι φοιτητής της Ιατρικής και κατά πάσα πιθανότητα έκανε μερικά χρόνια στον πόλεμο και καθώς —όπως προς τιμήν του, υποθέτω— ασφαλώς και αφιερώνει πολλή επιμέλεια στις σπουδές του, δεν μπορεί να μας πείσει ότι σαν φοιτητής έχει ήδη μελετήσει εμπεριστατωμένα τους λόγιους που αναφέρει. Αντίθετα, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τις γνώσεις του για τη γερμανική ιστορία και τις γερμανικές μεγαλοφυΐες τις χρωστάει σε μερικές διαλέξεις περί πανγερμανισμού ή στο διάβασμα κάποιου με σχετικό πνεύμα κειμένου του Τσάμπερλεν, του Ρόρμπαχ ή, στην καλύτερη περίπτωση, του Νάουμαν. Μερικά ονόματα που ανήκουν κι αυτά στο πρόγραμμα τα έχει ξεχάσει, όπως τα ονόματα Λούθηρος και Χέγκελ. Όμως και χωρίς αυτά τα ονόματα το πρόγραμμα είναι κατανοητό.

Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι το όνομα Μπετόβεν. Γιατί στην απαρίθμηση των Γερμανών μουσουργών δε θα τον έβαζα στην πρώτη–πρώτη θέση, ωστόσο είναι για μένα πάρα πολύ ιερός για να βλέπω τ’ όνομά του ν’ αναφέρεται σ’ αυτή την ευτελή υπόθεση. Ας τον αφήσουμε στην άκρη ή μάλλον ας πούμε σ’ αυτόν το φοιτητή ότι ανάμεσα σε όλα τα ιερά ονόματα που ανέφερε υπάρχει ένα και μόνο που είναι αξιοσέβαστο και σε μένα και στους ομοϊδεάτες μου: Μπετόβεν. Ασφαλώς είναι άσχημο το ότι δε βρίσκονται δίπλα στο δικό του όνομα ούτε ο Μότσαρτ, ούτε ο Μπαχ, ούτε ο Γκλουκ παρά αποκλειστικά και μόνο ο Βάγκνερ. Όμως στο κάτω–κάτω της γραφής η μουσική είναι υπόθεση του καθενός και γιατί να μη βρίσκει χαρά ο νεαρός επιστολογράφος μόνο στο «Λόεγκριν» ή στην ουβερτούρα του «Ριέντσι»;




Εθνικισμός και μιλιταρισμός - ένα καρτούν / Nationalism and militarism... a cartoon
Ο γερμανικός επεκτατισμός, σκίτσο από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German imperialism during WWI
Γερμανοί στρατιώτες με σημαίες, στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / German soldiers marching with flags during World War I



Αλλά το ότι από τους μεγάλους Γερμανούς ποιητές δε γνωρίζει και δεν αναφέρει ούτε έναν, το ότι κανένας απ’ όλους τους βαθυστόχαστους, συνεπείς με τον εαυτό τους, δυσκολοπροσάρμοστους —και γι’ αυτό μοναχικούς— Γερμανούς δεν του ήρθε στο νου τη στιγμή που ήθελε να ονοματίσει τα άγια των αγίων του, αυτό είναι κακό. Δηλαδή, για αυτού του είδους τους Γερμανούς φοιτητές υπάρχει ένα γερμανικό πνεύμα που εκπροσωπείται αποκλειστικά και αστραποβόλα μόνο από τον Σίλερ, τον Καντ και τον Φίχτε! Κανένας Γκαίτε, κανένας Χέλντερλιν, κανένας Ζαν Πολ, κανένας Νίτσε! Φοβάμαι ότι ο επιστολογράφος δεν υπήρξε απόλυτα ειλικρινής. Έχω το αίσθημα ότι κατά βάθος είναι πιο κοντινά στην καρδιά του ονόματα όπως του Σάρνχορστ, του Ρόον, του Μπλίχερ κλπ. Φοβάμαι ότι σχετικά με τον Σίλερ εννοεί λιγότερο την επαναστατική πλευρά του απ’ όσο τη διακοσμητική και ότι από τον Καντ διάβασε την «Κριτική του καθαρού λόγου» λιγότερο προσεχτικά απ’ όσο μελέτησε την πρακτική του. Ίσως όμως τον Καντ να τον γνωρίζει μόνο από εκείνη τη γνωστή περικοπή του Στερνχίμελ.

Όλα τα από τον επιστολογράφο τιμώμενα γερμανικά ονόματα ανήκουν —για να μιλήσω ανοιχτά— για μένα στους διακοσμητικούς Μεγάλους. Για δυο ποιήματα του Χέλντερλιν θα έδινα ολόκληρο τον Σίλερ και τον Φίχτε μαζί. Κι όσο για τον Καντ, παρά το γιγάντιο έργο του, δεν είχε στο γερμανικό πνεύμα καμιά καθαρή και ευεργετική επίδραση. Τουλάχιστον η ανελέητα κριτική σκέψη του και η καθαρότητα της μεθόδου του δεν έγιναν γενικά ισχύον πρότυπο για τους κατοπινούς απ’ αυτόν φιλοσόφους και καθηγητές της Γερμανίας. Πρότυπο έγινε μοναχά η μεταγενέστερη κλίση του προς την ηθική της αυθαιρεσίας και του Κράτους και η δουλικότητά του απέναντι στους ηγεμόνες της χώρας.

Κοντολογίς, η με τόση ορμητικότητα εκθειαζόμενη από τον επιστολογράφο μας γνωστή γερμανική Πίστη δε μου παρουσιάζεται σε τίποτα διαφορετική από εκείνη την πίστη του κατά μέσον όρο μορφωμένου Γερμανού περασμένης εποχής, αυτήν τη βολική, εξαρτημένη πίστη του αστού σε κάθε ομαδικό ιδανικό, αυτή την πίστη που ενάντιά της πολέμησε και διαμαρτυρήθηκε ο Γκαίτε τόσο συχνά, αυτή την πίστη που επάνω της συντρίφτηκε ο Χέλντερλιν, που ο Ζαν Πολ την ειρωνεύτηκε και που ο Νίτσε την κατήγγειλε τόσο μανιασμένα και τη στηλίτευσε. Αυτό το πνεύμα είναι εκείνο που επικρατεί όταν πρόκειται να εγκαινιαστεί μια «μεγάλη εποχή» με λάβαρα που κυματίζουν και με κλαγγές όπλων ή με πράξεις που προκαλούν παγκόσμια κατακραυγή του είδους εκείνης των 93.

[* Οι 93: διαμαρτυρία επιφανών Γερμανών λογίων το φθινόπωρο του 1914 για τη γερμανική εισβολή στο Βέλγιο]

Είναι το πνεύμα που φοβάται τον ίδιο τον εαυτό του και που κάθε προσπάθεια για απομάκρυνση από τη συνηθισμένη σημαία τη θεωρεί ευθύς αμέσως σατανική, όμως κρύβει αυτή την εσώψυχη δειλία του πίσω απ’ το θόρυβο σπαθιών. Το ότι αυτό το πνεύμα μπορεί να θεωρηθεί γερμανικό πνεύμα, το ότι αυτό το πνεύμα υποστηρίχτηκε από το καθεστώς από τα 1870 και ύστερα και διασαλπίστηκε σ’ όλον τον κόσμο, αυτό το πνεύμα που εμείς οι άλλοι δεν το αγαπάμε και το θεωρούμε φόβητρο, σκιάχτρο, μας έκανε να γίνουμε διεθνιστές και ειρηνιστές. Γιατί εκείνο το γερμανικό ψευδεπίγραφο πνεύμα —για να το πω καθαρά όπως είναι— είναι εκείνο στο οποίο ο κόσμος επιρρίπτει, δίκαια, τη μομφή για τον πόλεμο. Όποιος παραδέχεται αυτό το πνεύμα έχει μεγάλο μερίδιο στην ενοχή.



Ο ευρωπαϊκός εθνικισμός και ανταγωνισμός στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, χάρτης εποχής / Map illustrating the era of World War I and the tensions between the nations



Για να βρει κανείς το δρόμο της εξόδου από την ύπνωση που του δημιούργησε η εξουσία και από εκείνο τον ιδεαλισμό της διπλής αλήθειας δε χρειάζεται, όπως νομίζει εκείνος ο επιστολογράφος, να αρνηθεί τη γερμανική υπόστασή του. Δε χρειάζεται παρά να διεθνικοποιηθεί κανείς όσο είναι αναγκαίο για να διδαχτεί από αλλοδαπούς όπως ο Ιησούς, ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Δάντης, ο Σαίξπηρ.

Κατά τ’ άλλα, την αντίληψη που προπαγανδίζω εγώ και που ο επιστολογράφος τη θεωρεί αντιγερμανική και αντιανδρική μπορεί κανείς να τη βρει επιβεβαιωμένη και από πολυάριθμους Γερμανούς άντρες που υπήρξαν οι κήρυκές της και οι μάρτυρές της. Μόνο που πρέπει να κάνει κανείς μερικά βήματα που οι άλλες μελέτες του δεν άφησαν ακόμα χρόνο στον επιστολογράφο να κάνει: πρέπει να γυρίσει κανείς κάπως πίσω στο γερμανικό παρελθόν και όχι να μείνει μόνο μέχρι την κλασική–ιδεαλιστική εποχή κατά την οποία αξιοσέβαστοι και εν μέρει ιδιοφυείς άντρες έβαλαν το θεμέλιο που πάνω του χτίστηκε αυτό που σήμερα έχει εκφυλιστεί κι έχει παλιώσει σαν επίσημη–γερμανική κρατική νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου. Πρέπει να αναζητήσει κανείς στο παρελθόν μια παλιότερη, αλλοτινή Γερμανία των μεσαιωνικών καθεδρικών ναών και της ποίησης. Και στην πιο όψιμη Γερμανία πρέπει κανείς να γνωρίσει και να αναγνωρίσει δίπλα στον Βάγκνερ και τον Μπαχ και οπωσδήποτε τον Μότσαρτ, δίπλα στον Καντ και τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, δίπλα στον Σίλερ και τον Γκαίτε, τον Χέντερλιν και τον Ζαν Πολ. Τότε μπορεί κανείς να μείνει άντρας και Γερμανός και ταυτόχρονα να διαπνέεται από τις σκέψεις της ανθρώπινης αγάπης και της ανθρώπινης λογικής και να βοηθήσει στην πραγμάτωση αυτών των σκέψεων.

Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατό με τη νοοτροπία εκείνου του επιστολογράφου μου, με το μονόπλευρο, ιδεαλιστικό–ιδεολογικό Γερμανισμό που δε γνωρίζει παρά μόνο τον Καντ, τον Σίλερ, τον Φίχτε, τον Βάγκνερ. Αυτός ο μονόπλευρος πεισματικός Γερμανισμός, που διδάχτηκε από πολλούς άμβωνες και καθέδρες και που δε φαίνεται να κατέρρευσε μαζί με την κατάρρευση που επέφερε ο πόλεμος, πρέπει να δώσει τη θέση του σ’ έναν απεριόριστα πλατύτερο και ελαστικότερο Γερμανισμό, αν δε θέλουμε να μείνει η Γερμανία αιώνια ανάμεσα στους λαούς του κόσμου μοναχική, οργισμένη και γκρινιάρα.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ένα απόσπασμα από τον «Λύκο της Στέπας» [1927]



«Συναντηθήκαμε το επόμενο απόγευμα σ’ ένα καφέ. Η Ερμίν είχε φτάσει πριν από μένα, έπινε τσάι και, καθώς πλησίαζα, μου έδειξε χαμογελώντας τ’ όνομά μου που το ‘χε βρει σε μια εφημερίδα. Ήταν μια από τις αντιδραστικές σοβινιστικές φυλλάδες της περιοχής μου όπου, από καιρό σε καιρό, δημοσιεύονταν υβριστικά και βίαια σχόλια εναντίον μου. Στο διάστημα του πολέμου είχα εκφράσει την αντίθεσή μου γι’ αυτόν και μετά, από καιρό σε καιρό, είχα συστήσει ηρεμία, υπομονή, ανθρωπισμό και αυτοκριτική· είχα ακόμα εναντιωθεί στον εθνικιστικό σωβινισμό που από μέρα σε μέρα γινόταν ολοένα και πιο φανερός, πιο παράλογος και πιο ασυγκράτητος. Σ’ αυτή εδώ, λοιπόν, υπήρχε μια άλλη επίθεση αυτού του είδους, κακογραμμένη – ολοφάνερο πως η μισή δουλειά είχε γίνει από τον ίδιο τον εκδότη κι η άλλη μισή ήταν κλεμμένη από φύλλα που είχαν παρόμοιες τάσεις με το δικό του. Είναι πασίγνωστο πως κανείς δε γράφει χειρότερα απ’ αυτούς τους υποστηρικτές των σαραβαλιασμένων ιδεολογιών, κανείς δεν ασκεί το επάγγελμά του με τόσο λίγη αξιοπρέπεια και ευσυνειδησία.

Η Ερμίν είχε διαβάσει το άρθρο που την πληροφορούσε ότι ο Χάρυ Χάλερ ήταν ένα βρωμερό σκουλήκι κι ένας άνθρωπος που είχε προδώσει την πατρίδα του και ήταν αυτονόητο πως κανένα καλό δεν μπορούσε να προκύψει για τη χώρα όσο θα ανέχεται τέτοια πρόσωπα και τέτοιες ιδεολογίες, που έκαναν τη νεολαία να στρέφεται σε συναισθηματικές αντιλήψεις περί ανθρωπισμού αντί για την ένοπλη εκδίκηση κατά του προαιώνιου εχθρού.

«Εσυ είσαι αυτός;» ρώτησε η Ερμίν δείχνοντας τ’ όνομά μου. «Λοιπόν, κατάφερες να κάνεις αρκετούς εχθρούς και κανένα λάθος. Σε ενοχλεί;»

Διάβασα μερικές γραμμές. Δεν υπήρχε ούτε μία αράδα δίχως εκείνες τις στερεότυπες βρισιές, που χρόνια τώρα τυμπάνιζαν στ’ αυτιά μου μέχρι που αηδίασα πέρα για πέρα μαζί τους.



Αμερικανοί στρατιώτες εν έτει 1919 / American soldiers in 1919




«Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.

Και για να ξέρεις, Ερμίν, μ’ όλο που παρόμοια άρθρα δε μ’ ενοχλούν πια, πολύ συχνά μου προκαλούν θλίψη. Δύο τρίτα από τους συμπατριώτες μου διαβάζουν αυτό το είδος των εφημερίδων. Διαβάζουν πράγματα γραμμένα σ’ αυτό τον τόνο κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Και κάθε μέρα αυτά τα πράγματα τους ερεθίζουν, τους παρακινούν και τους χειραγωγούν, τους ληστεύουν τη ψυχική τους ηρεμία και τα καλύτερά τους αισθήματα και ο τελικός στόχος όλων αυτών είναι να ξαναγίνει πόλεμος, ο επόμενος πόλεμος που πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά και που θα είναι πολύ πιο φριχτός από τον προηγούμενο. Όλ’ αυτά είναι απλά και ξεκάθαρα. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τα καταλάβει και να φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα μετά από ενός λεπτού σκέψη. Κανείς, όμως, δε θέλει να το κάνει. Κανείς δε θέλει ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο, κανείς δε θέλει ν’ απαλλάξει τον εαυτό του και τα παιδιά του από το επόμενο ολοκαύτωμα, αν αυτό είναι το τίμημα.

Βλέπεις, το να σκεφτεί ένα λεπτό, να εξετάσει τον εαυτό του για λίγο και να τον ρωτήσει ποιο είναι το μερίδιο της ευθύνης του για τη σύγχυση και για την κακοβουλία του κόσμου, κανείς δε θέλει να το κάνει. Κι έτσι, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τον επόμενο πόλεμο, που χιλιάδες και χιλιάδες τον σπρώχνουν όλο και πιο μπροστά μέρα με τη μέρα. Από την ημέρα που το κατάλαβα αυτό, μ’ έχει παραλύσει και μ’ έχει φέρει σε απόγνωση. Δε μου ‘χει απομείνει πια ούτε πατρίδα ούτε ιδανικά. Αυτά δεν είναι παρά στολίδια για τους αξιότιμους κυρίους που θα εγκαινιάσουν την επόμενη ανθρωποσφαγή. Δεν έχει κανένα νόημα πια να σκέφτεσαι, να λες ή να γράφεις οτιδήποτε ανθρωπιστικό, να σκοτίζεις το μυαλό σου με σκέψεις καλής προαίρεσης, αφού για τους δυο τρεις ανθρώπους που το κάνουν υπάρχουν χιλιάδες εφημερίδες, περιοδικά, λόγοι, ομιλίες, δημόσιες και ιδιωτικές συγκεντρώσεις που έχουν για καθημερινή τους έγνοια να κάνουν το αντίθετο και το πετυχαίνουν.»


Hermann Hesse, “Der Steppenwolf”, Μετάφραση: Γ. Κωστόπουλου.


Για την επιλογή των κειμένων, την εισαγωγή και τον σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας, το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 2019.




Κατεστραμμένη γη, τα ερείπια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / No Man's Land during WWI

18 Μαρτίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #9... Ο χορός των εφτά πέπλων






«Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»... Πωλ Γκωγκέν


Όλοι αναζητούμε κάποια μορφή απόδρασης. Όσο προσκολλημένοι και αν είμαστε στην πραγματικότητα του κόσμου που ζούμε, άλλο τόσο ρίχνουμε κλεφτές ματιές σε εκείνα που μπορούν να μας ταξιδέψουν σε κάποια άλλη μορφή πραγματικότητας. Θες γιατί ο πολιτισμός που έχουμε χτίσει ενίοτε μας πνίγει κάτω από το σωρό των καταναλωτικών αγαθών και τα ασφυκτικά όρια της καθημερινής ρουτίνας; Θες γιατί είμαστε λιγότερο ή περισσότερο φαντασιόπληκτοι, προσπαθώντας να υποκαταστήσουμε με τη φαντασία μας (όση μας έχει μείνει) εκείνα που μας λείπουν από την πραγματική ζωή; (ή αδυνατούμε να διεκδικήσουμε;) Θες απλά γιατί είναι η φύση της ύπαρξης να επιζητά μονίμως το κάτι παραπάνω – είναι ατελής και ανολοκλήρωτη γιατί μονάχα έτσι μπορεί να προχωρήσει και να θέσει στόχους που υπερβαίνουν το παρόν;

Η ουσία είναι πως η απόδραση συνιστά μέρος της καθημερινότητάς μας. Μας τρέφει, μας αναζωογονεί και – ενίοτε – μας υπνωτίζει. Μέσω της διέγερσης της φαντασίας είναι ικανή να μας ωθήσει να οραματιστούμε ένα καλύτερο παρόν (όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, με τους Ρομαντικούς του 19ου αιώνα), είτε να μας βυθίσει σε μια χοάνη αποχαύνωσης (όπως συμβαίνει με μεγάλο μέρος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας). Σας άλλη Σαλώμη, χορεύει εμπρός μας τον Χορό των Εφτά Πέπλων – και μεις απομένουμε να τη θαυμάζουμε με ανοιχτό το στόμα, ξεχνώντας κάθε πραγματικότητα, παραδομένοι στη δίνη της απόλαυσης και της επιθυμίας.

Έτσι θα χορέψουμε και μεις στο σημερινό «Λαγούμι της Λογοτεχνίας». Εφτά πέπλα, εφτά αποδράσεις. Κάθε πέπλος που φεύγει θα μας πηγαίνει όλο και πιο κοντά στην πηγή – και θα μας αποκαλύψει κάποιες κρυφές αλήθειες… Θα αναβιώσουμε μια παιδική εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη, όταν χόρευε μπρος του μια ανατολίτισσα – και η ψυχή του έμοιαζε να παίζει με το θάνατο. Θα πιούμε το μεθυστικό πιοτό από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Θα ταξιδέψουμε παρέα με τον Πωλ Γκωγκέν στα νησιά του Ειρηνικού, αναζητώντας (μάταια;) να ξεφύγουμε από τον σύγχρονο πολιτισμό. Θα μιλήσουμε για τη μυστήρια εκείνη φυλή των «Nacirema» - και θα διερωτηθούμε για τη σχετικότητα των αξιών ανάμεσα στους πολιτισμούς του κόσμου και κατά πόσο όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Θα αγγίξουμε τις απαρχές της ιστορίας της λογοτεχνίας, με το σουμεριακό «Έπος του Γκίλγκαμες» - γραμμένο πριν χιλιάδες χρόνια. Λίγο πριν την αφαίρεση του τελευταίου πέπλου, θα διερωτηθούμε, παρέα με τον Φρίντριχ Νίτσε, για τη σημασία της αλήθειας και της πλάνης…

Όσο αφορά το τελευταίο πέπλο; Αυτό το φύλαξα για τον «Σιντάρτα» του Χέρμαν Έσσε – και την αποκάλυψη μιας αλήθειας πέρα από το χρόνο, πέρα από την πολλαπλότητα των οπτικών γωνιών, πέρα από το καλό και το κακό…

Ας θέλετε να παρακολουθήσετε μαζί μου αυτόν τον ιδιαίτερο Χορό των Εφτά Πέπλων, ως τη μεγάλη αποκάλυψη του τέλους… δεν έχετε παρά να συνεχίσετε την ανάγνωση.



1ο Πέπλο: Η αφύπνιση του αισθησιασμού






«Βαστούσε ο κατακλυσμός όλη τη μέρα, είχε πλακώσει η νύχτα, σκοτείνιασε έξω ο κόσμος, ουρανός και γης έσμιξαν, έγιναν κι οι δύο λάσπη. Άναψαν κι άλλα λυχνάρια, τραβήχτηκαν όλοι κατά τον τοίχο, αναμέρισαν τα σκαμνιά και τα τραπέζια, να κάμουν τόπο, οι νέοι κι οι νιές κι οι γέροι θα χορέψουν (...)

Και πήγαινε μπροστά μια γυναίκα χλωμή, λιγνή, μια σαρανταριά χρονών, με χείλια πορτοκαλιά, γιατί τα χε τρίψει με καρυδόφυλλο, και τα κορακάτα μαλλιά της γυαλοκοπούσαν, αλειμμένα με δαφνόλαδο. Στράφηκα, την είδα και τρόμαξα. Γιατί γύρα τα μάτια της είχαν δύο σκούρους, γαλάζιους κύκλους και μέσα βαθιά έλαμπαν, όχι έλαμπαν, έκαιγαν τα δυό θεοσκότεινα μάτια. Μια στιγμή μου φάνηκε πως με κοίταξε. Πιάστηκα απ' την ποδιά της μάνας μου, ήθελε να με αρπάξει η γυναίκα αυτή, μου φάνηκε, να με πάρει να φύγουμε...

- Γειά σου Σουρμελίνα!, ακούστηκε ένας γέρος βαρβάτος με γένια τραγίσια, πετάχτηκε μπροστά της, έβγαλε το μαύρο κεφαλομάντιλο, έδωκε τη μιάν άκρα στη γυναίκα, πήρε αυτός την άλλη και ρίχτηκαν κι οι δυό αλλοπαρμένοι, με το κεφάλι αψηλά, με το κορμί λαμπάδα, στον χορό.

Η γυναίκα φορούσε ξύλινα τσόκαρα, τα χτυπούσε στο σανιδένιο πάτωμα, τ' αντιχτυπούσε με δύναμη κι όλο το σπίτι κουνιόταν. Λύθηκε η άσπρη μπολίδα της, φάνηκαν τα χρυσά φλουριά που στόλιζαν το λαιμό της, έπαιζαν τα ρουθούνια της, μυρίζουνταν τον αέρα, λάχνιζαν τα χνότα γύρω της των αντρών, λύγιζε, στρούφιζε, έκανε να πέσει στον άντρα μπροστά της, μα μονομιάς, μ' ένα λύγισμα των γοφιών της, αφανίζουνταν από μπρος του. (...) Κι ο κόσμος βούλιαξε κι απόμεινε μονάχα απάνω στο χάος η γυναίκα αυτή, η Σουρμελίνα, που χόρευε.

Είχε αγριέψει το πρόσωπο του γέρου, κατακοκκίνησε, κοίταζε τη γυναίκα, τα χείλια του έτρεμαν κι έλεγα τώρα θα της χυθεί να την κάμει κομμάτια. Θα το ψυχανεμίστηκε ο λυράρης, κι απότομα στάθηκε το δοξάρι. Κόπηκε ο χορός, απόμειναν οι δυο χορευταράδες με το πόδι ανάερα, ακίνητοι. Έτρεχε κρουνός ο ιδρώτας απάνω τους, έτρεξαν οι άντρες, πήραν τον γέρο και τον έτριβαν με ρακή, κι οι γυναίκες τριγύρισαν τη Σουρμελίνα, να μη βλέπουν οι άντρες. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους, δεν ήμουν ακόμα άντρας, με αφήκαν. Της άνοιξαν το μπολκάκι, της έριχναν ανθόνερο στο λαιμό, στις αμασκάλες και στα μελίγγια. Κι αυτή είχε κλειστά τα μάτια και χαμογελούσε. […]

Χορός και Σουρμελίνα και τρόμος έσμιξαν από τότε μέσα μου, έγιναν ένα. Χορός, γυναίκα και θάνατος. Ύστερα από σαράντα χρόνια στην Τιφλίδα, στην αψηλή ταράτσα του ξενοδοχείου "Οριέντ", μια Ιντιάνα σηκώθηκε να χορέψει. Έλαμπαν τ' άστρα από πάνω της, αφώτιστη η ταράτσα και γύρα μια δεκαριά άντρες και δεν έβλεπες παρά τις μικρές, κόκκινες φωτίτσες από τα τσιγάρα τους. Φορτωμένη βραχιόλια, σκουλαρίκια, πετράδια, χρυσούς χαλκάδες στους αστραγάλους της, η γυναίκα χόρευε αργά, με μια τρομάρα μυστικιά, θαρρείς και χόρευε στην άκρα του γκρεμού ή του Θεού, κι έπαιζε μαζί του, ζύγωνε, τον προκαλούσε, αλάργαινε κι έτρεμε σύγκορμη, μην πέσει.

Κάποτε απόμενε ασάλευτη και μονάχα τα μπράτσα της, σαν δυο φίδια, τυλίγουνταν και ξετυλίγουνταν κι έσμιγαν ερωτικά στον αέρα. Οι κόκκινες φωτίτσες έσβησαν, απόμειναν μονάχα σε όλη την απέραντη νύχτα η γυναίκα ετούτη που χόρευε κι από πάνω της τ' άστρα. Χόρευαν κι αυτά μαζί της, ακίνητα. Κρατούσαμε όλοι την ανάσα.

Κι άξαφνα με κυρίεψε τρόμος. Δεν ήταν ετούτη μια γυναίκα που χόρευε στην άκρα του γκρεμού, ήταν η ίδια η ψυχή μας που ερωτοτροπούσε κι έπαιζε με το θάνατο.»


Νίκου Καζαντζάκη. Από την "Αναφορά στον Γκρέκο". Ο πίνακας στην εικόνα είναι ο "Χορός των Εφτά Πέπλων" του Gaston Bussière (1925).



2ο Πέπλο: Οι επίγειες απολαύσεις






«Πίνε, πίνε το γλυκό πιοτό: πίνε ελεύθερα και με καλή καρδιά.

Πίνε το θεϊκό πιοτό που γιατρεύει κάθε λύπη και πόνο.

Μην αδειάζεις το ποτήρι, παρά με ένα φίλο μπιστικό, μ' ένα φίλο που έχει ευγενικιά καρδιά και μεγάλη αξία.

Μη δέχεσαι το ποτήρι, παρά από ένα χέρι αγαπητό σαν το δικό σου: το ποτήρι θυμίζει τις χάρες εκείνης που το προσφέρει, κι εκείνη που το προσφέρει θυμίζει τις γλύκες του κρασιού.

Καθώς ο αέρας που περνά απάνω από τα μυροβόλα λουλούδια φέρνει μιάν ευωδιά μεθυστική και γλυκιά, έτσι και τούτο το πιοτό, και γλυκό κρασί, ερχόμενο από τα μοσχομυρισμένα σου χεράκια, μου φέρνει μαζί του της σάρκας σου το μύρο και των χειλιών σου τη γλύκα.»



Από τις "Χίλιες και μια Νύχτες" και την "Ιστορία του Βαστάζου και των Τριών Κυράδων της Βαγδάτης" – γραμμένη στα βάθη του Μεσαίωνα. Η μετάφραση του Κ. Τρικογλίδη. Η εικονογράφηση στην εικόνα του Γάλλου Léon Carré.

Γιατί ποια μορφή απόδρασης είναι διαχρονικότερη, από την απόδραση και τη λησμονιά της τέρψης.



3ο Πέπλο: Αναζήτηση ενός άλλου πολιτισμού






Από τα κείμενα που έγραψε ο Πωλ Γκωγκέν, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα.



«Τα Σκανδιναβικά σου μπλε μάτια κοίταξαν με προσοχή τους πίνακες που κρέμονταν στον τοίχο. Tότε ένιωσα την διέγερση της επανάστασης – μια πλήρη σύγκρουση ανάμεσα στον πολιτισμό σου και στον βαρβαρισμό μου. Τον πολιτισμό, από τον οποίο υποφέρεις. Τον βαρβαρισμό, ο οποίος, για μένα είναι μια αναζωογόνηση.»


***


«Φεύγω προκειμένου να βρω ειρήνη και ησυχία, να απαλλαγώ από τις επιδράσεις του πολιτισμού. Θέλω μόνο να κάνω απλή, πολύ απλή τέχνη και προκειμένου να τα καταφέρω, θα χρειαστεί να αφήσω τον εαυτό μου να απορροφηθεί από την παρθένα φύση, να μην βλέπω κανέναν παρά μόνο ιθαγενείς, να ζω τη δική τους ζωή, με καμία άλλη σκέψη στο νου πέρα από το απεικονίσω τα σχήματα που θα πάρουν μορφή μες στο μυαλό μου - με τον τρόπο ενός παιδιού..."


***


«Η ζωή στο νησί σύντομα έγινε δυσβάσταχτη.

Ήταν η Ευρώπη, εκείνη η Ευρώπη από την οποία επιθυμούσα να απαλλαγώ. Και αυτό υπό τις εκνευριστικές συνθήκες του αποικιακού σνομπισμού και τη μίμηση, γκροτέσκα συχνά στα πρόθυρα της καρικατούρας, των εθίμων μας, της μόδας, των διαστροφών και των παραλογισμών του πολιτισμού...

Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»...


***


Λόγια για την απόδραση από τον πολιτισμό και την αναζήτηση ενός καταφυγίου σ' έναν άλλο κόσμο, πέρα από τις επιδράσεις της Δύσης – έναν κόσμο που πλέον δεν υπάρχει, μα, όπως θα διαπίστωνε ο ίδιος ο Γκωγκέν, και τότε ακόμα είχε αρχίσει να χάνεται. Σήμερα οι ιθαγενείς στα νησιά φοράνε t-shirts, πίνουν και τρώνε στις γνωστές αλυσίδες και στέλνουν μηνύματα σε Ipad.

Και εμείς βλέπουμε τα έργα του Γκωγκέν εδώ, στην οθόνη του υπολογιστή μας. Το έργο της εικόνας είναι η "Arearea" του 1892.



4ο Πέπλο: Η σχετικότητα






Υπήρχε από παλιά η τάση να αντιμετωπίζουμε ως "αξιοπερίεργες" τις συνήθειες και τα έθιμα διαφορετικών λαών και πολιτισμών από τους δικούς μας - σε αντίθεση με τον δικό μας πολιτισμό και την δική μας κουλτούρα, που θεωρούμε "φυσιολογικά". Εν έτει 1956, ο ανθρωπολόγος Horace Miner παρουσίασε μια περίφημη μελέτη σχετικά με τις αντιλήψεις και τις περίεργες σωματικές τελετουργίες μιας φυλής, των Nacirema... Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Κοινωνιολογία» του Anthony Giddens.


«Η βασική αντίληψη που φαίνεται να διατρέχει ολόκληρο το σύστημα των Nacirema μοιάζει να είναι ότι το ανθρώπινο σώμα είναι άσχημο, και ότι η φυσική του τάση είναι η εξασθένιση του και η αρρώστια. Όντας φυλακισμένος σε ένα τέτοιο σώμα, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη ελπίδα από το να απομακρύνει τα χαρακτηριστικά αυτά με την χρήση των ισχυρών επιδράσεων του τελετουργικού και της τελετής... Κάθε νοικοκυριό διαθέτει ένα ή περισσότερα ιερά αφιερωμένα σε αυτόν τον σκοπό. [...]

Το κεντρικό σημείο ενός τέτοιου ιερού είναι ένα εντοιχισμένο κουτί ή ερμάριο, στο οποίο φυλάγονται τα διάφορα φυλαχτά ή μαγικά καταπότια, χωρίς τα οποία κανένας ιθαγενής δεν πιστεύει ότι μπορεί να επιβιώσει. Τα παρασκευάσματα αυτά τα προμηθεύονται από διάφορους εξειδικευμένους θεραπευτές. Οι πιο ισχυροί από αυτούς είναι οι γιατροί, η βοήθεια των οποίων πρέπει να ανταμειφθεί με σημαντικά δώρα. Καθορίζουν τα συστατικά τους και τα γράφουν σε μια αρχαία και μυστική γλώσσα. Την γλώσσα αυτή την γνωρίζουν μόνο οι γιατροί και οι παρασκευαστές, οι οποίοι, αμειβόμενοι με πρόσθετα δώρα, παρασκευάζουν τα απαιτούμενα φυλαχτά. [...]

Οι Nacirema έχουν έναν παθολογικό σχεδόν φόβο και μια έλξη για το στόμα, η κατάσταση του οποίου θεωρείται ότι ασκεί υπερφυσικές επιδράσεις σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Οι ιθαγενείς πιστεύουν ότι, αν δεν υπήρχαν τα τελετουργικά του στόματος, θα έπεφταν τα δόντια τους, θα μάτωναν τα ούλα τους, θα μάζευαν τα σαγόνια τους, οι φίλοι τους θα τους εγκατέλειπαν και οι εραστές τους θα τους απόδιωχναν. Πιστεύουν ακόμη ότι υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ των στοματικών και των ηθικών χαρακτηριστικών. Υπάρχει, παραδείγματος χάρη, μια τελετουργική πλύση του στόματος για τα παιδιά, που πιστεύεται ότι βελτιώνει την ηθική τους υπόσταση.

Οι καθημερινές τελετουργίες που κάνουν όλοι περιλαμβάνουν και μια στοματική τελετουργία. Παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο σχολαστικοί για την φροντίδα του στόματος, το τελετουργικό αυτό συνεπάγεται κάποιες πρακτικές που μοιάζουν αηδιαστικές στον αμύητο. Μου αναφέρθηκε ότι το τελετουργικό συνίσταται στην εισαγωγή στο στόμα ενός μικρού μάτσου γουρουνότριχες και στην μετακίνησή του μέσα στο στόμα με εξαιρετικά τυποποιημένες κινήσεις.» [Miner, 1956]


***


Αυτή ήταν η περιγραφή της αξιοπερίεργης τελετουργίας της φυλής των Nacirema.

Ας δοκιμάσουμε τώρα να γράψουμε το όνομα στα αγγλικά: Nacirema... και να το αντιστρέψουμε.

Nacirema > American

Η περιγραφή που διαβάσατε δεν είναι άλλη από την καθημερινή συνήθεια του πλυσίματος των δοντιών, στις σύγχρονες κοινωνίες μας. Και αφορά όλους εμάς, τους "δυτικούς"... από τα μάτια ενός τρίτου. Γιατί όπως εμάς μας φαίνονται συχνά παράδοξες και "αφύσικες" οι συνήθειες και πρακτικές διαφορετικών λαών και πολιτισμών... το ίδιο φαντάζουν και οι δικές μας πρακτικές σε αυτούς.



5ο Πέπλο: Η μεταμόρφωση του έρωτα






Ας μετακινηθούμε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν. Πολύ πριν την ρωμαϊκή εποχή, πολύ πριν τα έπη του Ομήρου, πολύ πριν τις ιστορίες της Βίβλου. Ας ταξιδέψουμε στην αρχαία Μεσοποταμία, στις ερήμους και στις αχανείς πεδιάδες της. Εκεί ζούσε ένας αγριάνθρωπος. Ονομαζόταν Ενκιντού. Η γλώσσα του ήταν εκείνη των ζώων, το ίδιο και οι συνήθειες του.

Ώσπου τον προσέγγισε μια πόρνη, ιέρεια της θεάς Ιστάρ - η Σάμχατ. Η Σάμχατ θέλησε να κάνει το ζώο άνθρωπο. Θέλησε να του χαρίσει τον έρωτά της. Έτσι λοιπόν:


«Τα άγρια ζώα ήρθανε να ξεδιψάσουν στο νερό.
Τότε ο Ενκιντού, ο γεννημένος στα βουνά,
Που τρέφεται με τα ζαρκάδια αντάμα χόρτα,
Σίμωσε στην ποτίστρα, για να πιεί αντάμα με τ' αγρίμια,
Με τ' άγρια ζώα στο νερό τη δίψα του να σβήσει.
Η Σάμχατ κοίταξε τον άξεστο,
Τον αγριάνθρωπο από τα βάθη της ερήμου,

"Νάτος, Σάμχατ! Γύμνωσε τα στήθη σου,
Τα σκέλια σου άνοιξε και άσ' τονε τα κάλλη σου ν' αδράξει.
Μην τραβηχτείς! Δέξου το πάθος του!
Όταν σε δει κοντά σου θά' ρθει.
Το ρούχο σου άνοιξε και απάνω σου άσ' τονε να ξαπλώσει.
Κάνε στον άμαθο ό,τι οι γυναίκες κάνουν.
Τ' αγρίμια που μεγάλωσαν στην έρημο μαζί του
θα τον απαρνηθούν.
Τον έρωτά του σε σένα θα χαρίσει!" [...]

Για έξι μέρες κι εφτά νύχτες ο Ενκιντού ξεσηκωμένος
Πλάγιαζε με τη Σάμχατ.
Κι όταν τα θέλγητρά της χόρτασε,
Κίνησε για τ' αγρίμια του στην έρημο.
Μα τα ζαρκάδια έφυγαν, τον Ενκιντού σαν είδαν,
Μακριά του φύγανε τ' αγρίμια της ερήμου.
Κατάπληκτος ο Ενκιντού τέντωσε το κορμί του,
Κοκάλωσαν τα γόνατα, τ' αγρίμια του είχαν φύγει.
Κατάκοπος ο Ενκιντού σιγάνεψε το βήμα του
- σαν πριν να τρέξει δεν μπορούσε.

Είχε όμως τώρα ωριμάσει και γνώση απόκτησε πλατειά.
Γυρίζει πίσω, κάθεται στα πόδια μπρος της πόρνης.
Το βλέμμα του σ' αυτήν σηκώνει,
Τ' αυτιά του τεντωμένα, καθώς μιλά η πόρνη
Και λέει σ' αυτόν, τον Ενκιντού:
Ενκιντού, είσαι σοφός, θεός μου μοιάζεις!"



***



Από το "Έπος του Γκίλγκαμες", σε μετάφραση της Aύρα Ward. Το παλαιότερο έπος στην ιστορία της ανθρωπότητας, με ρίζες ως την εποχή των αρχαίων Σουμερίων, πάνω από 2000 χρόνια π.χ.

Συνοψίζοντας το απόσπασμα που διαβάσατε με δυο προτάσεις: Ο άντρας στην αρχική μορφή του ήταν ίδιος με ζώο. Μια γυναίκα όμως, μια ιερόδουλη, του έμαθε τον έρωτα - και έγινε άνθρωπος και "γνώση απόκτησε πλατειά".



6ο Πέπλο: Η αναγκαιότητα της πλάνης;






«Τώρα σου φαίνεται πλάνη κάτι που άλλοτε το αγαπούσες ως αλήθεια ή πιθανότητα. Το πετάς μακριά σου κι έχεις την ψευδαίσθηση ότι το λογικό σου κέρδισε μια νίκη. Ίσως όμως αυτή η πλάνη να ήταν απαραίτητη για σένα τότε, τότε που ήσουν ακόμα διαφορετικός άνθρωπος – όπως είναι όλες οι τωρινές σου "αλήθειες", κάτι σαν δέρμα, που σου έκρυβε και σου κάλυπτε πολλά που δεν έπρεπε να δεις ακόμη.

Η καινούργια σου ζωή κι όχι το λογικό σου σκότωσε αυτή τη γνώμη για λογαριασμό σου: ΔΕΝ ΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΠΙΑ, και τώρα καταρρέει, και το α-λογο βγαίνει έρποντας σαν σκουλήκι από μέσα της στο φως. Όταν ασκούμε κριτική, αυτό δεν είναι αυθαίρετο και απρόσωπο γεγονός – είναι, τουλάχιστον πολύ συχνά, απόδειξη πως υπάρχουν μέσα μας ζωτικές δυνάμεις έτοιμες να κάνουν το φλοιό τους να σκάσει.

Αρνούμαστε και πρέπει να αρνούμαστε, επειδή κάτι μέσα μας ΘΕΛΕΙ να ζήσει και να επιβεβαιωθεί – κάτι που ίσως δεν το ξέρουμε, ή δεν το βλέπουμε ακόμη!»


Φρίντριχ Νίτσε. Από την "Χαρούμενη Επιστήμη". Πρώτη έκδοση το 1882.



7ο Πέπλο: Πέρα από τις αυταπάτες






«O Γκοβίντα είπε: "Σε πιστεύω πως δεν ακολούθησες κανέναν δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μία διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι' αυτές θα μου έδινες μεγάλη χαρά".

Ο Σιντάρτα είπε: "Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα, που και που. Ένιωσα κάποτε, για μια ώρα ή για μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ήταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες, Γκοβίντα μου, αυτή είναι μία από τις σκέψεις που ανακάλυψα: Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα".

"Αστειεύεσαι;", ρώτησε ο Γκοβίντα.

"Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί από αυτήν, να κάνει μ' αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να την διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτός ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους.

Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Άκουσε τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό! Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και να περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είναι όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα.

Όταν ο φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός.

Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και την μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό".»



Από το "Σιντάρτα" του Χέρμαν Έσσε [Herman Hesse]. Μετάφραση: Μ. Παξινού. Πρώτη έκδοση το 1922.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)










Dance of the Seven Veils by Otto Pilny

26 Μαρτίου 2017

Ο Μυστικός Κήπος του Χέρμαν Έσσε





«Κάθε στιγμή μπορούμε να εισχωρήσουμε στις απαρχές του κόσμου, στο Μύθο, στο Άχρονο – αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, πολύ σπάνια μας χαϊδεύει η πνοή του μαγικού.»

Απόψε, φίλοι, θα μοιραστώ μαζί σας ένα μικρής έκτασης διήγημα του Χέρμαν Έσσε [Herman Hesse]. Είναι μια ιστορία που μοσχομυρίζει άνοιξη και παρελθόν, ανάμνηση και όνειρο. Μοιάζει με κάποια μικροσκοπική, μαγική πόρτα που φωλιάζει στα κατάβαθα της ασυνείδητής μας σκέψης – μια πόρτα που ανοίγει και μεμιάς ξεχύνεται μπρος στα έκθαμβά μας μάτια ένας κόσμος που μας μεταφέρει στα βάθη της παιδικής μας ηλικίας – και ακόμα πιο πίσω, πολύ πιο πίσω.

Πολύ πριν γεννηθούμε – μα, για κάποιο λόγο, γνωρίζουμε καλά πως ήμασταν όλοι εκεί.

Στην αφήγηση του Έσσε τα πράγματα ποτέ δεν είναι μονάχα εκείνο που μοιάζουν να είναι. Είναι αυτό – μα και πολύ περισσότερα. Καθετί μοιάζει να ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, το σύμβολο και το μύθο, το μύθο και την πραγματικότητα που χάσκει από κάτω – μια πραγματικότητα ξέχειλη με αρχέτυπα, σαν εκείνα για τα οποία μίλησε ο Καρλ Γιουνγκ.

Έτσι λοιπόν ένας περίκλειστος κήπος που φωλιάζει στην γωνιά ενός πανδοχείου ποτέ δεν είναι απλά ένας κήπος · ένας άγνωστος θαμώνας ενός μπαρ, με τον οποίο ανταλλάσσετε κάποιες μυστήριες φράσεις ποτέ δεν είναι απλά ένας θαμώνας ενός μπαρ· το δέντρο ποτέ δεν είναι ένα απλό κοινό δέντρο· το τρομακτικό κόασμα ενός βατράχου στη σιγή της νύχτας ποτέ δεν είναι απλά το κόασμα ενός βατράχου· και αυτές οι μουσικές νότες που αντηχούν από κάποιο μακρινό παράθυρο και σου θυμίζουν τα παλιά… να ξέρεις, δεν είναι τυχαίες.

«Η φύση είναι ένα δάσος με σύμβολα», έλεγαν οι συμβολιστές. Μα στον κόσμο του Χέρμαν Έσσε, όχι μόνο η φύση, μα τα πάντα σημαίνουν κάτι παραπάνω από αυτό που φαίνονται να είναι. Και όλα συνδέονται, με ένα μαγικό θα ‘λεγες τρόπο, μεταξύ τους. Και, κάπου εκεί, καταμεσής όλων αυτών, βρίσκεσαι κι εσύ.

Εσύ, ο αναγνώστης που διαβάζεις αυτό το κείμενο, που επέλεξα να μοιραστώ σήμερα μαζί σου. Δεκαετίες μετά από τον καιρό που γράφτηκε – μα και αιώνες μετά αν το διαβάσεις, το ίδιο νόημα θα έχει. Είναι μια ιστορία στην οποία ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία – παρά μόνο για εκείνα που επιλέγει να μας κρύψει. Ποιος ξέρει … ίσως διαβάζοντάς το κείμενο, η οθόνη του υπολογιστή σου να μυρίσει – για λίγο έστω – υγρό χώμα, χλόη και άρωμα παλιού βιβλίου.

Μπροστά στα μάτια σου εκτείνεται μια μικροσκοπική πόρτα. Πίσω από την πόρτα κρύβεται ένας κήπος. Και στα χέρια σου, τώρα, κρατάς ένα μικρό κλειδί.

Για να γυρίσεις το κλειδί… και να ανοίξεις την πόρτα… δεν έχεις παρά να συνεχίσεις την ανάγνωση.



Roman garden painting


“Από την Άλλη Μεριά του Τοίχου”


«ΓΥΡΩ στο σούρουπο, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου, έφτασα σε μια παλιά, μικρή πόλη και κατέβηκα μπροστά σε κάποιο παλιό, ήσυχο πανδοχείο. Διάλεξα ένα ήσυχο δωμάτιο που το παράθυρο του κοίταζε σ' ένα μικρό δρομάκι και από την άλλη μεριά του δρόμου ήταν ένας παλιός τεράστιος κήπος με δέντρα και ψηλό χορτάρι.

Κατόπιν άνοιξα γρήγορα-γρήγορα τη βαλίτσα μου, έβγαλα τις πένες μου, τα μελάνια μου και το χειρόγραφο που μόλις είχα αρχίσει, τα έβαλα όλα στο στρογγυλό, ετοιμόρροπο τραπέζι και έκατσα.

Με αυτό το υπέροχο, καταραμένο χειρόγραφο, έλεγα να ξεκινήσω για μια φορά ακόμα. Εδώ και μήνες το κουβαλούσα μαζί μου όπου κι αν πήγαινα, σε όλο τον κόσμο, το είχα σχεδιάσει πολύ όμορφα και το είχα αρχίσει πολύ καλά, παρ' όλα αυτά, δεν πήγαινε πιο κάτω, εδώ και καιρό δεν είχα καταφέρει να γράψω ούτε μια σελίδα που να μην τη σχίσω ύστερα από λίγο. Χιλιάδες φορές η ιδέα αυτού του ποιήματος με είχε γοητεύσει και χιλιάδες φορές την είχα καταραστεί, το ταξίδι και το χειρόγραφο κι ολόκληρη τη συγγραφική τέχνη και τα είχα στείλει στο διάολο.

Και τώρα το έπιανα για μια ακόμα φορά στα χέρια μου. Ακόμα μια φορά βυθίστηκα στο ποίημα, η ιδέα φωτίστηκε για μια ακόμα φορά και ξαναβρήκα το τελειωμένο πρώτο μέρος θαυμάσιο και για μια ακόμα φορά εμφανίστηκε μπροστά μου το άψυχο κενό, η τρύπα δίχως ζωή, στήριξα το κεφάλι στα χέρια μου και ξανάνιωσα την παράλυση, αυτή την ανυπόφορη αδράνεια να με κατακλύζει.

Όχι, κατ' αυτόν τον τρόπο, το να είσαι ποιητής ήταν σκέτο βασανιστήριο! Δε θα έπρεπε κανείς σώνει και καλά να έχει ιδέες, δε θα έπρεπε να δοκιμάζει νέα, δύσκολα και πιθανόν ακατόρθωτα πράγματα. Θα έπρεπε κανείς να γράφει τα βιβλία του σαν ένας ήσυχος, αξιοπρεπής χειρώνακτας, στέρεος και μετριόφρων, δίχως προβλήματα να ευχαριστήσει τον αναγνώστη, να ξεζουμιστεί, δίχως σφίξιμο, δίχως αγώνα, χωρίς απώλεια φαιάς ουσίας!

Αισθάνθηκα το σκοτάδι να με τυλίγει και πλησίασα το παράθυρο. Από παντού μου ερχόταν το άρωμα που αποπνέει η γαλήνη της μικρής πολιτείας. Άνθρωπε, σκέφτηκα, εάν δεν ήσουν τρελός, θα πέταγες το χειρόγραφό σου στη φωτιά, θα ξεχυνόσουνα στην πόλη, θα έψαχνες να βρεις που παίζουνε μπόουλινγκ και θα ζήταγες σε γάμο την κόρη του φαρμακοποιού!

Στο μικρό δρομάκι δεν υπήρχε τίποτε αξιοθέατο. Ο παλιός κήπος όμως εξασκούσε πάνω μου μια παράξενη γοητεία. Πίσω από έναν πελώριο τοίχο απλωνόταν μια θαυμάσια, καταπράσινη ζούγκλα μέσα στο ημίφως του δειλινού. Ψηλά, περήφανα δέντρα, μονοπάτια γεμάτα βαλτόνερα, τα πάντα παραμελημένα και άγρια, μα παρ' όλα αυτά παντού ανάπνεε το πνεύμα ενός ευγενικού σχεδίου, όμορφες συστάδες θάμνων και τα βαθιά φυλλώματα σχημάτιζαν συμμετρικούς θόλους πάνω από τα μισοκρυμμένα μονοπάτια. Αχ! Τέτοιοι παλιοί κήποι σε γεμίζουν θλίψη, μιλούν τόσο έντονα για μας και το σημερινό μας κόσμο.

Ο καμαριέρης ήρθε και με ειδοποίησε πως το δείπνο ήταν έτοιμο. Με οδήγησε σε μια άδεια τραπεζαρία με πράσινους παλιούς καθρέφτες και μαυρισμένους πίνακες στους τοίχους. Στη μέση του ταβανιού ήταν κρεμασμένος ένας πολυέλαιος και από κάτω ένα τραπέζι στο οποίο καθόταν ένας ηλικιωμένος κύριος και έτρωγε. Στο ίδιο τραπέζι, ακριβώς απέναντί του ήταν τα σερβίτσια μου. «Τι ηλίθιο! σκέφτηκα, γιατί να μην έχω ένα τραπέζι μοναχά για μένα!».

Ο ηλικιωμένος κύριος, τον οποίο χαιρέτησα σιωπηλά, με
αντιχαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι με τα γερακίσια χαρακτηριστικά.

—Ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιεί όλες του τις επιθυμίες, είπε με ένα κοφτερό χαμόγελο, εσείς γιατί δεν το κάνετε;

—Σεβάσμιε μου κύριε, είπα, νομίζετε πραγματικά, ότι ήρθα σ' αυτή την πόλη και ειδικά σ' αυτό το σπίτι, μόνο και μόνο για να ακούσω τη διδασκαλία σας; Δείχνω κάτι τέτοιο;

Έβαλα στο πιάτο μου σούπα, έκοψα ψωμί και γέμισα το ποτήρι με κρασί, δοκίμασα αλλά δε μου άρεσε.

— Μα δείχνετε έτσι, είπε ο γηραιός κύριος. Σαν κάποιος που καταπιέζει τις επιθυμίες του αντί να τις ικανοποιεί. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δείχνουν έτσι, δεν το έχετε προσέξει;

Σκούπισα το στόμα μου με την πετσέτα και είπα:

—Δεν έχω προσέξει τίποτε άλλο εκτός από τη φλυαρία σας. Και επειδή μου δώσατε τη συμβουλή να ικανοποιώ τις επιθυμίες μου, επιθυμώ λοιπόν κ' εγώ να δοκιμάσω από το κρασί που πίνετε!

Άρπαξα την μπουκάλα του, έχυσα στο ποτήρι μου μια γουλιά και το δοκίμασα.

—Ω! μα είστε επιδεικτικός απ' ό,τι βλέπω! είπε ο γέρος. Αυτό το συναντάει κανείς πολύ σπάνια σήμερα. Συνεχίστε έτσι και δε θα μετανιώσετε!

— Α! όχι, έχετε απόλυτα δίκιο, το κρασί είναι πολύ ωραίο. Γκαρσόν, φέρτε μου και μένα ένα μπουκάλι από αυτό το άσπρο κρασί και πάρτε πίσω το άλλο που μου φέρατε!

Έτρωγα τώρα, πεινασμένος από το ταξίδι, σιωπηλός το φαγητό μου και δεν άφησα ούτε ψίχουλο. Μέχρι το τυρί, τα αμύγδαλα και τα σταφύλια και ο γέρος με άφησε ανενόχλητο. Στο μεταξύ η διάθεσή μου έφτιαξε, το κρασί ήταν πολύ ωραίο, όπως και το φαγητό. Καθώς άναψα το τσιγάρο μου αισθάνθηκα την ανάγκη να ξαναρχίσω και πάλι τη συζήτηση με το γείτονα μου, αλλά εκείνος σηκώθηκε απότομα, το γκαρσόνι του έφερε μπαστούνι και καπέλο και ο γέρος με χαιρέτησε με το κοφτερό του χαμόγελο και το γερακίσιο του πρόσωπο:

—Ω! φεύγετε κιόλας; είπα λυπημένος. Σκέφτηκα καλά αυτά που μου είπατε και θα ήθελα πολύ ευχαρίστως να κουβεντιάσω μαζί σας πάνω στο θέμα. Ο ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος είχε γυρίσει κιόλας να φύγει, έστρεψε το πρόσωπο του και είπε: «Δεν υπάρχει τίποτα για να κουβεντιάσουμε». Εγώ είπα: «Οι επιθυμίες πρέπει πάντοτε να ικανοποιούνται».

Και φυσικά, το διαπιστώνετε: «Με αυτόν τον τρόπο ταχτοποιήθηκαν και ό,τι ταχτοποιείται, δε μας βασανίζει πια. Σας εύχομαι καλό βράδυ». Έφυγε ο Γαμψομούτρης. Σκέφτηκα «αστείος τύπος» και κάθισα μοναχός μου. Είδα το πρόσωπό μου ν’ αντικαθρεφτίζεται στους πράσινους καθρέπτες: έδειχνα κι εγώ σαν αρπαχτικό όρνιο με γαμψή μύτη, σαν το γέρο, ολόιδιος. Ακόμα πέντε, δεκαπέντε χρόνια και θα έμοιαζα ίδιος με κείνον.

Οι καθρέφτες μου χάλασαν τη διάθεση, ανέβηκα στο δωμάτιό μου, κάθισα κοντά στο παράθυρο και κοίταξα προς το μαγικό κήπο. Το γκαρσόνι ήρθε, τον παρακάλεσα να μου φέρει επάνω το κρασί. Ρώτησα:

—Ανήκει ο κήπος στο πανδοχείο σας;

—Όχι!

—Μπορεί να μπει κανείς μέσα;

—Όχι!

—Κρίμα!

Δεν ήξερε σε ποιον ανήκει, δεν είχε δει ποτέ κανέναν εκεί μέσα. Αργά, άρχισα να πίνω το κρασί μου, κάπνιζα, το φεγγάρι ανέβαινε ψηλά, οι σκέψεις μου ταξίδευαν μέσα από στρώματα —το ένα πάνω στο άλλο— παρελθόντων. Υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν και μένα; Παίζανε κι αυτοί στη ζωή τους αυτόν το ρόλο, τον είχαν χάσει, τον είχαν ξεχάσει ξανά, είχαν αρχίσει κάτι νέο ή δε γνώριζαν τον εαυτό τους πια;

Όλοι ήταν έτσι. Κάθε άνθρωπος αποτελείται από μια μεγάλη δέσμη προσωπικοτήτων και ήταν απλώς θέμα χαρακτήρα ότι εγώ ήμουν μια ευλαβική περιδίνηση; Ή ήμουν μια εξαίρεση; Ένα άρρωστο αντίγραφο; Μια σαπουνόφουσκα; Ένα παιχνίδι της φύσης; Αχ! Όχι, όλοι ήταν έτσι, αλλά οι πιο πολλοί είχαν την ψευδαίσθηση της ενότητας, αυτή την παραφροσύνη. Την είχα κ’ εγώ κάποτε!



Roman garden painting


Ω! Τι ωραία που ήταν μες στο σκοτάδι του κήπου απέναντι! Πώς μπορεί κανείς να ερωτευτεί τόσο γρήγορα κάτι; Όπως μια γυναίκα! Είχα ερωτευτεί τον κήπο, τον επιθυμούσα, τον λαχταρούσα όσο τίποτε άλλο! Πόσο καιρό δεν είχα έναν κήπο δικό μου! Πόσο καιρό είχα ζήσει μέσα σε βαγόνια και δωμάτια ξενοδοχείων!

Ήταν ακόμα νωρίς, ίσως 9 η ώρα, αλλά η πολίχνη έδειχνε πως είχε αποκοιμηθεί κιόλας! Δεν ήθελα να μείνω περισσότερο έτσι, έφυγα, κατέβηκα τις σκάλες, βγήκα από το σπίτι. Διέσχισα μια μικρή πλατεία μ' ένα σιντριβάνι, ένας μικρός δρομάκος, άλλα δρομάκια ακολούθησαν, όλα ήσυχα και νεκρά και τελικά τώρα ανακάλυψα το δρομάκι που βρισκόταν ο κήπος. Πιθανόν να είχε ο τοίχος μια πόρτα, έπρεπε να ψάξω.

Δεν είχε καμιά πόρτα, τίποτα, ούτε μια τρύπα για να κοιτάξει κανείς ανάμεσα. Και τώρα, για πρώτη φορά ορθώθηκε η επιθυμία για τον κήπο και κυρίευσε την ψυχή μου; Πως το είχε πει ο αστείος ηλικιωμένος κύριος; Ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του. Ναι, είχε τρομαχτικό δίκιο. Ποτέ ο άνθρωπος δεν πράττει στην πραγματικότητα ό,τι θα του άρεσε, πάντοτε γυρίζει γύρω-γύρω, λοξοδρομεί, διαγράφει τόξα γύρω από τις επιθυμίες του, τις χαϊδεύει και τις εξιδανικεύει, τις μετατρέπει και τις κρύβει πίσω από ιδανικά και θρησκείες, αντί να τις βουτήξει από το λαιμό με γενναιότητα. Άρπαξα λοιπόν την επιθυμία μου από το τσουλούφι. Έψαξα να βρω στον τοίχο μια μεριά που θα μπορούσα να σκαρφαλώσω, έβαλα το πόδι μου σε μια εσοχή του τοίχου, έδωσα έναν πήδο και βρέθηκα καβάλα στην κορφή. Από κει πάνω αφέθηκα απαλά να γλιστρήσω μέσα.

Ένιωσα κάτω από τις παλάμες μου το μαλακό γρασίδι, τις έτριψα πάνω σ’ ένα θάμνο, μύριζε παράξενα, μύριζε πανάρχαια πράγματα κάπου μακριά στη σκοτεινιά της πιο παλιάς ζωής μου, στα παιδικά μου χρόνια, μύριζε κάπως έτσι. Ω! πόσο ωραίο και ερεθιστικό ήταν αυτό το άρωμα, μύριζε παμπάλαια χρόνια, τραγουδούσε για τη Μητέρα και τη Γιαγιά. Μεταμόρφωνε εμένα και τον κόσμο, δεν ήμουν πια εδώ ή εκεί, σ' αυτή την πόλη και σ' εκείνο τον κήπο, ήμουν ακριβώς στη μέση του παρθένου δάσους των περασμένων, των απέθαντων αισθημάτων και αναμνήσεων. Μύριζα γης, μιλούσε για τις πρασιές της παιδικής ηλικίας, ήμουν ένα μικρό παιδί και φύτευα ένα μυρτολούλουδο σε μια γλάστρα, έβαζα φρέσκο χώμα μέσα και το πάταγα για να κάτσει καλά, έριξα νερό, είχα φυτέψει κάτι για πρώτη φορά, κάτι ζωντανό που μου ανήκε και που μπορούσε να μεγαλώσει με τις ρίζες του μέσα στη μαύρη γη, έπινε κ' έτρωγε απ' αυτή. Εγώ ο ίδιος είχα βυθίσει τις ρίζες μου μέσα στο χώμα, βαθιά, έπινα τη γη, έτρωγα τον αρχαίο κόσμο, αναπτυσσόμουν μέσα στο γιορταστικό σκοτάδι της γέννησης, χρόνος και μορφή είχαν βουλιάξει, όλα ήταν αρχή, όλα ξεφύτρωναν και μεγάλωναν, δεν υπήρχε ακόμα ούτε άνθρωπος, ούτε φυτό!

Από το χάος που είχα βυθιστεί με ξύπνησε μια φωνή: Ένας βάτραχος αόρατος τράπηκε σε φυγή από το βάδισμά μου ακροπατώντας πάνω στις πατούσες του. Ήταν κιόλας μακριά, όταν ένα καινούργιο χάσμα άνοιξε μέσα μου, μια καινούργια άβυσσος που την ποθούσα και την αποστρεφόμουν απ' την παιδική μου ηλικία, τρομαχτική και γοητευτική.

Ο κόσμος της παγωνιάς, γλιστερές επιφάνειες, ξένοι, βάτραχοι και φίδια, το συναίσθημα της φρίκης, η απύθμενη περιέργεια, ο φόβος του κινδύνου και του απαγορευμένου. Ξανά αυτός ο κόσμος των σκοτεινών συναισθημάτων που αρχίζει με παραστάσεις της παιδικής μου ηλικίας, οδηγεί πίσω στο χάος, στο Απρόσωπο και στο Προ-ανθρώπινο, στην άβυσσο μιας τρομαχτικής, αρχαίας φρίκης, το ίδιο άγια και τρομερή, το ίδιο δημιουργική όσο και θανάσιμα καταστροφική.

Το δέντρο που έστριψα για να μην πέσω επάνω του, το χορτάρι που έφτανε ή που είχα χωθεί μέσα του ως τα γόνατα, το χορταριασμένο μονοπάτι σαν μαλλιαρό ζώο, ο χορταριασμένος τοίχος, η νυχτερινή πεταλούδα, οι γρύλοι, όλα και κάθε φύλλο στους θάμνους και κάθε πνοή του ανέμου, ήταν όλα γεμάτα μυστική συγγένεια, τόσο ερεθιστικά, γεμάτα μνήμη. Όλα με οδηγούσαν στο πιο βαθύ μου είναι και ακόμα πιο πέρα, στο άμορφο. Για μια στιγμή κατάλαβα ότι οι έννοιες του μύθου όπως χάος και δημιουργία, λέξεις της λογικής, όπως προϊστορία και ανάπτυξη, στη βάση δεν εννοούνται το ένα μετά το άλλο, αλλά είναι το ίδιο, το ένα μέσα στο άλλο. Και ο πανάρχαιος κόσμος δεν ήταν παλαιότερος από το σήμερα, δεν είχε υπάρξει: Ο παλιός κόσμος και το σήμερα ήταν το ίδιο: Κάπως αλλιώς είχα φανταστεί αυτόν τον κήπο. Τώρα δεν ήταν πια μια όμορφη και γαλήνια εικόνα πατρογονικής κουλτούρας, τώρα ήταν μια μεγαλειώδης μαγική σκηνή, παρθένος δάσος, θέατρο φαντασμάτων.
         
Η κάθε όμορφη, ποθητή γωνιά του κόσμου μπορεί να γίνει δάσος και ναός, δρομάκι και δωμάτιο, λιβάδι και σιδηροδρομικός σταθμός. Κάθε στιγμή μπορούμε να εισχωρήσουμε στις απαρχές του κόσμου, στο Μύθο, στο Άχρονο – αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, πολύ σπάνια μας χαϊδεύει η πνοή του μαγικού.

Πετούσα μαζί με τη νυχτερινή πεταλούδα μέσα σ’ ένα δάσος των Ινδιών, στο άρωμα των φύλλων, μύριζα το παραμύθι της παιδικής μου ηλικίας. Καβαλούσα ένα άλογο, καθόμουν πάνω στα θρανία, ταλαντευόμουν με το φύσημα του ανέμου σε πανύψηλες κορφές δέντρων και κατάρτια ιστιοφόρων που έφταναν ως τον ουρανό, κυνηγούσα παραδεισένια πουλιά. Με κυνηγούσαν παράξενα τέρατα και τρεπόμουν σε φυγή, ήμουν νέος και γέρος, ήμουν νάνος και γίγαντας. Από τον κήπο δεν έβλεπα τίποτα πια, ήταν τόσο γεμάτος, τόσες πολλές χώρες και μέρη της γης είχαν μαζευτεί μέσα του, τόσες πολλές εποχές, τόσες πολλές πόλεις και άνθη, άστρα και χιονοστιβάδες. Πώς μπόρεσα να ζήσω τόσο καιρό δίχως να μπορώ να επιθυμήσω έναν τέτοιο κήπο; Ο κήπος δεν ήταν τίποτα και ό,τι όμορφο, περιποιημένο και άνετο, ό,τι προσπαθούσα να βρω εδώ μου ήταν τώρα ατέλειωτα μακρινό και αδιάφορο, εκτός του ότι δε μπορούσα να δω τίποτα μέσα στο σκοτάδι. Που ήμουν λοιπόν; Ήμουν στο παραμύθι, ήμουν στις απαρχές του κόσμου, όπου το κάθε πράγμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε κάποιο άλλο, όπου κάθε πράγμα είναι ανύπαρκτο και αδιάφορο για τον εαυτό του αλλά ιερό και αιώνιο σαν αλληγορία, σαν εικόνα, σαν φευγαλέα κατοικία του Θεϊκού. Βρισκόμουν μέσα στην ίδια μου την ψυχή, γιατί αυτή που την ξέρουμε τόσο λίγο, είναι ο πρωτογενής, μαγικός μας κόσμος. Πως ήταν δυνατόν να ξέρουμε τόσα λίγα για κείνον, και τόσο σπάνια να επιστρέφουμε σ’ αυτόν.

Το αυτί μου έπιασε κανα-δυο ήχους από μακριά, κάποιος έπαιζε πιάνο μες στη νύχτα και ήταν σαν να έπαιζε πιάνο η αδελφή μου, η μακρινή μου αγαπημένη. Σαν αστραπή ένιωσα μέσα μου βαθιά τι σήμαινε μουσική για μένα, λάμψε θαυμάσιο το κρύσταλλο της για λίγα δευτερόλεπτα, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπαχ, η ορχήστρα και το εκκλησιαστικό όργανο, το κουαρτέτο, η όπερα και το ορατόριο. Για μερικές στιγμές ο κόσμος μεταμορφώθηκε σ' ένα τεράστιο μωσαϊκό τόνων και ήχων. Κάθε ήχος ήταν θεός, κάθε οκτάβα η επιβεβαίωσή του, κάθε τέρτσο ο δεσμός του με τους καιρούς και τη δύναμη της μεταμόρφωσης, κάθε ακόρντο, το φευγαλέο, αστραφτερό του ρούχο.»




* Το παρόν διήγημα του Έσσε ήταν άτιτλο στην αυθεντική του μορφή. Στα ελληνικά του δόθηκε ο τίτλος «Από την Άλλη Μεριά του Τοίχου» και περιλαμβάνεται στη συλλογή ιστοριών «Ένα Βράδυ με το Δόκτορα Φάουστ και άλλα Διηγήματα», εκδόσεις Ζαχαρόπουλος. Η μετάφραση είναι του Γ. Κώνστα.