5 Ιανουαρίου 2014

Εισαγωγή στον Χίτσκοκ





Η αυλαία πέφτει. Τα φώτα χαμηλώνουν, η μουσική παύει να ηχεί, ο κόσμος φεύγει. Έξω τα πεζοδρόμια είναι υγρά, πνιγμένα στις σκιές. Μες στη σιγαλιά αντιλαλεί ένα εκκρεμές. Η ώρα έφτασε.

Ναι, η ώρα έφτασε για το συγκεκριμένο αφιέρωμα!

Επιθυμούσα καιρό να καταπιαστώ με αυτό – έπρεπε όμως να ωριμάσουν πρώτα οι συνθήκες. Αφενός ήταν αρκετές οι ταινίες του Χίτσκοκ που δεν είχα ακόμα δει. Αφετέρου χρειαζόταν να πιάσουν τα κρύα. Τα έργα του Χίτσκοκ έχουν ανάγκη της χειμωνιάτικης ατμόσφαιρας – του αέρα που εξαναγκάζει τα δέντρα να χορέψουν σ’ έναν βίαιο χορό, της ομίχλης που ξετυλίγει αργά το απόκρυφό της πέπλο, του σιγόβροχου που χτυπάει συνθηματικά στο παράθυρο… Ίσως πάλι να μην είναι η βροχή, μα κάποιος επισκέπτης, ντυμένος βαριά, τυλιγμένος με υφάσματα, γυρεύοντας τη φιλοξενία σου για ένα μόνο βράδυ.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Θα του ανοίξεις; Θα του προσφέρεις την φιλοξενία σου;





Θα μπορούσαμε να εμπλουτίσουμε ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα. Ας φανταστούμε μια φιλήσυχη γειτονιά, μακριά από την οχλοβοή του κέντρου, πέρα, στα προάστια. Από κείνες με τα όμορφα σπίτια και τις ανθόσπαρτες αυλές.

Αργά ή γρήγορα όμως ακόμα και το πλέον γαλήνιο τοπίο θα αφεθεί στο κάλεσμα της νύχτας, της ομίχλης, του ανέμου. Τα χρώματα θα παραδώσουν σαν υπνωτισμένα τη σκυτάλη σε αργόσυρτες αποχρώσεις του μαύρου και του άσπρου. Κουράστηκαν πια, καιρός να κοιμηθούν. Οι σκιές γύρω σου λικνίζονται. Ο παφλασμός της βροχής στους δρόμους θα σε νανουρίσει, ενώ το φως που τρεμοπαίζει σε κάποια απόμερη γωνιά θα πλουμίσει τη σκέψη σου με όνειρα.

Ξάφνου ένα χτύπημα στην πόρτα θα σε ξυπνήσει από τον λήθαργο. Βρίσκεσαι στο σαλόνι  του σπιτιού σου. Η βροχή αντηχεί από μακριά, σαν από άλλο κόσμο, σαν αλλοτινή ανάμνηση. Για κάποιο λόγο προσπαθείς να μην κάνεις θόρυβο, μα τα βήματά σου αντιλαλούν στο πάτωμα. Πλησιάζεις διστακτικά και κοιτάς μέσα από το μάτι, περιμένοντας να αντικρίσεις κάποια σκοτεινή μορφή. Γουρλώνεις τα μάτια και μένεις να παρατηρείς με έκπληξη: στην πόρτα δε στέκεται κάποιος υποχθόνιος τύπος, μα μια νεαρή γυναίκα. «Σας παρακαλώ, μπορείτε να μου ανοίξετε; Με κυνηγάνε, έχω ανάγκη να κρυφτώ!»


Πάνω - "Psycho", Κάτω - "Rich and Strange"


Της ανοίγεις. Η βροχή στάζει στο μέτωπό της. Παρατηρείς τα μαλλιά της – κατάξανθα, σαν κούκλας, σχεδόν ακτινοβολούν μες στο σκοτάδι. Εκείνη σου χαμογελάει… «Ευχαριστώ πολύ», κάνει, και νιώθεις το έδαφος να πάλλεται κάτω από τα πόδια σου – ή μήπως είναι τα πόδια σου που τρέμουν; Η γυναίκα μπαίνει μέσα, τα βήματά της αντηχούν στο χολ. Ξετυλίγει με χάρη το κασκόλ της και αφήνει το παλτό στον καναπέ. Άθελά σου παρατηρείς τα μακριά, θεληματικά της πόδια, ενώ εκείνη σκύβει για να βγάλει τα παπούτσια της. Διακρίνεις τη λεπτή, εφαρμοστή της καλτσοδέτα, τους θεληματικούς της γοφούς. Τα χέρια σου έχουν ιδρώσει. Έξω ένας κεραυνός τρυπάει τη σιωπή, σκίζοντας τα σύννεφα.

...

Το πρωινό έρχεται κάποια στιγμή, μα είναι μουντό και ανήλεο. Ξυπνάς νιώθοντας μουδιασμένος και βαρύς, λες και έπινες όλη νύχτα… Για μια στιγμή διερωτάσαι που βρίσκεσαι. Μια σκέψη παλεύει να αποδράσει από το ασυνείδητό σου, σα θηρίο σε κλουβί, μα τη μαστιγώνεις κι εκείνη μπαίνει πάλι μέσα, το κεφάλι της σκυμμένο – μα η ουρά της όρθια. Τότε ξαφνικά τα σύννεφα υποχωρούν και θυμάσαι τη γυναίκα! Κοιτάς γύρω σου, μα εκείνη είναι άφαντη. Καμία ένδειξη της παρουσίας της. Τίποτα απολύτως – λες και δεν υπήρξε ποτέ.

Η πόρτα χτυπάει επιτακτικά.

Δυνατά χτυπήματα, επαναλαμβανόμενα, μονότονα, προμηνύοντας χαμό. Τα χτυπήματα ενός σκλάβου τυμπανιστή σε μια παλιά γαλέρα – ενός μουσικού σε μια στρατιωτική παρέλαση. Πλησιάζεις, φορώντας μια ρόμπα, ανοίγεις και κοιτάς με απορία. Το θέαμα σου σκορπίζει φόβο – αν και θεωρητικά δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Μπροστά σου ακριβώς, στέκοντας ακίνητος, σε αντικρίζει κατάματα ένας αστυνομικός – το βλέμμα του παγωμένο, σκυθρωπό, ανέκφραστο. Πριν καλά καλά καταλάβεις τι έχει γίνει, ο αστυνομικός σου περνάει χειροπέδες. «Συλλαμβάνεσαι για το φόνο τριών ανθρώπων. Ό,τι πεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου».

Και έτσι σε μεταφέρουνε στο τμήμα, ενώ εσύ ακόμα απορείς, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσεις τι έχει γίνει.





Χίτσκοκ - Μια σκιαγράφηση, σε αποχρώσεις πέρα από το μαύρο και το άσπρο


“Drama is life with the dull bit cut out” [A.Hitchcock]


Το αφιέρωμά μας, το οποίο θα ολοκληρωθεί σε τρία μέρη, ακολουθεί το πρόταγμα και το στυλ της περίφημης εκείνης σειράς της δεκαετίας του 50 και του 60, με τον τίτλο: «Alfred Hitchcock Presents». Δεν συνιστά τόσο μια ιστορική καταγραφή, όσο μια αφηγηματική παρουσίαση, στο στυλ και στο ύφος εκείνο που θεωρώ πως αρμόζει στον μετρ του κινηματογραφικού σασπένς. Είναι εύκολο να αναζητήσετε πληροφορίες στο διαδίκτυο για την πορεία του Χίτσκοκ και το πλήθος των ταινιών του· εγώ ωστόσο προτιμώ να εστιάσω σε πολύ συγκεκριμένα σημεία, τέτοια που να μας μεταφέρουν όσο γίνεται στην καρδιά του ύφους του. Εξ’ ού και η εισαγωγή που διαβάσατε.

Πάμε λοιπόν πίσω σε μία από τις αρχέγονες αναμνήσεις του «Χιτς», όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί – είναι γνωστό πως τα παιδικά βιώματα συχνά φτάνουν να καθορίζουν την ενήλικη συμπεριφορά μας, διαμορφώνοντας το χαρακτήρα, παρέχοντας πρότυπα σκέψης και σχήματα αντιλήψεων.

Ο μικρός Άλφρεντ, που λέτε, μεγάλωσε σε μια βρετανική οικογένεια με αυστηρή καθολική ανατροφή – κάτι ασυνήθιστο για την πλειοψηφία του βρετανικού πληθυσμού. Ανήκε σε μια μειονότητα. Μικρός σαν ήταν, όπως όλα τα παιδιά, έκανε τις αταξίες του. Κάποια μέρα όμως, έχοντας κάνει μια κακή πράξη, ο πατέρας του αποφάσισε να του δώσει ένα μάθημα. Τον έστειλε σε ένα αστυνομικό τμήμα, με ένα χαρτί, το οποίο λίγο πολύ καλούσε τον αστυνόμο να συλλάβει το παιδί και να το κλειδώσει για λίγη ώρα σ’ ένα απ’ τα κελιά του τμήματος. Με αυτόν τον τρόπο θα παραδειγματιζόταν και δεν θα έκανε ξανά πράξεις σαν αυτές. Ο αστυνομικός ακολούθησε την εντολή του πατέρα, κλειδώνοντας το μικρό παιδί μέσα στο κελί – κι εκείνο φοβισμένο και απορημένο προσπαθούσε να ερμηνεύσει την κατάσταση: «Γιατί με φυλακίζουν; Τι έκανα;»

Κάπου εκεί πηγάζει ο αρχέγονος σχεδόν φόβος και αντιπάθεια του Χίτσκοκ απέναντι στους φορείς εξουσίας, καθώς κι εκείνο το κλασικό μοτίβο που βλέπουμε να επαναλαμβάνεται  σε πολλές απ’ τις ταινίες του: ο αθώος που ενοχοποιείται για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει.



Ο αθώος, ενώ προσπαθεί να κρυφτεί από την αστυνομία που τον καταδιώκει


Μεγαλώνοντας ο «Χιτς» θα ανέπτυσσε κι άλλες ιδιαιτερότητες που θα ζωγράφιζαν με τα δικά τους χαρακτηριστικά χρώματα τα έργα του – έργα που συνιστούν πορτραίτα ορισμένων από τις πλέον απόκρυφες πλευρές της ανθρώπινης ψυχής. Οι ταινίες του Χίτσκοκ δεν είναι σκοτεινές επειδή ξεχειλίζουν με ποτάμια αίματος και πτώματα… κάθε άλλο, η παρουσία έκδηλης βίας στα έργα του είναι ελάχιστη. Δε θα δούμε να παρελαύνουν μεταφυσικές οντότητες, ούτε να γίνεται τακτική χρήση εκείνου του τρικ του «τινάγματος», στο οποίο επιδίδονται τόσα και τόσα φιλμ, προκειμένου να ταρακουνήσουν το θεατή από τη θέση του. Όχι. Το φοβερό στα έργα του Χίτσκοκ είναι η παρουσίαση της ανθρώπινης φύσης πέρα και έξω από εξιδανικεύσεις, η σκιαγράφηση ορισμένων από τις σκοτεινότερες – μα τόσο υπαρκτές – πλευρές της.

Ο παραδοσιακός ρόλος του «καλού» και του «κακού» καταργείται. Τα σύνορα ανάμεσα τους συχνά είναι ρευστά – άφθονοι από τους «κακούς» του Χίτσκοκ γίνονται συμπαθείς, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι οι «καλοί» που προβαίνουν σε αμφιλεγόμενες ενέργειες και δε διστάζουν να προβούν ως και στο έγκλημα, προκειμένου να σωθούν. Δεν απουσιάζει ολοσχερώς το ηθικό στοιχείο από τις ταινίες του Χίτσκοκ, ούτε δικαιώνεται η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου – σχεδόν πάντα ο «κακός» παίρνει αυτό που του αξίζει και ο ήρωας επιβιώνει. Η πορεία ωστόσο της ιστορίας σε βυθίζει σε προβληματισμούς γύρω από τη φύση του ανθρώπου. Είναι αδύνατο να βλέπεις ταινίες του Χίτσκοκ και να σκέφτεσαι μετά σε αποχρώσεις άσπρου-μαύρου.

Οι «κακοί» του Χίτσκοκ δεν είναι στερεότυπα. «Όσο καλύτερος ο κακός, τόσο καλύτερη η ταινία», έλεγε ο ίδιος. Οι «καλοί» του από την άλλη απέχουν πολύ από το να είναι τέλειοι και να συνιστούν πρότυπα ηθικής συμπεριφοράς.


Στη σειρά: "Psycho", "Shadow of a Doubt", "Pleasure Garden"


Στις περιπτώσεις πάλι εκείνες όπου ο «ήρωας» φαντάζει ιδανικός, η πραγματικότητα γύρω του απέχει πολύ από το να είναι τέτοια – αντίθετα, συχνά στρέφεται εναντίον του, ενοχοποιώντας τον, καταδιώκοντάς τον, μετατρέποντας τον σε θύμα μιας αδίστακτης, μα πάγιας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Σε μια τέτοια κοινωνική πραγματικότητα, γυαλιστερή στην επιφάνεια, μα σάπια στο εσωτερικό της, κανείς δεν είναι ασφαλής. Η υποκρισία ξεχειλίζει και η αλήθεια συνιστά ένα θαμπό πετράδι, καταχωνιασμένο στο βυθό, τυλιγμένη στις δαγκάνες ενός αρπαχτικού ζώου.

Συχνά το στοιχείο εκείνο που συμβάλλει στο ξετύλιγμα του νήματος, στην απελευθέρωση από τα δεσμά του ψεύδους, είναι η αγάπη και ο έρωτας. Διάχυτος σε όλα σχεδόν τα έργα του Χίτσκοκ, ο έρωτας κυρίως με την ρομαντική του μορφή συνιστά καταλυτική δύναμη, καθώς και βασική κινητήρια ορμή των χαρακτήρων, προκειμένου να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο και να απομακρυνθούν από τον κίνδυνο. Στο πρώτο μισό αρκετών από τις ταινίες του ξεχωρίζει μια ρομαντική ατμόσφαιρα, ενώ ορισμένες από τις χιτσκοκικές σκηνές αγάπης ανήκουν στις διασημότερες της ιστορίας του κινηματογράφου.

Προσοχή όμως, γιατί τα φαινόμενα παραπλανούν. Σα μέσα από σπασμένο καθρέπτη, ο έρωτας συχνά παραμορφώνεται, αφήνει να διαφανούν άλλες, σκοτεινότερες πτυχές του. Δεν είναι λίγες οι ψυχαναλυτικές αναφορές στα φιλμ του Χίτσκοκ, και τις περισσότερες φορές το ερωτικό στοιχείο δεν είναι απαλλαγμένο από βαθύτερα συμπλέγματα και καθηλώσεις.

Ένας ιδανικός σύζυγος αποδεικνύει πως δεν είναι εκείνος που φαινόταν στην αρχή· ένας άλλος αποπειράται να βιάσει τη γυναίκα του, την πρώτη νύχτα του γάμου τους· ένας μυστικός πράκτορας δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ερωμένη του, αναγκάζοντάς τη να εκτεθεί ερωτικά σε έναν αντίπαλο, προκειμένου να αποσπάσει μυστικά· ένα παντρεμένο ζευγάρι πηγαίνει μια κρουαζιέρα και αμφότεροι απατούν ο ένας τον άλλον· μία γυναίκα δολοφονεί έναν επίδοξο βιαστή, με τον οποίο η ίδια φλέρταρε, και στη συνέχεια αποκρύβει το έγκλημα· μία άλλη σκοτώνει το σύζυγό της, όταν ανακαλύπτει πως είναι φονιάς και τρομοκράτης· ένας άντρας εξαναγκάζει μια γυναίκα να πάρει μόνιμα τη μορφή μιας φαντασίωσής του, προκειμένου να την αγαπήσει· ένας άλλος έλκεται περισσότερο παρακολουθώντας στα κρυφά το θέαμα των γειτόνων του, μέσα από κιάλια, παρά από την ζωντανή κοπέλα που έχει στο πλευρό του – χρειάζεται να αντικρίσει την ίδια μέσα από τα κιάλια, κι ενώ βρίσκεται σε κίνδυνο, για να συνειδητοποιήσει πόσο την αγαπάει.





Το θέμα της «διπλής προσωπικότητας» συναντάται άφθονες φορές. Φιγούρες με πλευρές σαν τις όψεις ενός νομίσματος, η φωτεινή επιφάνεια και το σκοτεινό υπόβαθρο. Δύο γνωστοί αντίθετοι όπως η μέρα με τη νύχτα, συμπληρωματικοί ωστόσο μεταξύ τους, σαν άλλος δόκτωρ Τζέκυλ και μίστερ Χάιντ. Ένα πρόσωπο που σου θυμίζει έντονα κάποιο άλλο – στο τέλος υπάρχει ο κίνδυνος το πρώτο πρόσωπο να απορροφήσει εντελώς το δεύτερο, να το κάνει κτήμα του. Ήδη 100 χρόνια πριν τον Χίτσκοκ, ο συνοδοιπόρος του στον χώρο της λογοτεχνίας, Έντγκαρ Άλαν Πόε, μελετούσε το θέμα της διπλής προσωπικότητας στα δικά του έργα.

Πολλά έχουν ειπωθεί για το ρόλο των γυναικών στα έργα του Χίτσκοκ – ιδιαίτερα για την εμμονή που παρουσίαζε ο ίδιος απέναντι στις ξανθές πρωταγωνίστριες. Στο μυαλό του δέσποζε η φαντασίωση της τρυφερής, μυστήριας, ψυχρής και ερωτικής συνάμα ξανθιάς, μιας γυναίκας που αφύπνιζε πλήθος από ένστικτα. Αγάπη από τη μία, μα και θέληση υποταγής και σεξουαλικής καθήλωσης. Οι ηθοποιοί που υποδύθηκαν τις διάφορες «ξανθιές» του λειτούργησαν σαν τον γύψο στα χέρια του γλύπτη – τις κατασκεύαζε με βάση το ιδιαίτερο εκείνο πρότυπο που είχε κατά νου, διαποτίζοντας τες με άρρητες φαντασιώσεις και εμμονές.

Έχει συζητηθεί εξάλλου ο ρόλος που επεφύλασσε συχνά στην μητρική φιγούρα. Άλλοτε τρυφερή και αναβλύζουσα αγάπη, άλλες φορές όμως σκοτεινή και επιβλητική – σχεδόν τρομακτική. Η ίδια η μητέρα του Χίτσκοκ του ζητούσε καθημερινή αναφορά, κάθε μέρα που έκανε γυρίσματα, ενώ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Στρεβλωμένος ερωτισμός και αμφιθυμική αγάπη, Μητέρα και Γυναίκα λειτουργούν σαν καθρέπτες της βαθιά συγκρουόμενης ψυχής.

 



Ο Χίτσκοκ ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο του έργου – ο σκηνοθέτης συνιστά την κεφαλή, «οι ηθοποιοί είναι κοπάδι», όπως έλεγε. Μια πλαστελίνη στα χέρια του, για να τους χειριστεί με τον τρόπο που έκρινε επιθυμητό.

Και αν με αρκετούς από τους σταρ που συμμετείχαν στις ταινίες του οι σχέσεις του ήταν άψογες, υπήρξαν άλλοι στους οποίους δε δίσταζε να φανερώσει την περισσότερο χειριστική πλευρά του. Είναι περίφημη η ερωτική-επιθετική συμπεριφορά που είχε αναπτύξει απέναντι στην Tippi Hedren, πρωταγωνίστρια των “Marnie” και  “The Birds”, απέναντι στην οποία δε δίστασε να εξαπολύσει, για μέρες και μέρες γυρισμάτων, πλήθος από αληθινά πουλιά, σε κίνδυνο της σωματικής της ακεραιότητας, έως ότου ολοκληρωθούν τα γυρίσματα της χαρακτηριστικής εκείνης σκηνής από τα «Πουλιά»…

Αντίστοιχα, και παρά το γεγονός πως ο ηθοποιός που υποδυόταν το θύμα που δολοφονείται από το πρώτο κιόλας λεπτό στην ταινία “Rope” δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά στη διάρκεια του φιλμ (βλέπουμε μονάχα ένα φέρετρο), ο Χίτσκοκ είχε απαιτήσει από τον ηθοποιό να μείνει κλεισμένος στο φέρετρο για άφθονες από τις σκηνές της ταινίας – κάτι που οδήγησε σε λιποθυμίες του πρώτου, μην έχοντας αρκετό αέρα.

Αυτή όμως ήταν η μία όψη του νομίσματος. Στην άλλη θα συναντήσουμε τον εύθυμο Χίτσκοκ, τον χιουμορίστα, τον άνθρωπο που συχνά εμπλούτιζε τις ταινίες του με γνήσιο ρομαντισμό, θετικά μηνύματα, ιδεαλισμό και χιούμορ. Τα ρομαντικά ζευγάρια του ανήκουν στα κλασικότερα του κινηματογράφου και οι σκηνές «φιλιών» του είναι περίφημες – με πιο ξακουστή όλων τη σκηνή στο “Notorious” μεταξύ του Cary Grant και της Ingrid Bergman (την οποία φιλοξενώ εξάλλου και στο banner της Κουνελοχώρας).

Το έξυπνο χιούμορ σε αρκετά από τα έργα του εκτοξεύει τον παράγοντα της απόλαυσης. Και φυσικά είναι πασίγνωστα τα περίφημα εκείνα “cameos”, οι θρυλικές του εμφανίσεις σε ανύποπτα διαστήματα κατά τη διάρκεια των ταινιών, μια από τις δημοφιλέστερες πατέντες του σκηνοθέτη κι ένα παιχνίδι με το κοινό – το οποίο κάθε φορά διερωτάτο: «που να κρύβεται ο Χίτσκοκ μέσα στην ταινία;».


Cary Grant και Ingrid Bergman στο "Notorious"
Δύο από τα cameos του Χίτσκοκ

Με άλλα λόγια, ο Χίτσκοκ ανήκε στις πολύ ιδιαίτερες εκείνες περιπτώσεις όπου ο σκηνοθέτης έφτανε να είναι και «σταρ» ο ίδιος, με λάμψη εφάμιλλη εκείνης των ηθοποιών. Ο λόγος του, το χαρακτηριστικό του βάδισμα, η προφορά του… ήταν όλα ξεχωριστά.

Υπεράνω όλων όμως δέσποζε η σκηνοθετική του ευφυΐα, ο χειρισμός του πίσω από την κάμερα, οι τεχνικές που ανέπτυξε, η ικανότητά του να σε κρατάει στην άκρη της θέσης σου, το σασπένς, οι αντιφάσεις, η ατμόσφαιρα, το μυστήριο, οι συμβολισμοί των ταινιών και η πολυδιάστατη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, πέρα από το καλό και το κακό.



1) παρέα με τους Cary Grant και Joan Fontaine 2) Χίτσκοκ και Janet Leigh,
στα γυρίσματα της  περιβόητης σκηνής με το "ντους"
3) με την Annie Ondra, πρωταγωνίστρια του "Blackmail"

Τεχνικές


Στις βασικές, πρώιμες επιρροές του, εντάσσεται το στυλ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπως είχε αναπτυχθεί στα πρώτα χρόνια των 20’s, με τις απότομες γωνίες λήψης, τα παραμορφωμένα σκηνικά και τα άφθονα παιχνίδια του φωτός με τη σκιά.

Ακόμα σημαντικότερη υπήρξε η επιρροή του σοβιετικού κινηματογράφου της ίδιας εποχής. Από τον σοβιετικό κινηματογράφο ο Χίκτσοκ άντλησε την τεχνική του μοντάζ, της συνένωσης και διαδοχής των πλάνων με ορισμένο τρόπο, το κόψιμο και το ράψιμό τους, έτσι ώστε να μεταδίδει εκείνες ακριβώς τις διαθέσεις που επιθυμούσε στον θεατή.

Ο Χίτσκοκ έκανε εκτενή χρήση του μοντάζ σε όλες τις ταινίες του, και σε συνδυασμό με τις πολύ ιδιαίτερες γωνίες λήψης που χρησιμοποιούσε και τον πανέξυπνο χειρισμό του χρόνου, δημιουργούσε το μοναδικό εκείνο αποτέλεσμα με το οποίο συνέδεσε το όνομά του: το χιτσκοκικό σασπένς.



Πάνω: η επιρροή του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού. Κάτω: ιδιαίτερες γωνίες λήψης.
Η περίφημη σκηνή με τα γυαλιά από το "Strangers on a Train"


Δε δίσταζε να επιμεληθεί όλου του σκηνικού σε μια ταινία: τα έπιπλα, το φόντο, το κλίμα, κάθε λεπτομέρεια, προκειμένου να πετύχει το στόχο του. Πειραματιζόταν συνεχώς – και αν τα πειράματά του δεν πετύχαιναν πάντα, διδασκόταν μέσα από τα λάθη του. Κάποιες φορές το κοινό δεν ήταν έτοιμο να δεχτεί τους πειραματισμούς του, όντας  πρωτοποριακοί για την εποχή τους και πολύ καλλιτεχνικοί για ταινίες που απευθύνονταν σε πλήθος κόσμου. Ταινίες όπως το “Lifeboat”, ή το “Rope” ήταν εξαιρετικά πειραματικές για τα δεδομένα του (εμπορικού) κινηματογράφου των καιρών.

Ήταν ωστόσο μάστορας του χειρισμού των αισθημάτων του κοινού – σαν οδηγός σε κάποιο όχημα, μετέφερε τους επιβάτες του εκεί που ο ίδιος επιθυμούσε, μέσα από στροφές και απρόσμενες αλλαγές, μέσα από αμφιβολίες και ανατροπές, ως το τελευταίο λεπτό της ταινίας – όταν δινόταν επιτέλους η πολυπόθητη «λύση».

Ένας ζωγράφος της οθόνης που πετούσε πινελιές εδώ κι εκεί, διάσπαρτες πάνω στον προσωπικό του καμβά, δημιουργώντας συνθέσεις που διακρίνονται μονάχα όσο χρειάζεται μεταξύ φωτεινών και σκοτεινών σημείων, σαν ένα θέμα από το οποίο επιλέγεις να απεικονίσεις ένα πολύ συγκεκριμένο του σημείο, με συγκεκριμένο πάντα φωτισμό και υπό τον ήχο της βροχής.

Κάπως έτσι ακόμα και ένα απλό, καθημερινό τοπίο μπορεί να φαντάζει τρομερό: σα μια γέφυρα που ενώνει τους εφιάλτες με τα όνειρα.





Συνεχίζεται


Κι όμως, αυτό που διαβάσατε δεν ήταν παρά οι αρχικοί τίτλοι της ταινίας! Μια «εισαγωγή», όπως λέω στον τίτλο. Το κύριο πιάτο ακολουθεί στο δεύτερο μέρος, όταν και θα καταπιαστούμε με τις 25 (συν μία) κορυφαίες ταινίες του Χίτσκοκ, σε αντίστροφη σειρά, από την 26η ως το νούμερο ένα! Ποιές ταινίες θα παρελάσουν άραγε στην κατάταξη και ποιά θα είναι η σειρά τους? Οι απαντήσεις στη συνέχεια του αφιερώματος.

Μέχρι την επόμενη φορά.... να προσέχετε!



© Παρουσίαση και σχεδιασμός αφίσας: το φονικό κουνέλι, 2014-18



31 Δεκεμβρίου 2013

Τα Κάλαντα







Πρόκειται για έναν από τους πιο ξακουστούς πίνακες στην ιστορία της ελληνικής ζωγραφικής. "Τα Κάλαντα" του Νικηφόρου Λύτρα. Ένα έργο που μας έρχεται από το 1872, σχεδόν 150 χρόνια πριν.

Από τις περιπτώσεις εκείνες που μια εικόνα μιλάει όσο χίλιες λέξεις - τα "Κάλαντα" συνιστούν παράθυρο σε μια άλλη εποχή και έχουν συζητηθεί όσο λίγοι πίνακες ζωγραφικής στη χώρα μας. Το έργο ξεχωρίζει όχι μόνο για το φανερό του μέρος και την απεικόνιση του μιας παλιάς αυλής και των 5 παιδιών (διαφορετικής εθνικότητας και καταγωγής) που λένε τα κάλαντα... Μα και για τους συμβολισμούς που εμπεριέχει.

Καταρχάς τα παιδιά είναι διαφορετικής καταγωγής μεταξύ τους. Σε καιρούς όπως ο σημερινός, που αναβιώνουν αντιλήψεις φανατισμού και ρατσισμού, εθνικισμού και μισαλλοδοξίας, ο ζωγράφος μας υπενθυμίζει το γνήσιο πνεύμα των εορτών - το πνεύμα που ενστερνίζονται τα παιδιά του πίνακα. Ο σκοπός και το τραγούδι όλων είναι κοινός. Δεν γνωρίζει χρώμα ή διακρίσεις.

Οι συμβολισμοί του έργου έχουν γίνει αντικείμενο άφθονων συζητήσεων. Πλάι δεξιά βλέπουμε ένα άγαλμα που παραπέμπει στη Νίκη της Σαμοθράκης. Απέναντι του, και σχεδόν στο ίδιο ύψος, στέκεται μια κοινή σκούπα - ή ό, τι απέμεινε από αυτήν. Το ξεραμένο δέντρο στο βάθος, δεμένο σ' έναν πάσσαλο προκειμένου να μη πέσει, και το παιδί που κρύβεται και παρατηρεί πίσω από τον τοίχο, όλα φαίνεται να εξυπηρετούν έναν σκοπό... Το ίδιο όμως και η μητέρα με το μωρό, που παρατηρεί τα παιδιά με χαρά στο πρόσωπο της, καθώς και το λαμπρό χαμόγελο του κεντρικού παιδιού, ενός μελαψού μικρού τυμπανιστή...








Πάντα αγαπούσα το έθιμο με τα κάλαντα. Θυμάμαι με πόση χαρά εξορμούσα ο ίδιος, στα παιδικά μου χρόνια, με το τριγωνάκι στο χέρι, γυρνούσα εδώ κι εκεί στις γειτονιές και παρέδιδα ερμηνείες που θα ζήλευε και ένας... Παβαρότι!

Περισσότερο και από το υλικό κομμάτι της ανταμοιβής, απολάμβανα το στοιχείο της εξερεύνησης, της περιπλάνησης - για μία και μοναδική φορά μου δινόταν η ευκαιρία να μπω σε σπίτια, να δω ανθρώπους που δεν ξέρω, να ρουφήξω με το βλέμμα μου το εσωτερικό διαμερισμάτων, στολισμένα με το δέντρο τους, φορώντας τα γιορτινά τους ρούχα. Ήταν τόσο όμορφη η αίσθηση: οι πόρτες ανοιχτές, τα πρόσωπα να σου χαμογελάνε. Και εσύ να γυρνάς ζωηρά σαν καλικατζαράκι, χαρούμενος, περιμένοντας να μαζέψεις αρκετά χρήματα για να αγοράσεις ένα απλό δώρο στον εαυτό σου.



Εύχομαι σε όλους μας Καλές Γιορτές ένα πραγματικά όμορφο, δημιουργικό και πολύχρωμο, σαν πίνακας ζωγραφικής, καινούργιο έτος!






18 Δεκεμβρίου 2013

Σκοτεινοί Μύθοι και Παραδόσεις των Χριστουγέννων!





Το σκηνικό γνωστό και αγαπημένο: Η φωτιά να σιγοκαίει στο τζάκι (ας υποθέσουμε πως ζείτε σε σπίτι με τζάκι και δεν τίθεται θέμα νέφους), το δέντρο στολισμένο με πολύχρωμα και άφθονα δώρα για συγγενείς και φίλους (ας υποθέσουμε πως δεν υπάρχει οικονομική κρίση και πως έχετε πολλούς και αγαπημένους συγγενείς και φίλους), η γάτα και ο σκύλος να κοιμούνται στα μαξιλάρια (ας υποθέσουμε πως έχετε γάτα και σκύλο), τα γλυκίσματα και το κρασί πάνω στο τραπέζι, και φυσικά, το χιόνι που πέφτει έξω απ’ το παράθυρο, καλύπτοντας τη γειτονιά σας με ένα λευκό στρώμα, χνουδωτό και αφράτο σα ζάχαρη άχνη (ας υποθέσουμε, πάλι, πως δεν υπάρχουν άστεγοι, η θέρμανση επαρκεί για όλους και πως ζούμε σε μια πόλη στην οποία ρίχνει και κανένα χιόνι το χειμώνα – εν ολίγοις, το σενάριο που σας περιγράφω φαντάζει σχεδόν σαν παραμύθι μεγαλύτερο και από εκείνο του καλού Άι Βασίλη, αλλά ας το υποθέσουμε, σε τελική ανάλυση).

Κι ενώ εσύ και οι αγαπημένοι σου βρίσκεστε όλοι μαζί στο σαλόνι, κεφάτοι και μονιασμένοι, γιορτάζοντας την Γιορτή των Γιορτών, ξάφνου ακούτε έναν θόρυβο να αντηχεί στο τζάκι. Λίγο χιόνι πέφτει και ο θόρυβος δυναμώνει – κάποιος πλησιάζει, κατεβαίνοντας από την καμινάδα. «Α, τι καλά, είναι ο Άι Βασίλης!», λέτε με χαρά και παίρνετε θέση ετοιμότητας. Χαμογελάτε και υψώνετε τα ποτήρια σε μια πρόποση.






Τότε όμως ξεπετάγεται από την καμινάδα ένα θέαμα βγαλμένο από τους χειρότερους σας εφιάλτες. Ένα τερατόμορφο ον με κέρατα, πελώρια νύχια και σουβλερά σαγόνια, με μια γλώσσα που κρέμεται ως κάτω χαμηλά και δυο μάτια που γυαλίζουν με μια έκφραση μανίας. Στα χέρια του κραδαίνει ασφυκτικά ένα μεγάλο σακούλι και κοπανάει μετά μανίας ένα κουδούνι που σας ξεκουφαίνει. «Ήρθα να μαζέψω όλους όσους δεν υπήρξατε καλά παιδιά!», βρυχάται και μεμιάς ορμάει κατά πάνω σας.

Πριν καλά καλά καταλάβετε τι έχει γίνει, η κολλητή σας έχει γίνει άφαντη μέσα στο σακούλι. «Ήθελες και τον Κώστα και τον Νίκο, ε?», ουρλιάζει το τέρας. «Στο σακούλι είναι η θέση σου!». Ο ξάδερφος σας, ο Πέτρος, πάει να αντιμετωπίσει το τέρας, μα εκείνο τον αρπάζει απ’ τα μαλλιά και τον ρίχνει κάτω. «Καλούσες τους συναδέλφους απ’ τη δουλειά σε απεργία, ε? Δεν είσαι ήσυχο παιδί! Στο σακούλι!», κάνει το τέρας και τον χώνει μες στον σάκο. Η θεία σου η Μαρίκα τρέχει να γλιτώσει, μα το τέρας την προφταίνει. «Ξέρω πόσο τρως, δε μπορείς να πάρεις τα πόδια σου απ’ την τόση λαιμαργία! Έμπα στη σακούλα και θα σου φύγει η όρεξη!». Με τη δαγκάνα του αρπάζει τη θεία από τα πισινά και τη χώνει μέσα στον σάκο, ενώ εκείνη προσπαθεί μάταια να τσιμπήσει ένα τελευταίο κομμάτι απ’ το γλυκό. 

Τότε το τέρας γυρίζει το βλέμμα του προς τα σένα. Παγώνεις. Τα μάτια του πετάνε φλόγες. «Όσο αφορά εσένα…», κάνει το τέρας, μιλώντας με αργούς ρυθμούς. «Ό, τι και να πω είναι λίγο… Δεν ήσουν καλό παιδί. Δεν ήσουν καθόλου καλό παιδί και το γνωρίζεις».

Έχεις κοκαλώσει. Προσπαθείς να πεις κάτι προς υπεράσπιση σου, μα η λαλιά σου έχει χαθεί. Το τέρας ξεχύνεται κατά πάνω σου.

Το τελευταίο πράγμα που ακούς είναι ο ήχος από κουδουνάκια και ένα γέλιο να αντηχεί στον ουρανό, ένα γέλιο που πνίγει τις κραυγές σας. «Χο-χο-χοοοο!!!!».






Ho-Ho-Ho for Horror!



Κι όμως αγαπητέ αναγνώστη! Ιστορίες σαν την πάνω δε θα φάνταζαν καθόλου παράδοξες σε παιδιά από άλλες χώρες της Ευρώπης, των οποίων η παράδοση βρίθει από τρομακτικές ιστορίες και θρύλους για φρικιαστικά όντα, πλάσματα που έχουν συνδεθεί με τις γιορτές των Χριστουγέννων και έθιμα που θα έσπερναν ανατριχίλες στο διάβα τους!

Σήμερα θα μιλήσουμε για ορισμένα από τα πλέον ξακουστά! Η ευρωπαϊκή παράδοση κυριολεκτικά ξεχειλίζει με μορφές που θα μπορούσαν να είχαν ξεπροβάλλει από κάποια ιστορία τρόμου – μόνο που εδώ δεν πρόκειται για το νοσηρό δημιούργημα ενός μόνο συγγραφέα, αλλά για παραδόσεις με ιστορία αιώνων πίσω τους, σκοτεινές πόρτες στα άδυτα του χρόνου, εκεί που η πραγματικότητα σμίγει με τους θρύλους σε έναν βλάσφημο χορό.

Ξεχάστε τις γλυκανάλατες ιστορίες για πρόβατα, αγίους και αγάπες και ετοιμαστείτε να ιχνηλατήσουμε τις σκοτεινότερες πτυχές του συλλογικού μας ασυνείδητου!

Τα Χριστούγεννα ποτέ δε θα είναι ίδια μετά απ’ αυτό.






O Δαίμονας των Χριστουγέννων!



Ξεκινάμε με το τέρας που περιγράψαμε στην εισαγωγή μας! Τ’ όνομα του Krampus και τα χαρακτηριστικά τράγου διόλου τυχαία. Ο Krampus είναι ένα ον βγαλμένο απ’ τις σκοτεινότερες παραδόσεις της κεντρικής, γύρω από τις Άλπεις, Ευρώπης. Αποκρουστικός στην όψη, κραδαίνοντας ένα σακίδιο στο ένα του ποδάρι και ένα κουδούνι στο άλλο, ο Krampus έχει αναλάβει την «βρώμικη δουλειά» - εκείνη που δεν κάνει ο Άι Βασίλης. Ρόλος του να τιμωρεί εκείνα τα παιδιά που δεν υπήρξαν καλά κατά την διάρκεια της χρονιάς.

Το όνομα του προέρχεται από μια παλιά γερμανική λέξη που σημαίνει “claw”, δηλαδή νύχι – τα αποκρουστικά, μεγάλα νύχια, συνιστούν εξάλλου ένα από τα χαρακτηριστικά του. Βγαίνει έξω κάθε νύχτα 5η του Δεκέμβρη. Το κουδούνι του χτυπάει σε έναν υπόκωφο, πένθιμο ρυθμό, η ηχώ του οποίου σκορπίζει τον τρόμο – σε αντιδιαστολή με το εύθυμο καμπανάκι του έλκηθρου του Άι Βασίλη. Ο Krampus διασχίζει τις γειτονίες σε αναζήτηση κακών παιδιών, και κανένα δε μπορεί να του ξεφύγει. Τα βρίσκει ένα-ένα και τα στοιβάζει μες στο σάκο του.








Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Krampus καταλήγει σ’ ένα ποτάμι, στο οποίο και αδειάζει τα περιεχόμενα του σακιδίου του. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, μεταφέρει τα παιδιά κατευθείαν ως τη κόλαση.

Αυτά όσο αφορά το κομμάτι των θρύλων. Γνωρίζατε όμως πως γιορτάζεται επίσημα στην Αυστρία, κάθε 5 του Δεκέμβρη, η «Μέρα του Krampus”? Κατά την διάρκεια της γιορτής οι άντρες μεταμφιέζονται σε Krampus, φορώντας γούνες και φρικιαστικές μάσκες με κέρατα, κραδαίνοντας μπαστούνια, χτυπώντας ένα κουδούνι και γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, σε αναζήτηση μικρών παιδιών. Όταν τα παιδιά ανύποπτα τους ανοίγουν την πόρτα, οι μεταμφιεσμένοι ορμάνε μέσα και αρχίζουν να τα τρομοκρατούν! Και αυτό είναι μέρος της παράδοσης! Και μετά εμείς λέμε για τα Κάλαντα.

Στο τέλος, και αφού έχουν τρομάξει όλοι για τα καλά, οι γονείς καλούν μέσα τους μασκοφόρους, εκείνοι πετάνε τις μάσκες και κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι να πιούν ένα ποτό, σα να μη συμβαίνει τίποτα. «Ποιος ήταν αγάπη μου στην πόρτα?». «Ένας μεταμφιεσμένος τράγος καλή μου, ήθελε να τρομάξει το παιδί. Πλάκα είχε. Τον κάλεσα να πιούμε ένα ποτάκι».

Περισσότερα για τον Krampus, μαζί με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, στο blog του φίλου πίθηκου! Κλικ εδώ.








Zwarte Piet – Ένας μαύρος, κατάμαυρος Πέτρος



Από την Αυστρία πάμε βορειότερα, ως την Ολλανδία, και μια ενδιαφέρουσα φιγούρα που ακούει στο όνομα «Μαύρος Πητ»… εε, όχι, να με συγχωρείτε: «Μαύρος Πέτρος», aka Zwarte Piet. Μαύρος, κατάμαυρος, όχι από φυσικού του όμως! Περνάει τον χρόνο του, βλέπετε, σκάβοντας ασταμάτητα στα ανθρακωρυχεία της Ισπανίας, και απ’ το πολύ το κάρβουνο μαύρισε η μούρη του. Υποχθόνιες φήμες λένε πως ξεστόμισε πρώτος την περίφημη, σπαρακτική φράση «όχι άλλο κάρβουνο!», μα μένουν ανεπιβεβαίωτες. Αυτό σε συνδυασμό με τις καμιδάδες στις οποίες τρυπώνει και ανεβοκατεβαίνει σαν ευλύγιστο ξωτικό – ο καπνός του μαυρίζει το πρόσωπο, και η φωτιά του τινάσσει προς τα πάνω τα μαλλιά – σαν άλλο ροκ σταρ.

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου ο Μαύρος Πέτρος είναι ένα μικροσκοπικό τρολ, όμοιο με εκείνο της εικόνας. Τον χρόνο που δεν περνάει σκάβοντας στην Ισπανία επιδίδεται στη δεύτερη αγαπημένη ενασχόληση του: κάνει ένα ταξιδάκι στον βορρά και κατασκοπεύει τα παιδιά της Ολλανδίας και του Βέλγιου, σημειώνοντας ποια υπήρξαν καλά και ποια όχι. Έπειτα, δίνει την αναφορά του στον Άι Βασίλη και τον συνοδεύει στο έλκηθρο κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, τρυπώντας μαζί του από την καμινάδα μες στα σπίτια. Και αν ο Άι Βασίλης τοποθετεί δωράκια στις κάλτσες που κρέμονται από τα δέντρα, για όσα παιδιά υπήρξαν καλά, ο Μαύρος Πέτρος αναλαμβάνει τα κακά παιδιά, βάζοντας στις κάλτσες αντί για δώρα κάρβουνα!

Και αυτό λειτουργεί ως προειδοποίηση. «Το νου σου, παιδάκι, την επόμενη φορά δε θα βρεις κάρβουνο στην κάλτσα, μα εισιτήριο για την κόλαση!».






Για άλλη μια φορά βλέπουμε τον Άη να φορτώνει τη «βρώμικη δουλειά» σε άλλους, λειτουργώντας κανονικά σαν αρχηγός Μαφίας. Αρκεί βέβαια να σκεφτούμε πως εξαναγκάζει τα έρμα τα ξωτικά στο εργαστήριο του να δουλεύουν έναν χρόνο συνέχεια για να κερδίσει στο τέλος αυτός τη δόξα όλη, για να συνειδητοποιήσουμε πως τελικά έχουμε να κάνουμε με έναν στυγνό, αδίστακτο, μεγαλοκαρχαρία εκμεταλλευτή.

Στα κακά παιδιά ο Μαύρος Πέτρος δίνει κάρβουνα, μπας και μπουν στον ίσιο δρόμο. Υπάρχουν όμως και εκείνα τα παιδιά που η κατάσταση τους απλά είναι ανέλπιδη. Το σωφρονιστικό σύστημα του κάρβουνου δε λειτουργεί και το Τέξας βρίσκεται μακριά για την ηλεκτρική καρέκλα. Τα παίρνει λοιπόν ο Μαύρος Πέτρος, τα χώνει όλα στο σακίδιο (άντε πάλι), σακίδιο γεμάτο με ποντίκια, και τα κουβαλάει μέχρι την Ισπανία. Και εκεί που τα παιδιά πάνε να χαρούν, σκεπτόμενα πως κάνουν δωρεάν ταξίδι στο εξωτερικό, εκείνος τα μεταφέρει κατευθείαν στα ορυχεία του, όπου και τα βάζει να δουλεύουν μέρα-νύχτα, σα σκλάβοι. Εργασία και χαρά.

Και αν κάποιο παιδάκι αρχίσει να κουράζεται και εκδηλώσει σημάδια αδυναμίας, ο Μαύρος Πέτρος το τρώει. Ούτε απόλυση, ούτε μείωση μισθών – οι τακτικές αυτές είναι ξεπερασμένες, στην εποχή μας οι εργοδότες οφείλουν να καταφύγουν σε δραστικότερα μέτρα για να τιθασεύουνε τη μάζα. Δεν εργάζεστε? Διαμαρτύρεστε? Θα σας φάμε!








Η εκδοχή του τρολ είναι η παλιότερη του μύθου. Σύμφωνα με τη γνωστότερη εκδοχή της ιστορίας όμως, ο Μαύρος Πέτρος είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι, υπηρέτης του Άι Βασίλη, μπαινοβγαίνοντας στις καμινάδες και αποκτώντας το χαρακτηριστικό μαυρισμένο του πρόσωπο. Πρωτοεμφανίστηκε στο δημοφιλές βιβλίο του 19ου αιώνα «Ο Άγιος Νικόλαος και ο Υπηρέτης του». Ο Μαύρος Πητ παρουσιάζεται ως μια αγαθή μεν, αλλά αρκετά αδέξια φιγούρα, καλός μα ατζαμής και με περιορισμένο δείκτη νοημοσύνης.

Και αν το μαύρο του δέρματος του προέρχεται από το φούμο στις καμινάδες, να είναι τυχαία η ομοιότητα με όλους εκείνους τους λευκούς της εποχής (και ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα), σε Ευρώπη και Αμερική, που έβαφαν το πρόσωπο τους στις θεατρικές παραστάσεις, τις σάτιρες, τις επιθεωρήσεις και τα μιούζικαλ, υποδυόμενοι νέγρους χαρακτήρες? Και όλα αυτά σε μια χώρα όπως η Ολλανδία, η οποία είχε μια μακροχρόνια ιστορία αποικιακής εκμετάλλευσης και ρατσισμού πίσω της? Τα συμπεράσματα δικά σας.

Εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη εκδοχή του Μαύρου Πέτρου μου φέρνει πολύ κατά νου τον Γιάννη Βουτσά σ’ εκείνη τη ταινία που μιλούσε για τον «μαύρο, τον σκύλο, ταμ, ταμ, ταμ»…






Hans Trapp, ένας πλούσιος σατανιστής



Περνάτε όμορφα με τις χαρωπές μας χριστουγεννιάτικες ιστορίες? Υπέροχα. Τι θα λέγατε λοιπόν να μιλούσαμε για έναν κύριο που ορεγόταν ανθρώπινη σάρκα και έκανε θυσίες στον Βελζεβούλη? Α, χαμογελάτε βλέπω με ενθουσιασμό. Εμπρός λοιπόν, μαζευτείτε γύρω από το τζάκι, πιείτε μια γουλιά απ’ το κρασί, ενώστε τα χέρια και αφεθείτε στο τελετουργικ… εε, στην αφήγηση μας.

Ο λόγος για έναν ακόμα σκοτεινό συνεργάτη του Άι Βασίλη – ένα από τα μέλη της Μαφίας του. Τ’ όνομα του Hans Trapp, η καταγωγή του γερμανική. Συχνά αποκαλείται με το όνομα “Ruprecht”, ξακουστού δαίμονα της Γερμανίας.






Κατά την διάρκεια του 15ου αιώνα, ο Hans Trapp ήταν ένας παντοδύναμος και μισητός σε όλους πλούσιος, ο οποίος ζούσε στην Αλσατία της Γαλλίας – υπήρχαν από τότε οι φήμες πως λάτρευε τον Σατανά και ασκούσε μαύρη μαγεία. Και πλούσιος, και μαύρη μαγεία, ζήτω που καήκαμε. Η Εκκλησία τον αφόρισε. Ο ίδιος ο λαός τον εξοστράκισε, κατάσχοντας όλη την περιουσία του – να μια σπάνια περίπτωση που η Εκκλησία τάχτηκε με το μέρος του λαού εναντίον των πλουσίων! Δεν έχουν οι ισχυροί του κόσμου όλου λοιπόν παρά να ξεκινήσουν να ασκούν και επίσημα τη Μαύρη Μαγεία, μπας και αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στον μάταιο τούτο κόσμο.

Ο Hans Trapp κατέληξε στο δάσος, μοναχός του, χωρίς δεκάρα, τσέπες αδειανές. Τον καημένο. Σα την κατάρα γύριζε, φτάνοντας στα βουνά της Μπαβάρια της Γερμανίας. Σταδιακά η απομόνωση τον έκανε να χάσει το νου του. Αφοσιώθηκε πλήρως στον σατανισμό και άρχισε να ορέγεται τη γεύση ανθρώπινης σάρκας. Ένα χεράκι, ένα ποδαράκι, κάτι ρε παιδιά.







Μεταμφιεσμένος σε σκιάχτρο γύρισε στις εξοχές, αναζητώντας κάποιο θύμα. Τελικά το βρήκε στο πρόσωπο ενός ταλαίπωρου δεκάχρονου βοσκόπουλου, που είχε την ατυχία να γυροφέρνει εκεί κοντά. Ο Hans Trapp του επιτέθηκε αιφνίδια, το κάρφωσε μ’ ένα ραβδί και νεκρό πια, το μετέφερε στο λημέρι του. Εκεί το έκοψε σε κομμάτια και ετοιμάστηκε για το γεύμα της ζωής του…

Πριν προλάβει όμως να φάει έστω μια μπουκιά, ανοίγουν οι ουρανοί, και ο Θεός από ψηλά του εξαπολύει έναν κεραυνό. Πάει ο Hans Trapp, ξερός κάτω, τέζα.

"Τι λες, να του δώσουμε μωρέ μια ευκαιρία, μπας και αποβεί καλός σαν υπηρέτης?", ρωτάει ο Θεός τον Άη Βασίλη. "Και δε του δίνουμε! Ούτως ή άλλως με τέτοιους βοηθούς που έχω, ένας ακόμα διεστραμμένος κάπου θα χρησιμέψει!", απάντησε ο Άης. Έτσι λοιπόν ο Hans Trapp έγινε κι αυτός ένας από τους βοηθούς του Άι Βασίλη, τον οποίο έχει δεμένο σε λουρί και μεταφέρει σε μορφή άγριου ζώου, βγάζοντας το βόλτες την παραμονή των Χριστουγέννων, αφήνοντας το να μυρίζει κάτω από το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο, πετώντας του που και που κανένα κοκαλάκι παιδιού!

Και συνεχίζουμε!


Καλό σκυλάκι, καλό!


Γαλλική Φινέτσα



Οι Γάλλοι διακρίνονται για τη λεπτότητα, τη φινέτσα, το γούστο τους. Ο κύριος πάλι για τον οποίο θα μιλήσουμε τώρα ενδεχομένως να υπήρξε λίγο απότομος, ελαφρώς χοντροκομμένος σε θέμα τρόπων. Ένας ξενοδόχος οφείλει να σέβεται τους πελάτες του και να είναι ευγενικός απέναντι τους, όχι να τους κόβει τους λαιμούς.

Ο λόγος για τον La Pere Fouettard, μια μυθική φιγούρα που συναντούμε στις περιοχές της Γαλλίας και του Βελγίου! Ορισμένες φορές τον βλέπουμε να συγχωνεύεται με τον Hans Trapp – μορφές όπως αυτές έμπλεκαν η μία με την άλλη μέσα στους αιώνες, και από χώρα σε χώρα. Ο La Pere ήταν ένας ολίγον τι φιλάργυρος ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου. Μια μέρα έρχονται στο πανδοχείο γυρεύοντας δωμάτιο για μια νύχτα τρεις νέοι, στον δρόμο τους για ένα θρησκευτικό σχολείο (καθόλου τυχαίο). Ο La Pere διαπιστώνει πως είναι ιδιαίτερα ευκατάστατοι. Μα δε σας έμαθαν στο κατηχητικό πως οφείλετε να μοιράζεστε τα πλούτη σας? Αίσχος! Τώρα θα δείτε.

Έτσι λοιπόν αυτός και η γυναίκα του (δεν υπάρχουν περιγραφές, μα τη φαντάζομαι χοντρή, με τρίχες στο σαγόνι και μια κρεατοελιά στη μύτη) αιχμαλωτίζουν τους τρεις νέους και τελικά τους σκοτώνουν, κόβοντας τους λαιμούς τους. Τότε όμως κάνει την θριαμβευτική εμφάνιση του… ο Άγιος Νικόλας, κοινώς, ο φίλος μας ο Άη Βασίλης, και οι ουρανοί αντιλαλούν με χτυπήματα καμπάνας. Ο Άι Βασίλης είναι πολύ θυμωμένος. «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό Λα Περ», του λέει, και η γενειάδα του τρέμει από θυμό. Ο La Pere έχει πέσει γονατισμένος στο πάτωμα, τρέμοντας από τον φόβο του. «Συγχώρεσε με, ω Άη! Ήμουν υπό την επήρεια του ποτού! Η γυναίκα μου φταίει! Το έκανα σε αυτοάμυνα! Έχω τρελόχαρτο! Όλα τα παραπάνω!».



Ο Άι Βασίλης με το κολλητάρι του, La Pere Fouettard, κάνοντας τη βόλτα τους.



Και τι έκανε ο Άι Νικόλας? «Σου χω μια καλή θέση εσένα», του λέει πονηρά, τρίβοντας τα γένια του, ένα σαρδόνιο χαμόγελο να χαράζει τα χείλη του. Και έτσι τον συμπεριέλαβε και αυτόν στο ρόστερ της μαφιόζικης ομάδας των συνεργατών του… All star Santa villains, μέρος της ανόσιας πεντάδας. Έτσι λοιπόν ο La Pere Fouettard καθιερώθηκε ως ο «whipping Father» σε Γαλλία και Βέλγιο, ο βοηθός του Άι Βασίλη που αντί για σάκο κουβαλάει ένα μαστίγιο, έτοιμος να το ξαποστείλει εναντίον όλων των ανυπάκουων παιδιών…

Τι έχει δημιουργήσει αυτός ο ανθρώπινος νους προκειμένου να επιβάλλει μια ηθική και έναν τρόπο σκέψης στο σύνολο του πληθυσμού, είναι απίστευτο, πραγματικά. Στα παιδιά οι ιστορίες για δολοφονικούς βοηθούς του Άι Βασίλη, στους μεγάλους οι ιστορίες για τις αμαρτίες και την Κόλαση. Και υπάρχει και συνέχεια!


"τι, δε σου αρέσει το μαστίγιο?"


13 Παλικάρια Στήσανε Χορό



Στην Ισλανδία δεν έχουν έναν, μα δεκατρείς Άγιους Βασίληδες! Ή κάτι τέτοιο. Καλά παιδιά, όλοι τους, και άξια παλικάρια. Ονομάζονται Yule Lads, και η συχνότερη απεικόνιση τους είναι ως δεκατρία νανάκια ή τρολ – δεκατρείς μίνι Άγιοι Βασίληδες. Φανταστείτε να κάνουν την εμφάνιση τους, ο ένας μετά τον άλλον, μέσα από το τζάκι, τραγουδώντας και σκορπίζοντας γύρω τους αστρόσκονη, κουβαλώντας ο καθένας από ένα μεγάλο σακίδιο στην πλάτη. Τι χαριτωμένο!

Τα Yule Lads, σύμφωνα με την παράδοση, έρχονται ένα-ένα, ξεκινώντας από την 12η του Δεκέμβρη, και παραμένουν για δυο εβδομάδες το καθένα. Έχουμε λοιπόν το πρώτο στις 12 του μήνα, το δεύτερο στις 13, κ.ο.κ.  Η αποχώρηση του τελευταίου γίνεται στις 6 του Γενάρη. Όσο μένουν, σκορπίζουν γύρω τους ένα ευχάριστο μικρό χάος, επιδιδόμενοι σε διάφορες, μικρής έκτασης, φάρσες. Για παράδειγμα κλέβουν το γάλα ή το γιαούρτι από τα σπίτια, χτυπάνε δυνατά τις πόρτες, και τέτοια.



ένα προς ένα, όλα τα Yule Lads και η περιγραφή των πράξεων καθενός!


Αν πάμε όμως βαθύτερα στις ρίζες του μύθου, θα ανακαλύψουμε μια σκοτεινότερη εκδοχή των μικροσκοπικών αυτών ταραξιών… Στην εκδοχή αυτή τα Yule Lads έχουν μαζί τους μια μαύρη γάτα. Το όνομα της Γάτας είναι Jolakotturinn – ο πολύς κόσμος την γνωρίζει με το προσωνύμιο “Yuletide Cat”. Η Γάτα δρα ως κατάσκοπος, την οποία εξαπολύουν τα νανάκια, με σκοπό να παρακολουθεί τα σπίτια των παιδιών, να εντοπίζει ποια είναι καλά και ποια όχι, και να δίνει μετά αναφορά στους νάνους. Για την ακρίβεια κρίνει ποια παιδιά φορούν καινούργια ρούχα και ποια όχι. Εκείνα που φοράνε καινούργια ρούχα είναι τα καλά παιδιά, καθώς εργάζονται και χρειάστηκε να αλλάξουν τα παλιά τους, φθαρμένα απ’ τη δουλειά ρούχα, με νέα.

Τα παιδάκια όμως που φοράνε παλιά ρούχα είναι τα κακά παιδιά – καθώς φοράνε τα ίδια ρούχα συνεχώς, σημαίνει πως δεν εργάζονται. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να τιμωρηθούν. Έτσι λοιπόν τα Yule Lads εξαπολύουν εναντίον τους τη Γάτα και εκείνη τα κατασπαράζει τα έρμα.

Γι’ αυτό λοιπόν να μη διστάζετε ποτέ να ανανεώνετε την γκαρνταρόμπα σας! Όλοι στα καταστήματα ρούχων, αγοράστε, αγοράστε, αγοράστε! Αλλιώς θα ξεχυθεί πάνω σας η Yuletide Cat και θα σας φάει.

Συναντούμε και σε σύγχρονη, μεταμφιεσμένη εκδοχή τη συγκεκριμένη Γάτα. Λέγεται “fashion victim” και «μοντέρνα trendy γυναίκα».





Όλη η οικογένεια μαζεμένη


Το Ξωτικό στο Ράφι



Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο μυθικό πλάσμα, μα με παράδοση που συναντούμε σε διάφορα μέρη. Το θέμα είναι απλό: Οι γονείς τοποθετούν τις μέρες των Χριστουγέννων ένα ξωτικό κουκλάκι σε περίοπτο σημείο πάνω στο ράφι. Το Ξωτικό στο Ράφι υποτίθεται παρακολουθεί αδιάκοπα τις κινήσεις του παιδιού μέσα στο σπίτι και δίνει αναφορά στον Άι Βασίλη.

Φανταστείτε τώρα να βρίσκεστε σπίτι και να αισθάνεστε  πως αυτό το… πράγμα έχει καρφωμένα τα μάτια του πάνω σας, όλη την ώρα, συνέχεια. Και αν θελήσετε να το πάρετε από το ράφι, να του γυρίσετε την πλάτη, να το καλύψετε με μια πετσέτα, οι γονείς θα σας το απαγορέψουν. «Είναι μέρος της παράδοσης, σε κοιτάζει για να μη κάνεις αταξίες!». Και έτσι θα υπομένεις το παγωμένο βλέμμα του και το ανατριχιαστικό του χαμόγελο, μέρα και νύχτα. «Σε βλέπω»…



Φαντάσου να βλέπεις αυτό το πράγμα στο σκοτάδι


Δεν είναι τυχαίο πως υπήρξαν άφθονες αναφορές παιδιών που δήλωναν ενοχλημένα από την παρουσία του ξωτικού-κούκλας, ενώ ορισμένα είχαν φτάσει να βιώνουν ως και μετατραυματικό στρες!

Και όλα αυτά για ένα αθώο κουκλάκι. Εκεί που ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» ενώνει τις δυνάμεις του με τον «Τσάκυ», γεννιέται το Ξωτικο στο Ράφι…



Λυκάνθρωποι και Μάγισσες



Μας λέει η θρησκευτική παράδοση πως ο Ιησούς γεννήθηκε σε μια φάτνη, μα η πραγματικότητα είναι πως γεννήθηκε σε μια σπηλιά. Και η ημερομηνία γέννησης του δεν ήταν η 25η του Δεκέμβρη – η συγκεκριμένη ημερομηνία ως ημερομηνία γέννησης καθιερώθηκε μόλις τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο πάπας Ιούλιος ο πρώτος αποφάσισε να ενώσει τη χριστιανική με την προϋπάρχουσα από αιώνες παγανιστική γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου – όπου γιορτάζεται η σταδιακή αύξηση της μέρας και ο θρίαμβος του ηλίου πάνω στο σκοτάδι. Σταδιακά «ήλιος» και «υιός» ταυτίστηκαν, και η παγανιστική παράδοση αιώνων έγινε ένα με την χριστιανική – μια πολύ έξυπνη πολιτική κίνηση, εκ μέρους του πάπα. Δε χρειάζεται να πολεμάς τις αντίπαλες θρησκείες: αρκεί να τις ενσωματώσεις.

Και από την αλήθεια πίσω από τους μύθους, πάμε πάλι στην σκοτεινή πλευρά των δεύτερων! Τι θα λέγατε λοιπόν αν πάνω στον χριστουγεννιάτικο ουρανό, ανήμερα 25η του Δεκέμβρη, πλάι στο Μεγάλο Αστέρι που οδήγησε τους μάγους στη Βηθλεέμ, να βλέπαμε πλήθος από μάγισσες να πετούν, σκορπίζοντας φρικιαστικά γέλια και κραυγές? Και γύρω στα χωράφια να τρέχουν λυσσασμένα κοπάδια από εξαγριωμένους λυκάνθρωπους?







Κι όμως, σύμφωνα με μια βορειοευρωπαϊκή παράδοση, οι λυκάνθρωποι έχουν συνδεθεί με τα Χριστούγεννα! Μας λένε οι θρύλοι πως εξορμούσαν τη νύχτα των Χριστουγέννων, επιτιθέμενοι όλο οργή σε κατοίκους της Πρωσίας, της Λιβονίας και της Λιθουανίας! Υπάρχει εξάλλου η αντίληψη πως το να γεννηθεί κάποιος ανήμερα 25η του Δεκέμβρη είναι αρκετό για να τον μετατρέψει σε λυκάνθρωπο! Τολμάς ρε να γεννηθείς την ίδια μέρα που γεννήθηκε ο Χριστός? Πάρε μια κατάρα να μάθεις.

Οι μάγισσες ανήκουν κι αυτές στην χριστουγεννιάτικη παράδοση ορισμένων χωρών. Στη Νορβηγία οι κάτοικοι, κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, κρύβουν όλες τις σκούπες από τα σπίτια, καθώς και οτιδήποτε μοιάζει με σκούπα – ως και μικρά πινέλα! Υπάρχει, βλέπετε, η αντίληψη πως τη νύχτα πριν τα Χριστούγεννα ξεσηκώνονται από τους τάφους πνεύματα και μάγισσες, εισβάλλουν στα σπίτια, κλέβουν τις σκούπες και πετούν, σκορπώντας γύρω τους το χάος!







Στην Ιταλία συναντούμε την παράδοση της μάγισσας Befana. Μια χαρακτηριστική γριά πάνω στη σκούπα της, η οποία παραδίδει δώρα, αντίστοιχα όπως κάνει ο Άι Βασίλης – θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε σαν μια θηλυκή εκδοχή του, ή ενδεχομένως σαν τη κρυμμένη πεθερά του!

Η Befana δεν είναι δαιμονική ή φρικιαστική όπως ορισμένα από τα άλλα όντα για τα οποία μιλήσαμε ως τώρα. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως πρόκειται για μια καλή γριούλα. Προσοχή όμως, γιατί αν υπήρξες κακό παιδί θα τις φας τις ξυλιές σου – και η καλοσύνη έχει τα όρια της! Η Befana δε χρησιμοποιεί τη σκούπα μόνο για να πετάει, μα και για να κοπανάει τα ατίθασα παιδιά!

Το νου σου λοιπόν, αν έχεις αμφιβολίες για το ποιόν των πράξεων σου, ίσως θα πρέπει να φυλάξεις καλά εκείνη τη σκούπα που έχεις για καθάρισμα, να την κλειδώσεις μέσα στο ντουλάπι για την παραμονή των Χριστουγέννων, και να μην το ανοίξεις πάλι παρά στο πέρας των γιορτών!






Ιστοί από Ασήμι



Τι λέτε, να πούμε λίγα ακόμα? Ορέγεστε βλέπω τρομακτικές ιστορίες! Λοιπόν, γνωρίζατε πως σύμφωνα με την ουκρανική παράδοση το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο δε στολίζεται με γιρλάντες, μα με ιστούς αράχνης?

Κι όμως, υπάρχει μια όμορφη ιστορία πίσω από αυτό! Η μοναδική όμορφη ιστορία που θα πούμε σήμερα. Σύμφωνα με τον μύθο λοιπόν, ήταν μια χήρα γυναίκα, που ζούσε μόνη με τα παιδιά της. Δυστυχώς ήταν πολύ φτωχή και αδυνατούσε να στολίσει το δέντρο, πλουμίζοντας το με διακοσμητικά, μπάλες, και άλλα. Το δέντρο εξάλλου δεν το είχαν αγοράσει - μα είχε φυτρώσει κατά τύχη, μες στο σπίτι της οικογένειας, από έναν σπόρο κουκουναριού που είχε βρεθεί στο έδαφος.

Μ' αυτά και μ' αυτά το δέντρο είχε απομείνει στη γωνιά, πιάνοντας ιστούς. Η γυναίκα όμως ήταν καλόψυχη και ευγενική και τα παιδιά αγαπούσαν τα Χριστούγεννα πολύ. Το πρωί των Χριστουγέννων ξύπνησαν λοιπόν και προς έκπληξη τους αντίκρισαν ένα πανώριο θέαμα:

Οι ιστοί πάνω στο δέντρο αντανακλούσαν τις ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου και είχαν μεταμορφωθεί, χάρη στον ήλιο, σε λαμπερό, αστραφτερό ασήμι!







Gryla η Φρικτή και η Σκοτεινή Πλευρά των Μύθων



Τώρα που γλυκαθήκατε με την προηγούμενη ιστορία, είναι η κατάλληλη στιγμή να επανέρθουμε στα φρικαλέα θέματα μας με μία εκ των σκοτεινότερων μορφών της χριστουγεννιάτικης παράδοσης! Το όνομα αυτής είναι Gryla. Η Gryla ανήκει στην ισλανδική μυθολογία, και συνήθως θεωρείται πως είναι η μητέρα των Yule Lads για τα οποία μιλήσαμε πριν. Με τέτοια μάνα, πώς να μη σου βγουν έτσι τα παιδιά.

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, η Gryla ήταν μια θηλυκή Ogre, ένα Τελώνιο αποκρουστικό στην όψη και ο ρόλος της ασφαλώς ήταν να τιμωρεί τα κακά παιδιά κατά την περίοδο των εορτών… Σα να μην έφταναν όλοι οι άλλοι δαίμονες – η Gryla ήταν η χειρότερη.







Είχε τρία κεφάλια και τρία μάτια σε κάθε κεφάλι. Τα μάτια της ήταν μπλε, σαν τους αιώνιους πάγους, ενώ μπορούσε να δει και από το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Πάνω φύτρωναν κέρατα κατσίκας, και τεράστια νύχια ξεπρόβαλαν από τα τριχωτά της χέρια. Τα αυτιά της κρέμονταν μέχρι κάτω, στους ώμους της, ενώ στο πρόσωπο της κολλούσαν πάνω ιστοί από αράχνες. Τα δόντια της ήταν σουβλερά και ακτινοβολούσαν σα πυρακτωμένα κάρβουνα.

Αυτή είναι η μία εκδοχή της. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Gryla είναι μια γριά σε μορφή ανθρώπου. Ωστόσο διέπεται από μια κακή συνήθεια: Έχει την τάση να τρώει ωμά μωρά και βρέφη. Άτιμο, ύπουλο πράγμα τα πάθη, παρασέρνουν και τους καλύτερους ανθρώπους.

Είχε εξαπλωθεί τόσο ο τρόμος για την Gryla κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα στην Ισλανδία, που τελικά βγήκε μια διάταξη (εν έτει 1746) η οποία απαγόρευε τη χρήση εκείνης και των Yule Lads στους μύθους και στην καθημερινότητα, καθώς (σύμφωνα με την διάταξη), δεν εξηπηρετούσαν τίποτα άλλο πέρα από το να τρομοκρατούν τα παιδιά!






Το να ζητάς με διάταξη όμως να πάψει να χρησιμοποιείται ένας μύθος στις σκοτεινές του εκδοχές είναι λες και προσπαθείς να βάλεις φραγμό στη θάλασσα φράζοντας από πάνω ένα πηγάδι…

Το σκοτάδι συνιστά αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του μύθου, όπως και αναγκαίο συμπλήρωμα στο φως. Η σκιά που δίνει όγκο και ουσία σ’ έναν πίνακα, χωρίς την οποία θα φάνταζε επίπεδος και ψεύτικος....



Ένα... Ανάλαφρο Φινάλε με ένα Χαρούμενο Κούτσουρο!



Τι λέτε, να κλείσουμε αυτό το… πανδαιμόνιο φρίκης με μια παράδοση που θα μας κάνει να ευθυμήσουμε? Πάμε λοιπόν ως την Ισπανία και στο τρελό έθιμο ενός… όντος που παραδίδει δώρα με τον πλέον πρωτότυπο τρόπο που έχετε ακούσει! Ξεχάστε τον Άι Βασίλη και το ξεπερασμένο του σακίδιο! Ήρθε ο Tio, το μαγικό Κούτσουρο!







Η μάνα του τον εβάπτισε Tio de Nadal. Πρόκειται για ένα αξιαγάπητο κούτσουρο, με χαμόγελο και μια μικρή μυτούλα. Οι Ισπανοί το μαζεύουν στις 8 του Δεκέμβρη, το καλύπτουν με μια κουβέρτα και το «ταΐζουν» λίγο λίγο. Τρώει το κούτσουρο, θεριεύει, από αμούστακο κλαδί γίνεται δέντρο παλικάρι. Τι καλοί άνθρωποι, πόσο όμορφα μου φέρονται, σκέφτεται το κούτσουρο. Να χε και λίγο μυαλό μέσα του, καλά θα ήταν, αλλά… τι περιμένετε από ένα κούτσουρο.

Ώσπου έρχεται η μεγάλη μέρα. Όσο τα παιδιά απουσιάζουν, οι γονείς πλησιάζουν ύπουλα το κούτσουρο, σηκώνουν τη κουβέρτα και τοποθετούν από κάτω διάφορα μικροσκοπικά δωράκια, όπως γλυκά, καραμέλες, φρούτα και καρύδια. Μετά καλούν μέσα τα παιδιά. Το κούτσουρο τότε τους βλέπει όλους να έρχονται απειλητικά καταπάνω του, κραδαίνοντας ραβδιά. Πριν καλά καλά καταλάβει τι γίνεται, γονείς και παιδιά μαζί αρχίζουν να… κοπανάνε μετά μανίας το κούτσουρο, τραγουδώντας μάλιστα ένα εύθυμο τραγουδάκι!


Caga tió,
caga torró,
avellanes i mató,
si no cagues bé
et daré un cop de bastó.
caga tió!




Κουτσουράκια μες στην καλή χαρά. Που να ξεραν τι τα περιμένει.


Kαι ενώ το κούτσουρο βλέπει τον Χριστό φαντάρο απ’ το πολύ κοπάνημα, αρχίζει να… χέζει δώρα. Η κουβέρτα πέφτει και αποκαλύπτεται το πλήθος από φρούτα και γλυκίσματα που κρύβονταν από κάτω της! Να γιατί έτρεφαν το κούτσουρο τόσο καιρό. Για να βγάλει μετά την τροφή από μέσα του, σε μορφή δώρων…!

Και αν αμφιβάλλετε, ορίστε και η μετάφραση του πάνω άσματος, από τα ισπανικά στα αγγλικά:


shit, log,
shit nougats
hazelnuts and cheese,
if you don't shit well,
I'll hit you with a stick,
shit, log!


επί το έργον

Κοριτσάκι εν δράσει

με τέτοιο μέγεθος, φανταστείτε τι σκατό θα βγάζει αυτό το κούτσουρο


Meeeerry Christmas, Μπουα-Xα-Xααα



Αυτή λοιπόν ήταν και η ιστορία του… κακόμοιρου του κούτσουρου που χέστηκε! Και με αυτή την θεοπάλαβη νότα, φτάσαμε στο τέλος!

Ήταν μια χριστουγεννιάτικη ανάρτηση διαφορετική από τις άλλες! Θα σας αποχαιρετήσω με μια ραδιοφωνική νότα – τη ραδιο-φονικότερη που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα το φονικό κουνέλι! Μπορείτε κάνοντας κλικ στο ακόλουθο λινκ να ακούσετε την εκπομπή μου της Πέμπτης 12 του Δεκέμβρη – Παρασκευής και 13 (και όχι, δε μπορεί να είναι τυχαία η ημερομηνία!). Το θέμα της είναι όλα όσα διαβάσατε, ενδεδυμένα όμως με την κατάλληλη, άκρως φρικιαστική μουσική υπόκρουση, και αυτό για διάρκεια τεσσάρων ωρών! Μια εκπομπή που ακούγεται αυστηρά βράδυ και με χαμηλωμένα φώτα… εκτός αν φοβάστε!





Να έχετε καλές γιορτές και να προσέχετε! Να διατηρείτε πάντα αναμμένα τα φωτάκια στο δέντρο, καθώς δεν ξέρετε ποτέ τι παραμονεύει στις σκιές!




3 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικη Πολιτεία...

~





Αγαπώ τα Χριστούγεννα.

Κατανοώ όσους μιλούν για την εμπορευματική τους ταυτότητα, η οποία μάλιστα σε εποχές κρίσης λαμβάνει χαρακτήρα βαθιάς ειρωνείας. Συμφωνώ με εκείνους που ενοχλούνται με την επιβλητική κάποιες φορές επαφή με πρόσωπα, τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα αποφεύγαμε. Μπορώ ακόμα να καταλάβω όσους ξενερώνουν με εκείνη την καταναγκαστική επιβολή ενός εορταστικού και χαρούμενου κλίματος. Και συμμερίζομαι απόλυτα την άποψη πως η χριστουγεννιάτικη φιλανθρωπία συνήθως δε λειτουργεί παρά ως ένα παραπέτασμα, πίσω από το οποίο διακρίνεται αστική υποκρισία και ένοχη συνείδηση.

Τι να κάνει ο άστεγος το χριστουγεννιάτικο δέντρο? Πιθανό να του χρησίμευε περισσότερο ως ξύλο για καύσιμο. Χαμογελαστά αγγελάκια, από τα φτερά των οποίων ξεπηδούν ζωηροί σπινθήρες, ενώ λιώνουν μες στα κούτσουρα.

Άη Βασίλη, τι θα έλεγες να μην ερχόσουν φέτος να μοιράσεις δώρα? Δώσε άδεια στα ταλαίπωρα τα ξωτικά, που εργάζονται ασταμάτητα στο όνομα σου και συ κλέβεις τη δόξα και τη φήμη, δουλεύοντας μία μέρα τον χρόνο όλη κι όλη. Τράβα κόψε τη γενειάδα σου και μετακόμισε σε κάποιο νησί του νότιου ημισφαιρίου, κάνε ράστα τα μαλλιά σου και κοίτα να πάρεις κανά μαύρισμα.








Και αν το δέντρο δεν είχε σχήμα πυραμίδας, με έναν άγγελο ή ένα αστέρι στην κορυφή, μα σχήμα παγωτού με μπάλες τεσσάρων χρώματων, μία λευκή, μία μαύρη, μία κίτρινη και μία κόκκινη, τόσες όσες οι ανθρώπινες φυλές... Και αν αντί να το στολίζουμε το τρώγαμε. Τι θα λέγατε τότε?

Ωστόσο αγαπώ τα Χριστούγεννα. Ξέρετε γιατί? Διότι κάθε χρόνο πιάνω τον εαυτό μου να στολίζει το δέντρο, ακούγοντας μουσικές που με ταξιδεύουν σε άλλους κόσμους. Σε σύμπαντα φανταστικά, εκεί που γίνεσαι ξανά παιδί, εκεί που κραδαίνεις για άλλη μια φορά το σπινθηροβόλο σου ραβδί. Και όταν το δέντρο είναι έτοιμο, ενδεδυμένο στα φανταχτερά του χρώματα, φαντάζει σα να υποδέχεσαι έναν παλιό σου φίλο. Έναν φίλο με τον οποίο δίνετε κάθε χρόνο ραντεβού. "Καλώς όρισες πάλι".



""It's a Wonderful Life". Απαραίτητη ταινία για τις γιορτές.


Αράζεις στον καναπέ σου, ενώ έξω πέφτει η βροχή, χαμηλώνεις κάθε φως εκτός από τα πολύχρωμα λαμπιόνια. Εκείνα χορεύουν στον δικό τους μυστηριακό ρυθμό, νανουρίζοντας σε. Ίσως χωθείς μες στα σκεπάσματα, ενώ έξω αντηχεί ο σιγανός παφλασμός της βροχής. Πιθανό να βάλεις να δεις κάποια ταινία. Μπορεί να ανάψεις ένα χαμηλό φως, να πιάσεις ένα όμορφο βιβλίο και να χαθείς στις σελίδες του. Το σίγουρο είναι πως θα ταξιδέψεις. Και τα λαμπιόνια από το δέντρο φαντάζουν σαν τα φωτάκια του μαγικού σου σκάφους.

Όσο αφορά το κουδουνάκι που αντηχεί εδώ κι εκεί. Ο ήχος του μοιάζει σα να έρχεται από παλιά, πολύ παλιά, από το άλλοτε που φωλιάζει πάντα στο παρόν, καλά κρυμμένο σε μικρές φωλιές, φιλόξενα σπίτια και ζεστές καρδιές.

Και αν δε χιονίζει, μπορείς τουλάχιστον να το φανταστείς. Ολόλευκα τοπία, λες και έχει ξεχειλίσει πάνω τους ζάχαρη άχνη, και ο κόσμος να μη κρυώνει, να μη κλειδαμπαρώνει τις πόρτες, μα να γυρνά χαρούμενος, απολαμβάνοντας τη φύση γύρω του και την συντροφιά όσων αγαπάει.








Ένα παράθυρο στην Ουτοπία, αυτό είναι τα Χριστούγεννα για μένα. Καταμεσής του δέντρου δεσπόζει το Μαγικό Κλειδί, εκείνο που ανοίγει την πύλη της Πολιτείας που όλοι θα θέλαμε να ζούμε. Και - για δες - η Πολιτεία αυτή συχνά δεν απέχει πολύ από το ίδιο σου το σπίτι... και τη μικρή αυτή γωνιά που περιέγραψα, με το δέντρο, τον καναπέ, την κουβέρτα και το βιβλίο στο τραπέζι.

Και αν δε μπορούμε να βρούμε το κλειδί, αν βρισκόμαστε μονίμως σε μια άσκοπη αναζήτηση του, αν φτάνουμε να εκνευριζόμαστε και να καταφεύγουμε σε άλλες απασχολήσεις προκειμένου να καλύψουμε το κενό μέσα μας... Δε σημαίνει πως το κλειδί αυτό απουσιάζει, ή πως η Πολιτεία δεν υπάρχει. Μα πως μας λείπει η φαντασία να τα αναζητήσουμε.



Επίμετρο - Μπάλες με σελίδες, μπάλες μουσικής



Η περίοδος των Χριστουγέννων για μένα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με οτιδήποτε με ταξιδεύει σε κόσμους μακρινούς. Εδώ λοιπόν ανήκουν οι χριστουγεννιάτικες ταινίες, τα έργα και τα βιβλία φαντασίας, μα και ορισμένες μουσικές που ακούω συνέχεια, κάθε χρόνο τέτοια εποχή.







Το χριστουγεννιάτικο δέντρο που βλέπετε πάνω συνοψίζει ορισμένα από τα ιδιαίτερα αυτά χριστουγεννιάτικα στολίδια μου, κοινό των οποίων είναι η σύνδεση τους με το φανταστικό και το παραμυθένιο, μα και με την εφηβική μου ηλικία. Εδώ ανήκουν λοιπόν οι παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, ο Tolkien, o Μοοrcock, τα Dragonlance και οποιοδήποτε άλλο έργο φανταστικής λογοτεχνίας, οι Blind Guardian, τα χριστουγεννιάτικα των Savatage, o μαγευτικός Mike Oldfield, και ασφαλώς όλοι οι κλασικοί τραγουδιστές όπως ο Bing Crosby, ο Sinatra, ο Armstrong, η Ella Fitzgerald, ο Nat King Cole - και πολλοί ακόμα.

Και αν μπορείς να συνδυάσεις τις πάνω μοναχικές απολαύσεις με λίγο κρασί και ένα ωραίο γλυκό... Και αν έχεις τη χαρά να διαθέτεις δυο-τρεις καλούς φίλους... Δε χρειάζεσαι τίποτα περισσότερο για να περάσεις όμορφα τις γιορτές.

Να έχετε όλοι έναν όμορφο μήνα.



photo source