Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sci-Fi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sci-Fi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Ιανουαρίου 2018

Ο Αναστρέψιμος Άνθρωπος... μια ιστορία του Alan Moore






Σκέψου ο χρόνος να κυλούσε αντίστροφα. Ο πρώτος μήνας του χρόνου δεν θα ήταν ο Γενάρης, μα ο Δεκέμβρης. Θα ετοιμαζόμασταν για δουλειά τις νύχτες και θα ξεκουραζόμασταν τα πρωινά. Πρώτα θα βγαίναμε στη σύνταξη, μετά θα εργαζόμασταν, μετά θα σπουδάζαμε και μετά θα πηγαίναμε σχολείο. Πρώτα θα αποχωριζόμασταν με τα αγαπημένα μας πρόσωπα και μετά θα ζούσαμε μαζί τους – μέχρι που θα ερχόταν η στιγμή να γνωριστούμε. Και μετά από αυτό; Θα ήμασταν μόνοι μας – ξανά, όπως μετά τον αποχωρισμό εξάλλου.

Και με το πέρασμα των χρόνων θα γινόμασταν όλο και μικρότεροι, όλο και πιο αδύναμοι, όλο και περισσότερο εξαρτημένοι από τους δικούς μας – μέχρι που θα καταλήγαμε βρέφη, η άβυσσος της πηγής που μας γέννησε να χάσκει μπροστά μας και να μας καλεί μέσα της – και μεις να φοβόμαστε και να ουρλιάζουμε και να σκεφτόμαστε «όχι, δεν θέλω να φύγω!»

Σχεδόν αισθάνεσαι πως ο χρόνος προς τα μπρος και ο χρόνος προς τα πίσω… είναι ο ίδιος χρόνος.

Κάποιες φορές οι ωραιότερες ιδέες είναι και οι πιο απλές. Σήμερα λοιπόν θα σας παρουσιάσω μία από τις αγαπημένες μου ιστορίες κόμικς όλων των εποχών, το θέμα της οποίας είναι αυτό ακριβώς: ένας άνθρωπος που ζει αντίστροφα τον χρόνο. Ο λόγος για την ιστορία “The Reversible Man” του Alan Moore – δημοσιευμένη πρώτη φορά στο περιοδικό “2000 A.D.”, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80, σε εικονογράφηση Mike White.

Οι φίλοι των κόμικς δεν χρειάζονται ασφαλώς συστάσεις για τον Alan Moore – απλά, ο σημαντικότερος συγγραφέας των τελευταίων 30-40 χρόνων – και ένας από τους αγαπημένους μου, ανεξαρτήτως μέσου. Κάποια στιγμή μελλοντικά επιθυμώ να αναφερθώ εκτενώς στο έργο του (και σε ορόσημα των graphic novels όμως το “Watchmen”, το “V For Vendetta”, το “From Hell”, το “Batman, the Killing Joke”, το “Promethea”, το “Swamp Thing” και πολλά ακόμα). Προς το παρόν θα σας παρουσιάσω την ιδιαίτερη αυτή ιστορία, την οποία ο ίδιος ο Μουρ συγκαταλέγει ανάμεσα στις αγαπημένες του.

«Η βασική ιδέα είναι πάρα πολύ απλή – παίρνεις απλά την φυσιολογική ζωή κάποιου και την παίζεις αντίστροφα», είχε πει σε μια συνέντευξη ο Μουρ. «Μα ο συναισθηματικός αντίκτυπος αυτής της ιστορίας είναι φοβερός! Ήταν από εκείνες τις ιστορίες για τις οποίες έμαθα πως όλες οι γραμματείς που δούλευαν στην IPC – και διάβαζαν το “2000 A.D.” στη διάρκεια του διαλείμματος – τη μέρα που κυκλοφόρησε, έκλαιγαν κανονικά! Φαίνεται είχε κάτι που τις άγγιξε πολύ. Τα συνηθισμένα γεγονότα μιας ανθρώπινης ζωής, που τόσο οικεία μας είναι και δεν πολυσκεφτόμαστε τη συναισθηματική τους αξία, μοιάζουν τόσο διαφορετικά όταν τα βλέπεις να κυλούν αντίστροφα.»

Καθώς η ιστορία δεν κυκλοφορεί μεταφρασμένη στα ελληνικά, όσο γνωρίζω, έκανα ο ίδιος τη μετάφραση – και σας την παρουσιάζω. Και όχι, αγαπητέ αναγνώστη, δεν είναι τυχαίο πως το πρώτο θέμα που παρουσιάζω στο Λαγούμι μου για το νέο έτος σχετίζεται με το χρόνο – όπως με το χρόνο σχετιζόταν και η τελευταία παρουσίαση βιβλίου της χρονιάς που μας πέρασε.

Για να διαβάσετε την ιστορία, χρειάζεται να κάνετε δεξί κλικ πάνω στην κάθε σελίδα και να την ανοίξετε σε ξεχωριστό παράθυρο. Από κει μπορείτε να προσαρμόσετε το μέγεθος της σελίδας στην οθόνη σας με τα πλήκτρα ctrl και + (για να τη μεγεθύνετε) και ctrl και – (για να τη μικρύνετε). Εναλλακτικά, τη διαβάζετε με κάποιο πρόγραμμα προβολής εικόνων στον υπολογιστή σας.









© Για τη μετάφραση και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης του 18

16 Νοεμβρίου 2014

Interstellar: Ένα Διαγαλαξιακό Ταξίδι στον Χωροχρόνο





«Γεννηθήκαμε στη Γη σαν είδος… Μα δεν είμαστε προορισμένοι να πεθάνουμε σε αυτή».


Χθες βράδυ εξόρμησα από το λαγούμι μου με προορισμό το διάστημα. Να το πω αλλιώς – είδα το “Interstellar”, τη νεότερη ταινία του Christopher Nolan. Μπαίνοντας στην κινηματογραφική αίθουσα γνώριζα μόνο πως είχε ως θέμα της την «καταστροφή του κόσμου» και την ανακάλυψη νέων πλανητών. Δεν είχα διαβάσει κριτικές, δεν είχα ασχοληθεί με τους ηθοποιούς, δεν είχα δει καν ολοκληρωμένο τρέιλερ. Ήξερα μόνο πως τα έργα του Νόλαν δεν με έχουν απογοητεύσει στο παρελθόν – επομένως πήγα, θεωρώντας πως θα δω μια ταινία ξέχειλη με καταιγιστικό ρυθμό, εντυπωσιακά εφέ και εκείνη την απαραίτητη δόση εσχατολογίας που περιμένει κάποιος από ένα φιλμ καταστροφής – γιατί τέτοιο νόμιζα πως ήταν, μια που περιστρέφεται (νόμιζα) γύρω από το «τέλος του κόσμου».

Βγαίνοντας από την αίθουσα ένιωθα λες και είχα βγει από κάποια μαύρη τρύπα. Σχεδόν νόμιζα πως ο χρόνος έξω θα είναι διαφορετικός. Θα έχουν περάσει, όχι τρεις ώρες που διήρκεσε το έργο, μα χρόνια, πολλά χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες. Θα βρίσκομαι στο μέλλον, ο κόσμος γύρω μου θα έχει αλλάξει, μα εγώ θα έχω μείνει ίδιος. Οι συγγενείς, φίλοι και γνωστοί μου θα έχουν μεγαλώσει κατά δεκάδες χρόνια – μα το δικό μου ρολόι θα δείχνει πως έχουν περάσει λίγες μόνο ώρες… Θα είναι ένας κόσμος άγνωστος σε μένα – γιατί νιώθουμε οικείο ό,τι κυλάει παράλληλα με μας στο μεγάλο ποτάμι του χρόνου.

Ο κόσμος έξω ήταν ίδιος. Οι βρεγμένοι δρόμοι, τα ταξί που έκαναν τις νυχτερινές τους κούρσες, οι ξενύχτηδες που περίμεναν το μεταμεσονύχτιο λεωφορείο για να επιστρέψουν σπίτια τους. Τα φωτεινά τυροπιτάδικα. Οι διαφημιστικές αφίσες που πνίγουν το κέντρο με τα αστραφτερά, ψεύτικα χαμόγελα των σκυλάδων της νύχτας. Τα συνθήματα στους τοίχους. Εκείνο το stencil με το παιδί από την Αφρική, που μας λέει «εγώ τα έφαγα». Η διαδρομή του γυρισμού. Σκέψεις.







Δεν ήταν παρά μία ακόμα ταινία απόδρασης, λοιπόν, ενταγμένη στην πλούσια αυτή παράδοση των χιλιάδων έργων που σκοπός τους είναι να ξεχάσεις για λίγο την καθημερινότητα, βλέποντάς τα; Μια παράδοση που ταυτίζεται με ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του κινηματογράφου, ήδη από τον καιρό που ο Μελιέ γύριζε το «Ταξίδι στην Σελήνη» - εν έτει 1902… Ο κόσμος παρέμενε ίδιος και απαράλλαχτος, ο χρόνος ήταν ακόμα 2014.  

Μα οι σκέψεις που με είχαν κατακλύσει, οι εικόνες που πλημμύριζαν τη φαντασία μου… Αυτές φανέρωναν πως το έργο είχε κατορθώσει κάτι περισσότερο, πέρα από το να με ταξιδέψει, για λίγο έστω, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα στα βάθη του διαστήματος. Ιδέες σχετικές με τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο, της Γης στο Σύμπαν, μα και εκείνη η περίφημη «Πέμπτη Διάσταση», το παράλληλο του Χρόνου λες και πρόκειται για ένα αχανές γεωγραφικό τοπίο, τριβέλιζαν το νου μου. «Νομίζουμε πως ο κόσμος μας ανήκει, γι’ αυτό και θεωρούμε πως θα ήταν αδύνατο κάποια στιγμή να πάψουμε να υπάρχουμε σαν είδος», αναφέρεται κάποια στιγμή στο ξεκίνημα του έργου. Μα η απειρία του σύμπαντος είναι τέτοια, το ατελείωτο πλήθος από γαλαξίες, τα δισεκατομμύρια των αστεριών και πλανητών, που οποιαδήποτε αίσθηση μονιμότητας αποδεικνύεται φαντασιοκόπημα μικρού παιδιού. Είμαστε μικροί, τόσο μικροί, μα δες με τι ζητήματα φανατιζόμαστε και σπαταλούμε την καθημερινότητά μας. Χρήματα, εξοπλισμοί, ρατσισμός, πόλεμοι, πολιτικές σκοπιμότητες, η μεγαλομανία του εθνικισμού, η ανουσιότητα του νεοπλουτισμού.

«Συνηθίζαμε να κοιτάζουμε με δέος τον ουρανό και να διερωτόμαστε για τη θέση μας στ’ αστέρια… Τώρα όμως διερωτόμαστε για τη θέση μας στη σκόνη και το χώμα».






Ναι, η ταινία ήταν κάτι παραπάνω από ένα ακόμα φιλμ απόδρασης. Συνδυάζοντας εκπληκτική φωτογραφία, εντυπωσιακή μουσική και βαθιά νοήματα γύρω από τον άνθρωπο και τη θέση του στον Κόσμο, το “Interstellar” έκλεινε το μάτι στο αρχετυπικό, πλέον, διαστημικό φιλμ… την «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Kubrick. «Οι ταινίες με τις οποίες έχεις μεγαλώσει, η κουλτούρα που απορροφάς μέσα από τις δεκαετίες, γίνονται μέρος των προσδοκιών σου όταν παρακολουθείς ένα έργο. Δεν γίνεται επομένως να φτιάξεις ένα φιλμ σε ένα κενό. Δημιουργούμε ένα έργο επιστημονικής φαντασίας… Δεν γίνεται λοιπόν να υποκριθείς πως το «2001» δεν υπήρξε ποτέ» - μας λέει ο σκηνοθέτης του “Interstellar”, Christopher Nolan.

Και όσοι έχουμε δει (ξανά και ξανά) το “2001” ασφαλώς και αισθανθήκαμε κάποια από τα “vibes” σε σκηνές όπως εκείνη που βλέπουμε τον Κρόνο, εντυπωσιακό μέσα στο αχανές διάστημα, ενώ αντηχεί το υπέροχο, στοιχειωτικό πιάνο του Hans Zimmer. Αυτός ο συνδυασμός διαστήματος και κλασικότροπης μουσικής έχει κάθε λόγο να αποτίει φόρο τιμής στον Kubrick, που πρώτος τον καθιέρωσε.

Είναι άδικο ωστόσο να συγκρίνουμε το εγχείρημα του Νόλαν με το διαχρονικό επίτευγμα του Kubrick. Λίγο πριν γράψω αυτό το άρθρο διάβασα σε μια κριτική πως το φιλμ είναι «πομπώδες», «βασίζεται σε κλισέ» και «προσπαθεί να ακολουθήσει την παράδοση του 2001» - μια κριτική που θεωρώ βαθιά μονοδιάστατη. Όπως ανέφερε ο Νόλαν, «κανένα έργο δε γίνεται σε ένα ιστορικό κενό» - αναπόφευκτα θα επηρεαστείς από τα προγενέστερα φιλμ του είδους. 






Μα το “Insterstellar” δεν είναι απλά ένα εντυπωσιακό, οπτικά, φιλμ, που βασίζεται σε κλισέ περί «αγάπης» και πετάει εδώ κι εκεί ορισμένες φιλοσοφικές ατάκες για να φανεί, τάχα, βαθυστόχαστο. Η ουσία της ιστορίας όλης αφορά το δίλημμα του ανθρώπου ανάμεσα στα συναισθήματά του, ως συγκεκριμένο άτομο, από τη μία, και την ανάγκη επιβίωσης του, σαν είδος, από την άλλη. Τα μεν έρχονται σε σύγκρουση με τα δε και χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσά τους. Είσαι διατεθειμένος να εγκαταλείψεις όλους όσους αγαπάς, προκειμένου να εξορμήσεις στο μοναχικότερο ταξίδι όλων – στα βάθη του Σύμπαντος, φτάνοντας σε άλλους Γαλαξίες, γνωρίζοντας πως πιθανότατα να μην κατορθώσεις ποτέ σου να γυρίσεις πίσω; Ή να επιστρέψεις, ενδεχομένως, και να τους βρεις πλέον γερασμένους, ενώ εσύ ο ίδιος θα έχεις μεγαλώσει μονάχα κατά ορισμένους μήνες το πολύ;

Το τελευταίο ερώτημα προσεγγίζει ένα από τα βαθύτερα – και πιο ενδιαφέροντα – θέματα που θίγονται στο έργο: εκείνο της Σχετικότητας του Χρόνου. Είχε γίνει άφθονη επιστημονική έρευνα πριν τη δημιουργία του “Interstellar” και αυτό φαίνεται. Το έργο είναι βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στη δουλειά του αστροφυσικού Kip Thorne. Στον πυρήνα της ταινίας εδράζεται το συναρπαστικό ζήτημα της «πέμπτης διάστασης» και πως η ανακάλυψη της είναι ικανή να μεταμορφώσει ολικά την αντίληψη μας για τον κόσμο και την ύπαρξη. Έχοντας εντρυφήσει σε κόμικς του Alan Moore δεν μου ήταν άγνωστο το θέμα. Η ιδέα πως ο Χρόνος θα μπορούσε να αποκτήσει υλική υπόσταση, «όπως τα βουνά και οι κοιλάδες σ’ έναν χάρτη, τον οποίο θα μπορούσες να διασχίσεις», η εικόνα του Χρόνου ως ένα πελώριο ψηφιδωτό που απλώνεται μπροστά σου, σε ατελείωτες διακλαδώσεις και η αίσθηση πως όλα αυτά δεν αποτελούν κάποιο μεταφυσικό παραλήρημα, μα ενσαρκώσεις μιας εξελιγμένης επιστημονικής ευφυΐας… ήταν συναρπαστικά, να πω το λιγότερο. Στο έργο δεν υπάρχει ίχνος μεταφυσικής και «ανώτερων όντων». Μονάχα ο άνθρωπος και το έργο του.

Και φυσικά ο Κόσμος. Ο πελώριος, ατελείωτος Κόσμος.






Δεν είναι, επίσης, ένα έργο ξέφρενης δράσης και καταιγισμού από κλισέ. Μία σκηνή «ξύλου» όλη κι όλη, και την παρατηρούμε σε γενικό πλάνο από ψηλά: δύο άνθρωποι που παλεύουν καταμεσής ενός μοναχικού, αφιλόξενου, παγωμένου πλανήτη, στο βάθος ενός άλλου Γαλαξία. Από μόνη της η εικόνα συνιστά μήνυμα. Η «καταστροφή του κόσμου» από την άλλη, η οποία και θεωρούσα πως βρίσκεται στο επίκεντρο του έργου, αφορά την σταδιακή εξάλειψη των υλικών μέσων διαβίωσης και την εξάντληση των διατροφικών πόρων της Γης, σε ένα υποτιθέμενο μέλλον. Μόνη λύση για τους ανθρώπους είναι η εξόρμηση στο Διάστημα, ο αποικισμός άλλων πλανητών – τα έκαναν θάλασσα, βλέπετε, εδώ.

Ο Νόλαν δεν μας εξηγεί πως έφτασε το ανθρώπινο είδος σε αυτό το σημείο – αν η εξάντληση των πόρων υπήρξε αποτέλεσμα συγκεκριμένων κοινωνικοπολιτικών πρακτικών και απομύζησης του πλανήτη προκειμένου να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα συμφέροντα, όπως γίνεται στις μέρες μας. Η παρουσία εξάλλου της αμερικανικής σημαίας που ανεμίζει εδώ κι εκεί, καταμεσής άλλων Γαλαξιών, με ώθησε να σκεφτώ πως τελικά είναι ευκολότερο για το ανθρώπινο είδος να αποικίσει άλλους πλανήτες και να εξερευνήσει την Πέμπτη Διάσταση, παρά να υπερβεί την επιδειξιομανία του έθνους του. Μα ας πάει στο καλό – η ταινία δεν ενδιαφέρεται να μεταδώσει ένα ορισμένο κοινωνικό μήνυμα, μα να μιλήσει γενικά για την κατάσταση του ανθρώπου, σε επίπεδο περισσότερο φιλοσοφικό και υπαρξιακό. Θα μου άρεσε αν το φιλμ είχε μια κάπως αυξημένη δόση κοινωνικού προβληματισμού, μα θα το προσπεράσω. Σε έναν βαθμό παρέμενε μια ταινία «απόδρασης», σε τελική ανάλυση, και ως τέτοια δεν έκανε την απόλυτη υπέρβαση, να μετατραπεί παράλληλα σε μια κοινωνική καταγγελία. Μα αυτό δεν την καθιστά λιγότερο ενδιαφέρουσα ή λιγότερο ξέχειλη νοημάτων.

Μα, περισσότερο όλων, στο επίκεντρο του έργου βρισκόταν το Ταξίδι – το μεγαλύτερο ταξίδι όλων, στο οποίο νιώθεις πως συμμετέχεις, καθώς η ταινία σε απορροφά, σαν σκουληκότρυπα – ή σαν τον «Γαργαντούα», την πελώρια Μαύρη Τρύπα. Βλέποντας το έργο στην πελώρια, κινηματογραφική οθόνη, αισθανόσουν λες και είχες χαθεί ο ίδιος στα βάθη του διαστήματος, μα και στα ατελείωτα επίπεδα του Χρόνου.






Η παρουσία του Matthew McConaughey στον πρωταγωνιστικό ρόλο υπήρξε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη – θυμίζω πως δεν γνώριζα τους ηθοποιούς πηγαίνοντας να το δω. Έχοντας απολαύσει την παρουσία του στο “True Detective”, μια σειρά η οποία επίσης επιδίδεται σε άφθονα φιλοσοφικά ερωτήματα γύρω από τον χρόνο και τον άνθρωπο (τυχαίο;), ένιωθα λες και έβλεπα την επιστροφή του γνώριμου, πια, ντετέκτιβ, σε έναν ρόλο που του ταίριαζε γάντι.

Κάποιες αρνητικές κριτικές εστίαζαν, όπως είδα, στο συναισθηματικό υπόβαθρο του έργου, στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των χαρακτήρων. Ανεξάρτητα του αν αποδόθηκαν «ρεαλιστικά» ή όχι, εγώ αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι πως διάλογοι όπως εκείνος στο φινάλε – ένας διάλογος που εξελίσσεται σ’ ένα νοσοκομείο – κατόρθωσαν να εντυπωθούν βαθιά στη μνήμη μου. Το θέμα της σχετικότητας του χρόνου, μα και του ταχύτατου περάσματός του, διαπερνά το φιλμ απ’ άκρη σ’ άκρη και κάθε σχέση που αναπτύσσεται στο έργο φέρει αυτή την ιδέα στο επίκεντρο της. Όπως επίσης την βαθιά, μα τόσο ανθρώπινη, ανάγκη μας για επαφή – ο ένας με τον άλλον. Η εικόνα ενός ανθρώπου, μόνου, χαμένου στο άπειρο του διαστήματος, είναι συγκλονιστική από μόνη της. Και όταν ο άνθρωπος φτάνει να ακούει μια φωνή από τα ακουστικά – τη φωνή ενός ρομπότ – ο ήχος της και μόνο φτάνει να σου μεταδώσει μια ορισμένη ανακούφιση. Ακόμα και η παρουσία του ρομπότ συνιστά μια μορφή παρέας, σε αυτό το τόσο πελώριο, τόσο ατελείωτο, τόσο αφιλόξενο Σύμπαν.

Μα αν το Σύμπαν είναι τρομακτικό και αχανές – «κακό» δεν είναι. Όπως δεν είναι «κακό ένα λιοντάρι που ξεσκίζει μια γαζέλα», όπως αναφέρεται κάποια στιγμή στο έργο. Είναι η Φύση. Ο Κόσμος. Τρομακτικός και υπέροχος, ταυτόχρονα.


Τέτοιες σκέψεις πλημμύριζαν το νου μου, καθ’ όλη τη διάρκεια της χθεσινοβραδινής επιστροφής μου. Ο κόσμος γύρω μου έμοιαζε ίδιος, ο χρόνος είχε κυλήσει κατά τρεις μονάχα ώρες… Μα το ταξίδι, κατά τη διάρκεια εκείνων των τριών ωρών, υπήρξε, αν μη τι άλλο, απολαυστικό.