Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κούντερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κούντερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Μαΐου 2018

Ο ρυθμός της λήθης


Ταχύτητα εναντίον βραδύτητας... Ο ρυθμός της λήθης και ο ρυθμός της μνήμης, κατά Κούντερα




«Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»



Τα λόγια ανήκουν στον Μίλαν Κούντερα και στο μυθιστόρημα-δοκίμιό του με τίτλο «Η Βραδύτητα» [“La Lenteur”, 1995]. Κεντρικός άξονας της θεματικής του βιβλίου είναι η συσχέτιση/σύγκρουση μεταξύ δύο αντιφατικών υπαρξιακών ρυθμών: της ταχύτητας από τη μία και της βραδύτητας από την άλλη. Στην αρχή του βιβλίου ο Κούντερα αντιπαραβάλλει την έκσταση που αισθάνεται ένας μοτοσικλετιστής, παραδομένος στην ταχύτητα της μηχανής του, με τους αργούς ρυθμούς ενός δρομέα ή ενός περιπλανώμενου. Η μηχανική έκσταση του πρώτου απαλείφει το παρελθόν, ζει στο Εδώ και Τώρα. Ο ρυθμός του δεύτερου όμως είναι ο ρυθμός της μνήμης: «Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του.»

Ένα παράδειγμα από την καθημερινότητά μας αρκεί για να διασαφηνίσει ακόμα περισσότερο την αντιπαραβολή ταχύτητας/βραδύτητας: Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, αν περπατάς και αναπολείς το παρελθόν η κίνησή σου, ασυναίσθητα, επιβραδύνεται· όσο συλλογίζεσαι τα περασμένα, το βήμα σου γίνεται βραδύτερο. Χάνεσαι στις σκέψεις και τις μνήμες και βαδίζεις αργά, ονειροπόλα. Από την άλλη, αν βρίσκεσαι σε κάποια κατάσταση υπερέντασης, πιάνεις τον εαυτό σου να προχωράει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο νευρωτικά: είτε διότι βιάζεσαι να φτάσεις κάπου (άρα σημασία έχει ο προορισμός και όχι η διαδρομή), είτε διότι επιθυμείς να απαλλαγείς από κάτι που σε τρώει· να ξεχάσεις· να μη σκέφτεσαι άλλο πια.

Ζούμε, άραγε, σε μια τέτοια εποχή; Σε μια εποχή ολοένα αυξανόμενης τεχνητής ταχύτητας – πίσω από την επιφανειακή ηδονή της οποίας βρίσκεται κάποια ασυναίσθητη επιθυμία μας να παραδοθούμε σε μια μορφή λήθης; Να πάψουμε να σκεφτόμαστε – άρα και να απαλλαγούμε από το άγχος και τους προβληματισμούς;
Στη συνέχεια του κειμένου, βασιζόμενος στην κεντρική προβληματική του Κούντερα, θα επιχειρήσω να επεκτείνω αυτές τις σκέψεις, φέρνοντας διάφορα παραδείγματα από την καθημερινότητά μας. Ξεκινάω παραθέτοντας το ολοκληρωμένο απόσπασμα του ίδιου του συγγραφέα.





Μίλαν Κούντερα: Ο ρυθμός της ταχύτητας και της βραδύτητας



«Η ταχύτητα είναι μορφή έκστασης πού την έκανε δώρο στον άνθρωπο η τεχνολογική επανάσταση. Ο άνθρωπος που σκύβει πάνω στη μοτοσυκλέτα του δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά μόνο στην παρούσα στιγμή της πτήσης του· γαντζώνεται πάνω σ’ ένα κλάσμα χρόνου αποκομμένο και από το παρελθόν και από το μέλλον· αποσπάται από τη συνέχεια του χρόνου· είναι εκτός χρόνου· μ’ άλλα λόγια, βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης· σ’ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρει τίποτα για την ηλικία του, δεν ξέρει τίποτα για τη γυναίκα του, τίποτα για τα παιδιά του, τίποτα για τις σκοτούρες του, και ως εκ τούτου δεν φοβάται, διότι η πηγή του φόβου βρίσκεται στο μέλλον, και οποίος απελευθερώνεται από το μέλλον δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.

Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του, αφού είναι αναγκασμένος να σκέφτεται ασταμάτητα τις φουσκάλες του, το λαχάνιασμά του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του. Όλα αλλάζουν όταν ο άνθρωπος εκχωρεί την ικανότητά του για ταχύτητα σε μια μηχανή: από εκείνη τη στιγμή το σώμα του βρίσκεται εκτός παιχνιδιού και παραδίδεται σε μια ταχύτητα πού είναι ασώματη, άυλη, ταχύτητα αμιγής, ταχύτητα καθαυτήν, ταχύτητα έκσταση.

Περίεργη συμμαχία: η απρόσωπη ψυχρότητα της τεχνολογίας και οι φλόγες της έκστασης. Θυμάμαι εκείνη την Αμερικανίδα πού, πριν από τριάντα χρόνια, με όψη σοβαρή και ενθουσιώδη, μου έκανε μάθημα (παγερά θεωρητικό) για τη σεξουαλική επανάσταση· η λέξη πού επανερχόταν συχνότερα στο λόγο της ήταν η λέξη οργασμός· μέτρησα: σαράντα τρεις φορές. Η λατρεία του οργασμού: προβολή της πουριτανικής χρησιμοθηρίας στη σεξουαλική ζωή· αποδοτικότητα εναντίον αργίας· αναγωγή της συνουσίας σε εμπόδιο προς υπερπήδηση προκειμένου να φτάσει κανείς σε μια εκστατική έκρηξη, τον μόνο αληθινό στόχο του έρωτα και του σύμπαντος.

Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας; Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση; Μια τσέχικη παροιμία δίνει τον ορισμό της γλυκιάς απραξίας τους με μια μεταφορά: κοιτάζουν τα παράθυρα του κάλου Θεού. Όποιος κοιτάζει τα παράθυρα του καλού Θεού δεν βαριέται· είναι ευτυχής. 

Στον κόσμο μας η αργία μεταβλήθηκε σε αεργία, που είναι τελείως άλλο πράγμα: ο άεργος είναι στερημένος, βαριέται, αναζητάει μονίμως την κίνηση που του λείπει. […]

Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Απ’ αυτή την εξίσωση μπορούμε να βγάλουμε διάφορα πορίσματα, λόγου χάρη το έξης: η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»



Μίλαν Κούντερα, «Η Βραδύτητα», μετάφραση: Σ.Βελεντζας.

H εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία.


Ο τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα
Milan Kundera


Η ταχύτητα στη σύγχρονη καθημερινότητα



Τρέχουμε γιατί επιθυμούμε να ξεχάσουμε; Είναι η ηδονή της ταχύτητας μια ηδονή που αποσκοπεί σ’ ένα αέναο παρόν, απαλείφοντας τη μνήμη, ξεριζώνοντας τη σχέση μας με το παρελθόν; Τρέχεις με σκοπό να φτάσεις κάπου – και αυτό το «κάπου» είναι άραγε το μόνο που μετράει, κόντρα στην ίδια τη διαδρομή; Αξίζει μόνο το φινάλε, όχι η πορεία προς αυτό;

Τι συμβαίνει λοιπόν στο πάρτι όταν οι καλεσμένοι έχουν φύγει και έχουν κλείσει πια τα φώτα; Όταν δεν παραδίδεσαι πια στην έκσταση του χορού ή του ποτού; Μη μου πεις – ξέρω τι θα κάνεις. Θα ανεβάσεις selfies στα κοινωνικά δίκτυα. Και έτσι ποτέ δεν είσαι μόνος – ποτέ δεν χρειάζεται να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου. Τα φώτα του πάρτι έχουν σβήσει – μα μένει πάντα αναμμένο το φως του υπολογιστή.

Δεν γνωρίζω πόσοι άνθρωποι περπατούν σήμερα για τη χαρά της βόλτας, δίχως προορισμό. Οι «πλάνητες» που αναφέρει νοσταλγικά ο Κούντερα. Να βγεις, να περπατήσεις, να χαζέψεις, να αφεθείς στις σκέψεις σου. Είχα διαβάσει παλιότερα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο σε μια εφημερίδα: αναφερόταν στους σύγχρονους περιπλανώμενους, εκείνους που περπατούν για τη χαρά της περιπλάνησης – και τόνιζε πως σε αυτούς τους ανθρώπους ζυμώνεται μια νέα αντίληψη για τη ζωή και την κοινωνία – ακόμα και για την πολιτική. Κόντρα στην αντίληψη των μέσων και των σκοπών, κόντρα στον ψυχαναγκασμό του «τελικού προορισμού», κόντρα στην εργαλειακή λογική της «αποδοτικότητας» - στην οποία σημασία έχει μόνο η κατάληξη (λιγότερο ή περισσότερο οργασμική), όχι η πορεία προς αυτήν.

Αποδοτικότητα: η μηχανοποίηση του ανθρώπου και της φύσης στο όνομα των «τελικών σκοπών». Εκεί που έχει σημασία μόνο το αποτέλεσμα – και η ταχύτητα με την οποία επιτελείται. Οι τελίτσες πάνω στο νοητό χάρτη της καθημερινότητας με τα κομβικά σημεία – όχι οι γραμμές που τις ενώνουν. Περπατάς ΓΙΑ να φτάσεις κάπου: να πας σπίτι, στη δουλειά σου, να κάνεις τα ψώνια σου. Εργάζεσαι ΓΙΑ να πληρωθείς – η εργασία δεν επιτελεί κανένα άλλο νόημα για σένα, πέρα από αυτό. Βγαίνεις ΓΙΑ να διασκεδάσεις – η «διασκέδαση» είναι κάτι που βρίσκεται «έξω» από σένα και συ την κυνηγάς, σαν επίδοξος εραστής κάποιας νύμφης του δάσους, που όσο τρέχεις ξωπίσω της, τόσο εκείνη σου ξεφεύγει.



Κοσμοσυρροή σε ένα εμπορικό κέντρο
Ταχύτητες και στρες της εποχής μας

 

Κυνηγάς μονίμως κάτι «πέρα» και «έξω» από την παρούσα στιγμή. Και η διασκέδασή σου αντανακλά ακριβώς αυτή την καθημερινότητα προσφέροντάς σου το ακριβώς αντίθετο: μια αποθέωση της παρούσας στιγμής, μια εκστατική παράδοση στο εδώ και τώρα. Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις, με απαλλάσσει απ’ το χθες και απ’ το αύριο. Ζω στο Τώρα, μα αυτό το Τώρα είναι ένα παρόν δίχως σκέψη, δίχως αναπόληση, δίχως προβληματισμό. Ένα μηχανικό παρόν.

Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις.

Ο σύγχρονος εμπορικός κινηματογράφος αντανακλά τους ξέφρενους ρυθμούς ταχύτητας. Αρκεί να σκεφτούμε μια νεότερη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και πόσο πολύ βασίζεται στον εντυπωσιασμό του εφέ και της ταχύτητας: τα πλάνα διαδέχονται αστραπιαία το ένα το άλλο, το μοντάζ στοχεύει στη συρραφή ολοένα και περισσότερων εικόνων σε ολοένα και λιγότερο χρονικό διάστημα, τα πάντα μοιάζουν να έχουν μπει σ’ ένα υπερηχητικό ρόλερ κόστερ – με σκοπό την απογείωση του θεατή, την εκτόξευσή του σ’ έναν κόσμο όπου δεν θα χρειάζεται να σκέφτεται. Πόσο παράταιρα μοιάζουν εκείνα τα φιλμ που στηρίζονται περισσότερο στο διάλογο ή την ανάλυση των χαρακτήρων, κόντρα στη δράση. «Είναι βαρετό» - θα πουν αμέσως κάποιοι.

Οι κυρίαρχες τάσεις στο διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook ή το Instagram, ενισχύουν ακόμα περισσότερο αυτούς τους ρυθμούς. Αρκεί ν’ ανοίξουμε την κεντρική σελίδα για να κατακλυστούμε από μια υπερπληθώρα πληροφοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων περιορίζονται σε κάποιες μεμονωμένες ατάκες ή φωτογραφίες που στοχεύουν να σου τραβήξουν την προσοχή. Ασφαλώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ανίκανος να επεξεργαστεί όλα αυτά τα ερεθίσματα ταυτόχρονα – κάνεις λοιπόν scroll down, μέχρι να βρεις κάτι που να σου ερεθίσει το ενδιάφερον, να αφιερώσεις κάποια δευτερόλεπτα (όχι πολύ χρόνο, προσοχή!) για να το δεις, να πατήσεις ένα like, και μετά να συνεχίσεις. Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική. Ποιος κάθεται να γράφει και να αναλύει.

Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική.



Άγχος, στρες και τεχνολογία... τρέχοντας και δεν φτάνοντας
Κοινωνικά δίκτυα και ίντερνετ



Εν τέλει μοιάζεις με έναν καταναλωτή σ’ ένα Πελώριο Σουπερμάρκετ. Παντού γύρω σου απλώνονται μυριάδες ερεθίσματα προς κατανάλωση, μα ο χρόνος (και το χρήμα) που διαθέτεις για να τα καταναλώσεις είναι περιορισμένος. Απλώνεις εδώ κι εκεί τα χέρια σου, λοιπόν, παίρνεις λίγο απ’ το καθένα, δίνεις έμφαση στις Νέες Προσφορές και στα Περισσότερο Πετυχημένα, και αυτό ήταν – τα καταναλώνεις και αναζητάς τα επόμενα. Γρήγορα, από το ένα στο άλλο. Μα η κατανάλωση αυτού του τύπου δεν υπηρετεί παρά το εδώ και τώρα: την αποθέωση της στιγμής, τίποτα περισσότερο.

Η παράδοση στο Εδώ και Τώρα μοιάζει να επεκτείνεται ακόμα και στον τομέα των σχέσεων. Το χτίσιμο μοιάζει να έχει λιγότερη σημασία από την άμεση απόλαυση. Γιατί να οικοδομείς, πέτρα προς πέτρα, μια σχέση, τη στιγμή που μπορείς (και πρέπει) να τα κάνεις όλα όσο το δυνατόν συντομότερα; Γιατί να επιδίδεσαι σε μια αργόσυρτη προσέγγιση, τη στιγμή που όλα «πρέπει» να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα – αλλιώς, πάει, «πέταξε το πουλί».

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε. Τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε – για να φτάσουμε, πού, άραγε;

Τρέξε, λοιπόν, κυρία! Τρέξε να κατέβεις τις σκάλες του μετρό – μη τυχόν και χάσεις τον συρμό των 12.15 και χρειαστεί μετά να περιμένεις πέντε ολόκληρα λεπτά για τον επόμενο. Τρέξε κι εσύ, φίλε μου στη δουλειά, τρέξε ν’ αποδώσεις όσο το δυνατόν περισσότερα, μπας και εξοικονομήσεις δεκαπέντε λεπτά στο φινάλε, σχολάσεις νωρίτερα, γυρίσεις σπίτι σου ένα τέταρτο πιο πριν – και σκοτώσεις το ίδιο τον έξτρα χρόνο που κέρδισες στο τέλος.

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε.

Δεν υποτιμώ την ηδονή της ταχύτητας. Κάποιες φορές η παράδοση στο Εδώ και Τώρα είναι το ζητούμενο – σε μια εποχή που τείνει ακόμα και το Εδώ και Τώρα να το εξαλείφει, στο όνομα ενός υποθετικού (μα πάντα απραγματοποίητου) μέλλοντος. Μα το Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα, εκείνο για το οποίο μίλησε ο Κούντερα, δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι. Είναι η επιθυμία για λήθη που οδηγεί στην αναζήτηση της έκστασης – δεν είναι η ίδια η έκσταση το ζητούμενο.

Διότι η σκέψη είναι κακή – αν σκέφτεσαι πιάνεις τον εαυτό σου ν’ αμφισβητεί όλα όσα κάνει, όλα εκείνα στα οποία συμμετέχει. Και ποιος θέλει κάτι τέτοιο. Η σκέψη οδηγεί στην κριτική και η κριτική στην αμφισβήτηση – ενίοτε και του ίδιου σου του εαυτού, της καθημερινότητάς του, των σκοπών του. Γιατί να μπαίνεις σε τέτοιες δύσκολες διαδικασίες, τη στιγμή που τα πάντα γύρω σου μοιάζουν μπλεγμένα σ’ έναν ιστό προκαθορισμένων αναγκών και συμβατικών υποχρεώσεων; Όταν ο κόσμος κινείται σε ρυθμούς ρόλερ-κόστερ είναι ευκολότερο να επιβιβαστείς κι εσύ μαζί του – παρά να μένεις παραπέρα και να κοιτάς, σωστά;

Tο Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι

Και αν το ρόλερ-κόστερ πιάσει κάποια στιγμή ταχύτητες που αδυνατεί ο οργανισμός σου να χειριστεί – τότε μάλλον το πρόβλημα βρίσκεται σε σένα, ναι; Σε σένα που νοσταλγείς, παρέα με τον Μίλαν Κούντερα, τους πλάνητες των παλιών καιρών. Και επαναλαμβάνεις, ξανά, τα λόγια του: «Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση;»

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη λύση. Να δοκιμάσεις να προσαρμόσεις το ρόλερ-κόστερ στους δικούς σου ρυθμούς… και όχι το αντίστροφο. Στους ρυθμούς της φύσης – όχι της υπέρβασής της. Στους ρυθμούς που αρέσκονται ν’ απολαμβάνουν το κρασί σταγόνα-σταγόνα, κόντρα στα υπερεκτιμημένα και γρήγορα φιξάκια.

Δεν είναι εύκολη μια τέτοια αναπροσαρμογή στην εποχή μας, το ξέρω. Μα – θέλω να πιστεύω – δεν είναι και ακατόρθωτη.


© Το Φονικό Κουνέλι, Μάιος ‘18


Monastiraki © Artwork: to foniko kouneli
Monastiraki © Artwork: to foniko kouneli

29 Ιουνίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #6: Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι





Για μια τελευταία φορά μέσα στο καλοκαίρι, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τη μικροσκοπική του πύλη – για να περάσεις από κει στον πελώριο κόσμο των βιβλίων.


Τα σημερινά αποσπάσματα χαρακτηρίζονται από την έντονη κριτική τους διάθεση και τις κοινωνικές τους προεκτάσεις. Κάποια μας ταξιδεύουν στο παρελθόν... άλλα στο μέλλον. Μα η κριτική είναι πανταχού παρούσα.

Θα μεταβείς σ’ έναν κόσμο όπου καίνε τα βιβλία και προάγουν τα τηλεπαιχνίδια και τα σόου – έναν κόσμο που εγκατέλειψε τη γνώση για χάρη της ανούσιας πληροφορίας και της διέγερσης των αισθήσεων. Θα φτάσεις σ’ έναν τόπο όπου η ομορφιά κατέληξε να εξαλείψει την ατομικότητα – καθώς όταν τα πρότυπα είναι πάντα Ίδια, η ομορφιά είναι πάντα Μία και η τεχνολογία πλέον την καθιστά δυνατή για όλους.

Θα ταξιδέψεις σε μια σκοτεινή, βρώμικη πολιτεία που εκπορνεύεται τη μιζέρια της. Θα αναλογιστείς πάνω στην ισοτιμία των δύο φύλων. Θα διαπιστώσεις πόσο χρήσιμες υπήρξαν οι γυναίκες στον Πόλεμο. Θα διαπιστώσεις πως οι βρυκόλακες δεν παίρνουν πάντα ανθρώπινη μορφή – μα συχνότερα, αποκτούν τη μορφή ιδεών και τρόπου σκέψης. Και, τέλος, θα πεις ένα τραγούδι – που όπως όλα τα τραγούδια, είναι πιο όμορφο από τους ανθρώπους.



Ο πολιτισμός της μόνιμης ικανοποίησης






Κάποτε στο μέλλον, οι άνθρωποι κατόρθωσαν τελικά ν’ αποκτήσουν μια αίσθηση μόνιμης χαράς. Το κράτος εξασφάλισε γι’ αυτό, γεμίζοντας την καθημερινότητά τους με Ψυχαγωγία και απομακρύνοντας μια για πάντα έναν απ’ τους πλέον αποσταθεροποιητικούς παράγοντες: τα βιβλία, τα οποία πλέον δεν χρειάζονται – γι’ αυτό και τα καίνε.


«Οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι χαρούμενοι, σωστά; Δεν το έχεις ακούσει, μέχρι τώρα στη ζωή σου; Θέλω να είμαι χαρούμενος, λένε οι άνθρωποι. Ε λοιπόν, δεν είναι; Δεν τους κάνουμε να βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, δεν τους παρέχουμε διασκέδαση; Γι' αυτόν τον σκοπό δε ζούμε, στο κάτω κάτω; Για ευχαρίστηση, για διέγερση; Οφείλεις λοιπόν να παραδεχθείς πως ο πολιτισμός μας παρέχει άφθονα από δαύτα". [...]

Δώσε στους ανθρώπους διαγωνισμούς και παιχνίδια στα οποία μπορούν να κερδίζουν, με το να θυμούνται τις λέξεις σε δημοφιλή τραγούδια, ή τις ονομασίες διάφορων πρωτευουσών, ή πόσο αυξήθηκε η παραγωγή του καλαμποκιού τη χρονιά που πέρασε. Γέμισε τους με δεδομένα, σφήνωσε τους μέχρι διαόλου με "γεγονότα", έτσι ώστε να αισθάνονται παραφουσκωμένοι, μα "ευφυείς", γεμάτοι πληροφορίες. Τότε θα νομίζουν πως σκέπτονται, θα τους παρέχεται μια αίσθηση κίνησης χωρίς να κινούνται καθόλου. Και θα είναι χαρούμενοι, καθώς δεδομένα σαν αυτά δε μεταβάλλονται.

Μη τους δώσεις μόνο γλιστερά, ρευστά πράγματα, όπως φιλοσοφία ή κοινωνιολογία, με τα οποία θα μπορούσαν ίσως να δουν πιο σφαιρικά. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος της μελαγχολίας».


Από το βιβλίο "Fahrenheit 451" του Ray Bradbury, δημοσιευμένο το 1953. Στη θαυμαστή κοινωνία του “Φάρεναϊτ” τα βιβλία και το διάβασμα είναι απαγορευμένα. Ειδικά πυροσβεστικά σώματα ασφαλείας αναλαμβάνουν τον εντοπισμό τυχόν κρυμμένων βιβλίων και τα καίνε. Στους ανθρώπους συνίσταται να διασκεδάζουν και να ψυχαγωγούνται με σόου, παιχνίδια και θεάματα, όχι να διαβάζουν, καθώς το δεύτερο (όπως αναφέρεται και στο απόσπασμα) "καλλιεργεί τη μελαγχολία".

Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε σε ταινία το 1966 από τον Φρανσουά Τρυφό. Αριστερά στην εικόνα το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου, δεξιά η αφίσα της ταινίας.

Όσο αφορά τον τίτλο; "Φάρεναϊτ 451" θεωρείται ο βαθμός αυτοανάφλεξης των βιβλίων - το σημείο στο οποίο η αυξημένη θερμότητα τα τυλίγει μες στις φλόγες.

Θα επανέλθω στο συγκεκριμένο βιβλίο – και το θέμα – κάποια στιγμή μελλοντικά.



Ομορφιά και Ατομικότητα






Ένα επεισόδιο της κλασικής σειράς sci-fi "Η Ζώνη του Λυκόφωτος" (με τον τίτλο “Number 12 Looks Just Like You”) περιέγραφε μια φουτουριστική κοινωνία στην οποία η τεχνολογία καθιστά δυνατό τον ολικό μετασχηματισμό της εξωτερικής εμφάνισης του ανθρώπου, έτσι ώστε να προσεγγίσουν όλοι το "τέλειο πρότυπο ομορφιάς" - μαθηματικά υπολογισμένο και σχεδιασμένο από υπερσύγχρονους υπολογιστές.

Οι υπολογιστές είχαν καταλήξει σε δύο "ιδανικά μοντέλα". Αψεγάδιαστα σε κάθε τους λεπτομέρεια, αγγίζοντας την ιδεατή τελειότητα των αρχαίων αγαλμάτων. Κάθε άνθρωπος, από την εφηβική του κιόλας ηλικία, καλούνταν να επιλέξει ανάμεσά τους - υπήρχαν αντίστοιχα δύο ανδρικά μοντέλα, και δύο γυναικεία. Σε αυτά είχαν δοθεί οι αριθμοί "8" και "12".

Το άτομο έκανε την επιλογή του και εν συνεχεία, χάρη στην εκπληκτική εξέλιξη της τεχνολογίας και των ιατρικών μεθόδων, γινόταν μια απίστευτη αλλαγή: Βγαίνοντας απ' τον ιατρικό θάλαμο, είχε μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά, έχοντας γίνει ίδιος σε κάθε λεπτομέρεια, με τα τέλεια εκείνα πρότυπα. Τώρα ήταν πια κι αυτός ιδανικός και αψεγάδιαστος! Τώρα ήταν όλοι τους πια τέλειοι, όμοιοι με αγάλματα θεών!

Tέλειοι - και απόλυτα ίδιοι, ο ένας με τον άλλον.

Αυτό το επεισόδιο σκέφτηκα, διαβάζοντας το ακόλουθο απόσπασμα του Μίλαν Κούντερα:


«Τι είναι η ομορφιά από μαθηματική σκοπιά; Υπάρχει ομορφιά όταν ένα αντίτυπο μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο στο αυθεντικό πρωτότυπο. Ας φανταστούμε ότι έχουν βάλει στον υπολογιστή τις ελάχιστες και τις μέγιστες διαστάσεις όλων των μερών του σώματος: μεταξύ τριών και επτά εκατοστών για το μήκος της μύτης, μεταξύ τριών και οκτώ για το ύψος του μετώπου, και ούτω καθεξής. Άσχημος είναι ο άνθρωπος που το μέτωπό του έχει μήκος έξι εκατοστών και η μύτη του τρία μόνο. Ασχήμια: ιδιότροπη ποίηση του τυχαίου.

Σ' έναν ωραίο άνθρωπο, το παιχνίδι των τυχαίων έχει διαλέξει έναν μέσο όρο όλων των μέτρων. Ομορφιά: πεζότητα του ακριβούς μέσου. Στην ομορφιά, περισσότερο ακόμα παρά στην ασχήμια, εκδηλώνεται ο μη ατομικός, μη προσωπικός χαρακτήρας του προσώπου.»


Από την "Αθανασία" [“Nesmrtelnost”, 1990, μετάφραση Κ.Δασκαλάκη, εκδόσεις Εστία]



H φάμπρικα των ζητιάνων






«Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιωνάθαν Ιερεμίας Πήτσαμ της Α.Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα... η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχει τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο.

Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι άντε και το συνηθίσει ο άλλος δεν του λέει πια τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη προς κακοφανισμός σας, γίναμε γουρούνια. Πάρε παράδειγμα. Βλέπεις στη γωνιά του δρόμου έναν ωραίο, γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχωνο και κομμένο το δεξί του χέρι. Τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά νάσου πάλι ο κουλός στη γωνιά του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί μπροστά σου ο κουλός για τρίτη φορά σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). “ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ”. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δυο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: “ΑΓΑΠΑ ΜΕ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ”. Καλό ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε. Θυμόσαστε εκείνο το σπουδαίο: “ΔΩΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΟΥΝ”; Αυτό χάλασε κόσμο έναν ολόκληρο χειμώνα. Πάει κι αυτό, τέλειωσε. Το μπουχτίσανε και τώρα μόνο που πιάνει τόπο στα ράφια.

Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.»


Μπέρτολτ Μπρεχτ. Από την κλασική "Όπερα της Πεντάρας", σε μετάφραση Σ.Ματζίρη, εκδόσεις Δωδώνη. Πρώτο ανέβασμα το 1928.

Ενα έργο στο οποίο, μεταξύ άλλων, η ζητιανιά παρουσιάζεται ως μια κερδοφόρος επιχείρηση – αρκεί να γνωρίζεις τις απαιτήσεις της «Αγοράς». Ποια μορφή οίκτου λοιπόν «πουλάει» περισσότερο; Και πόσο καιρό θα έχει πέραση σε μια κοινωνία που έχει πλέον συνηθίσει σε όλα;



Τζέην Έυρ. Γυναίκες και Σουλτάνοι


Charlotte Brontë


Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει κάπου στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Μια νεαρή γυναίκα, καλλιεργημένη, μα φτωχή και άσημη, βγαίνει με τον υποψήφιο σύζυγο της, εύπορο και αναγνωρισμένο. Η αγάπη τους είναι αμοιβαία. Ωστόσο οι διαφορές ανάμεσά τους μεγάλες. Εκείνος την κατευθύνει στα καλύτερα καταστήματα της πόλης, διατεθειμένος να της κάνει τα ωραιότερα δώρα - πλούσια ενδύματα και λαμπερά κοσμήματα. Η γυναίκα όμως μας αφηγείται:


«Χάρηκα πολύ όταν επιτέλους τον έβγαλα από το κατάστημα με τα μεταξωτά και ύστερα από ένα κοσμηματοπωλείο. Όσο πιο πολύ μου ψώνιζε, τόσο πιο πολύ ένιωθα το πρόσωπο μου να καίει από μια αίσθηση ενόχλησης και εξευτελισμού. Όταν μπήκαμε πάλι στην άμαξα και έγειρα πίσω αναψοκοκκινισμένη και εξαντλημένη, θυμήθηκα κάτι που μες στη φούρια των γεγονότων, ζοφερών και λαμπρών, το είχα λησμονήσει εντελώς: την επιστολή του θείου μου και την πρόθεση του να με ορίσει κληρονόμο του.

"Θα με ανακούφισε πολύ", σκέφτηκα, "αν είχα έστω και την ελάχιστη ανεξαρτησία. Αυτό το πράγμα, να με ντύνουν σαν να είμαι καμιά κούκλα, ή να κάθομαι σαν δεύτερη Δανάη και να λούζομαι καθημερινά από τη χρυσή βροχή, δεν τ' αντέχω καθόλου. [...] Αν είχα την προοπτική να συνεισφέρω κάτι στην περιουσία του, θα υπέφερα πιο εύκολα να συντηρούμαι τώρα απ' αυτόν".

Ανακουφισμένη κάπως απ' αυτή την ιδέα, τόλμησα να κοιτάξω πάλι τον κύριο και μνηστήρα μου στα μάτια, τα οποία αναζητούσαν επίμονα το βλέμμα μου, παρόλο που εγώ τ' απέφευγα, τόσο αυτά όσο και το πρόσωπό του. Όπως μου χαμογέλασε, σκέφτηκα ότι το χαμόγελό του ήταν ίδιο μ' αυτό που θα πρόσφερε ένας σουλτάνος, σε μια τρυφερή κι ευτυχισμένη στιγμή, σε μια δούλα που μόλις την είχε γεμίσει χρυσάφια και πετράδια. [...]

"Μη περιμένετε από μένα να αναπληρώσω το κενό του χαρεμιού σας", του είπα. "Ούτε να με θεωρείτε ισοδύναμη μ' ένα χαρέμι. Αν η όρεξη σας τραβάει τέτοια πράγματα, κύριε, εμπρός, μη κάθεστε. Τραβάτε στα παζάρια της Ισταμπούλ να σκορπίσετε σε αγορές δούλων τα χρήματα που σας περισσεύουν και που μου φαίνεται ότι εδώ δυσκολεύεστε να τα ξοδέψετε με ικανοποιητικό τρόπο".

"Κι εσύ τι θα κάνεις, Ζανέτ, όσο εγώ θα παζαρεύω τόσους τόνους σάρκας και μια τέτοια ποικιλία από μαύρα μάτια;"

"Θα προετοιμαστώ να γίνω ιεραπόστολος και να διδάξω την ελευθερία σ' όλους τους υπόδουλους ανθρώπους, των εγκλείστων του χαρεμιού σας συμπεριλαμβανομένων. Θα παρεισφρήσω εκεί και θα υποκινήσω στάση. Κι εσείς κύριε, ο μέγας σουλτάνος, πριν καλά καλά καταλάβετε τι συμβαίνει, θα είστε δεμένος και χειροπόδαρα στο έλεός μας. Κι εγώ δεν πρόκειται να δεχτώ να λύσω τα δεσμά σας, αν πρώτα δεν υπογράψετε έναν χάρτη, τον πιο φιλελεύθερο που παραχώρησε ποτέ δεσπότης".


Απόσπασμα από τη "Τζέην Έυρ" της Σάρλοτ Μπροντέ [μετάφραση Δ.Κικιζα, εκδόσεις Σμίλη]. Έργο δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1847 κι ένα από τα κλασικότερα λογοτεχνικά έργα του 19ου αιώνα.

Εν έτει 2014, πόσες άραγε να είναι οι ομοιότητες και πόσες οι διαφορές, όχι μόνο της στάσης των αντρών απέναντι στα "πολύτιμά τους τρόπαια", μα και των ίδιων των γυναικών απέναντι στον εαυτό τους και στη σχέση τους με το αντρικό φύλο;

Θα είχαν πολλά να διδαχτούν, και οι μεν και οι δε, από τη Τζέην Έυρ...



Γυναίκες στον Πόλεμο






Από το ημερολόγιο της Βιρτζίνια Γουλφ. 7 Ιουνίου του 1918, κι ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διένυε το τελικό του στάδιο...


«Είπαν στον Λ(έοναρντ) ότι οι επιδρομές γίνονται από γυναίκες. Σώματα γυναικών βρέθηκαν στα κατεστραμμένα αεροπλάνα. Είναι πιο κοντές και πιο ελαφρές, κι έτσι αφήνουν περισσότερο χώρο για τις βόμβες.

Ίσως είναι συναισθηματισμός, όμως η σκέψη αυτή μου φαίνεται ότι προσθέτει ένα ιδιαίτερο άγγιγμα τρόμου στη φρίκη".


Στην εικόνα, πάνω αριστερά, γυναίκες της αεροπορίας κατά τη διάρκεια του Πολέμου, ποζάροντας μπροστά από πολεμικά αεροπλάνα... Κάτω, γυναίκες εργαζόμενες σε εργοστάσιο παραγωγής πολεμικών ειδών - εργοστάσια που οι ίδιες "επάνδρωναν" (πόσο χαζή, ειρωνική λέξη) τον καιρό εκείνο, καθώς οι άντρες εργαζόμενοι, συνήθως, ή πολεμούσαν, ή ήταν νεκροί. Δεξιά, η Βιρτζίνια Γουλφ.



Βρυκόλακες της σκέψης






«ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: Ακούστε τι θέλω να πω. Ο λόγος που είμαι τόσο άτολμη και δειλή , είναι γιατί νιώθω κάτι το βρικολακιασμένο μέσα μου, που δε θα μπορέσω ποτέ να το ξεριζώσω όλως διόλου.

ΜΑΝΤΕΡΣ: "Πως το είπατε;"

ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: "Βρικολακιασμένο. [...] Αλήθεια, Μάντερς, πάω να πιστέψω πως όλοι είμαστε βρικόλακες. Δε βρικολακιάζει μονάχα μέσα μας ό,τι έχουμε κληρονομήσει από μάνα και πατέρα. Παρά κι ένα σωρό παλιές, νεκρές θεωρίες, ένα σωρό παλιές, νεκρές ιδέες, κι άλλα πολλά ακόμα. Δε ζούνε μέσα μας, κι όμως τα 'χουμε στο αίμα μας, και δε μπορούμε να τα πετάξουμε από πάνω μας.

Μόλις πάρω να διαβάσω καμιά εφημερίδα, μου φαίνεται σα να ξεπετιούνται βρικόλακες, ανάμεσα από τις γραμμές. Θα είναι γεμάτος ο τόπος βρικόλακες. Αμέτρητοι θα είναι θαρρώ - σαν την άμμο της θαλάσσης. Κι από την άλλη μεριά όλοι μας, μικροί-μεγάλοι, έχουμε τέτοιον ελεεινό φόβο για το φως!»


Απόσπασμα από τους "Βρικόλακες" του Ερρίκου Ίψεν [σε μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη, εκδόσεις Δωδώνη]. Θεατρικό που γράφτηκε το 1881 και διαπραγματευόταν την άλλη όψη της καθώς πρέπει κοινωνίας - την σκοτεινή πλευρά της, πέρα από τα σύνορα της συμβατικής ηθικής των καιρών. Έργο που χαρακτηρίστηκε "εμετικό", "νοσηρό" και "βλάσφημο" από μεγάλη μερίδα των κριτικών της εποχής.

Μα το σκοτεινό τους είδωλο μέσα στον καθρέπτη τους έκλεινε με νόημα το μάτι...Και, για δες, πράγμα παράξενο. Το είδωλο έδειχνε να μοιάζει με βαμπίρ...



Τα τραγούδια των ανθρώπων είναι πιο όμορφα απ’ τους ίδιους



banner design: το φονικό κουνέλι


«Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...»


Ναζίμ Χικμέτ , "Τα τραγούδια των ανθρώπων". Απόδοση στα ελληνικά, Γιάννης Ρίτσος.




Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)
















30 Νοεμβρίου 2015

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #2: Τσουκνίδες και ποτά





Βραδινή ώρα, κι ενώ το ημερολόγιο σημαίνει επίσημα χειμώνα. Και για δες, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τις πόρτες του για άλλη μια φορά. Ένας υποχθόνιος κόσμος, σκαμμένα τούνελ ξέχειλα χαρτόδετους χαρακτήρες και φλογερές ιδέες, απευθυνόμενα σε σένα, ανήσυχε, βιβλιοφάγε· σε σένα, άγνωστε συνοδοιπόρε επισκέπτη.

Να λοιπόν που βρίσκεσαι πάλι στο αχνοφώτιστο, φορτωμένο με βιβλία λημέρι. Το πλήθος των έργων που σε περιβάλλουν είναι ανεξάντλητο, μα ο χρόνος που μπορείς να αφιερώσεις στο λαγούμι λίγος. Αλίμονο – ακόμα και εδώ ο χρόνος κυλάει! Δεν μπορώ παρά να σου προσφέρω, τουλάχιστον (σαν καλός οικοδεσπότης), μια γεύση από κάποια αγαπημένα έργα και συγγραφείς. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά δική σου. Μόνο ερεθίσματα μπορώ να σου δώσω – το εισιτήριο, όχι το ταξίδι. Μα για αυτό το λίγο έστω, θα χαρώ να σε δω να βαδίζεις στο πλευρό μου. Και αν οι δρόμοι μας χωρίσουν, να είσαι βέβαιος πως θα ανταμώσουμε πάλι – κάπου, στις σελίδες κάποιου αγαπημένου συγγραφέα.

Πάμε λοιπόν να δούμε τι καλό έχουμε σήμερα.


Το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων






«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω, είναι μια διανοητική τοποθέτηση που υποτιμά τον πονόδοντο. Αισθάνομαι, άρα υπάρχω, είναι μια αλήθεια με πολύ γενικότερο βεληνεκές, που αφορά και κάθε ζωντανό πλάσμα. Το εγώ μου δε διακρίνεται ουσιωδώς από το δικό σας με τη σκέψη. Πολλοί άνθρωποι, λίγες ιδέες: σκεπτόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα, λίγο πολύ, μεταθέτοντας, δανειζόμενοι, κλέβοντας ο ένας τις ιδέες του άλλου. Αν όμως κάποιος με πατήσει στον κάλο, είμαι εγώ μόνο που νιώθω τον πόνο. Το θεμέλιο του εγώ δεν είναι η σκέψη, αλλά ο πόνος, το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων. Μέσα στον πόνο ούτε μια γάτα δε μπορεί να αμφιβάλλει για το μοναδικό της και μη ανταλλάξιμο εγώ.

Ο πόνος είναι η μεγάλη του εγωκεντρισμού Σχολή.»


Μίλαν Κούντερα. Από την "Αθανασία" [Nesmrtelnost], σε μετάφραση Κ.Δασκαλάκη. Πρώτη δημοσίευση το 1990.


Ο Ουγκώ, η Αράχνη και η Τσουκνίδα






«Την αράχνη αγαπώ και την τσουκνίδα,
Επειδή όλος ο κόσμος τις μισεί,
Τους πόθους τους κανείς δεν εισακούει
Και πάντοτε γι' αυτούς τις τιμωρεί.
Καταραμένες, λεν πως είναι, τιποτένιες,
Έρποντα όντα, σκοτεινά,
Στην ίδια την παγίδα τους πιασμένες,
Αιχμάλωτες, έρμαια θλιβερά.
Κατάδικοι στο ίδιο τους το έργο,
Στης μοίρας τους μπλεγμένες τον ιστό,
Με φίδι λεν πως μοιάζει η τσουκνίδα,
κι η αράχνη με ρακένδυτο πτωχό.
Της αβύσσου η σκιά πως τις βαραίνει,
κι όλοι τις προσπερνούν μ' αποστροφή,
Πως θύματα κι οι δυο τους έχουν πέσει
Μέσα σε μαύρη νύχτα, ζοφερή...
Διαβάτες, σπλαχνιστείτε το τριβόλι,
κι αυτό το άμοιρο το ζωντανό
Για την ασχήμια και το τσίμπημά τους!
Δείξτε το έλεός σας στο κακό!
Παντού δε βρίσκεται η μελαγχολία;
κι όλοι ένα φιλί δεν προσδοκούν;
Στη φρίκη τους την άγρια φτάνει μόνο
Να πάψουν πια να τα πατούν,
Με καταφρόνια πια να πάψουν να τα βλέπουν,
Εκεί, στη σκοτεινή τους τη γωνιά,
Τόσο το ζωύφιο, όσο και το ζιζάνιο,
"Αγάπη θέλω!", λεν ψιθυριστά.»


Βίκτωρ Ουγκώ, "Les Contemplations" [1856]. Μετάφραση Γιάννη Στρίγκου.

Ήταν το κίνημα του Ρομαντισμού εκείνο που, για πρώτη φορά, έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε εκείνους που, ως τότε, ανήκαν στο περιθώριο και τα ψιλά γράμματα της τέχνης και της λογοτεχνίας... Στους απόκληρους. Τους άρρωστους. Τους άσχημους. Τους ανάπηρους. Τους αδικημένους.

Τους μετέτρεψε όχι μόνο σε πρωταγωνιστές – μα σε ανθρώπους αναβλύζοντες μιας βαθύτερης, γνήσιας ομορφιάς.

Ο Ουγκώ θα το αποδείκνυε εξάλλου με τον Κουασιμόδο της "Παναγίας των Παρισίων"... Περισσότερα για το σπουδαίο αυτό έργο είπαμε πρόσφατα εδώ:





Τολστόι, Εκκλησία και Επανάσταση


Art: Ilja Jefimowitsch Repin, 1893


«Ακόμα και στην κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, δύο και δύο δεν κάνουν έξι.»


Έτσι είπε ο Τολστόι, ενώ διένυε τις τελευταίες του στιγμές, αρνούμενος να συμφιλιωθεί με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, που τον είχε αφορίσει.

Ο συγγραφέας των "Άννα Καρένινα" και "Πόλεμος και Ειρήνη" είχε αναπτύξει μια δική του, προσωπική φιλοσοφία και στάση ζωής, πέρα από τους δογματισμούς της Εκκλησίας. Βαθιά επηρεασμένος από τον χριστιανισμό (όχι στην εκκλησιαστική, μα στην ουσιαστική του, αρχέγονη μορφή), μα και από την σκέψη της Ανατολής (βουδισμός, ινδουισμός, κομφουκιανισμός), υπήρξε επίσης υποστηρικτής των προοδευτικών και ριζοσπαστικών κοινωνικών θεωριών της εποχής του. Οραματιζόταν μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, στα πρότυπα κυρίως της αναρχικής σκέψης – η επιρροή του Προυντόν και του Κροπότκιν υπήρξε καθοριστική πάνω του.

Ωστόσο διέφερε από σημαντική μερίδα των αναρχικών πάνω στο θέμα της επαναστατικής βίας. «Οι Αναρχικοί έχουν δίκιο σε όλα», έγραφε προς το τέλος της ζωής του. «Στην άρνηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και στη διαπίστωση πως, χωρίς Εξουσία, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερη βία, απ' ότι ήδη εμφανίζεται κάτω από τις παρούσες εξουσιαστικές δομές. Μόνο τους λάθος είναι πως η Αναρχία θα μπορούσε να επέλθει βίαια με επανάσταση. Θα καθιερωθεί, αντίθετα, όταν περισσότερος και περισσότερος κόσμος δεν θα έχει πια ανάγκη από την προστασία κάποιας κυβερνητικής εξουσίας...

Μια μονάχα μόνιμη επανάσταση μπορεί να υπάρχει – μία επανάσταση ηθική: η διαρκής ανανέωση του ανθρώπου μέσα μας».

Μεταξύ άλλων, η επιρροή του Τολστόι υπήρξε καθοριστική στη σκέψη και πρακτική του Μαχάτμα Γκάντι, με τον οποίο και αλληλογραφούσαν. «Ο μεγαλύτερος απόστολος της μη-βίας της εποχής μας», είχε πει ο Γκάντι για τον Τολστόι.


Ο Ένας στους Χίλιους







«Αν ήμουν χριστιανός, ίσως ξομολογιόμουν το μαρτύριό μου. Αυτό είναι το πλεονέκτημα των θρησκειών. Μπορείς ν' ανοίγεις την ψυχή σου σ' έναν άνθρωπο, προετοιμασμένο ν' ακούσει τα πιο παράξενα πράματα, και που προσπαθεί να σε γαληνέψει με άφθονες παρηγοριές. Μα αυτό το ξαλάφρωμα είναι δυσκολόβρετο έξω από τις μεταφυσικές λατρείες. Ο συνάνθρωπός σου - ο κοινωνικός σου σύντροφος, με τη τετράγωνη, υγιή λογική - θα γελάσει με τις εκμυστηρεύσεις σου. Κι ίσως φροντίσει να προφυλάξει την κοινωνία από τις αιρετικές σου σκέψεις και τα παράξενα αισθήματα σου, κλείνοντας σε στη φυλακή, ή το φρενοκομείο.

Ίσως πάλι να υπάρχει κάποιος, σ' ολόκληρο τον κόσμο, που να μπορεί να καταλάβει την περίεργη ψυχοτροπία μου. Μα είναι δύσκολο να τον βρω. Θα έπρεπε να ‘ρθω σ' επαφή με χίλιους κοινούς ανθρώπους, για να βρω τον ένα, τον εξαιρετικό.

Το έπαθλο δεν αξίζει τον κόπο..."


Μ. Καραγάτσης, δια στόματος του χαρακτήρα του Κωστή Ρούση, από το μυθιστόρημα "Ο Κίτρινος Φάκελος". Γραμμένο το 1956, ένα από τα πλέον ιδιαίτερα μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (σε επίπεδο αφηγηματικής τεχνικής και ύφους)...

Ήταν εξάλλου το μοναδικό, από όλα τα μυθιστορήματα του Καραγάτση, που ο ίδιος είχε πει πως "αδυνατεί να περιγράψει"...



Περί Βαρεμάρας ο λόγος...





"Τα ανθρώπινα όντα κάνουν τη ζωή τόσο ενδιαφέρουσα. Αφού να καταλάβεις, σ' ένα σύμπαν γεμάτο με τόσα θαύματα, κατόρθωσαν να εφεύρουν τη βαρεμάρα".

Terry Pratchett


"Δεν πιστεύω στη ζωή μετά το θάνατο, επομένως δεν χρειάζεται όλη μου τη ζωή να φοβάμαι την κόλαση, ή ακόμα περισσότερο, να φοβάμαι τον παράδεισο. Γιατί όποια και αν είναι τα μαρτύρια της κόλασης, νομίζω πως η βαρεμάρα του παραδείσου θα ήταν ακόμα χειρότερη".

Isaac Asimov


"Βαρεμάρα. Η επιθυμία για επιθυμίες".

Λέων Τολστόι


"Ένα θέμα για κάποιον μεγάλο ποιητή θα μπορούσε να είναι η βαρεμάρα του Θεού μετά την έβδομη μέρα της δημιουργίας".

Φρίντριχ Νίτσε


"Βαρεμάρα είναι να αισθάνεσαι πως τα πάντα είναι χάσιμο χρόνου. Γαλήνη είναι το ακριβώς αντίθετο".

Thomas Szasz


"Aυτή είναι η κατάρα της εποχής μας, ακόμα και οι πιο παράξενες παρεκκλίσεις δε θεραπεύουν τη βαρεμάρα".

Σταντάλ



"Στις ΗΠΑ πρέπει ή να παρεκκλίνεις απ' τη νόρμα, ή να πεθάνεις απ' τη βαρεμάρα".

William Burroughs


"'Ισως το δεύτερο μεγαλύτερο έγκλημα του κόσμου να είναι η βαρεμάρα. Το πρώτο είναι να είσαι βαρετός".

Ζαν Μπωντριγιάρ



"Μονάχα οι βαρετοί άνθρωποι βαριούνται".

Τσαρλς Μπουκόφσκι



Πίνοντας παρέα με τον Μπουκόφσκι





«Το να πίνεις είναι μια συναισθηματική κατάσταση. Σε ταρακουνά πέρα από τις νόρμες της καθημερινής ζωής, έξω από κάθε τι που είναι ίδιο. Σε βγάζει από το σώμα και το νου σου και σε πετά στον τοίχο.

Έχω την αίσθηση πως το να πίνεις είναι μια μορφή αυτοκτονίας, κατά την οποία όμως μπορείς να επιστρέψεις πίσω στη ζωή και να ξεκινήσεις πάλι απ' την αρχή, την επόμενη μέρα. Είναι σα να σκοτώνεις τον εαυτό σου και μετά ν' αναγεννιέσαι.

Υποθέτω έχω ζήσει γύρω στις δέκα ή δεκαπέντε χιλιάδες ζωές ως τώρα».

Τσαρλς Μπουκόφσκι


Συνεχίζεται...............


ΥΓ – Για όσους το έχασαν, το πρώτο μέρος της καθόδου στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας εδώ:


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1: Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που δαγκώνουν



Επιλογή κειμένων και σχεδιασμός banner: το φονικό κουνέλι