28 Οκτωβρίου 2018

Οι Σειρήνες του Πολέμου... Του Νίκου Καζαντζάκη


Νίκος Καζαντζάκης, οι σειρήνες του πολέμου. Από το Ταξιδεύοντας: Αγγλία. Σύνθεση εικόνας από το φονικό κουνέλι



Ένα απόσπασμα από το «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» του Νίκου Καζαντζάκη



Τον καιρό που ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εν έτει 1939, ο Νίκος Καζαντζάκης βρισκόταν στην Αγγλία. Έζησε από πρώτο χέρι την σιωπηλή, μα αποφασιστική προετοιμασία του αναπόφευκτου αμυντικού πολέμου ενάντια στην επέλαση των φασιστικών δυνάμεων του Άξονα. Είδε τις σκυθρωπές βρετανικές πολιτείες να ντύνονται στα γκρίζα και να καλούν τους πολίτες στην υπεράσπιση της πατρίδας τους. Και όταν πέρασαν τα πρώτα εχθρικά αεροπλάνα πάνω από την πόλη διέσχισε από νωρίς, μαζί με τους βρετανούς πολίτες, τη λεπτή εκείνη αόρατη γραμμή που χωρίζει τον κόσμο της ειρήνης από τον κόσμο του πολέμου: η πραγματικότητα που γνώριζε ως τότε είχε τελειώσει• τίποτα δεν ήταν πλέον δεδομένο• η ζωή μπορούσε να τελειώσει από στιγμή σε στιγμή, με την αιφνίδια έκρηξη μιας βόμβας καταμεσής της πόλης.

Μια τέτοια εμπειρία μας περιγράφει στο ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «Ταξιδεύοντας: Αγγλία». Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα όταν άκουσε ξαφνικά τον ήχο της σειρήνας: προειδοποίηση πως επέρχεται εχθρική εισβολή και παρακίνηση για αναζήτηση καταφυγίου από τυχών ρίψη αεροπορικών πυρών. Το καταφύγιο στην προκειμένη περίπτωση ήταν μια όμορφη γοτθική εκκλησία – «καλό επιτάφιο μνημείο», όπως τη χαρακτήρισε με μαύρο χιούμορ ο ίδιος. Εκεί, στο σκοτάδι, φορώντας μάσκες, έχοντας βουλώσει τα αυτιά τους με βαμβάκια και έχοντας ανάψει κάτι ζοφερά κεριά, ο Καζαντζάκης θα περιμένει στωικά το αναπόφευκτο, παρέα με μερικές δεκάδες ακόμα βρετανούς πολίτες, άντρες και γυναίκες.

Πώς αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ενός θανάτου και την πιθανότητα να θαφτεί εκεί, στα βάθη της βρετανικής γης, από τη ρίψη μιας βόμβας; Με καρτερία, σθένος και ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την Ιστορία: «Ποτέ ως τώρα, συλλογίζουμουν, δεν έζησα μιαν τόσο παγκόσμια κρίσιμη στιγμή. Ας τη χαρώ ως το τέλος!»

Μα του έλειπε, εκεί στο άδυτο, ο Δάντης και το «Καθαρτήριό» του – το βιβλίο που τον συντρόφευε, μεταξύ άλλων, τον καιρό εκείνον στην Αγγλία. Πόσο θα ήθελε, γράφει, να διάβαζε κάποιους στίχους του εκείνη την ώρα!

Δυστυχώς για τον υπόλοιπο κόσμο, ο πόλεμος βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Μα η πρώιμη εκείνη εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη φανερώνει μια πτυχή του που συχνά προσπερνάμε: όχι εκείνη των πολεμιστών στη μάχη, μα του άμαχου πλήθους, του λαού που αποζητά καταφύγια στις πόλεις – εκείνων που παραδίδονται περισσότερο από όλους ίσως στο αναπόφευκτο και το μοιραίο.

Ας παραδώσουμε την σκυτάλη στον Νίκο Καζαντζάκη και στην αφήγησή του.



Οι σειρήνες του πολέμου, του Νίκου Καζαντζάκη




«Στις 3 του Σετέμπρη, κατά το μεσημέρι, περπατούσα στη Λόντρα, γύριζα από το Γκόρντον σκουαίρ. Απαλή, γαλήνια μέρα, ήλιος Έλληνας, ζέστη γλυκιά, τα δέντρα έλαμπαν όλο φως, αλαφριά κιτρινισμένα• είχαν ξουρίσει, τώρα να, τη χλόη στο πάρκο κι ο αγέρας μύριζε χορτάρι και χωματίλα. Μυρωδιά που παρηγορούσε και δρόσιζε τα σπλάχνα. Μια γοτθική εκκλησία από γκρίζα πέτρα υψώθηκε ξαφνικά μπροστά μου. Απλή, λυγερή, περήφανη, καμωμένη, θαρρείς, από ένα πανύψηλο πέτρινο βέλος που χιμούσε στον ουρανό, μυτερό σαν αλεξικέραυνο.

Στάθηκα και καμάρωνα τον αγαπημένο ρυθμό που έδωκε την πιο τέλεια, για μένα, φόρμα στη θρησκευτικήν αρχιτεχτονική. Όχι πια η ισιόγραμμη τετράγωνη λογική του ελληνικού ρυθμού, που βάνει ανθρώπινη τάξη στο υπεράνθρωπο μυστήριο, ισορροπώντας τη λαχτάρα, εγκαινιάζοντας λογική συνεννόηση του ανθρώπου με το Θεό. Μα κάτι παράφορο κι ορμητικό, μια ένθεη αλλοφροσύνη που συνεπαίρνει ξάφνου τον άνθρωπο και τον κάνει να εξορμάει στη γαλάζιαν ερημιά και να ζητάει να αιχμαλωτίσει τον μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε «Θεό».

Τέτοια, συλλογίζουμουν, πρέπει να ‘ναι κι η προσευχή. Τέτοια φόρμα ταιριάζει στην ψυχή του αληθινού ανθρώπου. Να καταβροχθίζει όλο το σώμα ανθρώπινες χαρές και πίκρες και λαχτάρες και να τις ρίχνει σα βέλος στο άφταστο, χιμαιρικό, απάνθρωπο ύψος. Ορμή και περηφάνια, κραυγή που χάνεται μέσα στο φως, λόγχη που στέκεται, έρημη, και περιμένει.

Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν να ουρλιάζουν οι πρώτες πρώτες στη Λόντρα σειρήνες του κιντύνου. Μέρες τώρα, σε όλη την απέραντη πολιτεία μεγάλα τοιχοκολλήματα ειδοποιούσαν τους κακόμοιρους ανθρώπους και τους μάθαιναν να ξεχωρίζουν τα διάφορα συνθήματα του κιντύνου: Οι σειρήνες αναγγέλνουν τα εχτρικά αεροπλάνα που ζυγώνουν, τροκάνες τα δηλητηριώδη αέρια και τις αρρώστιες που ο σύγχρονος επιστήμονας βάρβαρος έμαθε τους ανθρώπους να ρίχνουν και ν’ αφανίζουν τις πολιτείες.

Ο αγέρας μεμιάς γιόμωσε αόρατη, τρομαχτική παρουσία. Κοίταξα μεμιάς γύρα μου: οι διαβάτες μια στιγμή σταμάτησαν μαρμαρωμένοι, τρούλωσαν τ’ αυτιά. Τα πρόσωπα είχαν αλαφριά κιτρινίσει, οι πόρτες άνοιξαν, άντρες και γυναίκες πρόβαλαν, κοίταξαν τον ουρανό και ξανάκλεισαν τις πόρτες με δύναμη. Άλλοι έτρεχαν στα σπίτια τους να πάρουν τις μάσκες τους. Μαύρα ζωγραφισμένα χέρια στους τοίχους έδειχναν κοντά στο Γκόρντον σκουαίρ όλα κατά την ίδια γραμμή• κι αποκάτω η λέξη: Shelter, καταφύγιο.

Ωραία η στιγμή, γιομάτη ήσυχο, αθόρυβο πανικό. Ένας νέος που κρατούσε χεραγκαλιά μια νέα, στράφηκε, την κοίταξε και χαμογέλασε για να της δώσει θάρρος. Ένας πόλισμαν στο σταυροδρόμι, ήσυχος, άπλωσε το χέρι κι έδειχνε. Οι διαβάτες υπάκουγαν στη βουβή κίνηση κι έτρεχαν, όσο μπορούσαν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, στο καταφύγιο.

Ήταν η πρώτη συγκίνηση, η πρώτη «επιφοίτηση» που έκαναν οι μοντέρνοι ατσαλένιοι άγγελοι της Αποκάλυψης. Είχαμε πέντε λεφτά στη διάθεσή μας και δεν ήθελα να τα χάσω. Μια άγρια απάνθρωπη περιέργεια με κρατούσε ακίνητο. Τούτη είναι, έλεγα με το νου μου, η πρώτη κραυγή, ο πρώτος επιθανάτιος ρόγχος του βιομηχανικού πολιτισμού. Δόθηκε το σύνθημα της καταστροφής. Το ανθρώπινο μυαλό που δημιούργησε όλα αυτά τα μαγικά θάματα, χωρίς ηθική πίστη κι ανθρώπινη γλύκα, σηκώνει τώρα, σαν το σκορπιό, την ουρά του, ξεχειλισμένη δηλητήριο, και την μπήγει στο στήθος του.

Ποτέ ως τώρα, συλλογίζουμουν, δεν έζησα μιαν τόσο παγκόσμια κρίσιμη στιγμή. Ας τη χαρώ ως το τέλος!

— Εμπρός! Εμπρός! μου φώναξε ο πόλισμαν. Που είναι η μάσκα σας;

Μ’ έσπρωξε ν’ ακολουθήσω τους επίλοιπους διαβάτες. Από μαύρο χέρι σε μαύρο χέρι φτάσαμε στο καταφύγιο. Ήταν η γοτθική εκκλησία.

Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα μια στιγμή το περήφανο βέλος στον ουρανό. Όλες οι πέτρες αποκορυφώνουνταν σε μια μυτερή αιχμή. «Καλό επιτάφιο μνημείο», είπα από μέσα μου, «και μου αρέσει. Ας κατεβούμε!»




Καταφυγή σε βρετανικό καταφύγιο, στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου

Βομβαρδιστικά αεροπλάνα στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο

Μέσα σ' ένα βρετανικό καταφύγιο, στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου




Μπήκαμε μέσα από την τοξωτή πόρτα. Ο πάστορας μας υποδέχουνταν χλωμά χαμογελώντας. Κατεβήκαμε μια στενή πέτρινη σκάλα κι ύστερα άλλη, μπήκαμε σε θολωτό υπόγειο. Δυο τρία εικονίσματα κρέμουνταν στους τοίχους. Η Παναγία με το μωρό της. Πιο πέρα ένας Χριστός ροδοκόκκινος και χαρούμενος, θρανία δεξιά κι αριστερά και καθίσαμε. Στη γωνιά πρόχειρος σταθμός για τις πρώτες βοήθειες: μπαμπάκια, γάζες, μποτίλιες, μποτιλάκια.

Δυο τρεις νέοι μπροστά μου με τις μάσκες στο χέρι• μια κομψευόμενη είχε κάνει μεταξωτή θήκη για τη μάσκα της, αρμονισμένη με το χρώμα της ζακέτας της. Μια άλλη κοπέλα κρατούσε σφιχτά το χέρι ενός νέου με χακί και δε μιλούσε.

— Είναι νιόνυφοι, άκουσα να μουρμουρίζουν δίπλα μου• περνούν έτσι το «μήνα του μέλιτος»...

Μια στρουμπουλή γυναικούλα έβγαλε ένα μήλο κι άρχισε να το τρώει βιαστικά βιαστικά, σα να φοβόταν μη δεν προφτάσει.

Μια νοικοκυρά ροδομάγουλη, ντυμένη κάτασπρα, μ’ ένα κόκκινο σταυρό ραμμένο στο μανίκι της, ξεκόλλησε από τη γωνιά και μας μοίρασε μπαμπάκι.

— Για τ’ αυτιά, είπε, να μην ακούτε.

Μέθοδο στρουθοκαμήλας, παναιώνια. Ο πάστορας στάθηκε ανάμεσα στις δυο σειρές τα θρανία κι είπε μερικά λόγια για Θεό και θεία Πρόνοια και Παράδεισο.

Ύστερα έφερε ένα φωνόγραφο, τον τοποθέτησε στο τραπέζι, έβγαλε μερικές πλάκες.

— Τί μουσική προτιμάτε; ρώτησε.

Οι περισσότεροι διάλεξαν κάποιο αλαφρό αισθηματικό τραγούδι, ένα είδος Τιπερέρυ. Η μουσική άρχισε. Μέσα από τα φραμένα αυτιά έφταναν στην ψυχή, σαν από άλλον όχτο, γλυκές αισθηματικές νότες για έρωτα και χωρισμό.

Ένας δίπλα μου με ρώτησε από που είμαι. Μιλήσαμε φωναχτά για την Ελλάδα και την μπλάβη θάλασσα... Ήξερε και τον κλασικό στίχο του Ομήρου κι άρχισε να μου τον απαγγέλνει περήφανος, με την ερασμιακή προφορά του: «Μένιν άεϊντε, τεά...»

Έπειτα σιωπή. Μας μοίρασαν άσπρα κεριά, το ηλεχτρικό έσβησε. Ήμασταν μια πενηνταριά, άντρες, γυναίκες. Πέντ’ έξι τρόμαξαν μες στο σκοτάδι κι άναψαν τα κεράκια τους. Το θέαμα έγινε όπως έπρεπε να γίνει, μακάβριο. Ένας γέρος έβγαλε τότε την εφημερίδα του κι άρχισε να διαβάζει• μα τα μάτια του ήταν ακίνητα. Όσοι είχαν μάσκες τις έβαλαν• οι γυναίκες έβγαλαν παραμάνες από τα τσαντάκια τους κι άρχισαν με στοργή να εφαρμόζουν στερεά τις μάσκες στους άγνωστους γύρα τους άντρες. Σα μητέρες. Ως την τελευταία στιγμή εχτελούσαν πιστά το γυναικείο χρέος τους.

Να ‘χετε καθένας τ’ όνομά σας γραμμένο σ’ ένα χαρτί στην τσέπη σας, φώναξε ο πάστορας, που στέκουνταν πάντα όρθιος ανάμεσα στα θρανία. Τ’ όνομα και τη διεύθυνσή σας.

— Γιατί; ρώτησε μια κοπέλα.

Μα κανένας δεν της αποκρίθηκε. Κι αυτή κοκκίνισε που μια στιγμή δεν είχε καταλάβει.

— Ωλ ράιτ, είπε, έβγαλε από το τσαντάκι της ένα χαρτί κι έγραψε.

Ο πάστορας άνοιξε το μικρό ευαγγελιάκι του κι άρχισε να διαβάζει, αμίλητος. Κοίταζα στο αγνό φως των κεριών το πρόσωπό του, καλοθρεμμένο, καλοξουρισμένο, το κάτασπρο κολλάρο του, την ολοκάθαρη φαλάκρα του που γυάλιζε σαν πολύτιμο λείο φίλντισι.

Λυπήθηκα που δεν είχα κι εγώ μαζί μου το μικρό Ντάντε μου να διαβάσω από τα στερνά τραγούδια του Πουργατόριου, που τόσο μου αρέσουν. «Δεν πειράζει», είπα. «Φτάνει που θυμούμαι την ουσία τους. Την ανοιξιάτικη τρυφερότητά τους, τη Λουκία ανάμεσα στα λουλούδια και τα κάτασπρα γυναίκεια ποδάρια που κινούνται χορευτά απάνω στην πράσινη χλόη. Κι αν είναι εδώ να τελειώσει το σεριάνι μου απάνω στον κόσμο, καλά τελειώνει.»

Ένιωθα όλο μου το στήθος γιομάτο αρμονία.

Πέρασαν πέντ’ έξι λεφτά. Οι περισσότεροι είχαμε βγάλει τα μπαμπάκια από τ’ αυτιά μας και προσπαθούσαμε ν’ ακούσουμε τί γίνεται απάνω στην επιφάνεια της γης. Τίποτα. Ησυχία. Σα να ‘μασταν μέσα σε τάφο. Άξαφνα η πόρτα άνοιξε. Ένας κοντόχοντρος ξανθομάλλης φάνηκε με το πρόσωπο χαρούμενο:

—Raiders passed! είπε. Έφυγαν τ’ αεροπλάνα!

Σηκωθήκαμε σα ν’ αναστηθήκαμε. Βγήκαμε γρήγορα “a rivedere de stele”. Τα χείλια ήτανε ακόμα λίγο στεγνά, οι λαιμοί λίγο σφιμένοι...»



Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» του Νίκου Καζαντζάκη.

© Για την ψηφιοποίηση, την παρουσίαση και τον σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18



Ο καθεδρικός του Αγίου Παύλου στην Αγγλία, στη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής το 1940

2 σχόλια:

  1. Μεγάλες στιγμές από κείνες τις μαύρες μέρες του πολέμου που τις βίωσε και το Λονδίνο με όλη του την αγριότητα. Καλησπέρα σου Κούνελε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή