Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blues. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blues. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Μαρτίου 2019

Γενηθήτω Black Sabbath... ένα αφιέρωμα στους πατέρες της metal μουσικής



Black Sabbath album cover / Το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου των Black Sabbath




Ο ήχος του ψιλόβροχου πέφτει στον δρόμο... Σταγόνες κρύες, παγωμένες, κάθε άγγιγμά τους μια προειδοποίηση. Η καμπάνα αντηχεί από μακριά, αντιλαλώντας πένθιμα, υπόκωφα. Μια επικείμενη αίσθηση χαμού. Ο ήχος της θολός και απόμακρος, θαμμένος στην ομίχλη, μυστικό που αναδύεται σαλεύοντας αργά. Μα σαν περνά η ώρα, ο αντίλαλος τρυπά το νεφελώδες πέπλο και καταφτάνει κρυστάλλινος στ’ αυτιά σου. Ο ήχος της καμπάνας δυναμώνει, καταπίνει τη σιωπή. Μαζί του δυναμώνει και η βροχή. Τα άγγιγμά της πλέον τσουχτερό. Αισθάνεσαι πως κάτι φοβερό, κάτι φρικτό επίκειται, από στιγμή σε στιγμή. Μα παραμένεις κοκαλωμένος στη θέση σου.

Μια μαυροντυμένη φιγούρα ξεπροβάλλει από μακριά, τα χαρακτηριστικά της θολά, απροσδιόριστα. Πλησιάζει προς το μέρος σου, βαδίζοντας αργά, πολύ αργά. Μήπως όμως παραμένει ακίνητη στη θέση της; Μήπως είσαι εσύ εκείνος που πλησιάζεις, χωρίς τη θέλησή σου; Μήπως η νύχτα η ίδια σε σπρώχνει να τη συναντήσεις; Οι καμπάνες αντηχούν διαπεραστικά – η βροχή σε περιβάλλει. Η φιγούρα σιμώνει προς το μέρος σου. Θες να κάνεις μεταβολή, επιθυμείς να φύγεις – μα για κάποιο λόγο πιάνεις τον εαυτό σου να παραμένει στάσιμος, κοιτάζοντας σαν υπνωτισμένος.

Η φιγούρα σου χαμογελά. Ένας κεραυνός σκίζει τον ουρανό στα δύο. Βγάζεις μια κραυγή. Η κόλαση ξεχύνεται. Είναι πια αργά.

…Kαὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω metal· καὶ ἐγένετο Black Sabbath – όπως θα μπορούσε να γράφει η Βίβλος της Μουσικής, κάπου εκεί, σε μια από τις καταχωνιασμένες, σκοτεινές σελίδες της.

Και γεννήθηκαν έτσι, υπό τους ήχους της βροχής και των καμπάνων του χαμού, οι Black Sabbath, ένα τερατόμορφο μωρό με παραμορφωμένα δάχτυλα και άγριο βλέμμα. Ένα μωρό που βύζαινε τα Blues, τη Μάνα τόσων και τόσων παιδιών, μα δημιούργησε κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο από αυτά. Ήταν το Heavy Metal και οι Black Sabbath υπήρξαν οι πατέρες του.





Βροχή στο σκοτάδι / Raining in the dark



Ένα ατύχημα




Η βροχή που δυναμώνει· Οι πένθιμες καμπάνες· Η ντυμένη στα μαύρα φιγούρα – μια παρουσία άγνωστη, μα τόσο γνώριμη ταυτόχρονα· Και η σπαρακτική κραυγή του Ozzy Osbourne, ενώ φωνάζει «Θεέ μου, βοήθησέ με!». Αυτή είναι η ατμόσφαιρα και αυτά είναι τα συστατικά του θρυλικού πρώτου, ομότιτλου τραγουδιού, του πρώτου άλμπουμ των Black Sabbath. Βρισκόμαστε στο έτος 1970. Ήταν τότε που η μαυροντυμένη τετράδα των Tonny Iommi, Ozzy Osbourne, Geezer Butler και Bill Ward αποφάσισαν να συλλέξουν σ’ έναν δίσκο τ’ αποτελέσματα των μουσικών και στιχουργικών πειραματισμών τους. Τίποτα δε θα ήταν το ίδιο ξανά στη μουσική.

Ασφαλώς εκείνο που ονομάζουμε «σκληρή» μουσική προϋπήρξε των Black Sabbath. Οι ρίζες τους ήταν εμποτισμένες απ’ τα Blues και δεν είναι τυχαία η αρχική ονομασία του συγκροτήματος: “The Polka Tulk Blues Band”, συντομευμένη εν συνεχεία σε “Polka Tulk”. Ήταν 1968 όταν τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος έκαναν το ξεκίνημά τους – καταμεσής της εποχής των παιδιών των λουλουδιών, της ψυχεδέλειας και των κοινωνικών μηνυμάτων αγάπης. Μα εδώ δεν ήταν Σαν Φρανσίσκο, μα το βιομηχανικό Birmingham: η τετράδα ήταν γέννημα θρέμμα της εργατικής τάξης. Μέσα στην κάπνα και το ζοφερό σκηνικό της πόλης δεν έβρισκαν πολλές αφορμές για να πιάσουν τους αγρούς και να τραγουδήσουν για λουλούδια και ειρήνη.

Εν ολίγοις, ήδη από το ξεκίνημά της, η τετράδα απ’ το Birmingham φανέρωνε πως επιθυμούσε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, πέρα από τη μόδα και τις τάσεις των καιρών.



Earth band in 1968... Black Sabbath in their beginning / Οι Black Sabbath στο ξεκίνημά τους, τον καιρό που ονομάζονταν Earth
Παλιά, πρώιμη φωτογραφία των Black Sabbath, από το 1969 / Black Sabbath in 1969
Ο κιθαρίστας των Black Sabbath, Tony Iommi




Σύντομα το σχήμα (που στην πρώιμη εκδοχή του ήταν εξαμελές, μα δύο από τα μέλη του έφυγαν πολύ νωρίς) μετονομάστηκε σε “Earth” – ήταν ένα όνομα που αργότερα ο Ozzy Osbourne αποκάλυψε πως μισούσε. Τα Blues υπήρξαν ο πυρήνας, η βάση του ήχου τους. Αν υπήρξε μία μουσική τις περασμένες δεκαετίες, που είχε κάθε λόγο να θεωρεί τον εαυτό της περιθωριακό, τραχύ και άγριο, αυτή ήταν σαφέστατα τα μαύρα, αμερικανικά Blues – και στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 η Αγγλία τα είχε ανακαλύψει και τα είχε ερωτευτεί. Ε λοιπόν, η τετράδα από το Birmingham ανήκε στους θαυμαστές του είδους – μα δεν δοκίμαζαν να παίξουν Blues «καθαρά», μα μπολιασμένα με άφθονη ηλεκτρική παραμόρφωση.

Ήταν ένας εντελώς πρωτοποριακός ήχος και ένα πολύ ασυνήθιστο, για την εποχή, στυλ παιξίματος, ειδικά όσο αφορά την ηλεκτρική κιθάρα. Σύμφωνα με τον κιθαρίστα Tonny Iommi, τον βασικό υπεύθυνο της δημιουργίας του χαρακτηριστικού αυτού ήχου του συγκροτήματος, το παίξιμό του οφειλόταν σε ένα εργατικό ατύχημα που είχε στα 17 του – στη διάρκεια του οποίου έχασε τις άκρες των μεσαίων δαχτύλων του χεριού του. Στη θέση τους έβαλε πρόσθετα, πλαστικά υποκατάστατα και ξεκούρδισε τις χορδές της κιθάρας του με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να τις λυγίζει ευκολότερα με τα νέα, κατασκευασμένα δάχτυλά του. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ιδιαίτερα παραμορφωμένος κιθαριστικός ήχος, όμοιος του οποίου δεν είχε ακουστεί ως τότε. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε λοιπόν πως ήταν ένα ατύχημα εκείνο που γέννησε το heavy metal.

Και αν δεν είχε υπάρξει ο ήχος της κιθάρας του Iommi, θα μιλούσαμε άραγε για «σκληρή μουσική»; Πιστεύω πως ναι – τα εξηλεκτρισμένα Blues εκείνων των χρόνων ήταν ασφαλώς μια μουσική γεμάτη δύναμη και πάθος, κάτι που φάνηκε εξάλλου σε άρτιους εκπροσώπους της όπως ο Jimi Hendrix. Οι Led Zeppelin είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, παραδίδοντας εξαιρετικές και ιδιαίτερα αιχμηρές εκτελέσεις blues τραγουδιών, ενώ το συγκρότημα του Jeff Beck παρέδιδε ορισμένα από τα σκληρότερα blues που είχαν ακουστεί ως τότε.

Παράλληλα οι Blue Cheer, την ίδια εποχή, είχαν αποκαλύψει μία ακόμα περισσότερο «βρώμικη» εκδοχή των ηλεκτρισμένων Blues, ίσως την πιο παραμορφωμένη όλων – και για κάποιους οι Blue Cheer είναι οι ουσιαστικοί προάγγελοι του Heavy Metal.

Μα κανενός ο ήχος δεν είχε το βάθος και τον όγκο της κιθάρας του Iommi. Κάθε ριφ που ξεχυνόταν απ’ τα χέρια του φάνταζε σαν οδοστρωτήρας. Ίσως να μην ήταν τα αρτιότερα παιγμένα blues από τεχνική άποψη – μα ήταν ό,τι βαρύτερο είχε ακουστεί ως τότε.

Δεν ήταν «μόνο» blues – μα κάτι πέρα από αυτά.




Black Sabbath in 1970
Οι Black Sabbath στις αρχές της δεκαετίας του 70 / Black Sabbath in 1970
Οι Black Sabbath τον καιρό του πρώτου δίσκου τους / Black Sabbath in the beginning



Σκοτεινά Οράματα




Λέγεται πως σε μια μέρα μόνο, στα τέλη του 1969, η τετράδα απ’ το Birmingham ηχογράφησαν όλα τα τραγούδια του πρώτου δίσκου τους. Και το συγκρότημα (που πλέον ονομαζόταν “Black Sabbath”, βασισμένο σ’ ένα ομώνυμο φιλμ του 1963 με τον Boris Karloff) παρέδωσε τον δίσκο στα μάτια του κοινού τον Φλεβάρη του 1970 – στο λυκαυγές της νέας δεκαετίας.

Η ατμόσφαιρα του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού, είναι εκείνη που προσδίδει στο άλμπουμ τον σκοτεινό, ζοφερό του τόνο, από την πρώτη, ως την τελευταία νότα. Μια αποκρυφιστική διάθεση κυριαρχεί, μια αίσθηση μυστηρίου και μιας επικείμενης ανησυχίας, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο από τους στίχους και – φυσικά – από το ανεπανάληπτο, στοιχειωμένο εξώφυλλο του δίσκου.

Ό,τι και να πούμε για το εξώφυλλο αυτό είναι λίγο. Πρόκειται για μια εικόνα που αποπνέει γνήσιο τρόμο – όχι για όσα δείχνει, μα όσα υπονοεί. Παρατηρούμε μια μαυροντυμένη, θολή φιγούρα, που μοιάζει με γυναίκα (μάγισσα;). Η φιγούρα φαίνεται να χαμογελά ανησυχητικά, ενώ πίσω της απλώνεται ένα τοπίο στην εξοχή και ένα αγροτικό σπίτι. Μα τα χρώματα του τοπίου παραπέμπουν όχι στην πραγματικότητα, με σε κάποιο όνειρο ίσως – ή σωστότερα, σε κάποιον εφιάλτη.

Η έκπληξη του κόσμου που αγόραζε το αυθεντικό βινύλιο γινόταν ακόμα μεγαλύτερη, όταν, ανοίγοντας τον δίσκο, αντίκριζαν ένα κατάμαυρο φόντο και έναν πελώριο, ανάποδο σταυρό να απλώνεται μπροστά τους. 



Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο του πρώτου δίσκου των Black Sabbath / Black Sabbath first album
Το ένθετο του πρώτου δίσκου των Black Sabbath / Black Sabbath, 1970, inner gatefold




Ο παλιόφιλος ο διάβολος είχε επιστρέψει για άλλη μια φορά, κάνοντας την εμφάνισή του όχι μόνο στο εσωτερικό του δίσκου, μα και σε τραγούδια όπως το “N.I.B” και φυσικά το ομότιτλο, «ανίερο άσμα» (ο λόγος για την «ανίερη τριάδα» - πρόκειται για το τραγούδι Black Sabbath, του δίσκου Black Sabbath, του συγκροτήματος Black Sabbath – ό,τι πρέπει για να τρομάζουν οι θρησκόληπτοι).

Για όσους αγνοούν, να πούμε πως το μέταλ δεν ήταν η πρώτη μουσική που είχε θεωρηθεί «του διαβόλου». Το ίδιο είχε ειπωθεί και για το ροκ των περασμένων χρόνων, και για τα blues και για τη τζαζ στο παρελθόν, μα και για κάθε νέα μουσική που ενοχλούσε τους συντηρητικούς του κόσμου. Όσο αφορά τους ίδιους τους Black Sabbath; Φρόντισαν να εκμεταλλευτούν την εικόνα προς όφελός τους φυσικά – γιατί σε τελική ανάλυση, όλα είναι θέμα marketing.

Από τα μέλη του συγκροτήματος εκείνοι που ήταν περισσότερο αναμειγμένοι τον καιρό εκείνο σε αποκρυφιστικές παραφιλολογίες και σχετικά ήταν ο τραγουδιστής Ozzy και, κυρίως, ο μπασίστας Geezer Butler. Ο Bulter είχε μεγαλώσει σε καθολική οικογένεια και η σκέψη του είχε εμποτιστεί με θεούς και δαίμονες. Του άρεσε εξάλλου να διαβάζει βιβλία αποκρυφιστών όπως ο Aleister Crowley. Μας εξιστορεί το ακόλουθο, πολύ ενδιαφέρον περιστατικό, που αφορά το ιστορικό του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού: Πριν ακόμα οι Black Sabbath αποκτήσουν το τελικό τους όνομα, τον καιρό που ονομάζονταν ακόμα "Earth", o Butler είχε δανειστεί ένα βιβλίο με θέμα του τη μαγεία από τον Ozzy. Τον καιρό εκείνο είχε βάψει το δωμάτιο του μαύρο, κατάμαυρο και είχε κρεμάσει στους τοίχους ανάποδους σταυρούς και εικόνες με αναπαραστάσεις του σατανά. Ένα βράδυ, λοιπόν, διάβασε το βιβλίο και, πριν κοιμηθεί, το άφησε δίπλα στο κρεβάτι του, σ' ένα ράφι.

Κάποια στιγμή ξύπνησε – τότε, αντίκρισε με τρόμο μπροστά του μια πελώρια μαυροντυμένη φιγούρα. Στεκόταν εκεί, μπροστά απ' το κρεβάτι του. Πιθανό να ήταν η φαντασία του, σκέφτηκε... Όταν όμως πήγε να ελέγξει το βιβλίο στο ράφι, διαπίστωσε πως το βιβλίο είχε εξαφανιστεί.

...Αυτά σύμφωνα με την αφήγηση του Geezer Butler! Φαντασίωση ή μύθος, απέδωσε τουλάχιστον καρπούς. Κάπως έτσι λοιπόν προέκυψε η ιδέα και γεννήθηκε, σα δαιμονισμένο βρέφος, το ομότιτλο "Black Sabbath"...



Σκοτεινή φιγούρα σε δάσος / Dark figure in a forest


Ήταν μόνο η Αρχή




Ο δίσκος σημείωσε αρκετά μεγάλη επιτυχία (φτάνοντας στην 8η θέση των βρετανικών charts), μα για τους Sabbath τα καλύτερα έμελλε να έρθουν στη συνέχεια. Ακόμα και αν δεν είναι, αντικειμενικά μιλώντας, ο πληρέστερος μουσικά δίσκος τους, ούτε εκείνος που ανέδειξε τις πλήρεις ικανότητες του συγκροτήματος, εν τούτοις το άλμπουμ κατέχει μυθικό status στα μάτια των οπαδών της μπάντας – και δικαιολογημένα.

Η μυστήρια, σκοτεινή ατμόσφαιρα εντείνει τη μυθική του διάσταση, ενώ ορισμένα από τα τραγούδια του έμελλε να καταξιωθούν ως κλασικά. Πρώτο και καλύτερο το καταπληκτικό “N.I.B.”, το οποίο περιλαμβάνει ένα από τα πιο πιασάρικα ριφ στην ιστορία της ροκ μουσικής, ενώ εξιστορεί τον έρωτα του Σατανά για μια θνητή γυναίκα – και την προσπάθειά του να την ξελογιάσει.

Η λογοτεχνία τρόμου και φαντασίας βάδιζαν πάντα χέρι χέρι με το heavy metal – ήδη από το ξεκίνημά του. Το υπέροχο “Wizard” αποτίνει φόρο τιμής στον μάγο Gandalf του “Hobbit” και του “Lord of the Rings”, ενώ το “Behind The Wall Of Sleep” είναι εμπνευσμένο από την ιστορία “Beyond The Wall Of Sleep” του H.P. Lovecraft.

Το “Evil Woman” υπήρξε το πρώτο single της μπάντας, μα στην πραγματικότητα συνιστά διασκευή του συγκροτήματος “Crow”. Όσο αφορά τα “Sleeping Village” και “Warning”, που κλείνουν τον δίσκο; Πρόκειται για ένα φινάλε που αποκαλύπτει τις blues ρίζες του Iommi, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει ακόμα περισσότερο τη μυστήρια, ανησυχητική διάθεση που αποπνέει το άλμπουμ στο σύνολό του… Ποιο είναι λοιπόν αυτό το «Χωριό» που αναφέρεται; Σε ποιους απευθύνεται η «Προειδοποίηση»; Μήπως βρισκόμαστε άραγε σε έναν τόπο πέρα από τον χρόνο, πέρα απ’ τη συνείδηση; Μήπως όλα είναι μέρος ενός ονείρου; Ενός ονείρου συλλογικού, κοινού για όλους;

Ένα είναι βέβαιο. Για τους Black Sabbath ήταν μόνο η αρχή. Η ιστορία τους είχε μόλις ξεκινήσει. Μα το αποψινό μας αφιέρωμα τελειώνει εδώ. Kαι το ψιλόβροχο αντηχεί για άλλη μια φορά...


Black Sabbath < click

N.I.B. < click


© Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι, 2015-19. Παρακαλώ να μην αντιγραφτεί σε άλλες ιστοσελίδες.

Ένα αφιέρωμα στις απαρχές των Black Sabbath και τον πρώτο δίσκο τους

18 Νοεμβρίου 2018

Όταν ο Ρόμπερτ Τζόνσον συνάντησε τον Διάβολο


Ο Ρόμπερτ Τζόνσον, ο Διάβολος και τα Μπλουζ - αφιέρωμα και σχέδιο από το φονικό κουνέλι / When Robert Johnson met the Devil



Ο Robert Johnson και οι απαρχές των Blues… Ένα αφιέρωμα στη διασταύρωση της αλήθειας και του μύθου




Ένα κρύο βράδυ του Οκτώβρη, στα σκονισμένα χρόνια της δεκαετίας του 30, μια νύχτα που το ολόγιομο φεγγάρι έβαφε τον ουρανό στην απόχρωση του αίματος, ο Ρόμπερτ Τζόνσον έκανε συμφωνία με τον διάβολο.

Τον καιρό εκείνο ο Τζόνσον [Robert Johnson] ήταν ένας μοναχικός νεαρός μουσικός των Blues, γυροφέρνοντας σαν την άδικη κατάρα με τη κιθάρα του στα χαραγμένα απ’ το πιοτό και την εκμετάλλευση τοπία του αμερικανικού Νότου. Αναζητούσε κάποια αναγνώριση – μια διέξοδο από εκείνο το τούνελ που είχε καταπιεί εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές πριν απ’ αυτόν: ψυχές φτωχών και περιθωριακών, σέρνοντας πίσω τους το βάρος μιας μακραίωνης ιστορίας σκλαβιάς και ρατσισμού. Τι και αν η σκλαβιά είχε επισήμως καταργηθεί εδώ και δυο γενιές; Μπορούσες ακόμα ν’ ακούσεις τον ήχο απ’ τις αλυσίδες της στα μαζεμένα βήματα των νεαρών νέγρων της εποχής – όπως και στα περιφρονητικά και φοβισμένα βλέμματα που εξαπέλυε πάνω τους η καλοστεκούμενη λευκή αστική κοινωνία των καιρών – όση, τέλος πάντων, είχε βγει ανέπαφη απ’ την οικονομική κρίση και τολμούσε να κοιτάξει καταπρόσωπο τους νέγρους.

Γεννήθηκε στο Μισισίπι και μεγάλωσε στο Μέμφις. Η μητέρα του είχε άλλα δέκα παιδιά πριν από αυτόν. Ο πατέρας του καταγόταν από σκλάβους. Ακόμα κι εκείνον τον καιρό η οικογένειά του εργαζόταν στις φυτείες – το ίδιο περιβάλλον που είχαν γνωρίσει οι παππούδες και οι πρόγονοί του. Βαμβάκια, φτωχόσπιτα και το στίγμα του αράπη. Μα είχαν και την παρηγοριά τους: το αλκοόλ, τη θρησκεία… και τα μπλουζ. Ένα είδος μουσικής που γεννήθηκε στο περιθώριο, σαν τους δημιουργούς του, και ανησύχησε ουκ ολίγους καλοβαλμένους αστούς της εποχής για τον «ηθικό εκφυλισμό» που το χαρακτήριζε. Να ήταν άραγε τα Μπλουζ η μουσική του διαβόλου;

Όσοι γνώρισαν τον νεαρό Τζόνσον λένε πως δεν ήταν καλός μουσικός τα πρώτα εκείνα χρόνια. Είχε μάθει κάποιες τεχνικές της κιθάρας από έναν αδερφό του, μα αδυνατούσε να φτάσει στο παίξιμο τους μεγάλους bluesmen των καιρών, όπως ο Charley Patton και ο Skip James – τους πρώτους μέντορες των “Blues του Δέλτα”, όπως χαρακτηρίστηκαν. Ένας άλλος δάσκαλος των Blues, ο Son House [Σον Χάουζ], τον είχε ακούσει να παίζει σ’ ένα τοπικό στέκι και είχε δηλώσει πως η μουσική του ήταν σκέτη φασαρία. «Δεν είχες ξανακούσει τέτοιο θόρυβο! Πάρε την κιθάρα απ’ τον μικρό, έλεγαν κάποιοι. Θα τους τρελάνει όλους με δαύτη! Δεν πιάνεις τη φυσαρμόνικα καλύτερα;»

Και το βλέμμα του νεαρού Τζόνσον άστραφτε σαν το μάτι του πάνθηρα στο σκοτάδι – ή σαν την αστραπή που φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό.



Μία από τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Τζόνσον
Μία από τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Τζόνσον



Στα 17 του παντρεύτηκε τη φιλενάδα από τα παιδικά του χρόνια, 16χρονη Virginia Travis, μα ίσα που πρόλαβε να ζήσει έναν χρόνο φευγάτης ευτυχίας. Η Virginia πέθανε στη διάρκεια της γέννας – και μαζί με αυτή, πέθανε και το παιδί της. Δύο χρόνια μετά θα παντρευόταν την Coletta Craft - μα θα πέθαινε κι εκείνη.

Ο Τζόνσον ήταν απαρηγόρητος. Δεν του έμενε άλλη επιλογή – έπρεπε να φύγει. Να πάρει τον δρόμο και όπου βγει, παρέα με την κιθάρα του. Ποιος τον αναγνώριζε; Κανένας. Ποιος είχε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά μαζί του; Κανένας. Ποιος έπαιρνε στα σοβαρά τη μουσική του; Κανένας. Μα σάμπως είχε να χάσει κάτι; Τα είχε ήδη χάσει όλα. Τα βήματά του δεν ήταν παρά αποτυπώματα στη σκόνη. Κι αυτός μια κινούμενη σκιά σ’ έναν κόσμο που αδιαφορούσε για υπάρξεις σαν αυτόν.

Και πήρε τους δρόμους, χαράζοντας την πορεία του στα κατάστιχα του αμερικανικού Νότου. Στη διάρκεια της εξορίας του γνώρισε έναν κιθαρίστα, τον Ike Zimmerman, ο οποίος ανέλαβε να τον διδάξει ένα δυο πράγματα. Λέγεται πως κατέφευγαν τις νύχτες στα νεκροταφεία, γράφοντας τραγούδια στις ταφόπλακες, ρουφώντας το φεγγάρι, θέλοντας ίσως να ξυπνήσουν τους νεκρούς… Μα υπήρχε ένας πρακτικός λόγος γι’ αυτό: δεν επιθυμούσαν να ενοχλήσουν τους κατοίκους της πολιτείας, παίζοντας μουσική τα βράδια – μόνη διέξοδός τους το κοιμητήριο. Εκεί ήξεραν πως κανείς δεν θα τους έδιωχνε. Θα έπαιζαν με την ησυχία τους. Σκυλιά που γαβγίζουν στο αιμόφυρτο φεγγάρι. Σκυλιά που αλυχτούν στον κόσμο που τα σπρώχνει μακριά του. Σκυλιά με δόντια που γυαλίζουν.

Ποιος ξέρει… ίσως και να κατόρθωναν όντως ν’ αναστήσουν κάποιον νεκρό από τον τάφο του.



Τα χρόνια της δόξας




Και – ως δια μαγείας – έγινε το θαύμα. Έναν χρόνο μετά ο Τζόνσον επέστρεψε στα παλιά του λημέρια. Μα τώρα πια δεν ήταν ο άχαρος αυτός μουσικός που έκανε τους πάντες να κλείνουν τ’ αυτιά τους. Είχε μεταμορφωθεί σ’ έναν δεξιοτέχνη, όμοιος με τον οποίο δεν είχε ακουστεί ως τότε. Ο κόσμος έτριβε τα μάτια του – μα, αυτός συναγωνίζεται στο παίξιμο τους μεγάλους bluesmen! Και τι συναίσθημα αποπνέει, τι τεχνική, τι ήρεμη δύναμη!

Ο Τζόνσον συνέχισε τις περιπλανήσεις του, εγκαταλείποντας τα γνώριμα τοπία του Νότου. Έμοιαζε να καθοδηγείται από κάποια εσωτερική φωτιά, που τον έσπρωχνε ολοένα μπρος – ποτέ πίσω. Σικάγο, Νέα Υόρκη, Ντιτρόιτ. Τα Μπλουζ είχαν μεταμορφωθεί στα χέρια του από παράφωνο μωρό σ’ ένα παιχνιδιάρικο παιδί – και αυτός έπαιζε μαζί τους, γελούσε μαζί τους, έκλαιγε μαζί τους. Εν έτει 1932 έπαιξε ξανά μπροστά στους αλλότινούς του μέντορες: τον Son House και τον Willie Brown. Μα οι περασμένες εντυπώσεις ανήκαν στο παρελθόν. Οι παλιοί δάσκαλοι δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Μα – αυτός είναι ένας εξαιρετικός μουσικός! Πρόκειται άραγε για τον ίδιο νεαρό που είχαμε γνωρίσει πριν μερικά χρόνια;

Και οι γυναίκες – α, οι γυναίκες τον λάτρευαν. Στις πόλεις και στα μπαρ οι ερωμένες διαδέχονταν η μία την άλλη. Και ο Τζόνσον απολάμβανε την αυξανόμενη φήμη του, τη ρουφούσε αχόρταγα σα νέκταρ.



Η ξακουστή φωτογραφία του Ρόμπερτ Τζόνσον με το κοστούμι, την κιθάρα και το καπέλο
Το ξακουστό πορτραίτο του Ρόμπερτ Τζόνσον



Ήταν μια εποχή που ο κόσμος αποζητούσε τη μουσική των μαύρων. Η Τζαζ είχε εδώ και μια δεκαετία σχεδόν εκτοξευτεί στις προτιμήσεις του κοινού, συμπεριλαμβανομένου του λευκού κοινού των πόλεων – σειρά τώρα είχαν τα Μπλουζ. Την εμπορική αρχή είχαν κάνει οι μεγάλες Ντίβες των Μπλουζ, γυναίκες σαν την Ma Rainey και την Bessie Smith. Τώρα έμελλε ν’ ακολουθήσουν οι μοναχικοί bluesmen του Δέλτα, η μουσική των οποίων εκπροσωπούσε τα πρωταρχικά, αρχέγονα μπλουζ του Νότου.

Έτσι κι έγινε λοιπόν. Μια σημαντική δισκογραφική εταιρία, η ARC Records, πρότεινε στον Τζόνσον να ηχογραφήσει τα τραγούδια του. Το αποτέλεσμα ήταν οι θρυλικές εκείνες εκτελέσεις των 29 τραγουδιών, με τα οποία γνώρισε ο κόσμος τη μουσική του και οι οποίες με το πέρασμα των χρόνων (και των δεκαετιών) έγιναν γνωστές ως τα τραγούδια του “King of the Delta Blues Singers”. Ήταν τα τραγούδια με τα οποία έμελλε να τον γνωρίσουν, καιρό μετά το θάνατό του, ο Muddy Waters και ο Howlin’ Wolf• ο Jimmy Page και ο Eric Clapton• o Keith Richards και ο Bob Dylan.

Ήταν τα τραγούδια στη βάση των οποίων οικοδομήθηκε η μισή μουσική του 20ου αιώνα. Ο πηλός (ακατέργαστος, ίσως, και ωμός, μα στιβαρός και ουσιώδης) πάνω στον οποίο σμιλεύτηκε το μνημείο της Blues και της Ροκ μουσικής.

Είναι δυνατόν αυτός ο καταπληκτικός μουσικός να είναι ο ίδιος εκείνος παλικαράκος με τον οποίο γελούσαμε λίγα χρόνια πριν; - αναρωτιόταν το κοινό που τον ήξερε από παλιότερα. Αποκλείεται! Δες τις επιτυχίες του, δες τη δύναμη που αποπνέει. Κάποιο πνεύμα έχει μπει μέσα του και καθοδηγεί το παίξιμό του! Ναι – αυτή η εξήγηση έμοιαζε περισσότερο πιθανή.

Κάποιοι θα έλεγαν – ο διάβολος.



Παζάρι με τον διάβολο. Ο νέος Φάουστ




Στο σταυροδρόμι των αποφάσεων




Ο μύθος λέει πως ήταν ένα μοιραίο, παγερό βράδυ, στη διάρκεια της περιόδου της εξορίας. Ο Τζόνσον έπαιζε μόνος σε μια σκοτεινή διασταύρωση, στο ανίερο σμίξιμο των δρόμων Highway 61 και 49… Σύμφωνα με μια παράδοση που είχε ρίζες στο μακρινό παρελθόν, η διασταύρωση δύο δρόμων θεωρείται μέρος ερεβώδες, δαιμονικό, χαίνουσα πηγή μαύρης μαγείας. Ο άνεμος φυσούσε, αντηχώντας σαν αναστεναγμός μανιασμένου εραστή. Ο ουρανός έσμιγε με τη σελήνη και γεννούσανε σκιές. Ένα σκυλί ούρλιαζε σα λυσσασμένο, χοροπηδώντας λες και προσπαθούσε να πιάσει το σκιερό του είδωλο – μα εκείνο του διέφευγε διαρκώς.

Τότε ήταν – λένε – που ο Τζόνσον ήρθε σε επαφή με έναν μεγαλόσωμο, επιβλητικό, μαυριδερό κύριο. Ο κύριος του χαμογέλασε και τα λευκά δόντια του αντανακλούσαν τη λάμψη απ’ το φεγγάρι. «Σε περίμενα», του είπε – ή μήπως ήταν ο ήχος της κιθάρας του που έμοιαζε να σμίγει με τον άνεμο και να συνθέτουν λέξεις; «Άργησες, ξέρεις», αντήχησε η φωνή (ή οι συγχορδίες που παρέσερνε ο άνεμος). «Μα ίσως και όχι. Σε αυτή τη διασταύρωση ποτέ κανένας δεν αργεί… κάποιος έρχεται πάντα όταν είναι η ώρα του να έρθει.»

Ο Τζόνσον κατάλαβε ποιος ήταν. Και κατάλαβε ποιος ήταν ο σκοπός του. Η καρδιά του χτύπησε με φόβο και λαχτάρα. Η κιθάρα του άρχισε να παίζει δυνατότερα. «Έχω χάσει όλα όσα είχα. Τη ζωή μου, τη γυναίκα μου, το παιδί μου. Μόνο η κιθάρα αυτή μου μένει. Το μόνο όνειρό μου, ν’ αναγνωριστώ. Να πνίξω τον πόνο μου στη παρηγοριά της δόξας, στη ζεστασιά του ακριβού ποτού, να με θαυμάζουν οι μουσικοί και να με ποθούνε οι γυναίκες. Μπορείς να μου δώσεις αυτό που σου ζητώ;»

Ο διάβολος τον κοίταξε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Ο άνεμος φυσούσε με μανία. «Μπορώ να σου χαρίσω τόση δόξα, όση δε φαντάζεσαι. Θα έχεις ουίσκι άφθονο και γυναίκες φίνες. Δεκαετίες και δεκαετίες μετά θα μνημονεύεται το όνομά σου και θα σε μελετούν οι καλλιτέχνες. Η μουσική του εικοστού αιώνα θα εμποτιστεί στους ρυθμούς που θα της δώσεις… Μα, να ξέρεις, υπάρχει πάντα και το τίμημα... Νομίζω πως αυτό είναι αυτονόητο, θα συμφωνήσεις μαζί μου».



Ο Ρόμπερτ Τζόνσον και ο Διάβολος σε κάρτες / Robert Johnson and the Devil cards



Ο Τζόνσον φάνηκε διστακτικός. Το σταυροδρόμι κάτω στα πόδια του φάνταζε λες και ανήκε σ’ έναν άλλο κόσμο – σα να ήταν το μοναδικό σταυροδρόμι που είχε ποτέ υπάρξει, ίδιο και απαράλλαχτο σε όλες τις εποχές και τους τόπους. Ο αέρας είχε πάψει ν’ αντηχεί, το σκυλί ίσα που ακουγόταν κάπου μακριά. Η κιθάρα χαμήλωσε. Ο Τζόνσον σκέφτηκε το παρελθόν του… τι είχε χάσει, τι είχε να κερδίσει. Σκέφτηκε τα μέλη της φυλής του. Τους εκατοντάδες χιλιάδες εκείνων που γεννιόνταν και πέθαιναν στην αφάνεια, ελπίζοντας, ίσως, σε κάποιο μεταθανάτιο παράδεισο, πέρα απ’ τα μαρτύρια αυτού του κόσμου.

Τα σκέφτηκε όλα αυτά και αποφάσισε.

«Θέλω να γίνω ο βασιλιάς των Blues», είπε στον διάβολο. Και ο διάβολος χαμογέλασε.

«Φέρε την κιθάρα σου, παλικάρι μου», του είπε. Ο Τζόνσον την παραχώρησε. Ο διάβολος την πήρε στα πελώρια χέρια του, την κούρδισε και εκείνη φάνηκε ν’ αναστενάζει ηδονικά. Φλόγες φάνηκαν να ξεπετάγονται από μέσα της. Μα όταν ο Τζόνσον την έπιασε στα χέρια του, η κάψα όλη μπήκε στο κορμί του. Και αισθάνθηκε τότε τη γλυκιά ηδονή της έμπνευσης να τον κατακλύζει.

Και έπαιξε. Και η κιθάρα δυνάμωσε, ο ήχος της εκτόξευσε σπίθες στο σκοτάδι. Ήταν λες και δεν έπαιζε πλέον αυτός, λες και δεν ήταν τα δικά του δάχτυλα στην ταστιέρα. Και ο άνεμος ούρλιαξε με φρενιασμένη χαρά.

…

Λίγα χρόνια μετά, κάποιο βράδυ στο άδυτο ενός μπαρ, κι ενώ ο Τζόνσον είχε αποκτήσει την αναγνώριση που τόσο επιθυμούσε, έπεσε νεκρός. Πηγή του θανάτου ένα ποτήρι ουίσκι ποτισμένο με δηλητήριο. Κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν πως μαχαιρώθηκε. Αμφότερες οι πηγές αναφέρουν ως αιτία θανάτου τον ερωτικό ανταγωνισμό μεταξύ του Τζόνσον και του συζύγου κάποιας από τις ερωμένες του.

Ο διάβολος είχε τηρήσει την υπόσχεσή του.



Ο δαίμονας του Βουντού Papa Legba
Papa Legba painting



Επίλογος. Τα μπλουζ και ο διάβολος – μια κριτική θεώρηση




Η ακόλουθη ανάλυση δεν έχει σκοπό να «εκλογικεύσει» τον μύθο του Ρόμπερτ Τζόνσον – υπάρχει ένας λόγος που σχηματίζονται οι μύθοι και ο λόγος αυτός υπερβαίνει την κοινή λογική – μα να φωτίσει μια συγκεκριμένη πτυχή του φαινομένου «κουλτούρα και διάβολος» - ξεκινώντας από το κυνήγι μαγισσών και φτάνοντας ως τη δαιμονοποίηση της ροκ και μέταλ μουσικής, μεταξύ άλλων. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που αμφότερες οι μεγάλες μουσικές δημιουργίες των μαύρων – η Τζαζ και τα Μπλουζ – στα πρώτα χρόνια της ανέλιξής τους στιγματίστηκαν ως «ανήθικες» ή έφτασαν να δαιμονοποιηθούν από μια μερίδα κόσμου.

Είναι συχνό φαινόμενο (κατά τη διάρκεια του χριστιανικού δυτικού πολιτισμού) η τάση των μαζών να συγχωνεύουν με τον Διάβολο ή το Κακό οτιδήποτε αδυνατούν να κατανοήσουν ή οτιδήποτε αποκλίνει από τις επικρατούσες κοινωνικές νόρμες. Το ίδιο πράγμα που οι «εκλεπτυσμένοι» αστοί καταδικάζουν ως «ανήθικο» ή «ανατρεπτικό», τα χαμηλότερης παιδείας κοινωνικά στρώματα τείνουν να το ερμηνεύουν με θρησκευτικούς όρους: «κακό», ή «σατανικό». Σκεφτείτε τι μπορεί να σήμαινε για το βαθιά θρησκευόμενο και προληπτικό πνεύμα του αμερικανικού Νότου ένας ανερχόμενος μαύρος αστέρας της μουσικής στη διάρκεια της δεκαετίας του 30. Ένας αστέρας που είχε ξεπηδήσει κυριολεκτικά από το πουθενά. Προκαλούσε δέος – και φόβο.

Τι και αν η σκλαβιά είχε καταργηθεί επισήμως. Οι νέγροι έσερναν παντού γύρω τους το στίγμα του «αράπη». Ο πολιτισμός τους φάνταζε «πρωτόγονος» και «βάρβαρος» στα μάτια των συντηρητικών λευκών. Και αν ο λευκός κόσμος αναγνώριζε τις ικανότητές τους ως καλλιτεχνών, αυτό γινόταν μόνο στα πλαίσια της ψυχαγωγίας τους: οι μαύροι ως «διασκεδαστές», ως «θεατρίνοι» - μια παράδοση που φέρει πίσω της δεκαετίες και δεκαετίες, φτάνοντας ως τα πρώτα χρόνια του αμερικανικού κράτους και στην θεατρική παράδοση του Vaudeville – τότε που λευκοί ηθοποιοί έβαφαν τα πρόσωπά τους μαύρα, φορούσαν παρδαλά ρούχα, μιλούσαν με γελοία προφορά και πετούσαν τούρτες ο ένας πάνω στον άλλο.

Και να που, καταμεσής αυτών, εμφανίστηκαν τα Blues. Μια μουσική στην οποία – για πρώτη φορά – ο νέγρος δεν τραγουδούσε για να διασκεδάσει το λευκό κοινό… μα για να ευφράνει την ψυχή του. Για να εξωτερικεύσει τον πόνο του. Για να εκφράσει τη λαχτάρα του. Για πρώτη φορά μετουσίωνε σε τέχνη τα αληθινά του αισθήματα – δεν ήταν πια ηθοποιός, δεν ήταν πια ψυχαγωγός, δεν ήταν πια διασκεδαστής, μα ένας αληθινός άνθρωπος, με σάρκα και οστά. Και επιθυμίες – όχι απαραίτητα «ηθικές» με βάση τα κυρίαρχα λευκά πρότυπα, μα σίγουρα ανθρώπινες.




Μουσικός των Μπλουζ / Blues musician




Αν όμως αυτοί οι «αράπηδες» διεκδικούν αξιώσεις ανθρώπου, πως μπορούμε πια να τους φερόμαστε σαν ζώα; Αν τραγουδάμε τα τραγούδια τους και ταυτιζόμαστε με τους στίχους τους, πως είναι δυνατόν να αποδεχόμαστε τη χαμηλή κοινωνική τους θέση; Όχι, κάτι τέτοιο είναι ανήκουστο! Γιατί από τη στιγμή που θα αποδεχτείς τον άλλο σαν συνάνθρωπό σου, ίσο και όμοιο με σένα, ικανό να παράγει τέχνη ισάξια με τη δική σου, ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα πάνω στο οποίο έχεις χτίσει την εξουσία σου κινδυνεύει να γκρεμιστεί από το βάθρο του.

Τι μένει, λοιπόν; Να χαρακτηρίσεις τη μουσική του ως «ανήθικη». Ως «στερημένη πνεύματος». Ως «εκφυλισμένη». Να υποτιμήσεις το έργο του, να το περιθωριοποιήσεις, να αρνηθείς την υπόστασή του.

Και αν είσαι θρησκευόμενος μπορείς εύκολα να κάνεις κάτι ακόμα: να χαρακτηρίσεις τη μουσική του ως «μουσική του διαβόλου». Αυτό ήταν: με τόσους θρήσκους και προληπτικούς εκεί έξω, ξεμπέρδεψες. Και το κοινωνικό status quo παραμένει ως έχει.

Που να ήξεραν – που να ήξεραν πως τα θεμέλια είχαν πια σκαφτεί! Με το πέρασμα των δεκαετιών τα «σατανικά» Μπλουζ θα παραχωρούσαν τη θέση τους στη «σατανική» Ροκ. Μα ήταν πια αργά για τους πουριτανούς του κόσμου – η μουσική είχε πια τον πρώτο λόγο… 




Μουσικοί των Μπλουζ στις αρχές του 20ου αιώνα /Early Blues musicians




Και ο διάβολος; Και ο μύθος που περιγράψαμε; Άραγε υπήρξε ποτέ εκείνη η μοιραία νύχτα, στη διασταύρωση των Highway 61 και 49;

Στη μυθολογία του Βουντού γίνεται λόγος για μια θεότητα με το όνομα “Papa Legba”. Λέγεται πως συχνάζει σε σταυροδρόμια, όταν έρχονται στιγμές μεγάλων αποφάσεων για τη ζωή ενός ανθρώπου, και παρέχει συμβουλές. Δεν ταυτίζεται με το «κακό», όσο με την ανατροπή – και ενίοτε, το ξεγέλασμα. Θα βρείτε πολλές αναφορές σε αυτόν στη μυθοπλασία γύρω από τη ζωή του Ρόμπερτ Τζόνσον. Να θυμίσουμε, εξάλλου, πως οι μάζες των αφρικανών σκλάβων που μετέβησαν στην Αμερική έφεραν μαζί τους τις πνευματικές παραδόσεις της πατρίδας τους – σμίγοντάς τες με την χριστιανική πίστη που συνάντησαν στις αποικίες και δημιουργώντας πλήθος από ενδιαφέροντα θρησκευτικά αμαλγάματα.

Κάθε κριτική ανάλυση ενός μύθου σκοντάφτει σε ένα χώρο που αδυνατεί, κατά τη γνώμη μου, να φωτίσει. Είναι σαν εκείνο που έλεγε ο Φρόυντ για τα όνειρα: προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις και ως ένα βαθμό το κατορθώνεις – μα υπάρχει πάντα ένα επίπεδο πέραν του οποίου δεν μπορείς να πας: το «σκοτεινό» σημείο του ονείρου, όπως και το «σκοτεινό» σημείο του μύθου. Γιατί κάθε μύθος φέρει πίσω του το συλλογικό ασυνείδητο του λαού που τον γέννησε – ένα αχανές πλέγμα σημασιών και φαντασιακού.

Εξάλλου ο ίδιος μύθος που για μια μερίδα κόσμου δρα αποτρεπτικά και εκφοβιστικά, για μια άλλη συνιστά αιτία ενδυνάμωσης. Ένας άνθρωπος που έφτασε σε σημείο να κάνει συμφωνίες με θεούς, δαίμονες και πνεύματα – τι καλύτερος τρόπος για εκτοξεύσεις μια τέχνη ή ένα κίνημα! Κάπως έτσι αρχίζουν οι θρησκείες.

Και η μουσική… είναι μια θρησκεία – και ίσως κάτι παραπάνω.




Κιθάρα Blues




Έχω την αίσθηση πως αν ρωτούσαμε τον Ρόμπερτ Τζόνσον αν έκανε συμφωνία με τον διάβολο – θα μας κοιτούσε με νόημα και θα χαμογελούσε. Και στη συνέχεια θα έπιανε την κιθάρα του και θα έπαιζε ένα τραγούδι. Αυτό όλο – και ας δώσει ο καθένας τις δικές του ερμηνείες.

Κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος. Αν απολαύσατε το παρόν μουσικό ταξίδι, μπορείτε να συνεχίσετε την ιστορική και αφηγηματική μας διαδρομή με την παρουσίασή μου πάνω στην ιστορία της Τζαζ:


Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος 1 – ο Αρχέγονος Ρυθμός


Μέχρι να τα ξαναπούμε, σας αφήνω με κάποιους στίχους του Ρόμπερτ Τζόνσον – του αδιαμφισβήτητου Βασιλιά των Blues του Δέλτα.



I got to keep movin', I got to keep movin' 

Blues fallin' down like hail, blues fallin' down like hail 

Hmmm-mmm, blues fallin' down like hail, blues fallin' down like hail 

And the days keeps on worryin' me 

There's a hellhound on my trail, hellhound on my trail 

Hellhound on my trail… 


Every old place I go, every old place I go 

I can tell the wind is risin', the leaves tremblin' on the tree 

Tremblin' on the tree 

I can tell the wind is risin', leaves tremblin' on the tree 

Hmm-hmm hmm-mmm 

All I need's my little sweet woman 

And to keep my company, hey, hey, hey 

My company 



© Παρουσίαση και σχεδιασμός αρχικής εικόνας από το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος του 18. Παρακαλώ να μην γίνει αντιγραφή και αναδημοσίευση του κειμένου σε άλλες ιστοσελίδες


Στη διασταύρωση 61 και 49 / Robert Johnson Highway 61 & 49

14 Φεβρουαρίου 2016

Το Χρονικό της Τζαζ, μέρος ΙΙΙ: Οι Νύχτες του Σικάγο






Σικάγο, 1923. Νύχτες νοτισμένες με ποτό και απολαύσεις. Ένα μαγαζί παραδομένο στον καπνό απ’ τα τσιγάρα, βυθισμένο θα ‘λεγες σε όνειρο. Αινιγματικοί τύποι που γνέφουν με νόημα στο σκιόφως. Σκοτεινά βλέμματα που αντανακλούν τη λάμψη του χρυσού. Μια γυναίκα με κοντό μαλλί και λαμπερά δόντια, όμοια με διαμάντια. Μάτια γάτας, γουργούρισμα πάνθηρα. Ένα στέκι κατάμεστο από κόσμο, όπως φαντάζεσαι, αν και δυσκολεύεσαι να διακρίνεις τον διπλανό σου μες στην καταχνιά.

Μα είναι όλοι τους εδώ – το ξέρεις. Μιλούν, χορεύουν, γελούν και πίνουν, πίνουν ασταμάτητα· κόντρα στο νόμο, κόντρα στα ήθη. Ήταν 1919 όταν κηρύχθηκε παράνομη στη χώρα η παρασκευή, η διακίνηση και η πώληση αλκοολούχων ποτών – ήταν η Ποτοαπαγόρευση. Μα ο νόμος έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα: σαν μανιτάρια ξεφύτρωναν τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, το ένα μετά το άλλο, και οι ιδιοκτήτες τους έτριβαν τα χέρια τους με ικανοποίηση. Το παράνομο χρήμα έδινε κι έπαιρνε και τα κέρδη φούσκωναν τις τσέπες (και τις κοιλιές) των βασιλιάδων της νύχτας. Η Ποτοαπαγόρευση έμοιαζε με φράγμα που προσπαθούσε να εμποδίσει το χείμαρρο μιας εποχής ολόκληρης – γιατί στα χρόνια της Δεκαετίας του 20 η κοινωνία μεταμορφωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς, πέρα από νόμους και διατάξεις που κατόρθωναν μόλις να ξύσουν την επιφάνεια ενός κοχλάζοντος ηφαιστείου, έτοιμου να εκραγεί. Θέλοντας ν’ αποτινάξει από πάνω του το βάρος ενός Παγκοσμίου Πολέμου, γυρίζοντας σελίδα στο παρελθόν και αδιαφορώντας για το μέλλον, ο κόσμος επέλεξε να αφεθεί στην ασυδοσία – ή τη λησμονιά – της νύχτας. Το ποτό ήταν το έμβλημα της νέας εποχής. «Ξέχασε τά όλα!», το σύνθημά της.

Το Lincoln Gardens ήταν τον καιρό εκείνο το μεγαλύτερο κέντρο χορού του Σικάγο. Τα βράδια τα πλήθη συνωστίζονταν για να πιουν, να ερωτοτροπήσουν, να αφεθούν, να λογομαχήσουν, να ζυγιάσουν βλέμματα, να κάνουν μπίζνες. Μα και για να παρακολουθήσουν την πιο καυτή μπάντα των καιρών: τη μπάντα του Joe “King” Oliver. Έχοντας μεταναστεύσει στο Σικάγο απ’ τη Νέα Ορλεάνη, όπως έκαναν χιλιάδες μαύροι τον καιρό εκείνο, ο Τζόε Όλιβερ μετέφερε στις αποσκευές του τον ανανεωτικό αέρα της μουσικής της πολιτείας του. Ήταν μια καινούργια μουσική που συνάρπαζε τα πλήθη. Ορισμένοι την αποκαλούσαν «Τζας» ή «Τζαζ» - μια λέξη ριζωμένη στη σλανγκ ορολογία των καιρών – μα ο περισσότερος κόσμος την ονόμαζε απλά “Hot Music”. Και αν τα περασμένα χρόνια οι λευκοί μουσικοί είχαν πρώτοι ηχογραφήσει μια εκδοχή αυτής της μουσικής, οι γνώστες ήξεραν καλά πως η αυθεντική Hot Music ήταν υπόθεση των μαύρων και πως η Νέα Ορλεάνη ήταν η πατρίδα της. Ανάμεσά τους, ο Τζόε Όλιβερ ήταν ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς – εξ’ ού και το παρατσούκλι «Κινγκ» Όλιβερ, με το οποίο έγινε γνωστός.

Ο Κινγκ Όλιβερ ήταν ένας γιγαντόσωμος, εντυπωσιακός τύπος μ’ ένα σημάδι πάνω από το αριστερό του μάτι. Εισήγαγε άφθονες καινοτομίες στο παίξιμο της κορνέτας όπως τα mutes ή η μίμηση ανθρωπίνων ήχων, όπως για παράδειγμα ο ήχος ενός μωρού που κλαίει. Και η μπάντα του υπήρξε η πρώτη αφροαμερικανική πετυχημένη μπάντα, σε μια εποχή που στις ηχογραφήσεις κυριαρχούσαν οι μπάντες των λευκών – απομιμήσεις, οι περισσότερες, του στυλ που πρώτοι καθιέρωσαν οι μαύροι. Ασφαλώς ούτε λόγος να γίνεται για μεικτά συγκροτήματα, απαρτιζόμενα από λευκούς και μαύρους μουσικούς μαζί · η δεκαετία του 20 έφερε πολλές ελευθερίες μεν, μα κάτι τέτοιο φάνταζε ακόμα αδιανόητο.


King Oliver's Creole Jazz band


Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μουσικής του Κινγκ Όλιβερ ήταν η δημιουργία ηχητικών υφών (textures), όμοιες με τις υφές που διέπουν μια ζωγραφική σύνθεση. Οι μουσικοί του έμοιαζαν περισσότερο με εικαστικούς: συνέθεταν ήχους που έμοιαζαν με αναλογίες και προσμίξεις χρωμάτων. Βασίζονταν περισσότερο στη διαίσθηση, όχι στην κωδικοποιημένη δομή της νότας και της κλίμακας που χαρακτηρίζει τη δυτική παράδοση. Ήταν μουσική που έφερνε κατά νου τα αρχέγονα χαρακτηριστικά της αφρικανικής μουσικής – που φάνταζε σαν φυσική συνέχεια μιας ιστορίας χιλιετιών. Ήταν η αυθεντική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης.

Υπήρχε κι ένας ακόμα μουσικός που ξεχώριζε στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ, παίζοντας δεύτερη κορνέτα. Ήταν ένας μάλλον παχουλός νεαρός, λίγο μαζεμένος, του οποίου το όνειρο από μικρός ήταν να παίξει στο πλευρό του ινδάλματός του – και νά που τα κατάφερε τελικά. Ο νεαρός αυτός είχε δύο χαρακτηριστικά. Το ένα ήταν πως έτεινε να παίζει τόσο δυνατά την κορνέτα, που έφτανε κάποιες φορές ως και να επισκιάζει με το παίξιμό του τον ίδιο τον αρχηγό της μπάντας – κάτι ανεπίτρεπτο! Το άλλο ήταν το χαμόγελό του: ένα χαμόγελο που κυριολεκτικά άστραφτε, σκορπίζοντας την καταχνιά, φεγγοβολώντας στο σκοτάδι.

Ήταν ο Λούις Άρμστρονγκ. Και σήμερα, στο τρίτο μέρος του ταξιδιού μας στην Ιστορία της Τζαζ, θα μιλήσουμε γι’ αυτόν – μα όχι μόνο. Επιβιβαστείτε.






Η Μεγάλη Μετανάστευση – Από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο



«Μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της μουσικής της Νέας Ορλεάνης είναι πως το μεγαλύτερο μέρος της συνέβη στο Σικάγο», αναφέρει ο ιστορικός Ted Giola στο βιβλίο του για την Ιστορία της Τζαζ. Πραγματικά, αν η Νέα Ορλεάνη υπήρξε η σπίθα, η εστία απ’ την οποία ξεπήδησε η φλόγα, ήταν το Σικάγο το μέρος στο οποίο η φλόγα έγινε φωτιά.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 είδαν μία από τις μεγαλύτερες εσωτερικές μεταναστεύσεις στη σύγχρονη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Πάνω από 50.000 Αφροαμερικανοί εγκατέλειψαν το Νότο και κατέφτασαν στο Σικάγο, αποζητώντας ευκαιρίες για δουλειά και μια καλύτερη ζωή. Στο Νότο οι συνθήκες έφταναν να γίνουν ανυπόφορες. Ο αποκλεισμός απέναντι στους μαύρους ήταν στοιχείο της καθημερινότητας, ενώ τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 10 είχαν γνωρίσει μια αλματώδη άνοδο της δημοτικότητας της Κου Κλουξ Κλαν. Απέναντι στη φρικτή πραγματικότητα τα μοναδικά εφόδια που είχε συνήθως ένας νεαρός μαύρος, ήταν το ταλέντο του στη μουσική και μια τρομπέτα στο χέρι. Μα στην ανεμοδαρμένη πολιτεία του Σικάγο, κάποιες φορές, τα εφόδια αυτά ήταν αρκετά – τουλάχιστον για τους ικανότερους ή τους πιο τυχερούς.

Δεν ήταν όμως κάποια επίσημη κρατική πολιτική, ή κάποια κοινωνική μεταρρύθμιση εκείνη που καθιστούσε το Σικάγο μια πόλη γεμάτη ευκαιρίες· όχι, ήταν το οργανωμένο έγκλημα εκείνο που επέτρεψε την άνθιση της μουσικής στην πόλη. Γιατί στα χρόνια της Ποτοαπαγόρευσης δεν υπήρχε μεγαλύτερη επιχειρηματική ευκαιρία για τους Νονούς της νύχτας, από την ενασχόληση με τα κέντρα διασκέδασης και την παράνομη διακίνηση ποτού. Και ασφαλώς μπορούμε να φανταστούμε όλοι πως κέντρο διασκέδασης ή μπαρ δίχως ζωντανή μουσική είναι αδιανόητο. Νά λοιπόν πως αναπτύχθηκε η Τζαζ στην πόλη – και πως βρήκαν δουλειές τόσοι και τόσοι μουσικοί την εποχή εκείνη.



Nightlife by Archibald John Motley, Jr.


Στο Σικάγο κατευθύνονταν οι πάντες – η πόλη προσέλκυε τις μάζες σαν φωτεινή πηγή μες στο σκοτάδι. Οι επαγγελματικές ευκαιρίες αφορούσαν λευκούς και μαύρους. Μα όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, ήταν αδιανόητο να δει κάποιος τον καιρό εκείνον κάποια μεικτή φυλετικά μπάντα. Υπήρχαν τα συγκροτήματα των λευκών από τη μία· και των μαύρων ή των μιγάδων απ’την άλλη. Σε δισκογραφικό επίπεδο αντίστοιχα, υπήρχαν οι δίσκοι των λευκών και οι δίσκοι των μαύρων – γνωστοί και ως “Race Records”. 

Οι τελευταίοι είχαν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση – ο κόσμος διψούσε για «μαύρη» μουσική, κόντρα στις ανησυχητικές κωδωνοκρουσίες των συντηρηρητικών ηθικολόγων, που θεωρούσαν πως η μουσική αυτή αντανακλά την γενικευμένη κατάπτωση των ηθών. Ήδη εν έτει 1913 μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης προειδοποιούσε: «Υπάρχει η τάση η Αμερική να γίνει θύμα του συλλογικού πνεύματος των Νέγρων, μέσα από τη λεγόμενη Ragtime μουσική; Εάν ναι, τότε πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για να προφυλαχτεί η χώρα από τον επικείμενο κίνδυνο... εκτός κι αν είναι πια αργά. Η Ragtime μουσική συμβολίζει την πρωτόγονη νέγρικη μουσική και τους ηθικούς περιορισμούς του νεγρικού τύπου».

Δυστυχώς για τους ηθικολόγους, ήταν πια αργά. Το Ragtime είχε μετεξελιχτεί σε Jazz – και κόντρα στις απαγορεύσεις, τα κέντρα που άνθιζε αυτή η μουσική έκαναν χρυσές δουλειές στα χρόνια της δεκαετίας του 20. Και το «επικίνδυνο νέγρικο στοιχείο» κατέκλυζε ολοένα και περισσότερο τη ζωή και τα ήθη των Αμερικανών και της νεολαίας· μιας νεολαίας διψασμένης για διασκέδαση, για μουσική, για έρωτα, μα πάνω απ’ όλα... για ελευθερία. Σε τελική ανάλυση ο κόσμος των γονιών τους – ο κόσμος που συμβόλιζε την κυρίαρχη ηθική μιας παλαιότερης εποχής είχε καταλήξει στο αιματοκύλισμα ενός γενικευμένου Πολέμου. Ας γίνουμε ανήθικοι λοιπόν! φαίνεται να σκέφτηκαν τα πλήθη των καιρών. Και δίχως ενοχές παραδόθηκαν στις απολαύσεις μιας εποχής με έμβλημα τους ήχους της Τζαζ.







Οι Μεγάλες Κυρίες των Μπλουζ



Οι πρώτες μαζικά αναγνωρίσιμες μορφές της μαύρης μουσικής ήταν οι μεγάλες κυρίες των Μπλουζ. Σε μια εποχή που μια γυναίκα με μαύρο χρώμα δέρματος ταυτιζόταν ή με στερεότυπα νοικοκυράδων και ευτραφών υπηρετριών (“Big Mama”), ή με φορείς ελαφράς ψυχαγωγίας και πόρνες, οι πρώτες αυτές κυρίες των Μπλουζ ανέδειξαν μια περισσότερο δυναμική πτυχή του γυναικείου φύλου: εκείνου της γυναίκας που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και τραγουδά, με πάθος, για την πραγματικότητα που ζει. Εδώ δεν υπάρχει επιτήδευση, δεν υπάρχει σκέρτσο, εδώ η γυναίκα δεν υποδύεται κάποιο θεατρικό ρόλο. Είναι ο εαυτός της· τα λόγια ξεπηδούν ωμά από το στόμα της, ξέχειλα με την συνειδητοποίηση της πραγματικότητας που ζει. Μα το άρωμα γυναίκας είναι πανταχού παρόν – ίσως περισσότερο από ποτέ.

Τα λόγια τους ήταν η πραγματικότητα που εξιστόρησαν, σε στίχους, τα Blues. Γεννημένα στον αμερικανικό Νότο, όμοια με πίνακες κοινωνικού ρεαλισμού ή με τα έργα κάποιου νατουραλιστή συγγραφέα, τα πρώιμα αγροτικά Μπλουζ δεν προορίζονταν για διασκέδαση – μα για έκφραση, για εκφόρτιση, για λύτρωση μέσα από τη μουσική και τον προσωπικό στίχο. Αναφερθήκαμε στην αρχική ανάπτυξη των Μπλουζ στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ). Ο W.C. Handy, καταγράφοντας τη μουσική και μπολιάζοντάς τη με τις ισχύουσες μουσικές φόρμες των καιρών, γεφύρωσε τις αποστάσεις ανάμεσα στον κόσμο της επαρχίας και στον κόσμο της πόλης – ανάμεσα στο προσωπικό και το δημοφιλές. Το επόμενο βήμα δεν άργησε να γίνει. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 τα Μπλουζ του Δέλτα μετανάστευσαν κι αυτά με τη σειρά τους. Από τα χωράφια, τις αλέες, τους χωματόδρομους και τα κακόφημα μπαρ μετακόμισαν στα θέατρα και τα καμπαρέ. Είχαν γίνει παιδιά της Πόλης και της Νύχτας και αφέθηκαν να μεταμορφωθούν, υπό τους προβολείς και τη λάμψη των φώτων. Μα η αυθεντικότητα που χαρακτήριζε την αρχέγονη μορφή τους ήταν ακόμα εκεί.

Η αστικοποιημένη νέα εκδοχή των Μπλουζ καθιερώθηκε με την ονομασία «Κλασικά Μπλουζ» (Classic Blues). Δύο υπήρξαν τα προεξέχοντα χαρακτηριστικά τους: η παρουσία μιας μπάντας από χάλκινα, συχνά απαρτιζόμενης από μουσικούς της Τζαζ (ενώ στην αυθεντική μορφή τους τα Μπλουζ δεν ήταν παρά ο τραγουδιστής και η κιθάρα του) · και η κεντρική θέση μιας γυναίκας τραγουδίστριας.


Ma Rainey and fan


Εν μέρει ήταν μια στροφή στην παράδοση του αμερικανικού Vaudeville και των θεατρικών Minstrel Show. Σκοπός της μπάντας ήταν πρωτίστως να διασκεδάσει – η παρουσία της γυναίκας στον κεντρικό ρόλο προσέδιδε το αναγκαίο σεξ απίλ και τη λάμψη που χρειαζόταν για να προσελκύσει τα πλήθη. Βρισκόμαστε στις πόλεις εξάλλου, και στον κόσμο των νυχτερινών κέντρων δεν έχει σημασία η καλλιτεχνική ή η προσωπική έκφραση – μα η ψυχαγωγία. Τα Μπλουζ, έχοντας εγκατασταθεί στα αστικά κέντρα, φόρεσαν το ένδυμα που τους αναλογούσε: πλουμισμένο με αστραφτερά κοσμήματα και υποσχόμενο ηδονές.

Μα ο ίδιος ο Ρόμπερτ Τζόνσον, παίζοντας μοναχός με την κιθάρα του, αποζητούσε να μαγέψει το γυναικείο κοινό της εποχής του· τα μπλουζ έβριθαν πάντα από μια μυστηριώδη σεξουαλική δύναμη, πρωτόγονη μα βαθιά μαγνητική, σχεδόν ζωώδης. Τα Κλασικά Μπλουζ έφεραν τις γυναίκες τραγουδίστριες στο προσκήνιο, ενισχύοντας στο έπακρο τον αρχέγονο αυτό μαγνητισμό τους, μπολιάζοντάς τον με το στοιχείο της προσωπικής αφήγησης. Όταν τραγουδούσε η Μπέσσυ Σμιθ (Bessie Smith) ο κόσμος κρεμόταν απ’ τα χείλη της· ένιωθες κάθε λέξη της να πάλλεται, να αιωρείται στον ρυθμό της νύχτας, σαν καπνός από τσιγάρο που σε περιτυλίγει. Γνώριζες πως κάθε στίχος, κάθε ιστορία που ξεπηδούσε απ’ τα χείλη της, ήταν αυθεντική. Σχεδόν λες και σου εξομολογούνταν κάποιο περιστατικό της ζωής της. Δεν είχε σημασία αν το είχε όντως ζήσει ή όχι – αρκούσε η αίσθηση που σου μετέδιδε, η υποψία πως μπροστά στα μάτια σου ξετυλίγεται κάποια αληθινή ιστορία.

Ήταν κάτι διαφορετικό από όσα είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε. Ήταν ψυχαγωγία – μα ήταν και πολλά περισσότερα. Ήταν το άρωμα γυναίκας που έφεραν οι πρώτες αυτές Κυρίες των Μπλουζ – της αληθινής γυναίκας, όχι της γυναίκας κακέκτυπο, όχι της γυναίκας στερεότυπο. Της γυναίκας που αγαπάει, ερωτεύεται, υποφέρει, μένει μόνη, καταστρέφεται, ελπίζει. Της γυναίκας που δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από μάσκες, μα λέει αυτό που νιώθει, πράττει εκείνο που αισθάνεται, παίρνει τη ζωή στα χέρια της. Ακούγοντας τη Μπέσσυ Σμιθ, βλέποντας την επιβλητική παρουσία της πάνω στη σκηνή, ήξερες πως όλα αυτά είναι αληθινά – τα ύψη και τα βάθη, κάθε στίχος, κάθε εγκατάλειψη, κάθε προσδοκία. Τίποτα δεν είναι απλά ψυχαγωγία εδώ, τίποτα δεν είναι μόνο σόου.



Bessie Smith


Στην εφηβεία της η Μπέσσυ Σμιθ περιόδευε με τη μπάντα της Μα Ρέινι (Ma Rainey). H Μα Ρέινι θεωρείται, όχι άδικα, ως «μητέρα» των Μπλουζ και η επιρροή που είχε στη νεαρή Μπέσσυ ήταν σίγουρα υψηλή. Σημαντικός σταθμός υπήρξε εξάλλου η πρώτη ηχογράφηση μίας άλλης μεγάλης κυρίας των Μπλουζ, της Mamie Smith, εν έτει 1920. Το τραγούδι “Crazy Blues” σημείωσε τεράστια επιτυχία και καθιέρωσε, ουσιαστικά, όχι μόνο τα Κλασικά Μπλουζ, μα και το σύνολο των “Race Records” – των φυλετικών δίσκων, από τους οποίους πολλές δισκογραφικές άρχισαν να έχουν παραρτήματα, βλέποντας πόσο μεγάλη απήχηση είχαν. Μια διαφήμιση των Black Swan Records ανέφερε χαρακτηριστικά: “the only records using exclusively negro voices”, περήφανη για την παρουσία «αυθεντικών νέγρικων φωνών» στους δίσκους της.

Η Έθελ Γουότερς (Ethel Waters) ήταν μία ακόμα από τις μεγάλες κυρίες των καιρών. Σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία τόσο ως τραγουδίστρια, όσο και ως ηθοποιός, ήταν η αγαπημένη του λευκού κοινού. Η καθαρή φωνή της ερχόταν σε αντίθεση με την βραχνάδα της Μπέσσυ Σμιθ. H απήχησή της υπήρξε τόσο μεγάλη, που έφτασε να εμφανιστεί headliner στο Palace της Νέας Υόρκης – ήταν η πρώτη φορά που μια μαύρη καλλιτέχνις κατόρθωνε κάτι τέτοιο. Άραγε να γνώριζε το καλοντυμένο κοινό που συνωστιζόταν στο πολυτελές κέντρο πως η Έθελ είχε γεννηθεί από βιασμό; Λογάριαζαν άραγε οι φιλήσυχοι αστοί πως το κορίτσι αυτό ήταν στα 10 της χρόνια αρχηγός μιας συμμορίας παιδιών που έκλεβαν για να ζήσουν και επόπτευαν τους δρόμους, προειδοποιώντας τις πόρνες και τους προαγωγούς τους για τυχών ύποπτες κινήσεις; «Δεν είχα ποτέ παιδική ηλικία, ποτέ δεν με αγκάλιασε, δεν με χάιδεψε, δεν με κατάλαβε η οικογένειά μου», είχε πει η Έθελ – μία από τις πρώτες ντίβες, αυθεντική όσο ελάχιστες.

Και η πραγματικότητά της δεν ήταν η εξαίρεση – μα ο κανόνας για την πλειοψηφία των μαύρων την εποχή εκείνη. Ευτυχώς, κάποιοι είχαν το ταλέντο και την τύχη να αναδειχτούν, όπως η Έθελ. Άλλοι – οι περισσότεροι – απλά χάθηκαν μες στην αφάνεια.


Ethel Waters

Για να επιζήσεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο χρειαζόταν όχι μόνο τύχη, μα πυγμή, δυναμισμός. Και ήταν ο δυναμισμός εκείνος από τον οποίο ξεχείλιζε η προσωπικότητα της  Μπέσσυ Σμιθ. Ήταν Ιούλιος του 1927 όταν μια ομάδα μελών της Κου Κλουξ Κλαν επιχείρησαν να αναστατώσουν μια παράστασή της. Η Μπέσσυ δεν πτοήθηκε· βγήκε έξω με τις γροθιές της σηκωμένες, προκαλώντας τους, υψώνοντας τη βροντερή φωνή της. Τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν το έβαλαν στα πόδια.

Η Μπέσσυ ήταν μια γυναίκα κυριολεκτικά ασυγκράτητη. Συχνά επιθετική, πίνοντας ασταμάτητα, απολύτως ανοιχτή απέναντι στη σεξουαλικότητά της, διατηρώντας σχέσεις τόσο με άντρες όσο και με γυναίκες, και ερμηνεύοντας τραγούδια με τίτλους όπως “Empty Bed Blues”, “Need A Little Sugar In My Bowl” και “You’ve Got To Give Me Some”, σκανδάλισε τα πλήθη των καιρών της – δίνοντας ταυτόχρονα πάτημα στους ηθικολόγους για να καταδικάσουν τα Blues και τη Τζαζ, παρουσιάζοντάς τα σαν μουσικές «εκφυλισμένες», συνώνυμες της «παρακμής της εποχής». Πρώτη έδωσε το καλούπι πάνω στο οποίο θα έκτιζαν αργότερα τη μορφή τους μορφές όπως η Billie Holiday και η Janis Joplin. Ήταν μια γυναίκα που γύρεψε να ζήσει ελεύθερα σ’ έναν κόσμο που σκανδαλιζόταν και μόνο στη σκέψη. Μια μαύρη που θέλησε να εκφραστεί σ’ έναν κόσμο λευκών. Έναν κόσμο παραδομένο στο χρήμα και στα κέρδη, που έβλεπε σ’ εκείνην το σκάνδαλο και την παρακμή – και τη φοβόταν δίχως να το παραδέχεται.

Η ίδια αυτή γυναίκα έδινε μεγάλο μέρος απ’ τα έσοδά της σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ δεν δίσταζε ποτέ να βοηθήσει κάποιο φίλο σε ανάγκη. Η παρουσία της ενέπνευσε πλήθος άλλων – γυναικών και αντρών – που αισθάνονταν καταπιεσμένοι και γύρευαν κάποια διέξοδο σ’ ένα περιβάλλον που δεν ήταν πλασμένο στα μέτρα τους. Καθιερώθηκε όχι μόνο σαν η σημαντικότερη Μπλουζ τραγουδίστρια των καιρών της, μα ως μία από τις μεγαλύτερες παρουσίες της εποχής. Πέθανε σε ηλικία 43 χρόνων.

Κι επιστρέφουμε στα χρόνια που περιγράφουμε... Κάπου στα μισά της δεκαετίας του 20 η Bessie Smith συνεργάστηκε με τον αναδυόμενο, τα χρόνια εκείνα, Louis Armstrong. H Μπέσσυ στη φωνή, ο Λούις στην τρομπέτα. Ο Άρμστρονγκ βρισκόταν σε μια καμπή της ιστορίας του – έχοντας σταδιακά αναπτύξει το δικό του προσωπικό ύφος και νιώθοντας πως οι μπάντες με τις οποίες είχε συνεργαστεί δεν κάλυπταν πλέον τις δημιουργικές ανάγκες του. Η επαφή με την Μπέσσυ ενδεχομένως να στάθηκε καταλυτική για τον νεαρό Λούις. Η ερμηνεία των δυο τους στο “Saint Louis Blues” παραμένει, κατά τη γνώμη μου, η βαθύτερη και η πιο ανατριχιαστική εκδοχή του περίφημου αυτού τραγουδιού – ανάμεσα στις τόσες και τόσες που υπάρχουν. Ακούγοντας τη φωνή της Μπέσσυ νιώθεις να σε κατακλύζει μια βαθιά αισθαντικότητα, ένα πηγαίο συναίσθημα μιας γυναίκας που υποφέρει. Και ακούγοντας την τρομπέτα του Λούις Άρμστρονγκ να τη συνοδεύει, συχνά μιμούμενη τη φωνή της, κάνοντας να ξεπηδούν ήχοι που δε θυμίζουν μουσικό όργανο... συνειδητοποιείς πως εκείνο που ακούς δεν είναι παρά ο αντίλαλος της δικής σου, προσωπικής φωνής, μεταμφιεσμένης σε νότες. Άκου πως χορεύουν αρμονικά, τρομπέτα και φωνή, πως σμίγουν και χωρίζουν, πως συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, πως τυλίγονται σ’ έναν αδιάσπαστο δεσμό.

Έτσι έκαναν τα Μπλουζ και η Τζαζ την εποχή εκείνη. Γι’ αυτό και η ιστορία τους είναι τόσο στενά συνυφασμένη.



Bessie Smith


Το πλατύ χαμόγελο της μουσικής



Όταν η Αλίκη συνάντησε τη Γάτα του Τσέσαϊρ στην «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων» της έκανε εντύπωση το πλατύ χαμόγελό της· κι ενώ η γάτα γινόταν σταδιακά αόρατη, το χαμόγελό της ήταν το τελευταίο που έσβηνε – έμενε να αιωρείται, λευκή ημισέληνος που λαμποκοπούσε στο σκοτάδι. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να λέει πάντα περισσότερα από εκείνα που φανέρωνε. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να δανείζει το φως του στα άστρα που το περιέβαλαν, πλουμίζοντας λάμψη το μαύρο ουρανό.

Ο ουρανός της μουσικής θα φέρει για πάντα τη λάμψη απ’ το ζωογόνο, πλατύ χαμόγελο του Louis Armstrong. Ήταν πάντα εκεί – στους καλούς καιρούς και στους δύσκολους καιρούς, το ίδιο πλατύ, το ίδιο ζωογόνο. Και η μουσική Τζαζ έμελλε να γνωρίσει σε αυτόν το πρώτο μεγάλο της αστέρι – ένα από τα μεγαλύτερα που στεφάνωσαν ποτέ τον πολύφωτό της ουρανό.

Πολύς κόσμος σήμερα γνωρίζει τον Λούις Άρμστρονγκ μέσα από τα τραγούδια του. Και είναι γεγονός πως η χαρακτηριστική βραχνάδα της φωνής του επηρέασε πλήθος τραγουδιστών την εποχή εκείνη. Ωστόσο ο Άρμστρονγκ ήταν πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας πελώριος μουσικός – ένας πραγματικός καινοτόμος της τρομπέτας, ένας τολμηρός πρωτοπόρος που άνοιξε νέους δρόμους στη μουσική του 20ου αιώνα. Με τον Άρμστρονγκ ουσιαστικά ξεκινά η εποχή του σολίστα – τίποτα ποτέ δεν θα ήταν ξανά ίδιο, αφού ο «Σάτσμο» είχε πια κάνει το πέρασμά του, σκορπώντας γύρω του εύθυμες νότες και μουσικά χαμόγελα...






Γεννήθηκε σ’ ένα τόσο βίαιο μέρος της Νέας Ορλεάνης που ονομάστηκε «πεδίο μάχης». Η μητέρα του δούλευε συχνά σαν πόρνη για να τα βγάλει πέρα, ενώ ο πατέρας του είχε εγκαταλείψει από νωρίς την οικογένεια, για να ζήσει με την ερωμένη του. Η ζωή του δρόμου ήταν η καθημερινότητα του μικρού Λούι. Εφτά χρονών παρέδιδε κάρβουνο στις κακόφημες συνοικίες του περίφημου Storyville – και κάποιες φορές έστηνε αυτί πίσω από τις πόρτες, ακούγοντας τη μουσική που ξεχυνόταν από κάποιο παλιό πιάνο ή καμιά ξεχαρβαλωμένη κορνέτα, πνιγμένη πίσω από ξεφτισμένα βογκητά ηδονής. Έτσι ήταν που ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική του Τζόε Όλιβερ – του ινδάλματός του. Έτσι ήταν που αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική και ο ίδιος.

Στα 11 του χρόνια παράτησε το σχολείο και δημιούργησε την πρώτη του μπάντα. Το Storyville (γνωστό και ως «Συνοικία των Κόκκινων Φώτων») υπήρξε το πεδίο εξόρμησής τους, ο πρώτος συναυλιακός τους χώρος. Οι πόρνες και οι θαμώνες των μπουρδέλων πιθανό να αποτέλεσαν το πρωταρχικό κοινό του. Δες πως χαμογελούσε ο μικρός! Λες και παρέδιδε κονσέρτο σε κάποιο πολυτελές μέγαρο! Το χαμόγελο ήταν από τότε χαραγμένο στα χείλη του.

Το 1914, τον καιρό που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο έφηβος Λούις έπαιζε σε κακόφημα μπαρ και παρελάσεις, προκαλώντας ήδη εντυπώσεις με το δυνατό του παίξιμο. «Έχει ταλέντο ο μικρός», φαίνεται σκέφτηκε αρκετός κόσμος την εποχή εκείνη. Τα επόμενα χρόνια δοκίμασε την τύχη του παίζοντας μουσική σε ατμόπλοια που διέσχιζαν τον Μισσισσιπή – το ταξιδιάρικο πνεύμα είχε εισχωρήσει για τα καλά μέσα του και η μουσική του έμοιαζε να διαχέεται απ’ την μια πολιτεία στην άλλη, όμοια με τα ρέοντα νερά του ποταμού.

Κάποια στιγμή μάλιστα παντρεύτηκε τον πρώτο του έρωτα, μια νεαρή που ονομαζόταν Νταίζυ. Η σχέση τους δεν κράτησε πολύ. Παρά τις αντιξοότητες δεν το έβαζε κάτω ο νεαρός Λούις – και πάντα έβρισκε λόγους να χαμογελάει – ακόμα και όταν διαπίστωσε πως τα θέλγητρα του γάμου δεν ήταν όπως τα είχε φανταστεί. Μα αν η συζυγική ζωή του χαρακτηριζόταν από μια γενικότερη αστάθεια, τα μουσικά του βήματα τον έφερναν πάντα ένα βήμα παραπέρα. Κάπως έτσι λοιπόν, βήμα στο βήμα, ταξίδι στο ταξίδι, κατέληξε κι αυτός στο Σικάγο εν έτει 1922, παρέα με το πελώριο κύμα της μετανάστευσης που αναφέραμε. Κάπως έτσι η μουσική που γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη έκανε το επόμενό της βήμα.







Λούις και Λιλ. Ο χρυσός στην πέτρα.



Τον καιρό εκείνο η Τζαζ υπήρξε μια κατεξοχήν συλλογική μουσική έκφραση· όπως αναφέραμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ), η πρωταρχική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης χαρακτηριζόταν από μια διάθεση ομαδικότητας, στην οποία δεν ξεχώριζε ακόμα η ατομική φωνή του σολίστα. Από τη μία υπήρχαν οι μπάντες των λευκών, γνωστές και ως «Ντίξιλαντ» (Dixieland)· και από την άλλη οι μπάντες των μαύρων (η μουσική των οποίων συχνά αποκαλούνταν “hot music”). Μα αν σε κάθε μπάντα υπήρχαν κάποια μέλη που ξεχώριζαν ή ένας αρχηγός, ήταν η συλλογική αίσθηση εκείνη που είχε σημασία εν τέλει, όχι η ατομική φωνή του κάθε μουσικού. Αν υπήρχαν σόλο, ήταν όλα μικρής διάρκειας, δημιουργημένα ώστε να προσαρμόζονται αρμονικά στην σφαιρική σύνθεση, όχι να ξεχωρίζουν.

Έτσι είχε η κατάσταση και στη μπάντα του Τζόε «Κινγκ» Όλιβερ, που όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, υπήρξε η δημοφιλέστερη μαύρη μπάντα των καιρών. Ο Όλιβερ υπήρξε διορατικός: είχε ακούσει για το παίξιμο του νεαρού Λούις και είχε συνειδητοποιήσει πως ο ταλαντούχος αυτός μουσικός μπορεί να συνεισφέρει θετικά στο συγκρότημά του. Γνώριζε εξάλλου πως ο νεαρός τον θαύμαζε και τι καλύτερο για ένα δάσκαλο, από το να παίζει στην ίδια μπάντα με έναν χαρισματικό του μαθητή – αρκεί να μην ξεπερνάει τα όρια και να θυμάται φυσικά πως δεν παύει να είναι ένας μαθητής. Σε τελική ανάλυση ήταν η μπάντα του King Oliver – και αυτός ήταν ο βασιλιάς της.






O Armstrong εμαθε πολλά από το δάσκαλό του – κάποιες φορές μάλιστα απογοητευόταν, καθώς αδυνατούσε να αναπαράγει τον ήχο της κορνέτας του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που προσπάθησε να μιμηθεί το σόλο του Oliver στο “Dippermouth Blues”, δίχως όμως επιτυχία. Οι μικρές αυτές αποτυχίες ενίοτε τον αποθάρρυναν, άλλες φορές όμως τον πείσμωναν. Ήθελε να γίνει καλύτερος, να ξεπεράσει το δάσκαλό του, να φτάσει ακόμα ψηλότερα.

Όλοι κάποιες φορές έχουμε ανάγκη από μια ώθηση· έναν άνθρωπο που θα μας σπρώξει προς την σωστή κατεύθυνση· κάποιον που θα εντοπίσει το πολύτιμο μέταλλο που κρύβουμε, σε ακατέργαστη μορφή, μέσα στο σκληρό μας πέτρωμα και θα μας βοηθήσει να το εξορύξουμε· εκείνον που θα δώσει διέξοδο στις θετικές πλευρές του εαυτού μας, που συχνά κρύβουμε και ενίοτε αγνοούμε πως υπάρχουνε. Σε έναν κόσμο που συχνά πράττει το ακριβώς αντίθετο, καλλιεργώντας ό,τι ανούσιο και αρνητικό υπάρχει στους εαυτούς μας, λειτουργώντας σαν καθρέπτης που αντανακλά μόνο τις ελαττωματικές πλευρές μας (γιατί ίσως έτσι αισθάνεται ανώτερος ο ίδιος), το να αναδεικνύεις τις θετικές πτυχές των άλλων συνιστά έργο σπάνιο, μα πολύτιμο. Έχουμε περισσότερη ανάγκη από τέτοιους σκαπανείς, τέτοιους εκσκαφείς πολύτιμων μετάλλων... και λιγότερους λιθοβολιστές. Περισσότερη ενθάρρυνση και λιγότερη επίθεση. Γιατί από πέτρες, κούφιες, σκληρές και αδιάφορες... έχουμε γεμίσει.

Τέτοιος εκσκαφέας στάθηκε για τον Λούις Άρμστρονγκ μια γυναίκα: η Λιλ Χάρντιν (Lil Hardin). Μουσικός η ίδια, πιανίστα, και συμπαίχτης του στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ. Ήταν εκείνη που συνειδητοποίησε όσο κανένας άλλος το μέγεθος των ικανοτήτων του και το γεγονός πως στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ είχε φτάσει πλέον να περιορίζεται. Λένε πως στις ηχογραφήσεις τον έβαζαν να παίζει σε απόσταση από όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, προκειμένου να μην τους θάβει με το παίξιμό του – τόσο δυνατό ήταν, τόσο επιβλητικό. Μα αν η επίσημη γραμμή του συγκροτήματος ήταν πως ο Άρμστρονγκ όφειλε να αυτοπεριορίζεται προκειμένου να μην διαταραχτεί η μουσική ισορροπία (ή ιεραρχία, αν προτιμάτε), η Λιλ διαπίστωσε πως η πολιτική αυτή κατέληγε να στερεί έναν άνθρωπο από το πλήρες ξεδίπλωμα των ικανοτήτων του.

Μα ήταν και κάτι ακόμα: Η Λιλ είχε ερωτευτεί τον ταλαντούχο, πλην ατσούμπαλο αυτόν μουσικό.




Όταν τον είχε δει για πρώτη φορά, έχοντας καταφτάσει στο Σικάγο με μια βαλίτσα στο χέρι κι ένα αφελές χαμόγελο στο πρόσωπο, της είχε κάνει εντύπωση η προχειρότητα των ρούχων του, η επαρχιώτικη διάθεση που αναδείκνυε με την εμφάνισή του. Έμοιαζε με χωριατόπουλο που είχε καταφτάσει στη μεγάλη πόλη – εκτός τόπου και χρόνου. Και σα να μην έφταναν αυτά, τον είχε θεωρήσει χοντρό – πολύ χοντρό. Ναι, η πρώτη εντύπωση που έκανε ο χοντρο-Λούι στη Λιλ κάθε άλλο παρά θετική ήταν.

Μέχρι που ξεκίνησαν οι συναυλίες της μπάντας – και τότε η Λιλ άρχισε να συνειδητοποιεί πως το ακατέργαστο, άγαρμπο, ατσούμπαλο αυτό κομμάτι πέτρας με το πλατύ χαμόγελο κρύβει μέσα του χρυσάφι. Και τον αγάπησε. Και θέλησε να τον βοηθήσει. «Μπορείς να κάνεις περισσότερα απ’ αυτό, πολύ περισσότερα», του είπε. Και ο Λούις την κοιτούσε με μάτια που πετούσαν σπίθες, όμοιες με τη λάμψη της τρομπέτας του.

Ο Λούις και η Λιλ τελικά παντρεύτηκαν – ήταν ο δεύτερος γάμος του Άρμστρονγκ. Και η Λιλ στο εξής θα λεγόταν κυρία Λιλ Άρμστρονγκ.



H Lil Hardin και ο Louis Armstrong μετά από χρόνια...


Η ανάδειξη των Hot Five



Ο άνεμος της μουσικής εξάπλωνε τις νότες του σαν κύματα στη θάλασσα. Κι εκείνες διέσχιζαν τις πολιτείες, από τη μία στην άλλη, σκορπίζοντας γύρω τους άφθονες προσδοκίες. Κάπως έτσι ξεδιπλώθηκε ο πρωταρχικός καμβάς της Τζαζ, από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο... και από το Σικάγο στη Νέα Υόρκη. Ήταν εκεί εν έτει 1924 ένας φιλόδοξος συνθέτης που ονομαζόταν Fletcher Henderson. O Χέντερσον επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα μουσικό κράμα που θα ενσωματώνει στοιχεία της μαύρης «χοτ» μουσικής απ’ τη μία, μα εντός ενός περισσότερο κομψευόμενου «λευκού» περιτυλίγματος απ’ την άλλη. Κάλεσε λοιπόν τον Άρμστρονγκ στη μπάντα του κι εκείνος πήρε το τρένο για τη Νέα Υόρκη...

Δεν έμελλε να κάτσει για καιρό. «Ο Φλέτσερ δεν με πήγαινε όπως ο Κινγκ Όλιβερ», είπε αργότερα ο Άρμστρονγκ. «Είχε ταλέντο αξίας ενός εκατομμυρίου στη μπάντα του, μα ποτέ δεν σκέφτηκε να με αφήσει να τραγουδήσω». Τον καιρό εκείνο, βλέπετε, ο Άρμστρονγκ είχε αρχίσει να δοκιμάσει πράγματα – καθοδηγούμενος απ’ τις συμβουλές της, γυναίκας του πλέον, Λιλ, επιθυμούσε να ξεφύγει απ’ το συνοδευτικό ρόλο της δεύτερης τρομπέτας. Το τραγούδι ήταν ένας απ’ τους τομείς που τον ενδιέφεραν – άγνωστος, ακόμα, στον ίδιο. Μα τα πράγματα στη μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον ήταν περισσότερο σφικτά από πριν, περισσότερο περιοριστικά.

Τότε ήταν που αντήχησε στ’ αυτιά του μια κουβέντα της Λιλ – μια φράση που θα τον συνόδευε για πάντα: «Δεν θέλω να είμαι παντρεμένη με έναν δεύτερο».



Lil Hardin


Ο Άρμστρονγκ εγκατέλειψε τη μπάντα του Χέντερσον – και αποφάσισε πια ν’ ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Το μεγάλο Ρολόι της Τζαζ φτάνει σ’ ένα κομβικό σημείο· οι δείκτες σμίγουν με νόημα· και τίποτα πια δεν θα ήταν ίδιο, ποτέ ξανά, για τη μουσική του εικοστού αιώνα.

Τον καιρό εκείνο ο Άρμστρονγκ συμμετείχε σε μια σειρά συνθέσεων του Clarence Williams και της μπάντας του, των Blue Five. Πλάι στον Άρμστρονγκ έπαιζε ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος κλαρινετίστας και σαξοφωνίστας, ο Σίντνεϊ Μπεσέτ (Sidney Bechet). Θα επανέλθουμε στον Μπεσέτ στο επόμενο μέρος του αφιερώματός μας – για την ώρα αρκεί να αναφέρουμε πως η συνύπαρξη των δυο τους στην ίδια μπάντα στάθηκε μία από τις κορυφαίες συναντήσεις μουσικών της δεκαετίας – λίγο πριν αποκαλύψουν στον κόσμο το πραγματικό τους μεγαλείο.

Τελικά ο ήρωας της ιστορίας μας επιστρέφει στο Σικάγο – πίσω στη γυναίκα του που τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Και τότε ήταν που αποφάσισαν να σχηματίσουν μια μπάντα, καλώντας μουσικούς της δικής τους επιλογής, γράφοντας οι ίδιοι τη μουσική, με τον Άρμστρονγκ πλέον να είναι μπροστάρης. Αυτό μετά από πρόταση του συναδέλφου μουσικού και παραγωγού Richard M. Jones. Για πρώτη φορά το δικό του όνομα θα δέσποζε στο συγκρότημα, όχι κάποιου άλλου. Και η Λιλ χαμογελούσε με νόημα. «Εγώ θα παίζω πιάνο», του είπε... «εσύ τρομπέτα. Ο Τζόνι στο κλαρινέτο, ο Κιντ τρομπόνι, ενώ μπορούμε να έχουμε κι ένα μπάντζο για να με συνοδεύει στο ρυθμό. Τις συνθέσεις θα τις γράφουμε οι δυο μας, μαζί».

Έτσι γεννήθηκαν οι Hot Five. Ο Louis Armstrong στην τρομπέτα. Η Lil Hardin-Armstrong στο πιάνο. Ο ξακουστός Kid Ory στο τρομπόνι. Ο μοναδικός Johnny Dodds στο κλαρινέτο. Και ο Johnny St. Cyr στο μπάντζο και, ενίοτε, στην κιθάρα.

Κι εδώ πραγματικά δυσκολεύομαι. Δυσκολεύομαι να περιγράψω και να εξηγήσω τη σημασία αυτής της μπάντας. Πολύ απλά, χωρίς τους Hot Five (και τη μπάντα που τους διαδέχτηκαν τα επόμενα χρόνια, τους Hot Seven) δεν θα υπήρχε Τζαζ όπως την γνωρίζουμε. Και όχι μόνο – η σύγχρονη μουσική στο σύνολό της θα ήταν διαφορετική. Κι αυτό γιατί με τους Hot Five, εν έτει 1925, ξεκινά ουσιαστικά η εποχή του σολίστα.

Και ο Λούις Άρμστρονγκ ήταν ο πρωτοπόρος.



Hot Five

Οι Hot Five υπήρξαν ουσιαστικά μια μπάντα του στούντιο και των ηχογραφήσεων – σπάνια έπαιζαν ζωντανά μπροστά σε κόσμο. Μα ίσως αυτό να απελευθέρωσε κάποιες δημιουργικές δυνάμεις που, αλλιώς, θα παρέμεναν κρυμμένες. Οι πρώτες ηχογραφήσεις τους δεν ξεχωρίζουν ιδιαίτερα απ’ τις παλιότερες συνθέσεις του Κινγκ Όλιβερ και του συλλογικού αυτοσχεδιασμού της Νέας Ορλεάνης. Μάλλον ο Άρμστρονγκ εισχωρούσε, βήμα βήμα, από τα ρηχά στα βαθιά. Στην πορεία του προς την άγνωστη ενδόχωρα, διέσχιζε πρώτα τις γνώριμες σε όλους παραλίες.

Σταδιακά η τρομπέτα του Άρμστρονγκ άρχισε να αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο. Από το “Cornet Chop Suey” ως το “Oriental Strut”, το καινούργιο άρχιζε να ξεπροβάλλει μέσα από το παλιό. Τα κομμάτια, αν και σύντομα σε διάρκεια (πράγμα που σχετίζεται με τη χωρητικότητα των δίσκων της εποχής), παραχωρούσαν περιθώριο στους μουσικούς για να ελιχθούν, να αποδράσουν απ’ το πλαίσιο της ομάδας και να μιλήσουν με τη δική τους προσωπική φωνή. Το συλλογικό παίξιμο παραχωρούσε τη θέση του σε κάποιο σύντομο σόλο, μετά ένα άλλο, μέχρι που ξεκινούσαν πάλι να παίζουν όλοι μαζί – αυτά ενώ το πιάνο, το μπάντζο ή η κιθάρα κρατούσαν το ρυθμό.

Σύνθεση στη σύνθεση, ο Άρμστρονγκ ξεδίπλωνε όλο και περισσότερες πτυχές των ικανοτήτων του. Η τρομπέτα του έφτανε σταδιακά να ζωγραφίζει σε αόρατους καμβάδες ηχοτρόπια μοναδικής έμπνευσης. Και όσοι είχαν την τύχη να ακούσουν τη μουσική εκείνη συνειδητοποίησαν, για πρώτη ίσως φορά, πως η «Τζαζ» για την οποία τόσος κόσμος μιλούσε, δεν ήταν απλά μια μόδα ή ένα κατασκεύασμα της νυχτερινής ψυχαγωγίας ή της κουλτούρας της μάζας... μα μια νέα μορφή τέχνης. Πολλά έμελλε να γίνουν ακόμα... μα η αρχή είχε γίνει. Και εκείνο που κατόρθωσε ο Λούις Άρμστρονγκ τα χρόνια εκείνα δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία αυτής της μουσικής.





Κάποια στιγμή άρχισε και να τραγουδάει. Άλλοτε με εκείνο το χαρακτηριστικό «γρέτζο» της φωνής του, άλλοτε πάλι σε στυλ τενόρου. Και όπως όλοι οι μουσικοί τον καιρό εκείνο επηρεάστηκαν από το παίξιμό του, αντίστοιχα όλοι οι τραγουδιστές επηρέαστηκαν από το φωνητικό του στυλ. Μεταξύ άλλων, ξακουστό είναι και το τραγούδι “Heebie Jeebies” του 1926: ήταν το τραγούδι που καθιέρωσε το χαρακτηριστικό στη Jazz “scat singing” – το τραγούδι με τα ακατανόητα, δίχως λέξεις, παιχνιδιάρικα φωνητικά που μοιάζουν να απομιμούνται κάποιο μουσικό όργανο.

Και το χαμόγελο που έλαμπε σα μισοφέγγαρο αχτιδοβολούσε· και οι μουσικοί του απελευθέρωναν ολοένα και μεγαλύτερες δυνάμεις που, ως τότε, έμεναν κρυμμένες σε κάποιο ορυχείο μέσα τους. Ακούστε το ‘Gut Bucket Blues” του 1926 ή το “Willie The Weeper” του 1927, για παράδειγμα, δείτε πως τα σόλο διαδέχονται χαρούμενα το ένα το άλλο, από το τρομπόνι του Kid Ory και το κλαρινέτο του Johnny Dodds ως το πιάνο της Lil   και το μπάντζο του St. Cyr, και θα διαπιστώσετε πως η αλλαγή είχε πια γίνει – και είχαν επηρεαστεί οι πάντες. Το μισοφέγγαρο είχε απλώσει τη λάμψη του στα γειτονικά αστέρια.

Κι ενώ η δεκαετία του 20 καλπάζει με φρενίτιδα στις πιο ξέφρενες στιγμές της, η δική μας ιστορία φτάνει, για άλλη μια φορά, στο τέλος της. Μέχρι τη συνέχεια του αφιερώματός μας φυσικά... γιατί έχουμε πολλά ακόμα να πούμε, κύριοι.


Συνεχίζεται.............


Μουσικές επιλογές














Το Χρονικο της Τζαζ... μέχρι τώρα. Τα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος:




Μέρος ΙΙ – Τα Φώτα Της Νέας Ορλεάνης



από την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης