Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμπανέλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμπανέλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Απριλίου 2018

Απόδραση από το Μαουτχάουζεν... του Ιάκωβου Καμπανέλλη





«Ο φετινός χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Χιόνισε πολύ... Το Κομμανταντούρ ήταν ενθουσιασμένο με την αφθονία του χιονιού και την παγωνιά. Αφ' ενός πολλαπλασίαζε τους θανάτους, εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, άφ’ ετέρου εξασφάλιζε «ψύξη» για τα χιλιάδες πτώματα που είχαν συσσωρευθεί στην πλατεία και αλλού.»



Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε σε βάθος τι σημαίνει ο ναζισμός, τι σημαίνει o πόλεμος, τι σημαίνουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης… γιατί δεν ήμασταν εκεί. Η γενιά μας και η γενιά των γονιών μας δεν έζησαν τη φρίκη παρά μέσω των αφηγήσεων εκείνων που την έζησαν – διαμεσολαβημένος τρόμος, μεταμφιεσμένο θέαμα, συχνά μέσα από κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές οθόνες. Και όταν μάλιστα βλέπεις ν’ αναβιώνουν μορφές του ναζισμού στη σημερινή εποχή και σε λαούς όπως ο δικός μας, που τόσο υπέφεραν, είναι ν’ απορείς: τόσο αδύναμα βαστάει η μνήμη;

Κάποιοι, όμως, ήταν εκεί. Όχι μόνο έζησαν, μα βγήκαν ζωντανοί μέσα απ’ τη φωτιά. Είδαν με τα μάτια τους και κατέγραψαν τη φρίκη.

Τη φρίκη των πτωμάτων που συσσωρεύονταν στα φορτηγά, έτοιμα να ριχτούν στους φούρνους• τη φρίκη των ανθρώπων που μετατρέπονταν σε παιχνίδια στις πιο αποτρόπαιες σαδιστικές ορέξεις, μόνο για να εξοντωθούν όταν είχαν πάψει πια να «διασκεδάζουν»• τη φρίκη να μη γνωρίζεις τι σου επιφυλάσσει η επόμενη μέρα, η επόμενη ώρα, το επόμενο λεπτό, και να εξαρτιέται η ζωή σου όλη από κάποιο παραστράτημα, κάποιο λάθος βλέμμα, κάποια κουβέντα που ξέφυγε• τη φρίκη ενός συνένοχου λαού που προσκυνούσε ευλαβικά τον Μεγάλο Αρχηγό, έτοιμος να σκοτωθεί σε ένα και μοναδικό πρόσταγμα των ανωτέρων του, έτοιμος να σκοτώσει για την τιμή και δόξα του έθνους και της εκλεκτής φυλής.

Μα όχι, αυτή η φρίκη στην οποία αναφέρομαι δεν αφορά το ναζισμό και μόνο. Δεν αφορά τον πόλεμο και μόνο… Όχι. Αφορά τις εσχατιές του ίδιου του ανθρώπινου είδους. Που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν διαιρεί τον κόσμο σε ανώτερους και κατώτερους… Μα δεν έχουμε να κάνουμε με γουρούνια και πρόβατα εδώ. Οι ναζί ήταν άνθρωποι, το ίδιο και τα θύματά τους.

Ένας απ’ τους συγγραφείς που επέζησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ο δικός μας, Ιάκωβος Καμπανέλλης, «ο γεννήτορας του ελληνικού μεταπολεμικού θεάτρου». Έχοντας ζήσει αιχμάλωτος τρία χρόνια, απ’ το 1942 ως το 1945, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, κατέγραψε σε ένα χρονικό τις εμπειρίες του – τις δικές του και εκείνων που έζησαν μαζί – που έμελλε να γίνει το ομότιτλο έργο (το μοναδικό του πεζογράφημα) και να εκδοθεί πρώτη φορά το 1963. Τρία χρόνια μετά ο Μίκης Θεοδωράκης θα αφιέρωνε στο «Μαουτχάουζεν» έναν απ’ τους σημαντικότερούς του δίσκους – λίγο πριν την εμφάνιση της Χούντας.

Από το «Μαουτχάουζεν», δια στόματος Καμπανέλλη, επέλεξα να σας παρουσιάσω σήμερα ένα από τα δυνατότερα, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαιά του. Το θέμα του είναι η μαζική απόδραση πεντακοσίων περίπου Ρώσων αιχμαλώτων – και τα επακόλουθά της. Διαβάζοντας το απόσπασμα (και το βιβλίο, στο σύνολό του), θα χρειαστεί να επαναλαμβάνουμε, ξανά και ξανά στον εαυτό μας, ένα πράγμα – ένα πράγμα και μόνο:

Αυτά που διαβάζω συνέβησαν πραγματικά. Δεν είναι φανταστικά. Όλα αυτά που διαβάζω… είναι αληθινά.

Και να μην το ξεχνάμε αυτό.



Η πιο μεγάλη απόδραση



«Ανασηκώθηκα και κάθισα στο κρεβάτι. Ύστερα από τόσο καιρό στο Μαουτχάουζεν, η ελευθερία μέσα σου δεν είναι εύκολη κατάσταση. Θ' αργήσει να 'ρθει. Εκτός κι αν πάθεις αμνησία. Αλλιώς;...

Είναι πια Ιούνιος κι όμως ονειρεύτηκα πως χιόνιζε πάλι. Δεν είναι τυχαίο. Οι Ρώσοι δημοσιογράφοι και στρατιωτικοί που μαζεύουν πληροφορίες για τη «μεγάλη απόδραση», ήρθαν και σήμερα στο Μαουτχάουζεν. Απ’ όσα λέγανε, επιβεβαιώθηκε πως πράγματι κάπου ογδόντα ρώσοι δραπέτες τα είχαν καταφέρει να πάνε μέχρι κι εκατό χιλιόμετρα μακριά. Εκεί τους βρήκαν και τους «καθάρισαν» χωροφύλακες και οπλισμένοι πολίτες. Στα χωράφια και στα λιβάδια του Βάρτσμπεργκ, του Πρεγκάρτεν, του Σβέρτμπεργκ, του Πέργκ, του Γκαλλνοϊκίρχεν. Την είπανε «η μεγάλη απόδραση», αλλά θα μπορούσε να ονοματιστεί κι αλλιώς: «η μεγάλη σφαγή», «η μεγάλη απόγνωση».

Μόνο πέντε μήνες έχουν περάσει από τότε. Και η θρυλική, τώρα, παράγκα αριθμός 20 είναι λίγες μόνο παράγκες πιο πέρα. Τώρα είναι άδεια. Άδειασε στις 5 Μαΐου και κανείς δε θέλησε να την κατοικήσει πια. Έμεινε σαν ιερός αλλά και ξορκισμένος τόπος. Και τα δυο μαζί. Άμα περνάς νύχτα από κει, νιώθεις και δέος και φόβο. Το ίδιο, όπως στη σκάλα που ανηφορίζει από το βαθύ τεράστιο λάκκο του λατομείου.

Στην 20 οι Ές-Ές χώνανε όσους ήταν «υπό εκκαθάρισιν», ακολουθώντας την «οδηγία κούγκελ». Κούγκελ στα γερμανικά σημαίνει σφαίρα, κι όπως και όλες οι προηγούμενες παρεμφερείς οδηγίες, είχε σταλεί και αυτή απ' το Βερολίνο. «Άους Μπερλίν.» Την πόλη που, όταν οι Ές-'Ες αξιωματικοί λέγανε τ’ όνομά της, πάθαιναν κάτι σαν έκσταση. Νιώθανε να επικοινωνούν με τις ανώτερες δυνάμεις και τις θεότητες του ναζισμού. Η «οδηγία σφαίρα» ήταν περίπτωση τέτοιας επικοινωνίας, εντελώς ξεχωριστή και τιμητική. Όχι μόνο συνιστούσε «την με όλα τα μέσα μαζική και σε ταχύ ρυθμό εξόντωση των Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου», κάτι που όλοι οι Ές-Ές του Μαουτχάουζεν επίσης το ήθελαν, αλλά επιπλέον:

α) Ήταν πρότασις του επικεφαλής στην Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ στρατάρχη Κάιτελ.

β) Την είχε ασπασθεί ο Ές-Ές ράιχσφύρερ Χίμμλερ.

γ) Έφερε την υπογραφή του υπαρχηγού των Ές-Ές γκρουπενφύρερ Καλτενμπρούννερ.

δ) Για την οδηγία συμφωνούσε και ο ίδιος ο Φύρερ.

Ο Σνάιντερ που είχε δει το έγγραφο στα χαρτιά των ανακριτών, έλεγε «αυτό είναι ένα σπάνιο ιστορικό στοιχείο, πρέπει να μπει σε μουσείο». Για την «οδηγία» εμείς είχαμε, φυσικά, αγνοία. Βλέπαμε όμως ότι στην απομονωμένη με συρματόπλεγμα παράγκα αριθμός 20, κάτι άλλο άρχισε να γίνεται. Σαν να την γέμιζαν με ζωντανούς και να την άδειαζαν από ισάριθμους νεκρούς κάθε μία δυο βδομάδες. Η αρχή έγινε το περασμένο φθινόπωρο.

Ο φετινός χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Χιόνισε πολύ. Η πιο σκληρή χιονιά ήρθε κατά το τέλος Ιανουαρίου και κράτησε μέρες. Όταν σταμάτησε να πέφτει αυτός ο υγρός, άσπρος, μπαμπακερός και ύπουλος εχθρός μας, ήταν 2 Φεβρουαρίου. Το Κομμανταντούρ ήταν ενθουσιασμένο με την αφθονία του χιονιού και την παγωνιά. Αφ' ενός πολλαπλασίαζε τους θανάτους, εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, άφ’ ετέρου εξασφάλιζε «ψύξη» για τα χιλιάδες πτώματα που είχαν συσσωρευθεί στην πλατεία και αλλού.

«Ναι, αλλά τι θα γίνει άμα ζεστάνει ο καιρός; Το κρεματόριουμ δεν επαρκεί πια, πρέπει να επεκταθεί», τόνιζε με ύφος αδικημένου ο τεχνικός υπεύθυνος για την «καύση» Ές- Ές σαρφύρερ Χάνς Κάμμλερ. Αλλά η φιλοδοξία του για επέκταση σκόνταφτε στη δήλωση του Τσιράις, «δεν υπάρχει πετρέλαιο γι’ άλλους φούρνους. Κάνε υπομονή, Χάνς, η τελική νίκη είναι κοντά και τότε θα ‘χεις όσες προεκτάσεις και πετρέλαιο θέλεις». Ακόμα και ο Κάμμλερ απορούσε: «μα τότε δε θα χρειάζονται πια...». Ο κύριος διοικητής απαντούσε λακωνικά «αντιθέτως» και έκλεινε τη συζήτηση μ' ένα πονηρό χαμόγελο, δίνοντας στους παρευρισκόμενους αξιωματικούς να φανταστούν πως «ίσως να ξέρει πράγματα, για τα οποία δεν μπορεί τώρα να πει περισσότερα».


Ακόμα και στην κόλαση μια ηλιόλουστη μέρα θα μπορούσε να ‘ναι μια καλύτερη μέρα. 


Το χιόνι σταμάτησε να πέφτει, όταν κάναμε παράταξη για το βραδινό προσκλητήριο. Είχε στολίσει με γιρλάντες ακόμα και τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Σταθήκαμε μία ολόκληρη ώρα ακίνητοι, με τα πόδια χωμένα στο χιόνι μέχρι τις γάμπες, γιατί κάποιο εξωτερικό συνεργείο καθυστέρησε στο γυρισμό. Ύστερα, άρχισε να φυσά παγωμένος αέρας που έφερνε πόνο σ' όλο το σώμα. Δύσκολα τον ανέπνεες, οι μύξες στέκανε παγωμένες στην άκρη της μύτης. Όταν τέλειωσε το προσκλητήριο, το απάνω στρώμα του χιονιού είχε αρχίσει κιόλας να κρουσταλλιάζει. Χωθήκαμε τρέχοντας στις παράγκες μας. Τί ευτυχία! Ναι, ευτυχία, αφού όλα εδώ ήταν έως παραλογισμού σχετικά. Με τον αέρα που είχε πάρει, ο ουρανός καθάρισε, πλημμύρισε άστρα, υπόσχεση από ψηλά πως «αύριο θα ‘χουμε ήλιο». Ακόμα και στην κόλαση μια ηλιόλουστη μέρα θα μπορούσε να ‘ναι μια καλύτερη μέρα. Αλλά εμείς που τη βολεύαμε με τέτοια ψίχουλα παρηγοριάς ήμασταν έξω απ’ την «οδηγία κούγκελ».






Θα πρέπει να κοντεύανε μεσάνυχτα. Μας ξυπνήσανε ντουφεκιές που πέφτανε κατά τη μεριά του δεύτερου φράχτη, εκεί που ήταν τα περάσματα για το δάσος. Οι σειρήνες σήμαναν συναγερμό της φρουράς. Ακούσαμε και τα πολυβόλα στους πέτρινους πύργους να ρίχνουν. Ποδοβολητά από μπότες κύκλωναν τις παράγκες. Σταμάτησαν με τ’ αυτόματα αντίκρυ στα παράθυρα. «Όλοι στα κρεβάτια», φώναζαν. «Μη σαλέψει κανείς.»

Μείναμε στα κρεβάτια ασάλευτοι κι άγρυπνοι. Κάθε τόσο κάποιος δεν άντεχε και ρωτούσε: «Τί τρέχει;... Εσείς που είστε κοντά στα παράθυρα... Τί τρέχει;...» Η απάντηση ερχόταν απ' έξω κομμάτι κομμάτι. Οι προβολείς απ’ τους πύργους ανασηκώθηκαν κι άρχισαν να χτενίζουν μπρος πίσω το δάσος. Μοτοσικλέτες ακούστηκαν να τρέχουν στον περιφερειακό δρόμο, κάνοντας συνέχεια τον ίδιο γύρο. Φορτηγά αυτοκίνητα ανέβαιναν μουγκρίζοντας απ’ τη στρατώνα. Μια φωνή, που δεν καταλαβαίναμε τί έλεγε, έδινε διαταγές με τηλεβόα. Τ’ αυτοκίνητα πήγαν και στάθηκαν έξω από το φράχτη του δάσους. Άφησαν τα μεγάλα τους φώτα αναμμένα και μαζί με τους προβολείς των πύργων κάμανε ένα μακρύ φράχτη από φως. Και τίποτα άλλο.

Από δω και πέρα, ό,τι ακούγαμε, ήταν κάθε λίγο και λιγάκι η ίδια φωνή:

«Όλοι στα κρεβάτια. Μη σαλέψει κανείς».

Πήγε μία η ώρα!

Πήγε δύο.

Πήγε τρεις.

«Όλοι στα κρεβάτια. Μη σαλέψει κανείς.»

Πήγε τέσσερις.

Πήγε πέντε η ώρα.

Πήγε έξι. Άρχισε να φωτίζει.


Η καμπάνα δε χτύπησε εγερτήριο. Οι Ές-Ές που είχαν κυκλώσει τις παράγκες, είπαν για τελευταία φορά «να μη σαλέψει κανείς», μπήκαν βιαστικά στη γραμμή και φύγαν. Θα ήταν εφτά η ώρα, όταν στο δάσος ξανάρχισαν οι ντουφεκιές. Αραιές όμως, έτσι σα να είχαν έρθει κυνηγοί στο δάσος. Κάπου κάπου ακούγαμε γαβγίσματα, γέλια η ένα ξεφωνητό που μας ανατρίχιαζε. Αρχίσαμε να μαντεύουμε τί θα ‘χε γίνει τη νύχτα. Αλλά μόνο να μαντεύουμε. Ακόμα δεν ξέραμε τίποτα.

Ήρθε διαταγή να σηκωθούμε απ' τα κρεβάτια και να παραταχτούμε αμέσως στην πλατεία. Ό,τι είχαμε μαντέψει, άρχισε να βγαίνει αληθινό. Τα νέα τα φέρανε αυτοί που μένανε στις απάνω παράγκες κοντά στην 20. Στο μεταξύ είχαμε παραταχτεί στην πλατεία. Η πύλη άνοιξε κι ένα φορτηγό αυτοκίνητο μ’ ανατρεπόμενη καρότσα, απ' αυτά που κουβάλαγαν πέτρα στο χωριό, πέρασε αργά από μπροστά μας. Στην καρότσα είχαν φορτώσει ίσα με σαράντα ντουφεκισμένους. Μερικοί δεν είχαν τελειώσει και σάλευαν. Απ’ τ’ αυτοκίνητο έτρεχε αίμα.

Έφτασε στο κρεματόριουμ, έκανε μανούβρα κι έφερε την καρότσα του προς τη μεριά της γούρνας του φούρνου που ήταν μεγάλη σαν αυλή. Η ανατρεπόμενη καρότσα ανέβηκε ψηλά κι άδειασε τους ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας. Ένας έμπλεξε ή γραπώθηκε σε κανένα σιδερικό και δεν έπεφτε. Ο οδηγός έκανε ένα ανεβοκατέβασμα με τράνταγμα κι έπεσε κι αυτός. Το αυτοκίνητο ξαναπέρασε μπροστά μας κι έφυγε για έξω. Το αίμα που έσταζε απ’ την καρότσα, άφηνε πάνω στο κρουσταλλιασμένο χιόνι μία ροδαλή γραμμή.


Έφτασε στο κρεματόριουμ, έκανε μανούβρα κι έφερε την καρότσα του προς τη μεριά της γούρνας του φούρνου που ήταν μεγάλη σαν αυλή. Η ανατρεπόμενη καρότσα ανέβηκε ψηλά κι άδειασε τους ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας. 


Οι αραιές ντουφεκιές, οι μακρινές φωνές και τα γαβγίσματα ακούγονταν ως το μεσημέρι. Κι ως εκείνη την ώρα, πάνω από δέκα τέτοια φορτία πέρασαν από μπροστά μας, κάμανε τη μανούβρα τους κι άδειασαν ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας.

Ένα τελευταίο φορτίο ήρθε αργά το απόγεμα. Είδαμε το χέρι ενός να βγαίνει πάνω απ’ τους νεκρούς που τον πλάκωναν και να γυρεύει βοήθεια.

Σιγά σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν και πληροφορίες. Αν και οι πιο πολλές, εκείνη την ώρα, ήταν σκέτες εικασίες, όλες τελικά αποδείχτηκαν αληθινές, ακόμα και σε λεπτομέρειες. Οι τετρακόσιοι ενενήντα μελλοθάνατοι της παράγκας αριθμός 20 είχαν αποφασίσει ομαδική απόδραση. Ήταν που ήταν χαμένοι. Έ, λοιπόν, όσοι γλιτώσουν. Μέσα στην παράγκα ήταν τρεις επιστάτες. Όταν η καμπάνα χτύπησε σιωπητήριο και τα φώτα σβήσανε, οι κρατούμενοι πιάστηκαν χέρι χέρι από κρεβάτι σε κρεβάτι και δίνανε ο ένας στον άλλον σιωπηλά σινιάλα.

Δόθηκε το σινιάλο πως οι επιστάτες κοιμήθηκαν. Τρεις ομάδες κρατούμενοι ρίχτηκαν και τους καθάρισαν, πριν προλάβουν να βγάλουν άχνα. Ύστερα όλοι μαζί άρχισαν τη μιλημένη δουλειά. Βγάλαν τα στρώματα απ’ τα κρεβάτια, τις σανίδες, τυλίξανε τα στρωσίδια σε μπόγους και τα συγκεντρώσανε κοντά στις πόρτες. Οι εκατό που θα βγαίνανε πρώτοι, κάμανε τα σακάκια τους ποδιές και βάλανε μέσα τα ξυλοπάπουτσα. Η παράγκα τους έβλεπε προς το δάσος. Αλλά είχε μπροστά έναν τοίχο τρία μέτρα ψηλό και στη ράχη ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα. Λίγα μέτρα πέρα απ' τον τοίχο, ήταν δυο ξύλινοι πύργοι με πολυβόλα. Εκατό μέτρα πιο μακριά ήταν ο πρώτος εξωτερικός φράχτης προς τη μεριά του δάσους, καμωμένος από πυκνό συρματόπλεγμα με σκοπιές κάθε εξήντα μέτρα. Ίσα μ’ ένα χιλιόμετρο πέρα, μέσα στο δάσος, ήταν κι άλλος φράχτης. Αυτός δεν είχε σκοπιές. Κι έπειτα άρχιζαν τα χωράφια, τα περιβόλια, τα χωριά, τα αγροτόσπιτα, οι εξοχικές μπιραρίες, τα πανδοχεία, οι δημοσιές, τα μονοπάτια, οι διαβάτες, οι ξωμάχοι, οι παπάδες, τα παιδιά που πάνε σχολείο, οι ποδηλάτες ταχυδρόμοι, οι ελεύθεροι πολίτες, οι άνθρωποι χωρίς στολή, οι ελεύθεροι άνθρωποι, η ελεύθερη χώρα.

Οι κρατούμενοι της παράγκας αριθμός 20 άφησαν το σκοπό που παράλαβε στις δώδεκα να βαρεθεί λιγάκι. Και μόλις τον είδαν ν' ακουμπά στο παραπέτο του πολυβολείου, οι εκατό με τα ξυλοπάπουτσα όρμησαν έξω. Βροχή τα βαριά ξυλοπάπουτσα σφεντονίστηκαν κατά τον πύργο κι ο φρουρός χτυπημένος απανωτά, κατάμουτρα, κρεμάστηκε λιπόθυμος στο παραπέτο. Με τα στρώματα, τις σανίδες, τους μπόγους, τα στρωσίδια κι ό,τι άλλο μπορούσαν να κουβαλήσουν, άρχιζαν τώρα να βγαίνουν όλοι και να τρέχουν προς τον τοίχο. Οι πέρα σκοπιές ακούσανε το σαματά, αλλά δεν καταλάβανε τί γίνεται.

Οι κρατούμενοι ρίχναν τα κουβαλημένα στα πόδια του τοίχου, φεύγανε τρέχοντας και φέρνανε κι άλλα, κι άλλα. Ο σωρός έφτασε ως τη ράχη του τοίχου. Άρχισαν τώρα να γεφυρώνουν με στρώματα το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα.

Οι σκοποί είδαν επιτέλους τί γίνεται κι άρχισαν να πυροβολούν. Τότε οι κρατούμενοι χύθηκαν όλοι μαζί για να βγουν. Πολλοί μένανε κάτω και πάνω τους πατούσαν και περνούσαν οι πιο γεροί. Πολλοί απ' όσους ανέβαιναν ως πάνω σπρώχνονταν στα πλάγια απ’ το συνωστισμό, πέφτανε πάνω στα αγεφύρωτα ηλεκτροφόρα και πέθαιναν σπαρταρώντας πάνω στα σύρματα. Οι πρώτοι που τα κατάφερναν να πηδήσουν έξω, μέναν στον τόπο απ’ τις σφαίρες που ρίχναν οι κοντινές σκοπιές. Απ’ τις άλλες που ήταν εξήντα μέτρα μακριά η καθεμιά, κανείς στρατιώτης δεν έτρεξε προς τα δω, θες από φόβο, θες γιατί ο Γερμανός δεν αφήνει ποτέ το πόστο του, αν δεν έχει διαταγή.

Έτσι οι σφαίρες τους που έρχονταν από εξήντα, από εκατόν είκοσι, από εκατόν ογδόντα μέτρα μακριά, δεν κάνανε μεγάλη ζημιά. Οι κρατούμενοι πέσανε πολλοί μαζί πάνω στους κοντινούς σκοπούς που ανάμεσά τους ήταν το ανοιχτό πέρασμα προς το δάσος, τους αχρηστέψανε και τους πήρανε τα όπλα. Όλ' αυτά γίνανε μέσα σε λίγα λεπτά και παρ' όλη την αταξία και το κακό, κοντά τετρακόσιοι κρατούμενοι τρέχανε τώρα μέσα στο σκοτεινό κι αφύλαχτο δάσος.



Ρώσος αιχμάλωτος στα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Death of a soviet prisoner.



Το μήνυμα όμως της απόδρασης είχε κιόλας φτάσει στον Ές-Ές αξιωματικό ασφαλείας. Σήμανε συναγερμό. Ές-Ές στρατιώτες κυκλώσανε τις παράγκες. Νόμιζαν πως ολόκληρο το Μαουτχάουζεν «άδειαζε». Ταυτόχρονα, οι μοτοσικλετιστές και τ’ αυτοκίνητα της φρουράς κυκλώνανε τον περιφερειακό δρόμο και το δάσος. Όταν εξακριβώσανε πως οι φυγάδες είχαν σκορπίσει, αναπτύχθηκαν στην πέρα μεριά και κάνανε το φωτεινό φράχτη. Οι κρατούμενοι εξαντλημένοι αποκαμωμένοι, φοβισμένοι, ίσως για πρώτη φορά, κρυφτήκανε όπου κι όπως ήταν δυνατόν, για να μην τους βρίσκουν οι προβολείς. Οι Ές-Ές στρατιώτες κι οι υπαξιωματικοί με τα όπλα έτοιμα, περιμένανε να ξημερώσει. Με το πρώτο φως ξεκίνησαν για κει και οι ανώτεροι αξιωματικοί. Ήτανε κι αυτοί ταραγμένοι κι ανήσυχοι όσο ποτέ. Αυτό που έγινε ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί. Μια μαζική απόδραση χωρίς προηγούμενο και συνάμα, ο εξευτελισμός μιας «οδηγίας» χωρίς προηγούμενο. Τρέμανε για το πως θ’ αντιδρούσε το Βερολίνο. Είπανε στους στρατιώτες να σκοτώνουν φυγάδες μόνο σε περίπτωση που δε βρισκόταν αξιωματικός εκεί κοντά. Έπρεπε τώρα να αποδείξουν στο Βερολίνο πως οι αξιωματικοί του Μαουτχάουζεν ήταν εις θέσιν να διορθώσουν εις το ακέραιον το λάθος τους. Και το κυνήγι άρχισε.



Στο ανθρωποκυνήγι, ο ίδιος και ο σκύλος του θριαμβεύσανε... Είκοσι οχτώ κεφάλια! Στο κούτελο κάθε «κεφαλιού» έβαζε την υπογραφή του με μολύβι μελάνης, για να μην του κλέψουν τα θηράματα οι συνάδελφοι. 


Οι φυγάδες, όσο δεν είχαν μπορέσει ν’ απομακρυνθούν, κι ήταν οι περισσότεροι αυτοί, προσπάθησαν να κρυφτούν στις ρηχές ρεματιές του λόφου, στις συστάδες των θάμνων, σε λάκκους για σκουπίδια. Κάποιοι σκαρφαλώσανε σε βελανιδιές που το φύλλωμά τους ήταν πυκνό. Μάταιες προσπάθειες, βέβαια, που τις έκανε ακόμα πιο μάταιες το χιόνι που πάνω του είχαν αποτυπωθεί τα πάντα. Οι πατημασιές τους, η πορεία τους, οι δυσκολίες τους, οι αναζητήσεις, όλες τους οι σκέψεις και οι κινήσεις. Μέχρι το απομεσήμερο, είχαν «καθαρίσει» τους φυγάδες που παγιδεύτηκαν στην περικυκλωμένη περιοχή. Συνεχίσανε το κυνήγι οι μισοί, ενισχυμένοι από τη χωροφυλακή και εθελοντές πολίτες, και οι άλλοι γύρισαν πίσω για να μη μείνει το στρατόπεδο αφύλαχτο. Οι ανώτεροι αξιωματικοί πήγανε κατευθείαν για φαΐ. Ο καθαρός αέρας και η σφαγή θα τους είχαν ανοίξει την όρεξη. Αλλά επιπλέον τους περίμενε εκεί ο διοικητής. Έδωσε θερμά συγχαρητήρια σε όλους και ιδιαίτερα στον ομπερστούρμφυρερ Σπατσενέγκερ. Επιπλέον, του υποσχέθηκε μισή ντουζίνα μπουκάλια κρασί από την προσωπική του κάβα και τη διάκριση να πάει αυτός στο Βερολίνο, για αναφορά στον Καλτενμπρούννερ, ευθύς μόλις εξοντωθεί κι ο τελευταίος φυγάδας. 

Ο Σπατσενέγκερ ήταν ένας σκέτος «φόβος και τρόμος», γνωστός συν τοις άλλοις για την αδυναμία του στους ανθρωποφάγους σκύλους. Στο ανθρωποκυνήγι, ο ίδιος και ο σκύλος του θριαμβεύσανε... Είκοσι οχτώ κεφάλια! Στο κούτελο κάθε «κεφαλιού» έβαζε την υπογραφή του με μολύβι μελάνης, για να μην του κλέψουν τα θηράματα οι συνάδελφοι. Τα επιδειχτικά συγχαρητήρια από το διοικητή στον Σπατσενέγκερ είχαν δυο λόγους: να παινέσει τον «φόβο και τρόμο» για τα είκοσι οχτώ κεφάλια και ταυτόχρονα να μειώσει τον υποδιοικητή Μπαχμάγερ που βασική του αρμοδιότητα ήταν η ασφαλής φρούρηση των κρατουμένων. Και πολύ θα χαιρόταν, αν η απόδραση γινόταν αφορμή να τον μεταθέσουν.


Οι ανώτεροι αξιωματικοί πήγανε κατευθείαν για φαΐ. Ο καθαρός αέρας και η σφαγή θα τους είχαν ανοίξει την όρεξη. 


Τη νύχτα, κάθε μία ώρα, μας βγάζανε έξω απ' τις παράγκες, χωρίς παπούτσια και χωρίς ρούχα. Το πρωί δε μας δώσανε το μαυροζούμι, τον ψευδοκαφέ. Δεν είχε ούτε γεύση ούτε μυρουδιά, όμως ήταν ζεστός. Εκτός που βάζαμε κάτι ζεστό μέσα μας, κολλούσαμε τα χέρια μας στα καζάνια και τα ζεσταίναμε.

Στο προσκλητήριο ανακοινώθηκε πως ούτε και σήμερα θα βγουν για δουλειά τα εξωτερικά συνεργεία. Θα σταθούν όλοι όρθιοι στην πλατεία ως το μεσημέρι. Δε θα μοιραστεί η μεσημεριανή σούπα, ούτε η βραδινή ξηρά τροφή.

Το απομεσήμερο ακούγονταν πυροβολισμοί απ’ τη μεριά της φυλακής. Μάθαμε ότι σκότωσαν όσους είχαν στα κελιά για να τα αδειάσουν και να συγκεντρώσουν στη φυλακή τους ρώσους αιχμαλώτους, ώσπου να ξαναφτιάξουν τους φράχτες στην παράγκα αριθμός 20.

Στο βραδινό προσκλητήριο είδαμε να περνάνε μπροστά μας σουρνάμενοι οι υπόλοιποι από τη «στράφ-κομπανί», «συνεργείο τιμωρημένων». Δεν ήταν ούτε πενήντα, απ' τους διακόσιους που είχαμε δει το πρωί. Γι’ αυτό, ως φαίνεται, τους πήγαν και σήμερα στο λατομείο.

—      Πώς και τους βγάλανε αυτούς;

—      Για να δούμε πόσοι θα γυρίσουν...

Την άλλη μέρα, τους οδηγούς των φορτηγών που κουβάλησαν τους νεκρούς φυγάδες, τους σκότωσαν πίσω απ' τα λουτρά με μία σφαίρα στο κούτελο. Πάνω απ' τα πτώματα στήσανε μία επιγραφή σε χαρτόνι: «Είναι κακό να βλέπεις, αλλά χειρότερο να λες ό,τι βλέπεις». Κάποιος τρελός κάτι θα ξεστόμισε.

Την παράλλη, όλα τα συνεργεία βγήκαν για δουλειά. Όμως, αυτό που έγινε στα εξωτερικά συνεργεία, ήταν σωστό μακελειό. Λοξά να κοίταζες, οι Ές-Ές το θεωρούσανε «απόπειρα απόδρασης» και πυροβολούσαν. Σκοτώσανε κρατούμενους που πήγαν πιο πέρα για να κατουρήσουν, παρ’ όλο που είχαν ζητήσει την άδεια. Ο ένας έλεγε «πήγαινε», ο άλλος σκότωνε. Άλλους τους σκότωσαν, επειδή απλά και μόνο μίλησαν μεταξύ τους.


Λοξά να κοίταζες, οι Ές-Ές το θεωρούσανε «απόπειρα απόδρασης» και πυροβολούσαν. Σκοτώσανε κρατούμενους που πήγαν πιο πέρα για να κατουρήσουν, παρ’ όλο που είχαν ζητήσει την άδεια. 


Όσο περνούσαν οι μέρες, μαθαίναμε για την απόδραση κι άλλα. Τα νέα τα φέρνανε οι Α' και Β' «καμαριέρες». Οι Α' ήταν κρατούμενοι, κυρίως Γερμανοί, τσιγγάνοι και ομοφυλόφιλοι, που δουλεύανε μάγειροι, σερβιτόροι, λαντζιέρηδες, καθαριστές στα εστιατόρια και στις καντίνες των Ές- Ές. Οι Β' ήταν υπηρέτες στην παράγκα που μένανε οι επιστάτες. Πηγαίνανε μετά το βραδινό προσκλητήριο στην παράγκα τους και για λίγο φαΐ, ψωμί, κανένα τσιγάρο, τους πλένανε τα ρούχα, τους μαγειρεύανε, σκουπίζανε και σφουγγαρίζανε το πάτωμα. Από συγκολλημένα μισόλογα που είχαν ακούσει οι καμαριέρες απ’ τους Ές-Ές και τους επιστάτες, βγήκε μία σπουδαία πληροφορία... Φαίνεται πως ογδόντα τουλάχιστον φυγάδες είχαν περάσει όλους τους φράχτες του Μαουτχάουζεν και τον κλοιό με προβολείς και περιπολίες κι είχαν σκορπίσει στην «ελεύθερη» χώρα. Αυτό έγινε στο διάστημα που οι Ές-Ές νομίζανε πως είχαν περικυκλώσει τους πάντες και περιμένανε το φως της μέρας, για να πιάσουν δουλειά.



Πάνω: Επιζήσαντες μετρούν τα πτώματα στο Μαουτχάουζεν. Survivors counting the corpses of prisoners killed in the Mauthausen concentration camp. Κάτω: Νεκρός του Μαουτχάουζεν στο χιόνι. Mauthausen inmate lies dead in the snow


Όταν διαπιστώσανε το λάθος τους, οι φυγάδες που σκοτώσανε στον κλοιό ήταν κάπου τριακόσιοι πενήντα, άρα έλειπαν καμιά εκατοσταριά, ο διοικητής ζήτησε τη συνδρομή του γκαουλάιτερ Άουγκουστ Άϊγκρούμπερ. Ο γκαουλάιτερ του Ομπερντόναου, με έδρα το Λίντς, ήταν ο κομματικός και διοικητικός περιφερειάρχης στον Άνω Δούναβη. Αφού κατσάδιασε τον Τσιράις, που άλλα του έλεγε τη νύχτα και άλλα τώρα, κινητοποίησε τις μονάδες της χωροφυλακής και της χιτλερικής νεολαίας. Διέταξε τους δημάρχους σε πόλεις και χωριά να οπλίσουν όλους τους ικανούς πολίτες, γυναίκες κι άντρες και να λάβουν μέρος στη δίωξη, στη σύλληψη, στην επί τόπου εκτέλεση.

Το μήνυμα του γκαουλάιτερ ειδοποιούσε ότι «άγνωστος αριθμός ειδεχθών κακούργων και εχθρών της γερμανικής πατρίδας, του Ράιχ και του Φύρερ, δραπέτευσαν τη νύχτα από... είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι για τον πληθυσμό και υπάρχουν πληροφορίες πως κατευθύνονται βορειοδυτικά προς την περιοχή που κατοικούν Τσέχοι». Ειδοποιούσε ακόμα ότι αρκετοί απ’ τους ειδεχθείς κακούργους είχαν τουφέκια και πιστόλια. Αυτό ήταν ψέμα. Τα τρία όλα κι όλα τουφέκια που οι δραπέτες πήραν απ' τους χτυπημένους Ές-Ές στρατιώτες βρέθηκαν στο δάσος, ευθύς μόλις άρχισε η καταδίωξη. Όμως το ψέμα επέτρεπε στον Αϊγκρούμπερ τη σύσταση «κάθε πατριώτης και υπεύθυνος πολίτης να πυροβολεί οτιδήποτε κινείται ύποπτα και να εκτελεί χωρίς δισταγμό, κυρίως για την προσωπική του ασφάλεια, κάθε κτήνος...». Οπλίστηκαν πολλοί και με μεγάλη προθυμία. Πήγαν μαζί και πολλοί που δεν είχαν όπλο, αλλά είχαν τσεκούρια, ρόπαλα, μαχαίρια. Ήθελαν οι άνθρωποι να κάνουν κι αυτοί κάτι καλό για τη γερμανική πατρίδα και το Φύρερ.

Έτσι, το ανθρωποκυνήγι που άρχισε στα όρια του Μαουτχάουζεν, απλώθηκε ως τα παλιά σύνορα με την Τσεχοσλοβακία. Και ήταν τόσο το πάθος των κυνηγών να διαπρέψουν και τόση η ευσυνειδησία «να πυροβολούν οτιδήποτε κινειται», που σκοτώνονταν και μεταξύ τους. Ένα αγόρι της χιτλερικής νεολαίας, μόνο αυτό, σκότωσε τρεις πολίτες. Ένας ταχυδρομικός διανομέας σκότωσε το δήμαρχο του διπλανού χωρίου. Συνολικά, τέσσερις άντρες και μία γυναίκα, κυνηγός και αυτή, ήταν τα θύματα της αλληλοσφαγής τους στο βωμό της μανίας τους να έχουν να πουν «εγώ σκότωσα έναν απ’ το Μαουτχάουζεν». «Θεία Δίκη», θα το ‘λεγε ο κύριος Βαγγέλης. «Αλλά γιατί, Θεέ μου, τόση οικονομά; Θα πείραζε αν ήταν πενήντα αντί πέντε; Δε βλέπεις τί γίνεται στη μεριά μας;»


Και ήταν τόσο το πάθος των κυνηγών να διαπρέψουν και τόση η ευσυνειδησία «να πυροβολούν οτιδήποτε κινειται», που σκοτώνονταν και μεταξύ τους.


Αυτό μας το είπαν οι Ρώσοι δημοσιογράφοι που είχαν πάει μαζί με αμερικάνους στρατιωτικούς ανακριτές στο Σβάρτσμπεργκ... Ένας φυγάδας, τέλεια εξαντλημένος πια, και ξεγελασμένος ποιος ξέρει από τί, τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα σ’ ένα αγροτόσπιτο. Ο αγρότης ιδιοκτήτης κι η γυναίκα του άνοιξαν την πόρτα. Ο φυγάδας, με νοήματα παρακάλεσε για ψωμί και τίποτα κουρέλια να τυλίξει τα πόδια του. Και ενώ θα μπορούσαν, εάν νομίζανε πως κινδυνεύουν να τον φοβερίσουν και να κλείσουν την πόρτα, αυτοί αντίθετα τον καλέσανε μέσα. Τον βάλανε να καθίσει στο τραπέζι, ακούμπησαν κοντά ένα πιάτο φαΐ, ψωμί, κουτάλι, μία κούπα μηλόκρασο... Κι όταν με δάκρυα ευγνωμοσύνης άρχισε να τρώει, του ρίχτηκαν κι οι δυο με μαχαίρια και με τέτοια λύσσα, που το κεφάλι του κρέμασε στο πλάι, σαν του σφαγμένου αρνιού.

Μπορεί να σφάχτηκαν κι άλλοι κάνοντας το ίδιο λάθος. Όμως, Θεέ και Κύριε, γιατί να 'ναι λάθος; Είδε ένα σπίτι, κι είναι ωραία τα σπίτια στα αυστριακά χωριά, με κεντητά κουρτινάκια στα παράθυρα, με καλομπογιαντισμένη πόρτα. Με απλωμένα ρούχα στην αυλή, με κούνια από σκοινί στο κλαδί της φλαμουριάς, για να παίζουνε τα παιδιά. Γιατί να μη ζητήσει λίγο ψωμί και κουρέλια; Που είναι το λάθος;...

Από τη μεγάλη απόδραση, απόγνωση, σφαγή, μόνο για έναν μάθαμε ότι στα σίγουρα διέφυγε. Ο στρατιώτης Σεμιόν Στσακώβ. Για δώδεκα άλλους δε μαθεύτηκε ποτέ τί απόγιναν. Ο Γιοζέ Μπαλλίνα, που δούλευε κι αυτός στην Πολιτική Διεύθυνση, το 'χε βάλει τάμα να βρει την καρτέλα του Σεμιόν και άμα τελικά τη βρήκε, έλεγε συγκινημένος έως δακρύων για το «συντροφάκι» Σεμιόν: «σκέψου, μι κάγο δίος, είναι μονάχα είκοσι χρονών, κοντός, μαυρομάλλης, μαυρομάτης, τ’ αριστερό του χεράκι κομμένο απ' τον καρπό». Φανατικός κομμουνιστής και μαζί φανατικός καθολικός, όπως και άλλοι «εσπανιόλες ρόχος» του Μαουτχάουζεν, χάραξε τ’ όνομα του Στσακώβ σ’ ένα σανίδι του κρεβατιού του και το στόλισε μ' ένα σταυρό κι ένα σφυροδρέπανο. «Να τον φυλάνε και τα δύο» είπε, «το ένα δε φτάνει... εμείς γι' αυτό τα κάναμε σκατά στην Ισπανία».

Ο φίλος του Καζιμίρ Κλεμέντες έφριξε άμα το είδε, «πάει, αυτουνού του ‘στριψε τελείως». Πήρε το σανίδι και το 'καψε στη σόμπα, κάνοντας ότι ψήνει δυο κλεμμένες πατάτες. Κλεμέντες και Μπαλλίνα είχαν πλάι πλάι πολεμήσει στο Τερουέλ τους «κοχόνες και μιέρδας φασίστες του χιτλερίσιμο του Φράνκο».



Από το βιβλίο "Μαουτχάουζεν" του Ιάκωβου Καμπανέλλη [εκδ.Κέδρος]. Πρώτη έκδοση το 1963. Για τη μεταφορά και την εισαγωγή, το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18.




Αιχμάλωτοι του Μαουτχάουζεν μετά την απελευθέρωση. Prisoners mill about at Mauthausen after liberation

21 Απριλίου 2015

Το "Μεγάλο μας Τσίρκο"... Όταν το Θέατρο πολέμησε τη Χούντα



Αφιέρωμα στο Μεγάλο Μας Τσίρκο του Ιάκωβου Καμπανέλλη



Εισαγωγή στο «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη




Η 21η του Απρίλη έχει καθιερωθεί ως η «μαύρη επέτειος» της Χούντας. Η μέρα που τα τεθωρακισμένα των συνταγματαρχών βύθισαν τη χώρα στην άχρωμη άβυσσο της δικτατορίας. Ωστόσο αναρωτιέμαι: γιατί μόνο η 21η του Απρίλη; Γιατί όχι και η 22η του μήνα; Η 23η; Η 24η; Πες την πρώτη μέρα σε πιάσανε στον ύπνο. Βγήκαν τα τανκς, δεν το περίμενες, έγιναν όλα πολύ γρήγορα – πάει στο καλό. Τις επόμενες μέρες τι έκανες όμως; Που βρισκόσουν όταν το καθεστώς κάλυπτε με τα μαύρα φτερά του ξεχαρβαλωμένου φοίνικα τον ήλιο; Μήπως ήσουν στη σκιά; Μήπως αναπαυόσουν, αποζητώντας λίγη τάξη και ησυχία;

Γιατί έπρεπε τόσοι να σιωπήσουν, για τόσον πολύ καιρό; Και γιατί τόσοι φοβόντουσαν να αντιδράσουν;

Τελικά η 21η Απριλίου ποτέ δεν ήταν το πρόβλημα – το πρόβλημα ήταν όλες οι μέρες που τη διαδέχτηκαν. Οι μέρες, οι μήνες… τα χρόνια. Μα για κείνες δεν έχουμε αντίστοιχες, μαύρες επετείους. Χάνονται στη δίνη της σιωπής που, σαν πέπλο μαγικό, τύλιξε την πλειοψηφία των φιλήσυχων πολιτών.

Ανάμεσα σε εκείνους που επιζήτησαν να σπάσουν τη σιωπή – που γύρεψαν να αποτινάξουν τα σύννεφα του ύπνου – ήταν η Τζένη Καρέζη. Ήταν 1973 όταν ζήτησε από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη να γράψει ένα θεατρικό έργο με αντιδικτατορικό θέμα· ένα έργο στο οποίο θα πρωταγωνιστούσε η ίδια, παρέα με τον συνέταιρο και σύντροφό της, Κώστα Καζάκο. Ο Καμπανέλλης ανέλαβε το εγχείρημα με περίσσεια διάθεση. Ήταν ασφαλώς κάτι παράτολμο· το καθεστώς δεν επέτρεπε την ελευθερία έκφρασης και ασκούσε αυστηρό έλεγχο σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως επεδίωκε να ελέγχει τον Τύπο και τα Μέσα. Οποιαδήποτε ανοιχτή πρόκληση κατά του καθεστώτος ήταν καταδικασμένη στη σιωπή της λογοκρισίας – ή της φυλακής. Πως γίνεται λοιπόν να γράψει κάποιος ένα θεατρικό έργο ενάντια στη Χούντα και να μην υπογράψει ταυτόχρονα την καταδίκη του;

Την απάντηση την έδωσε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης με «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο».




Κώστας Καζάκος και Τζένη Καρέζη στο Μεγάλο Μας Τσίρκο
Καζάκος - Καρέζη



Σοβαρή πάθηση




ΡΩΜΙΟΣ: «Κυρίες και Κύριοι, καλησπέρα σας. Επειδή η παράστασή μας ανατρέχει σε πολλά γεγονότα, επεισόδια, εποχές, η μικρή από δω και εγώ θα σας πληροφορούμε μέσες άκρες που βρισκόμαστε και γιατί… Πριν προχωρήσουμε, επιτρέψτε μου να σας δώσω μια πληροφορία για το άτομό μου: είμαι τρόφιμος ψυχιατρείου. Αλλά ουδείς λόγος ανησυχίας, είμαι εντελώς ακίνδυνος. Άλλωστε η πάθησίς μου είναι πολύ κοινή, έχει αρκετά εθνικά γνωρίσματα, θα μπορούσα μάλιστα να τη χαρακτηρίσω και αρκετά πατριωτική… Με λίγα λόγια, Κυρίες και Κύριοι, η πάθησίς μου έγκειται εις το ότι – όπως και τόσοι άλλοι Έλληνες – ήθελα να γίνω πρωθυπουργός.»


Τα φαινόμενα απατούν




Επρόκειτο για μια παράσταση που συνδύαζε μουσική και λόγο. Στη σκηνοθεσία ήταν ο Κώστας Καζάκος. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν ο συνθέτης. Ο Νίκος Ξυλούρης ο τραγουδιστής. Παρέα με την Τζένη Καρέζη και τον Καζάκο παρέλαυνε ένα πλήθος ηθοποιών – ανάμεσα στους οποίους ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Σπύρος Κωνσταντόπουλος, ο Χρήστος Καλαβρούζος και ο Νίκος Κούρος.

Φαινομενικά, το θέμα της παράστασης ήταν ιστορικό – μια αναδρομή σε άφθονους ιστορικούς σταθμούς, από τα χρόνια της Μακεδονίας του Φιλίππου στο Βυζάντιο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α’ Κομνηνού, από τον βασιλιά Όθωνα της μετεπαναστατικής Ελλάδας στο Σύνταγμα του 1843 και από τη Μικρασιατική Καταστροφή στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης… Φαινομενικά, η παράσταση είχε χιουμοριστικό χαρακτήρα. Παρουσιάστηκε στους ιθύνοντες του Καθεστώτος ως «ιστορική κωμωδία». Η διάθεση ήταν ανάλαφρη, τα τραγούδια ξέφρενα, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους δέσποζε η φιγούρα του Κολοκοτρώνη – πως θα μπορούσε μια παράσταση με ήρωά της τον Κολοκοτρώνη να στρέφεται ενάντια στο καθεστώς;

Όλα φαινομενικά. Μα τα φαινόμενα αρκούν για όσους είναι μύωπες στο μυαλό και το πνεύμα.

Οι εκπρόσωποι της Χούντας ψάρωσαν. Αποζητούσαν αφορμή για να ανακηρύξουν το έργο παράνομο – μα αφορμή δεν έβρισκαν. Έψαχναν εξονυχιστικά μεταξύ των γραμμών του – μα τα νοήματα του έργου παρέμεναν γι’ αυτούς σκιώδη. Έτσι λοιπόν το έργο ανέβηκε επίσημα το καλοκαίρι του 1973. Ο κόσμος προσήλθε με περιέργεια. Τι να είναι πάλι αυτό το «Μεγάλο Μας Τσίρκο»; Σε τι να απευθύνεται; Η παράσταση υπήρξε αρκετά πετυχημένη – μα ήμαστε ακόμα στην αρχή.



Τζένη Καρέζη και Κώστας Καζάκος στο θεατρικό του Καμπανέλλη, Το Μεγάλο μας Τσίρκο



Τρώγοντας τα παιδιά σου




ΒΑΣΙΛΙΑΣ: «Τον βλέπετε αυτόν εκεί πάνω που μοιάζει με δράκο; Δεν είναι δράκος! Ειν’ ο μεγαλοδύναμος θεός Κρόνος! Βλέπετε κι αυτή την κυρά πλάι του, που μοιάζει με δράκαινα; Δεν είναι δράκαινα. Είναι – μεγάλη η χάρη της – η θεά Ρέα, η γυναίκα του. Τώρα ο Κρόνος βρίζει τη Ρέα! Της λέει πως θα την πνίξει, πως θα την κομματιάσει, πως θα την ρίξει στα Τάρταρα! Κι αυτή σφίγγεται και του φωνάζει: «παρά να μ’ έχεις να σου κάνω παιδιά να τα τρως, προτιμώ τα Τάρταρα! Μπεκρούλιακα, δικτάτορα, κοιλιόδουλε, τέρας αχόρταγο». Όσο για μας – θα ρωτήσετε και με το δίκιο σας – τι μας νοιάζουν αυτοί οι καβγάδες εκεί ψηλά;! Αν είστε Έλληνες και σεις και πονάτε τον τόπο σας, μη βιάζεστε, και θα τα καταλάβετε όλα.»

ΡΑΒΔΟΥΧΟΣ: «Ο θεός Κρόνος έχει ένα θεάρεστο χούι! Θέτε διότι δεν του αρέσουν τα παιδιά, θέτε διότι δεν εμπιστεύεται τη νέα γενιά, θέτε διότι δε θέλει διαδόχους, μόλις η Ρέα του γεννήσει κανένα παιδί, αυτός το παίρνει, το τρώει κι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Εμείς σαν ευσεβείς πιστοί ακολουθήσαμε το παράδειγμά του και είδαμε πολλά καλά! Όποιος δικός μας δεν είναι του χεριού μας, τον τρώμε κι έχουμε κι εμείς την ησυχία μας».



Με κέφι και στυλ, ηθοποιοί και μουσικοί συμπαρέσυραν το κοινό σε ένα ταξίδι στον χρόνο – και η επιλογή του θεού Κρόνου, ως εναρκτήριο λάκτισμα, μόνο τυχαία δεν ήταν. Ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του – σύμβολο μιας χώρας σε αδιέξοδο, με πολίτες που είχαν λησμονήσει τις διδαχές της ιστορίας· αν τη γνώρισαν ποτέ. Πολίτες που ξεπουλάνε πρόθυμα την ελευθερία τους, για μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Και ένα καθεστώς που καμαρώνει για τα μοναδικά του κατορθώματα, τέτοια που οφείλουν να κάνουν τους πάντες υπερήφανους. Είμαστε οι Καλύτεροι, το Μεγαλύτερο Έθνος, η Ενδοξότερη Φυλή, το Ωραιότερο Κράτος. Στον κόσμο του Μεγάλου Αδερφού οι πάντες είμαστε χαρούμενοι – σε όλους τους κόσμους, όλων των Μεγάλων Αδερφών.




Από το Μεγάλο μας Τσίρκο
Καζάκος και Καρέζη στο Μεγάλο μας Τσίρκο



Τα έχετε όλα, το λέει και ο αρχηγός του κράτους σας




Και αν κάποιος φτωχός ζητιάνος γυροφέρνει ‘δω κι εκεί, ντροπιάζοντας την ένδοξη καθαρότητα του κόσμου με το χάλι του… ε, ας μη του δίνουμε σημασία. Ας τον αφήσουμε να προσπεράσει. Δεν είναι παρά ένας τρελός – όπως τέτοιος ήταν σίγουρα εκείνος ο ζητιάνος της παράστασης, όταν πια βρισκόμαστε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ανδρόνικου.


ΖΗΤΙΑΝΟΣ: «Ελεήστε με, έχω να φάω μέρες! Έχω να δω μεροκάματο από πέρυσι! Τα σωθικά μου πονάνε από την πείνα και τα πλευρά μου από το ξύλο. Πως με ανέχεστε, χριστιανοί, να σας ρεζιλεύω με το χάλι μου; Δεν ακούτε τον Αντρόνικο που σας λέει ότι ποτέ άλλοτε δεν ήσαστε έτσι πλούσιοι! Έτσι καλοί! Έτσι τέλειοι! Έτσι υπέροχοι! Τέτοιο καμάρι της ιστορίας μας και παράδειγμα για όλον τον κόσμο! Ή μήπως δεν πιστεύετε τον αυτοκράτορά μας, αχάριστοι, κακόπιστοι, ανικανοποίητοι Έλληνες; Πότε άλλοτε είδατε τόσα καλά; Εεε; Θυμηθείτε, επιλήσμονες, πως ήταν η αυτοκρατορία μας πριν έρθει… ο Αντρόνικος. Είχαμε γίνει Σόδομα και Γόμμορα, ο Θεός μας είχε ξεχάσει. Η γη δεν έβγαζε ούτε χαμομήλι! Η θάλασσα δεν έκανε ψάρια! Ο ήλιος έβγαινε όποτε του κάπνιζε, ο αέρας είχε γίνει άφαντος, έβρεχε διαρκώς! Οι πολίτες, άεργοι όλοι και ρεμπεσκέδες, καθόντανε όλοι στα καπηλειά και κάνανε σχέδια πώς να καταστρέψουνε το κράτος! Οι νέοι μένανε αγράμματοι! Οι φοιτητές μαζεύονταν στα πανεπιστήμια και κουτσομπολεύανε την κοινωνία! […]

Ήρθε όμως… ο Αντρόνικος!... Δεν είχαμε ούτε νερό, ούτε δρόμους, ούτε λιακάδες, ούτε πανσέληνο, ούτε σχολεία, ούτε λιμάνια, ούτε γεφύρια, ούτε σημαίες, ούτε τίποτα!... Ώσπου ήρθε… ο Αντρόνικος και τα ‘φτιαξε όλα! Και δημιούργησε κράτος και σας έκαμε ανθρώπους… ο Αντρόνικος!

Θα μου δώσετε τώρα μια ελεημοσύνη;»




Κώστας Καζάκος, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Τζένη Καρέζη, Μίκης Θεοδωράκης
Καζάκος, Καμπανέλλης, Καρέζη, Θεοδωράκης



Ο ποντικός και η Γάτα




Στο μεταξύ, ο Ρωμιός της παράστασης (Καζάκος) και το Ρωμιάκι (Καρέζη) λένε τα δικά τους. Και προβληματίζονται. Και απορούν. «Μα κάτι μου θυμίζουν όλα αυτά» - επαναλαμβάνει το Ρωμιάκι, μα ο Ρωμιός του λέει σθεναρά: «Σσς! Πολλά λές!». Και έτσι σιωπούν, μπροστά σε ένα κοινό, που είχε κρατημένη την ανάσα του.

Οι λογοκριτές της Χούντας πάσχιζαν να εντοπίσουν ανοιχτές αντιδικτατορικές φράσεις ή σκηνές. Μα εδώ είχαμε πραγματικά μια μάχη της γάτας ενάντια στο ποντίκι. Οι συντελεστές του έργου παρέδιδαν αποσπάσματά του στη Χούντα σε μπερδεμένη σειρά, αναμειγνύοντάς τα με εμβόλιμες, ψεύτικες σκηνές, που δεν είχαν σκοπό να ανεβούν στη σκηνή – υπήρχαν εκεί ως μορφή αντιπερισπασμού, ανοιχτά προκλητικές, ώστε να διαγραφούν αυτές και να σωθούν οι άλλες – οι κανονικές σκηνές της παράστασης.

Όσο αφορά τις αληθινές σκηνές και τα αποσπάσματα που στρέφονταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ενάντια στις διάφορες εξουσίες των καιρών; Οι συντελεστές απαντούσαν απλά: πρόκειται περί αληθινών ιστορικών γεγονότων. Κανείς δεν αμφιβάλλει πως στη Μυθολογία ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του και πως ο Δίας του πήγε κόντρα. Ή πως οι Έλληνες αντιστάθηκαν στον Φίλιππο. Ή πως τον Όθωνα τον έφεραν οι ξένες δυνάμεις. Ή πως ο Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε και παραλίγο να καταδικαστεί. Ή πως, κάποτε, κάπου, μια μέρα του Σεπτέμβρη, ένας λαός μαζώχτηκε στην πλατεία μπροστά απ’ τα ανάκτορα και απαίτησε Σύνταγμα.



3η του Σεπτέμβρη




ΡΩΜΙΟΣ : Δε μου λες. Τι είναι η 3η Σεπτεμβρίου;

ΡΩΜΙΑΚΙ : Σιγά! Οδός. Την οδό 3η Σεπτεμβρίου δεν ξέρουμε;

ΡΩΜΙΟΣ : Ορίστε! Γιατί τη λένε 3η Σεπτεμβρίου; Τι έγινε στις 3 του Σεπτέμβρη;

ΡΩΜΙΑΚΙ : Γιορτάζει κανένας άγιος;

ΡΩΜΙΟΣ : Όχι!

ΡΩΜΙΑΚΙ : Καμιά αγία;

ΡΩΜΙΟΣ : Ούτε!

ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι θρησκευτική εορτή;

ΡΩΜΙΟΣ : Μωρέ άμα ήτανε θρησκευτική γιορτή θα την ήξερες κι απ' το σχολειό σου κι απ' τη μαμά σου.

ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι τίποτα σαν εθνική εορτή;

ΡΩΜΙΟΣ : Όχι σαν!

ΡΩΜΙΑΚΙ: Πρώτη φορά το ακούω!




Ο Νίκος Ξυλούρης στο Μεγάλο μας Τσίρκο



Άρωμα Εξέγερσης



Σταδιακά όλο και περισσότερος κόσμος άρχισε να προσέρχεται στο θέατρο. Το «Μεγάλο Μας Τσίρκο» είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε θεατρικό φαινόμενο – διαδεδομένο από στόμα σε στόμα, ενώ η φωτιά της αντίστασης έβραζε για τα καλά· βρισκόμαστε λίγο καιρό πριν το Πολυτεχνείο. Ο Τύπος των καιρών φυσικά παρουσίαζε «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο» ως μια χιουμοριστική, ιστορική παράσταση – δεν αναφερόταν στον εμφανή αντιεξουσιαστικό του χαρακτήρα, ούτε στο γεγονός πως το πλήθος συνέρεε πλέον μαζικά, με διαθέσεις εμφανώς πολιτικές.

Η παράσταση είχε πια μετατραπεί σε μια έμμεση μορφή πολιτικής διαδήλωσης. Διάφορα συνθήματα που αντηχούσαν κατά τη διάρκεια της παράστασης – όπως «ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και «ΦΩΝΗ ΛΑΟΥ ΟΡΓΗ ΘΕΟΥ», έμελλε να γίνουν σήματα κατατεθέντα των επομένων μηνών. Η προσέλευση του κόσμου – κατά χιλιάδες – υπήρξε η μαζικότερη αντιδιδακτορική ενέργεια, μέχρι το Πολυτεχνείο.

Και αυτό ενώ η γκιλοτίνα ακόνιζε το μέταλλό της.



Σκίτσο από τα χρόνια της Δικτατορίας
Πηγή σκίτσου, Πηγή σκίτσου 2



Η Γκιλοτίνα, αγαθό ελευθερίας




ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Διότι πρέπει να το ξέρετε αυτό, συγχωριανοί! Η γκιλοτίνα είναι αγαθόν της ελευθερίας! Πριν, όταν δηλαδή είχαμε τον Τούρκον εδώ, δεν ήτο δυνατόν να έχομεν και γκιλοτίνες. Τώρα όμως που τον εδιώξαμεν και μπορούμεν να καταπιαστούμε με τα του οίκου μας, θα ήτο έλλειψη μεγάλη να μην έχομεν γκιλοτίνα. Διότι γκιλοτίνες έχουν όλα τα πολιτισμένα βασίλεια. Ελεύθεροι το λοιπόν κι εμείς μπορούμεν τώρα να χαρούμε τα αγαθά του πολιτισμού! Στο κάτω κάτω, συγχωριανοί, αυτό δα μας το χρωστάνε! Διότι από δω, λέει, επήρανε όλοι τους τα φώτα του πολιτισμού. Θα ‘τανε αχαριστία να μη μας το ξεπληρώσουν εν τω μέτρω των δυνάμεών τους. Με την γκιλοτίνα, συγχωριανοί, θα’ χομε από δω και μπρος γλυκύτερο θάνατο. Οι Τούρκοι μας παλουκώνανε, μας σουβλίζανε, μας κομματιάζανε με τις χατζάρες. Πάνε αυτά! Τώρα είμαστε ελεύθεροι Έλληνες κι έχουμε την γκιλοτίνα μας, που θα μας κόβει το κεφάλι ωραία, σα να γίνεται η δουλειά σε φάμπρικα.»


Α’ ΑΠΟΣΤΑΛΜΕΝΟΣ: «Μας τη στείλανε οι ξένοι φίλοι

Που μας αγαπούν

Και δεν παύουνε με κάθε τρόπο

Να μας βοηθούν

Μηχανές και εφευρέσεις

Για συλλήψεις και εκτελέσεις.»


Γ’ ΑΠΟΣΤΑΛΜΕΝΟΣ: «Κόψανε πολλούς στη Μάνη

Και στου Βάλτου τα χωριά

Φωνακλάδες καπετάνιους

Πειναλέα κλεφτουριά

Μερδικό το σκυλολόι

Γύρευε απ’ το αφεντολόι».


ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Θα με ρωτήσετε: Διατί γλυκύτερον θάνατον και όχι γλυκυτέραν ζωήν; Διότι, συγχωριανοί, είμαστε βέβαια Έλληνες και οι Έλληνες αγαπάνε τη ζωή! Αλλά είμαστε και χριστιανοί. Και σαν Έλληνες χριστιανοί πρέπει να σκεφτόμαστε πως θα αποθάνομεν και όχι πως θα ζήσομεν».




Σκηνή από το Μεγάλο μας Τσίρκο



Πέρα από τα κάγκελα




Στις 22 Νοεμβρίου, λίγες μέρες μετά το Πολυτεχνείο, κι ενώ το καθεστώς έγλειφε τις πληγές του, η Τζένη Καρέζη συλλαμβάνεται και οδηγείται στις φυλακές της ΕΑΤ-ΕΣΑ. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Λίγες μέρες μετά συνελήφθη και ο Κώστας Καζάκος. Στη φυλακή υπέστησαν όχι σωματικά, μα ψυχολογικά βασανιστήρια. Αποφυλακίστηκαν στα μέσα του Δεκέμβρη.

Μα οι παραστάσεις συνεχίστηκαν, μαζικότερες από ποτέ. Κάθε βράδυ η Χούντα έστελνε μυστικούς αστυνομικούς να εποπτεύουν, αναζητώντας την παραμικρή ένδειξη αναταραχής ή κάποιο σήμα εξέγερσης. Το έργο περνούσε μονίμως υπό έλεγχο – κομμάτια έφευγαν, κομμάτια ράβονταν, έμπαιναν εμβόλιμα, έβγαιναν άλλα. Μα το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι συνεχιζόταν. «Κι άρχισε ένας κλεφτοπόλεμος», είχε πει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, όταν πια η Χούντα είχε πέσει. «Τη μία κόβαμε, την άλλη λέγαμε ότι ο ηθοποιός ξεχάστηκε και τα ξανάπε, την άλλη…».

Κατά τη διάρκεια της πρώτης παράστασης μετά την αποφυλάκιση της Καρέζη, στις 22 του Δεκέμβρη, οι θεατές έραναν τη σκηνή με μια βροχή από κόκκινα γαρύφαλλα. Τα είχαν κρυμμένα στα παλτά, στα πανωφόρια τους. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι αξιωματικοί της Χούντας δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν – πώς να ερμηνεύσουν μία τέτοια κίνηση; Ήταν επιτρεπτό κάτι τέτοιο; Μπορούσαν να το ανεχτούν; Πως μπόρεσε το πλήθος αυτό των λουλουδιών να γλιτώσει τη λογοκρισία;

Η Τζένη Καρέζη στη σκηνή ήταν βαθιά συγκινημένη. Όταν έπεσε η αυλαία είπε σιγανά: «ναι, τώρα μπορώ να ξανακάνω φυλακή, αν χρειαστεί».



Νίκος Ξυλούρης και Τζένη Καρέζη



Επίλογος. Αφήστε τα παλιά και αγωνιστείτε για το εδώ και τώρα




Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Κολοκοτρώνη – που ως «άγαλμα», κάνει την εμφάνισή του στο έργο. Σε καιρούς πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής συσκότισης, λόγια σαν αυτά φωτίζουν το σκοτάδι. Όπως ακριβώς «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο» περιέλουσε με φως και ελπίδα τα σκοτάδια των καιρών του, σκορπίζοντας σπίθες ανατροπής και ελευθερίας σε κάθε κοιμισμένο. Τότε και τώρα.



ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: «Αύριο ξημερώνει πάλι 25 του Μάρτη… Θα ‘ρθουνε με στεφάνια και τούμπανα… Εγώ θα ‘μαι εκεί πάνω σαν άγαλμα… Και σαν έρθει η στιγμή να βγει μπροστά ο μαγκούφης που θα βγάλει το λόγο… «Στάσου»… θα του πω!… «Κάθε χρόνο το λόγο τον εβγάνατε εσείς!… Φέτος θα τον βγάλουμε εμείς…

Για ακούτε βρε τωρινοί Έλληνες. Άμα σας φέρνουνε για παράδειγμα εμάς τους πεθαμένους, μάθετε να ξεχωρίζετε με ποια πονηριά σας το λένε… Κι άμα σας λένε για την ελευθεριά που πολεμήσαμε, να τη βλέπετε πρώτα αν έχει τέσσερα μάτια. Δυο μπροστά για να βλέπει τον κατακτητή και δυο πίσω για να βλέπει εκείνον που θέλει να φύγει ο κατακτητής, για να γίνει αφέντης αυτός. Προσέχετε Έλληνες, εμείς οι παλιοί όσο ζούσαμε πολλά επικραθήκαμε κι αδικηθήκαμε… Κι αν θέτε στ’ αλήθεια να τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε το δικό σας δρόμο, πάτε μπροστά και αγωνιστείτε! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και δε μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς αγράμματοι, μ’ ένα ξεροκόμματο και με την πίστη στο Χριστό κάναμε θαύματα!… Που ‘σαι ορέ Καραϊσκάκη να τα πεις καλύτερα !…

Εμείς επολεμήσαμε για να ‘χετε εσείς τα γράμματα και το ψωμί που δεν είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε μια ζωή ανθρωπινή… Έι Παπαφλέσσα, σήκω κι έλα βοήθα. Αφήστε το δικό μας αγώνα και κοιτάτε το δικό σας. Που είναι η 3 του Σεπτέμβρη; Που είναι το Σύνταγμά σας; Ο Σεπτέμβρης είναι παιδί του Μάρτη και σεις παιδιά δικά μας! Οι πεθαμένοι με τα πεθαμένα και οι ζωντανοί με τα ζωντανά! Εμείς τι άλλο να θέμε;...»




© Παρουσίαση: Το φονικό κουνέλι, Απρίλιος 15-Οκτώβριος 18. Τα αποσπάσματα από το θεατρικό «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.



Ο θεατρικός θίασος για το Μεγάλο μας Τσίρκο του Ιάκωβου Καμπανέλλη