Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιανουαρίου 2017

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #7: "We' re All Mad Here"






Το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει ξανά μετά από καιρό τις δρύινές του πόρτες. Και, για δες, η κατάσταση στο εσωτερικό του είναι χαοτική: σωροί από βιβλία, μπερδεμένες σημειώσεις, πεταμένα χαρτιά, διάδρομοι που ξεκινούν από παντού για να καταλήξουν κάπου και πόρτες που ανοίγουν κάπου για να καταλήξουν πουθενά.

Μα δεν παύει να είναι ένας κόσμος γνώριμος και οικείος σε σένα. Είναι το καταφύγιό σου, σε τελική ανάλυση. Όσο χαώδες και αν είναι, δείχνει πάντα γαλήνιο και περιποιημένο συγκριτικά με το χάος του εξωτερικού κόσμου…


Αυτού του τρελού κόσμου που τυχαίνει και βρισκόμαστε…



Είμαστε όλοι τρελοί εδώ






«"Μπορείς να μου πεις, σε παρακαλώ, ποιόν δρόμο θα έπρεπε να πάρω από εδώ;"

"Aυτό εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, προς τα που θέλεις να πας", είπε η Γάτα.

"Δε με νοιάζει τόσο -", έκανε η Αλίκη.

"Τότε δεν έχει καμία σημασία ποιόν δρόμο να πάρεις", είπε η Γάτα. […]

"Mα δε θέλω να πάω ανάμεσα σε τρελούς!"

"Α, δε μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό", έκανε η Γάτα. "Είμαστε όλοι τρελοί εδώ. Εγώ είμαι τρελή. Εσύ είσαι τρελή".

"Που το ξέρεις ότι είμαι τρελή;", ρώτησε η Αλίκη.

"Για να ξεκινήσουμε", είπε η Γάτα. "Ένας σκύλος δεν είναι τρελός. Το δέχεσαι αυτό;"

"Yποθέτω", αποκρίθηκε η Αλίκη.

"Ε λοιπόν", συνέχισε η Γάτα, "ένας σκύλος γρυλίζει όταν θυμώνει και κουνάει την ουρά του όταν είναι ικανοποιημένος. Εγώ από την άλλη γρυλίζω όταν είμαι ικανοποιημένη και κουνάω την ουρά μου όταν θυμώνω. Επομένως, είμαι τρελή".


***


Από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» ["Alice's Adventures In Wonderland"] του Lewis Carroll. Ένα βιβλίο για ενήλικες μεταμφιεσμένο σε βιβλίο για παιδιά. Η εικονογράφηση στην εικόνα του John Tenniel, από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, το 1865.



Who watches the Watchmen?






Η πόλη σε χάος. Δρόμοι ξέχειλοι με διαδηλωτές, καπνοί πνίγουν τις φωνές τους. Γιατί αυτές οι διαδηλώσεις; Γιατί ο κόσμος αντιδρά; Θα έπρεπε να είναι ικανοποιημένοι. Τα καλύτερα βρίσκονται μπροστά μας. Λίγη υπομονή χρειάζεται μονάχα. Εξάλλου, κανείς δεν είναι τέλειος.

Δες τους. Άκου πως φωνάζουν. Θα λεγε κανείς πως μας μισούν. Ποιους, εμάς... που τόσα έχουμε προσφέρει για το καλό αυτού του τόπου. Αγνώμονες μάζες... Αν δε καταλαβαίνουν με το καλό, θα τους δείξουμε την άλλη πλευρά του φεγγαριού... Δες τους. Δες τους πως σκορπίζουν μπροστά στα χημικά μας. Έτσι, φύγετε, τρέξτε σαν τις κότες!

....Ο δρόμος άδειασε. Ένα ψοφίμι από τσιμέντο που ζέχνει καπνό. Τα καταφέραμε και πάλι. Οι μάζες δε γνωρίζουν πως ό,τι κάνουμε, το κάνουμε για το καλό τους. Ο κόσμος δεν ξέρει. Εμείς όμως ξέρουμε τι είναι καλό γι' αυτόν. Είμαστε οι προστάτες του, σε τελική ανάλυση.

Δρόμος που αναβρύζει αντίλαλους φωνών. Σε άδεια πεζοδρόμια και μυστικές γωνίες. Στοιχειωμένο πεδίο μάχης. Πολεμήσαμε τον κόσμο. Το κάναμε για το καλό του. Τον προστατεύουμε.

Σιωπή, διαπεραστική σαν ουρλιαχτό.

Ένα ερώτημα ξεπετάγεται στη στιγμή. Ενοχλητικό... Τους προστατεύουμε, ναι...

Μα από ποιόν;


***


Αφήγησή μου βασισμένη στο "Watchmen" του Alan Moore και στο απόσπασμα που βλέπετε στην εικόνα.



Ο φόβος της ελευθερίας






«Δεν υπάρχει έγνοια πιο βασανιστική και πιο συνεχής για τον άνθρωπο, όταν μείνει ελεύθερος, από το να βρει το γρηγορότερο κάποιον να προσκυνήσει.

Αλλά ο άνθρωπος γυρεύει να προσκυνήσει κάποιον που είναι κιόλας αναμφισβήτητος, τόσο αναμφισβήτητος που όλοι οι άνθρωποι θα συμφωνήσουν αμέσως να τον προσκυνήσουν όλοι μαζί. Γιατί η έγνοια που βασανίζει αυτά τα αξιολύπητα πλάσματα δεν είναι μονάχα να βρουν κάτι που να το προσκυνήσω εγώ ή κάποιος άλλος, αλλά να βρουν κάτι που θα το πιστέψουν όλοι και που θα το προσκυνήσουν, αλλά που θα το προσκυνήσουν οπωσδήποτε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ.

Αυτή λοιπόν, η ανάγκη της γενικής λατρείας, είναι το κυριότερο μαρτύριο του κάθε ανθρώπου χωριστά, όπως και ολόκληρης της ανθρωπότητας από την αρχή του κόσμου. Εξαιτίας της γενικής λατρείας εξολόθρευαν ο ένας τον άλλον με το σπαθί. Δημιούργησαν θεούς και φώναζαν ο ένας στον άλλον: "Παρατήστε τους θεούς σας και ελάτε να προσκυνήσετε τους δικούς μας, ειδεμή θα πεθάνετε και σεις και οι θεοί σας!" Κι αυτό θα γίνεται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, ακόμα και τότε, όταν θα έχουν εξαφανιστεί οι θεοί στον κόσμο: και τότε ακόμα θα πέσουν γονατιστοί μπροστά σε είδωλα. [...]

Σου λέω πως ο άνθρωπος δεν έχει πιο βασανιστική έγνοια, όταν βρεθεί ελεύθερος, από το να βρει εκείνον, στον οποίο θα παραδώσει πιο γρήγορα το δώρο της ελευθερίας, που μ' αυτό γεννιέται αυτό το δύστυχο πλάσμα...»


***


Ένα μικρό απόσπασμα από τον ξακουστό μονόλογο του Μέγα Ιεροεξεταστή , όπως αποτυπώθηκε στους "Αδερφούς Καραμαζόφ" του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι [μετάφραση, Κ. Σίνου]. Στην εικόνα το πορτραίτο του πάπα Ιννοκέντιου του 10ου, από τον Ντιέγκο Βελάσκεθ.



Περί Ηρώων – του Νίκου Τσιφόρου






«Η βιολογία λέει ότι ο άντρας είναι από τη φύση του «πολεμιστής, εραστής και κυνηγός». Στα πολύ παλιά χρόνια και οι τρεις αυτές ιδιότητες δεν γινόντουσαν με το μυαλό, αλλά με τα αντίστοιχα όργανα του σώματος και της ψυχής. Ο αληθινός άντρας ήταν εκείνος που μπορούσε να αντιμετωπίζει τον εχθρό, γερός πολεμιστής που μπορούσε να προμηθεύεται την τροφή τη δική του και των εξαρτωμένων του, γερός κυνηγός που μπορούσε ν’ ανταποκρίνεται στον έρωτα σαν γερός εραστής.

Σήμερα ακόμα, τα κοριτσάκια ανάμεσα στα 13 και στα 18 χρόνια τους, κατά κανόνα, έλκονται από τον «ωραίον και δυνατόν» άντρα, κι όχι από τον διανοητικό, αλλά αδύνατον σε σωματική ανάπτυξη άρρενα. Οι αθλητές, οι πρωταγωνιστές, οι επιφανειακές διασημότητες, τραβάνε το ένστικτο που ξυπνάει κι ακόμα και οι ώριμες γυναίκες, με λιγότερη πνευματική ανάπτυξη, προτιμάνε έναν γερό κι όμορφο άντρα από έναν δυνατό στο μυαλό.

Το ίδιο γίνεται και με τους λαούς, στο σύνολο, που σαν ομαδική ψυχολογία, είναι «ψυχολογία ενστίκτου», όπως λέει ο Ντε Μπον. Θεοποιούνε τους δυνατούς, τους ηρωικούς, τους πολεμιστές τους, αυτοί είναι που «τους χτυπάνε στο μάτι κατευθείαν», τον Κανάρη που ανατινάζει με το μπουρλότο του την Τουρκική ναυαρχίδα, τον κάνει θεό, τον Φούλτωνα που την ίδια εποχή ανακαλύπτει με το μυαλό το καράβι με τον ατμό ούτε τον καλοξέρει ο απλοϊκός άνθρωπος.

Έτσι, ήρωας είναι ο μεγαλοπρεπής, ο ρωμαλέος κι ο ωραίος και δεν είναι ο πνευματικός που στην πραγματικότητα αυτός εξυψώνει και εξελίσσει την ανθρωπότητα.

Στην πραγματικότητα όμως και με την εξέλιξη, την κοινωνία την παίρνουνε στα χέρια τους οι άνθρωποι με το μυαλό, σε καλή ή κακή χρήση. Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος ήτανε ένας βασιλιάς-ήρωας και τον καμαρώνανε όλοι για τα μεγάλα του κατορθώματα, ο αδερφός του Ιωάννης ο Ακτήμων ήτανε ένας βασιλιάς-μυαλό, που έφτιασε τη Μάγκνα Κάρτα κι’ έδωσε δικαιώματα στους δούλους, μέχρι τότε καλλιεργητές, όμως δεν τον χωνέψανε γιατί η λάμψη του ηλίθιου ήρωα αδερφού του σκότισε τη δική του, σοφή ενέργεια. Οι λαοί προτιμάνε να θεοποιούνε τους κούφιους ήρωες και να αδικούνε, μέσα στην αφάνεια ή την λησμονιά, τους ευεργέτες τους. Οι λαοί θαμπώνονται από τα φανταχτερά λιλιά και αγνοούνε το σκούρο φόρεμα ενός σοβαρού και ωφέλιμου πολιτικού. Σήμερα ακόμα, οι μεγάλοι, οι ηγεμόνες, οι παπάδες, οι ξέρω γω τι, το γνωρίζουνε τούτο το μυστικό και παρουσιάζονται στο λαό χρυσοφορεμένοι και μεγαλοπρεπείς για να κάνουν εντύπωση. [...]

Οι ήρωες είναι ένα είδος προγόνων που κάνανε μεγάλα κατορθώματα. Τούτα τα κατορθώματα περάσανε από στόμα σε στόμα, μείνανε, γίνανε παραμύθια, στο τέλος καταντήσανε να φτιάξουνε τον ήρωα-πρόγονο, ένα είδος μικρού θεού και να τον αφήσουνε στην ανθρώπινη μνήμη μ’ αυτή τη μορφή. Από κει και πέρα ο ήρωας καταντάει να είναι το «θύμα» του ίδιου του λαού του κι επειδή πολλές φορές τυχαίνει να είναι ένας ασυλλόγιστος παλικαράς, που κάνει τρέλες, ή ένα «τυχαίο κατόρθωμα», έφτασε να χαρακτηρίζεται σαν κοινό κορόιδο, που παραδίνει την πράξη του στον κοινό θαυμασμό και στην εκμετάλλευση των επιτηδείων, γιατί στο τέλος αυτουνού του δίνουνε ένα παράσημο και μια σύνταξη πείνας, την πράξη όμως «κοινής ωφελείας» που έκανε, την εκμεταλλεύονται προς όφελος τους οι έξυπνοι και τον ρίχνουνε κανονικά, σε σημείο που να υπάρχουνε ήρωες καρπαζωνόμενοι και στο τέλος καταντάει να μη ξέρεις αν ο ήρωας είναι ήρωας.

Όσοι ήρωες ξεπεράσανε τούτον τον σκόπελο και μπήκανε στην αθανασία, σημαίνει ότι «υπήρχε κοινό συμφέρον να τον ξεπεράσουνε και δεν ήτανε κατόρθωμα δικό τους, αλλά κατόρθωμα εκείνων που τους δώσανε το χέρι σε τούτο το ξεπέρασμα». Ένα σωρό παραμύθια πλέκονται γύρω από τον δράστη μιας ηρωικής πράξης, που οι έξυπνοι την στρέφουνε απάνω τους, την οικειοποιούνται και σύμφωνα με το συμφέρον τους την παραδίνουνε να γίνει παραμύθι, θρύλος, παράδοση...»


***


Nίκου Τσιφόρου, από την "Ελληνική Μυθολογία".



Η εξουσία του ψέματος






Σε έναν κόσμο που είναι τόσο μακρινός όσο τα όρια της φαντασίας μας (άρα η απόστασή του είναι διαφορετική για τον καθένα), ένα αγόρι συναντάει έναν επικίνδυνο, μαύρο λύκο. Το αγόρι ονομάζεται Ατρέγιου. Ο λύκος ονομάζεται Γκμορκ. Κι εγώ, δίχως άλλη χρονοτριβή, παραδίδω τη σκυτάλη στο συγγραφέα του βιβλίου:


«Γκμορκ», τραύλισε ο Ατρέγιου και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα χείλη του που 'τρεμαν, «μπορείς να μου φανερώσεις τον δρόμο που τραβάει για τον Κόσμο των Ανθρώπων;»

Στα μάτια του Γκμορκ άναψε μια μικρή, πράσινη σπίθα.΄Ηταν σα να γελούσε μέσα του.

«Για σένα και τους δικούς σου ο δρόμος που σε βγάζει εκεί είναι πολύ απλός. Υπάρχει όμως μία και μόνη δυσκολία: δε θα μπορέσετε να γυρίσετε πίσω ποτέ. Πρέπει να μείνετε εκεί για πάντα. Το θες αυτό;»

«Τι πρέπει να κάνω;», ρώτησε αποφασιστικά ο Ατρέγιου.

«Αυτό που 'κάναν εδώ όλοι οι άλλοι πριν από σένα, γιόκα μου. Πρέπει να πηδήξεις στο Τίποτα. [...] Και όταν μπεις πια στον Κόσμο των Ανθρώπων, δε 'θα σαι αυτό που είσαι εδώ. Αυτό ακριβώς είναι το μυστικό που δεν μπορεί να ξέρει κανένας σας στην χώρα της Ονειροφαντασίας».

Ο Ατρέγιου έμεινε ακίνητος, με κρεμασμένα χέρια.

«Και τι θα είμαι εκεί;», ρώτησε. «Πες μου το μυστικό». […]

Έπειτα από μια στιγμή σιωπής, ο Γκμορκ εξακολούθησε:

«Με ρωτάς τι θα είσαι εκεί; Και τι είσαι εδώ; Τι είσαστε λοιπόν όλοι εσείς οι κάτοικοι της Ονειροφαντασίας; Όνειρα είστε, γεννήματα της ποιητικής φαντασίας, πρόσωπα της ιστορίας χωρίς τέλος! Μήπως περνάς τον εαυτό σου για πραγματικό, γιόκα μου; Καλά, στον δικό σου τον κόσμο είσαι. Όταν όμως περάσεις μέσα από το Τίποτα δε θα 'σαι πια. Τότε θα 'χεις γίνει αγνώριστος, θα βρίσκεσαι σ' έναν άλλο κόσμο. Αυταπάτες και τύφλωση κουβαλάτε στον Κόσμο των Ανθρώπων. Για μάντεψε, γιόκα μου, τι γίνονται όλοι οι κάτοικοι της Στοιχειωμένης Πόλης, που πήδησαν στο Τίποτα;»

«Δεν ξέρω», ψιθύρισε ο Ατρέγιου.

«Γίνονται φαντασιώσεις στα κεφάλια των ανθρώπων: Παραστάσεις του φόβου, εκεί που στην αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούν. Επιθυμίες για πράγματα που τους αρρωσταίνουν. Ιδέες της απελπισίας, εκεί που δεν υπάρχει λόγος ν' απελπίζονται».

«Έτσι γινόμαστε όλοι;», ρώτησε τρομαγμένος ο Ατρέγιου.

«Όχι», απάντησε ο Γκμορκ. «Υπάρχουν ειδών ειδών φαντασιώσεις και αυταπάτες. Ανάλογα με το τι είστε εδώ, ωραίοι ή άσχημοι, έξυπνοι ή κουτοί, γίνεστε ένα ψέμα ωραίο ή άσχημο, έξυπνο ή κουτό». […]

Ο Γκμορκ εξακολούθησε:

«Γι' αυτό οι άνθρωποι μισούν και φοβούνται την Ονειροφαντασία και ό,τι προέρχεται απ' αυτή. Και θέλουν να την καταστρέψουν, χωρίς να ξέρουν πως έτσι ίσα ίσα πληθαίνουν τον χείμαρρο της ψευτιάς, που αδιάκοπα πλημμυρίζει τον κόσμο τους, αυτόν τον χείμαρρο που 'χει γίνει απ' τα αγνώριστα πλάσματα της Ονειροφαντασίας, που ζουν εκεί μια ψεύτικη ζωή ζωντανών πτωμάτων και φαρμακώνουν τις ανθρώπινες ψυχές με μια μυρωδιά σαπίλας που αναδίνουν. [...]

Και εσείς πια με τη σειρά σας, θα τους εξουσιάζετε. Και τίποτα δε δίνει μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους ανθρώπους, από το ψέμα. Γιατί οι άνθρωποι, γιε μου, ζουν όλο με φαντασιώσεις. Κι αυτές μπορεί να τις κατευθύνει κανείς. Αυτή η δύναμη είναι η μόνη που λογαριάζεται. Γι' αυτό κι εγώ στεκόμουν στο πλευρό της εξουσίας και την υπηρετούσα, για να μπορώ να 'χω το μερίδιό μου».

«Εγώ δε θέλω να παίρνω μέρος στην εξουσία», φώναξε ο Ατρέγιου.

«Σώπα, σώπα, ανόητο παιδί», γρύλισε ο Λύκος. «Μόλις έρθει η σειρά σου να πηδήξεις μες στο Τίποτα θα γίνεις κι εσύ ένας άβουλος κι αγνώριστος υπηρέτης της εξουσίας. Ποιος ξέρει σε τι θα την ωφελήσεις! Ίσως με τη βοήθειά σου θα καταφέρουν να παρακινήσουν τους ανθρώπους ν' αγοράσουν πράγματα που δεν τους είναι χρήσιμα, ή να μισούν κάτι που δεν το ξέρουν. Να πιστεύουν σ' ότι τους μεταβάλλει σε πειθήνια όργανα, ή ν' αμφιβάλλουν για κάτι που θα μπορούσε να τους σώσει. Με σας, μικροί υπήκοοι της Ονειροφαντασίας, γίνονται στον Κόσμο των Ανθρώπων μεγάλες δουλειές, ξεσπούν πόλεμοι, ή θεμελιώνονται αυτοκρατορίες...»


***


Ήταν ένα απόσπασμα από την "Ιστορία Χωρίς Τέλος" του Γερμανού συγγραφέα Μίχαελ Έντε [“Die unendliche Geschichte” - “The Neverending Story”, σε μετάφραση Ρ. Καρθαίου, Λ. Λάμπρου]. Πρώτη δημοσίευση το 1979. Ένα βιβλίο στο οποίο θα επανέλθω σίγουρα κάποια στιγμή, μέσα από τα λαγούμια της Κουνελοχώρας.



Υποκατάστατο μιας παλιάς συνήθειας






«H πρώτη σκέψη της ημέρας.

Ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσεις καλά τη μέρα σου, είναι να σκεφτείς, αμέσως μόλις ξυπνήσεις, αν μπορείς να δώσεις χαρά σ' έναν τουλάχιστον άνθρωπο αυτή τη μέρα.

Αν αυτή η πρακτική μπορούσε να γίνει υποκατάστατο της θρησκευτικής συνήθειας της προσευχής, οι συνάνθρωποι μας θα είχαν όφελος απ' αυτή την αλλαγή».


***


Φρήντριχ Νίτσε, Από το "Ανθρώπινο, Πάρα Πολύ Ανθρώπινο" (μετάφραση Ζ.Σαρίκα). Πρώτη έκδοση το1878.



Μια θεραπευτική διέξοδος. Το βυζί και το γάλα



«Πεινάς για να μάθεις,
πεινάς για να μεγαλώσεις,
πεινάς για να γνωρίσεις,
πεινάς για να πετάξεις...
Μπορεί σήμερα
εγώ να είμαι το βυζί
που σου δίνει γάλα,
που καταλαγιάζει την πείνα σου...
Μην ξεχνάς, όμως:
δεν είναι το βυζί
που σε τρέφει.
Είναι το γάλα!»


Χόρχε Μπουκάι. Αργεντινός συγγραφέας και ψυχοθεραπευτής.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)


















22 Φεβρουαρίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #3: Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες



Λαγούμι της λογοτεχνίας από το φονικό κουνέλι, μέρος 3 - Πινόκιο, Καρκαβίτσας, Κάφκα, Νίτσε, Μπάιρον, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι




Το φως της μέρας φεύγει· η σκόνη της καθημερινότητας μαζί της· και τα φώτα στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανάβουν για άλλη μια φορά. Μικρά, θερμά φώτα που τρεμοπαίζουν παιχνιδιάρικα, τέτοια που αποκαλύπτουν πάντα λιγότερα από εκείνα που φαντάζεσαι – γιατί στον κόσμο του βιβλίου η φαντασία είναι σημαντικότερη από την άμεση αίσθηση. Και αν η φαντασία απουσιάζει από μεγάλη μερίδα κόσμου, να ξέρεις πως δεν είναι τυχαίο – λίγοι απ’ αυτούς επισκέπτονται, μεμονωμένα έστω, τον κόσμο του βιβλίου.

Το Λαγούμι ξεδιπλώνει τις σπείρες με τα ράφια του μπροστά σου – κάθε βιβλιοθήκη και μια άλλη κατεύθυνση, ένας διαφορετικός προορισμός. Από τον αρχέγονο Κήπο της Εδέμ στα Τάρταρα, από το ουτοπικό Ελ Ντοράντο στη δυστοπία του Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου, από τα πέρατα της γης στα πέρατα της ανθρώπινης ψυχής - κάποιες φορές είναι εξίσου μεγάλες οι αποστάσεις, μα και το ίδιο κοντινές. Θα συναντήσεις βιβλιοθήκες κάθε είδους. Άλλες είναι ευθείες, όπως ευθεία και άμεσα είναι τα βιβλία που περιέχουν. Άλλες θα τις δεις με κλίση, καθώς περιλαμβάνουν βιβλία που μιλούν με πλάγιο τρόπο για πράγματα και καταστάσεις. Κάποιες είναι σε σπιράλ: οι μισές έχουν ανηφορική κατεύθυνση και τα βιβλία τους είναι μια μικρή ανηφόρα από μόνα τους – θέλουν προσοχή και κόπο, μα στο τέλος βγαίνεις δυνατότερος. Άλλες έχουν κατηφορική κλίση και η ανάγνωση των βιβλίων τους σε παρασύρει και σε ξεκουράζει – μόνο που είναι ευκολότερο να πέσεις. Εν τέλει κατήφορος και ανήφορος είναι ο ίδιος δρόμος, όπως έλεγε εκείνος ο σοφός (θα βρεις βιβλίο δικό του στο Ράφι υπ’ αριθμόν 3244, παράρτημα 6).

Δεν ξέρω ποιος είναι ο δρόμος ο δικός σου, φίλε αναγνώστη. Στον κόσμο του βιβλίου κανένας δρόμος ποτέ δεν είναι ίδιος. Μπορώ όμως να σου παρέχω κάποιους μικρούς ταξιδιωτικούς προορισμούς – βιβλία για να αράξεις τα πανιά σου... και βιβλία για να ξεχυθείς στο πέλαγο. Η τελική επιλογή είναι δική σου.


H σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού




Ο Πινόκιο του Κάρλο Κολόντι σε παλιά εικονογράφηση




«Γύρισε να κοιτάξει και είδε μέσα στο σκοτάδι δυο μαύρες φιγούρες, σκεπασμένες με δυο τσουβάλια από κάρβουνα, που χοροπηδούσαν πίσω του στη μύτη των ποδιών τους, σαν δυο φαντάσματα [...]. Ύστερα δοκίμασε να το βάλει στα πόδια. Δεν είχε όμως προλάβει να κάνει ούτε το πρώτο βήμα, όταν ένιωσε να τον αρπάζουν από τα χέρια και άκουσε δύο φριχτές, βραχνές φωνές, να του λένε: "Ή τη τσάντα σου, ή τη ζωή σου!" [...]

Τότε ο πιο κοντός δολοφόνος, αφού έβγαλε ένα μαχαίρι, προσπάθησε να το βάλει ανάμεσα στα χείλη του... Αυτός όμως, γρήγορος σαν αστραπή, του δάγκωσε αμέσως το χέρι και αφού του το έκοψε με τα δόντια, το έφτυσε. Και φανταστείτε την έκπληξη του όταν, αντί για χέρι κατάλαβε πως είχε φτύσει ένα γατίσιο πoδάρι [...].

Παίρνοντας θάρρος από την πρώτη αυτή νίκη, λευτερώθηκε βάζοντας όλη του τη δύναμη, από τα νύχια των δολοφόνων, και πηδώντας τον φράχτη του δρόμου, το βαλε στα πόδια μέσα στα χωράφια [...]. Ύστερα από ένα απελπισμένο τρέξιμο που κράτησε σχεδόν δύο ώρες, έφτασε τέλος λαχανιασμένος μπροστά στο σπίτι και χτύπησε.

Δεν πήρε καμία απάντηση.

Ξαναχτύπησε ακόμα πιο δυνατά, γιατί άκουγε να πλησιάζουν τα βήματα και η βαθιά και πνιγμένη ανάσα των δύο που τον κυνηγούσαν. [...] Τότε βγήκε στο παράθυρο ένα όμορφο κοριτσάκι με γαλάζια μαλλιά και ένα πρόσωπο άσπρο, σαν κέρινη κούκλα, με τα μάτια κλειστά και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Το κοριτσάκι, δίχως διόλου να σαλέψουν τα χείλη του, είπε με μια φωνούλα που έμοιαζε να ‘ρχεται απ' τον άλλο κόσμο:

— Σ' αυτό το σπίτι δεν υπάρχει κανείς. Όλοι είναι πεθαμένοι.

— Άνοιξέ μου τουλάχιστον εσύ! φώναξε, κλαίγοντας και παρακαλώντας.

— Και εγώ πεθαμένη είμαι.

— Πεθαμένη; Και τότε τι κάνεις εκεί στο παράθυρο;

— Περιμένω το φέρετρο που θα ‘ρθει να με πάρει.

Μόλις είπε αυτά τα λόγια το κοριτσάκι χάθηκε και το παράθυρο ξανάκλεισε χωρίς κανένα θόρυβο».



***


Κι όμως, το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε δεν προέρχεται από κάποιο σύγχρονο βιβλίο τρόμου, αλλά από τον "Πινόκιο" του Κάρλο Κολόντι [Carlo Collodi, “Le avventure di Pinocchio”]

Έργο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1881-83.

Γιατί στα παραμύθια και τα παιδικά βιβλία του παλιού καιρού υπήρχαν πολύ περισσότερες σκοτεινές στιγμές από όσες τελικά άφησαν να φανούν οι καλογυαλισμένες, εξιδανικευμένες διασκευές τους του 20ου αιώνα. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε, μελλοντικά.


Μια εξομολόγηση του Διαβόλου




Ο Ντοστογιέφσκι σε πίνακα του Κονσταντίν Βασίλιεφ




«Είμαι άνθρωπος συκοφαντημένος. Να, εσύ μου κοπανάς κάθε λεπτό πως είμαι βλάκας. Πως φαίνεται πως είσαι νέος. Φίλε μου, το μυαλό δεν είναι το παν! Είμαι από του φυσικού μου καλόκαρδος και χαρούμενος [...], κι όμως η τύχη μου είναι πολύ πιο σοβαρή. Από κάποιον προαιώνιο καθορισμό, που δεν μπόρεσα ποτέ μου να τον καταλάβω, έχω ταχθεί "ν' αρνιέμαι", τη στιγμή που είμαι ειλικρινά καλόκαρδος και καθόλου ικανός για άρνηση.

Όχι, τράβα ν' αρνιέσαι, χωρίς άρνηση δεν μπορεί να υπάρχει κριτική και τι σόι περιοδικό θα βγαίνει αν δεν έχει "στήλη κριτικής"; Χωρίς κριτική θα υπάρχει μονάχα "ωσαννά". Για τη ζωή όμως δεν αρκεί η "ωσαννά", πρέπει αυτή η "ωσαννά" να περάσει από το καμίνι της αμφιβολίας, και ούτω καθεξής, στο ίδιο στυλ. Εδώ που τα λέμε δεν ανακατώνομαι, δεν είμαι εγώ ο δημιουργός, δεν είμαι εγώ ο υπεύθυνος. Βρήκανε, λοιπόν, έναν αποδιοπομπαίο τράγο, τον βάλανε να γράφει τη στήλη της κριτικής και δημιουργήθηκε η ζωή.

Εμείς την καταλαβαίνουμε αυτήν την κωμωδία. Εγώ, λ.χ., απαιτώ απλά και σκέτα την εκμηδένισή μου. Όχι, μου λένε, πρέπει να ζήσεις, γιατί χωρίς εσένα δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αν πήγαιναν όλα καλά στη γη, δε θα συνέβαινε τίποτα. Χωρίς εσένα δε θα υπάρχει κανένα γεγονός, χρειάζεται όμως να γίνονται γεγονότα. Υπηρετώ, λοιπόν, με σφιγμένη την καρδιά, για να συμβαίνουν γεγονότα και φτιάχνοντας παράλογα πράγματα κατ' εντολή. Οι άνθρωποι παίρνουν όλη αυτή την κωμωδία για κάτι σοβαρό, παρά την αναμφισβήτητη νοημοσύνη τους. Αυτή είναι η τραγωδία τους...

Υποφέρουν φυσικά... Ζουν όμως, ζουν πραγματικά κι όχι φανταστικά, γιατί ο πόνος είναι ακριβώς η ζωή. Τι ευχαρίστηση θα υπήρχε χωρίς πόνο. Τα πάντα θα μεταβάλλονταν σε μιαν ατελείωτη δέηση: είναι βέβαια, άγια πράγματα, αλλά κάπως ανιαρά.

Και γω; Υποφέρω, κι όμως, δε ζω. Είμαι το χι σε μιαν ακαθόριστη εξίσωση. Είμαι ένα φάσμα της ζωής που έχει απολέσει όλες τις αρχές κι όλα τα τέλη και που ξέχασε και ο ίδιος τελικά πως να ονομάσει τον εαυτό του...»


***


Λόγια ενός κυρίου, σωστού τζέντλεμαν, ντυμένου σ’ ένα "ντεμοντέ καφέ σακάκι και έχοντας ένα μυτερό γενάκι", που επισκέφτηκε σ’ έναν εφιάλτη τον Ιβάν Καραμάζοφ, κάποιο κρύο βράδυ του χειμώνα... Τον έχουν πει και "διάβολο" – σε μία από τις κλασικότερες εμφανίσεις του στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Από τους "Αδερφούς Καραμαζόφ" του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι [Fyodor Dostoyevsky/ Фёдор Михайлович Достоевский, “Бра́тья Карама́зовы”]. Πρώτη έκδοση 1879-80. Η μετάφραση είναι της Κίρας Σίνου.


Η παραδοξότητα του Ωραίου



Henry Fuseli - Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries 1794
Henry Fuseli - Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries



"Το ωραίο είναι πάντα παράδοξο. Δεν θέλω να πω ότι είναι ηθελημένα, ψυχρά παράδοξο, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση θα ήταν ένα τέρας, που ξεφεύγει από τις γραμμές της ζωής. Λέω ότι περιέχει πάντα λίγη παραδοξότητα, παραδοξότητα απλοϊκή, όχι ηθελημένη, και ότι είναι ακριβώς αυτή η παραδοξότητα που δημιουργεί το Ωραίο".


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Περί της Σύγχρονης Ιδέας της Προόδου στον Χώρο των Καλών Τεχνών" [1868]. Στην εικόνα ο πίνακας του Henry Fuseli "Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries" του 1794.



Από το Ημερολόγιο του Κάφκα




Φωτογραφία του Κάφκα με καπέλο και σκύλο




Από το ημερολόγιο του Κάφκα. 15 Αυγούστου του 1913. Το “γράμμα” που αναφέρει αρχικά αφορά τη μνηστή του, Felice Bauer, σχετικά με τον γάμο τους.


«Αγωνία στο κρεβάτι, καθώς πλησίαζε η αυγή. Η μόνη λύση που έβλεπα ήταν να πηδήξω απ' το παράθυρο. Η μητέρα μου ήρθε στο κρεβάτι μου και ρώτησε αν είχα στείλει το γράμμα και αν αυτό περιείχε το αρχικό μου κείμενο. Απάντησα ότι ήταν το αρχικό κείμενο, με μερικές αλλαγές για να γίνει ακόμη οξύτερο. Είπε πως δε με καταλαβαίνει. Απάντησα ότι σίγουρα δε με καταλαβαίνει, και όχι μόνο σ' αυτό το ζήτημα.

Αργότερα με ρώτησε αν είχα γράψει στο θείο Άλφρεντ. “Δικαιούται ένα γράμμα”, είπε. Ρώτησα γιατί. “Έχει τηλεγραφήσει, έχει γράψει, έχει πάντα στην καρδιά του εσένα και την ευτυχία σου”. “Αυτές είναι τυπικότητες”, είπα, “μου είναι παντελώς ξένος, έχει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για μένα, δεν ξέρει τι επιθυμώ και τι χρειάζομαι, δεν έχω τίποτα κοινό μαζί του”.

“Δηλαδή κανείς δεν σε καταλαβαίνει εσένα”, είπε η μητέρα μου. “Υποθέτω ότι κι εγώ σου είμαι ξένη, το ίδιο και ο πατέρας σου. Άρα όλοι θέλουμε το κακό σου”.

“Ασφαλώς και δεν θέλετε το κακό μου. Ωστόσο, μου είστε όλοι ξένοι. Συνδεόμαστε μονάχα εξ’ αίματος, όμως το αίμα ούτε φαίνεται, ούτε μπορεί να εκφραστεί”».


Νίτσε και ελευθερία




Ο Νίτσε σε σχέδιο του Έντβαρντ Μουνκ
Nietzsche by Edvard Munch



"To πάθος είναι καλύτερο από τη στωικότητα και την υποκρισία. Η ειλικρίνεια, ακόμη και στο κακό, είναι καλύτερη από το να χαίρεσαι μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός ή κακός, αλλά ο ανελεύθερος άνθρωπος είναι όνειδος για τη φύση και δεν έχει μερίδιο σε καμιά ουράνια ή επίγεια παρηγοριά.

Τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος, πρέπει να γίνει ελεύθερος από μόνος του. Η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ σαν θαυμαστό δώρο στα χέρια κανενός".



Φρίντριχ Νίτσε. Από τους "Παράκαιρους Στοχασμούς" [“Untimely Meditations” / “Unzeitgemässe Betrachtungen”, 1873-76]. Στην εικόνα σχέδιο του Νίτσε από τον Έντβαρτ Μουνκ.




Το παλάτι με τα Ζώα του Λόρδου Βύρωνα




Edwin Henry Landseer - Isaac van Amburgh and his Animals
Edwin Henry Landseer - Isaac van Amburgh and his Animals



«Στην έπαυλή του, εκτός από τους αμέτρητους υπηρέτες, κατοικούν δέκα άλογα, οκτώ πελώρια σκυλιά, τρεις πίθηκοι, πέντε γάτες, ένας αετός, ένα κοράκι και ένας γύπας, και όλα αυτά τα ζώα, με εξαίρεση τα άλογα, κυκλοφορούν ελεύθερα στο σπίτι, το οποίο όπως φαντάζεσαι αντηχεί από τις παράξενες φωνές τους...

Ωστόσο, αφού είχα σφραγίσει αυτό το γράμμα, διαπίστωσα ότι η καταμέτρηση των ζώων, σ' αυτό το παλάτι της Κίρκης, ήταν λανθασμένη, διότι μόλις διασταυρώθηκα στις σκάλες με πέντε παγώνια, έξι φασιανούς, δύο ινδικά χοιρίδια και έναν αιγυπτιακό γερανό.

Αναρωτιέμαι ποιοί ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προτού μεταμορφωθούν σε αυτά τα αλλόκοτα όντα».



***



Λόγια του ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ, περιγράφοντας τη βίλα του φίλου του, λόρδου Βύρωνα, στην οποία και φιλοξενούνταν τον καιρό εκείνο. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.

Ο Σέλλεϋ και ο Μπάιρον ανήκαν στους βασικούς εκπροσώπους του ρομαντικού κινήματος. Και ο Ρομαντισμός είχε ανυψώσει τη Φύση ως το απόλυτο αντικείμενο του δέους και του θαυμασμού του. Μα η "φύση" των ρομαντικών δεν ήταν οι βόλτες στα πάρκα ή στην εξοχή, οι βουτιές στη θάλασσα και μερικές γλάστρες στο μπαλκόνι. Τα ζώα των ρομαντικών δεν ήταν κατοικίδια κλεισμένα σε κλουβιά.

Φύση ήταν το υψηλό, το ανείπωτο, εκείνο που είναι αδύνατο να περιγράψουμε απόλυτα με λόγια - δε μπορούμε παρά να το ιχνηλατήσουμε, σαν εξερευνητές ή θαλασσοπόροι σε θάλασσες άγριες και αφιλόξενες. Φύση είναι ελευθερία, μα μια ελευθερία πέρα από νόμους και συμβάσεις, μακριά απ' το καλό και το κακό. Και ο άνθρωπος, δεν είναι παρά μέρος της, ένα ζώο όπως όλα, κλεισμένο στο κλουβί που ο ίδιος έχτισε, παλεύοντας να απελευθερωθεί.

Στην εικόνα ο πίνακας του ρομαντικού ζωγράφου Edwin Henry Landseer, τιτλοφορούμενος "Ο Isaac van Amburgh και τα Ζώα του", του 1839.



H θάλασσα του Καρκαβίτσα




Ένας πίνακας που απεικονίζει τη θάλασσα και ένα πολύχρωμο ελληνικό νησί



«Από µικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήµατά µου να ειπείς, στο νερό τα έκαµα. Το πρώτο µου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουµίνια µ' ένα ξυλάκι ορθό στη µέση για κατάρτι, µε δυο κλωστές για παλαµάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και µε την πύρινη φαντασία µου που το έκανε µπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα µε καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήµουν και γω εκεί µέσα. Μόλις όµως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάµω άλλο µεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιµανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυµπώντας ως την εµπατή του λιµανιού που το πήρε το ρέµα µακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύµπι πρώτος – τα λέπια µου έλειπαν.

— Μωρέ, γεια σου, και συ θα µας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν µ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.

Εγώ καµάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους [...]

Ναι – την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα να απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα µακριά, να χάνεται στα ουρανοθέµελα σαν ζαφειρένια πλάκα, στρωτή, βουβή και πάσχιζα να µάθω το µυστικό της. Την έβλεπα, οργισµένη άλλοτε, να δέρνει µε αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κ' έτρεχα µεθυσµένος να παίξω µαζί της, να τη θυµώσω, να την αναγκάσω να µε κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω µου, όπως πειράζουµε αλυσοδεµένα τ' αγρίµια».



***


Ανδρέας Καρκαβίτσας. Από το διήγημα "Η Θάλασσα", γραμμένο το 1898. Περιλαμβάνεται στα "Λόγια της Πλώρης".

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής νατουραλιστικής σχολής – διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό νιώθεις σχεδόν λες και βρίσκεσαι εκεί. Αισθάνεσαι τον αέρα, νιώθεις την άμμο κάτω απ' τα πόδια σου, ακούς τον παφλασμό του κύματος, ενώ παρατηρείς τις ψαρόβαρκες που φεύγουν.



Συνεχίζεται....



Οι προηγούμενες περιπλανήσεις μας στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας:



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά