Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραγάτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραγάτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Ιανουαρίου 2019

Μ. Καραγάτση: Σμύρνη, το Όνειρο του Καφενέ


Σμύρνη, το όνειρο του καφενέ... από τα ταξιδιωτικά αφηγήματα του Μ. Καραγάτση. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




“Το όμορφο Τσαρσί με τα γραφικά στενά του δεν έχει αλλάξει” 




«Μέσα στο σημερινό Ισμίρ υπάρχει μια περιοχή που θυμίζει την παλιά Σμύρνη. Που παρ' όλη τη βασική αλλαγή της πολιτείας, αυτό το κομμάτι κάπως κατάφερε να μη χάσει εντελώς τη μορφή και την ατμόσφαιρά του. Απεναντίας, ίσως χάρη στον εκπατρισμό των Ελλήνων, να διατήρησε πιο αμόλυντη την ανατολίτικη ψυχή του. Επειδή εμείς οι Έλληνες είμαστε στοιχεία προοδευτικά, που βιαζόμαστε να εξευρωπαϊσθούμε και να εξευρωπαΐσουμε το περιβάλλον μας. Ενώ ο τουρκικός λαός, παρ' όλη την προσπάθεια των ιθυνόντων, παρουσιάζει ακόμα κάποια αντίσταση, που εγώ δεν την κατακρίνω. Που καλό θα ήταν αν εμείς οι Έλληνες την προβάλλαμε στο κύμα του επιπόλαιου και αναφομοίωτου εξευρωπαϊσμου (ή καλύτερα εξαμερικανισμού) των πάντων.

Αυτή η περιοχή είναι το περιώνυμο Τσαρσί της Σμύρνης. Τον παλιό καιρό βρισκόταν, κατά μεγάλο ποσοστό, στα χέρια των Ελλήνων, των Αρμένηδων και των Λεβαντίνων. Σήμερα όλα σχεδόν τα μαγαζιά του είναι τούρκικα. Κι όπως είπαμε, οι Τούρκοι εξευρωπαΐζονται με το στανιό και με το σταγονόμετρο. Έτσι — δόξα στ' όνομα του Αλλάχ — το σμυρναίικο Τσαρσί μπόρεσε να κρατήσει μεγάλο ποσοστό από τον γραφικότατο, τον γοητευτικότατο, ανατολίτικο χαρακτήρα του.

Βεβαίως δεν μπορεί να παραβληθεί σε μέγεθος και πλούτο με το θρυλικό Καπαλέ Τσαρσί της Πόλης. Είναι μικρότερο, φτωχότερο. Αλλά απείρως πιο όμορφο, πιο πρόσχαρο. Ευχαριστιέσαι να τριγυρνάς άσκοπα ώρες ολόκληρες στους στενούς και σκολιούς δρομάκους του. Να περιεργάζεσαι τις κάθε λογής πραμάτειες των μαγαζιών. Να ανακαλύπτεις τις μισοκρυμμένες αυλές απ' τα παλιά χάνια, τις σκιαγμένες με πυκνόφυλλα πλατάνια. Να χαίρεσαι το παιχνίδι του ήλιου και της σκιάς. Να αρχινάς — σε άπταιστη ελληνοτουρκολεβαντίνικη διάλεκτο — ατέρμονες διαπραγματεύσεις με έναν έμπορο, για κάποιο αντικείμενο που δεν σου πολυαρέσει κι ούτε έχεις σκοπό να το αγοράσεις. Να χαζεύεις με τους γραφικούς χωριάτες που ήρθαν να ψωνίσουν. Να θαυμάζεις τα πολύχρωμα σαλβάρια που φοράνε οι σαστισμένες χωριάτισσες.

Έτσι μπορείς να τριγυρνάς, ώρες ολόκληρες, στο Τσαρσί της Σμύρνης. Χωρίς να καταλάβεις πως πέρασαν οι ώρες. Κι άξαφνα νιώθεις πως κουράστηκες. Πως με μεγάλη ευχαρίστηση κάπου θα καθόσουν, να πιεις ένα ποτήρι νερό κι έναν καφέ. Προχωρείς να βρεις τον κατάλληλο καφενέ. Διασχίζεις ένα δρομάκι, στρίβεις μια γωνιά και, εντελώς αναπάντεχα, τα μάτια σου αντικρίζουν κάτι που, όσο κι αν ζήσεις, ποτέ δεν θα το ξεχάσεις.

Είναι μια πλατειούλα τόση δα, σχεδόν κουκλίστικη• Αλλά πόσο θαυμάσια σκηνογραφημένη! Ας την περιγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια.


Αναμνηστική καρτ ποστάλ από την παλιά Σμύρνη
Η προκυμαία στην παλιά Σμύρνη - Smyrne, Les Quais
Ιταλικό σχολείο στην παλιά Σμύρνη / Old Smyrna-Izmir italian school




Στην ανατολική πλευρά βρίσκεται ένα τζαμί — το Ισάρ τζαμί που της έχει δώσει τ' όνομά του. Όμορφο τζαμί, με το προαύλιό του και τους αραβικού ρυθμού μιναρέδες του. Πλάι στην είσοδό του, μερικοί έμποροι έχουν στήσει τις παραγκούλες τους και πουλούν ιερά αντικείμενα της μουσουλμανικής θρησκείας: κομπολόγια, μικροσκοπικά κοράνια, λεφχάδες και κάθε είδους ιερές επιγραφές, βιβλία θρησκευτικά, πίπες, τσιμπούκια κλπ. Στις άλλες τρεις πλευρές της πλατείας υπάρχουν κάθε λογής μαγαζιά, όλα όμως με αυστηρώς ανατολίτικο χαρακτήρα. Να ένα χαλάδικο που έχει απλωμένη προκλητικά την πολύχρωμη πραμάτεια του. Να κι ένα ναργιλετζίδικο με τους κάθε είδους ναργιλέδες, τα τσιμπούκια, τα μαρκούτσια και τ' άλλα κεχριμπαρένια του αντικείμενα. Πιο πέρα θα ιδείτε τα χρυσοκέντητα μεταξωτά, τους τζιβρέδες, τα χρωματιστά υφάσματα με τα ανατολίτικα σχέδια. Ακόμα πιο πέρα το γαλατάδικο με τη βιτρίνα γεμάτη τερψιλαρύγγια γλυκίσματα — μπακλαβά, τουλούμπες, χανούμ μπουρέκ, ταούκ οξού, μουαλεμπί. Δίπλα στο γαλατάδικο, το κεμπαπτζίδικο σκορπάει ευωδιές ικανές να κολάσουν και τον πιο λιτοδίαιτο αναχωρητή.

Έτσι είναι διαμορφωμένο το περίγυρο της πλατειούλας του Ισάρ τζαμί. Το κέντρο της όμως παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον με τις δυο μεγάλες οκτάπλευρες μαρμάρινες κρήνες, που τις σκεπάζουν κωνικά επιστεγάσματα από πρασινοβαμμένο μολύβι. Τρέχει το νερό από τις δεκάξι βρυσούλες σκορπίζοντας ευεργετική δροσιά, που συμπληρώνει αρμονικότατα τη σκιά των μεγάλων πλατάνων. Γύρω από τις κρήνες έχουν ξαπλώσει την πραμάτειά τους οι υπαίθριοι φυτοπώλες — δηλαδή γλάστρες ολάνθιστες κι ευωδιαστές. Η υπόλοιπη έκταση της πλατείας είναι γεμάτη από τα τραπεζάκια και τις καρέκλες των καφενείων, όπου ένα πλήθος άνθρωποι πίνουν τον καφέ τους, διαβάζουν την εφημερίδα τους και συζητούν τα νιτερέσα τους. 




Δρόμος με κίνηση στην παλιά Σμύρνη / Street in old Smyrna - Izmir
Πανοραμική φωτογραφία της προκυμαίας της Σμύρνης / Old Smyrna dock
Σκηνή από την τουρκική αγορά της παλιάς Σμύρνης / Old Smyrna - Izmir Ramazan




Αυτό ήταν το απροσμέτρητα γοητευτικό θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια μου καθώς ξεμπούκαρα στην πλατειούλα του Ισάρ τζαμί. «Ναι, αυτό είναι Σμύρνη!» είπα μέσα μου. «Είναι κάτι απ' την παλιά Σμύρνη, που κατάφερε να μην πεθάνει!» Κουρασμένος καθώς ήμουν, ξάπλωσα σε τρεις καρέκλες και χτύπησα παλαμάκια.

— Εφέντιμ! λέει ο καφετζής, προστρέχοντας γεμάτος προθυμία.

— Καβέ ορτά, βε ναργκιλέ! προστάζω.

Ο «μέτριος» προσκομίζεται στο μικρό μπακιρένιο μπρίκι, τεχνικότατα ψημένος, εύγευστος κι ευωδιαστός. Πρώτη ρουφηξιά. Αμάν! Θεσπέσιο πράμα! Τώρα πιπιλίζω το κεχριμπαρένιο μαμέ απ' το μαρκούτσι του ναργιλέ και γεμίζω τα πλεμόνια μου με την ευδαιμονία του γιαβάσικου τουμπεκί. Αλλάχ! Αλλάχ! Τι ευφροσύνη είναι αυτή που διαποτίζει το κορμί ως τη στερνή του ίνα, την ψυχή μέχρι τα κατάβαθα του υποσυνειδήτου της! «Φρρρ!» ο καφές. «Γρρρρρ!» ο ναργιλές. «Τζιρτζιρτζίρ» τα τζιτζίκια στους πλατάνους. «Αλλάχου άκμπαρ! άσχαντου αν λα Αλλάχα ίλ' Αλλάχ!» ο μουεζίνης πάνω στον μιναρέ...

Αρχίζω να φεύγω από την πραγματικότητα...Να κάνω όνειρα. Να εκτροχιάζομαι μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Να μεταμορφώνομαι σε Καραγάτσμπεη, με γενειάδα, σαρίκι, χρυσοποίκιλτο καφτάνι, κονάκι των τριάντα οντάδων και χαρέμι των είκοσι συζύγων. «Αμάν, αμάν!» συλλογιέμαι. «Γέρασαν και οι είκοσι! Πρέπει να παντρευτώ κάνα-δυο καινούργιες, κάτω των δεκαοκτώ ετών!»

Έξαφνα δυο αντιπαθητικοί θόρυβοι με βγάζουν από την τρισμακάρια αποχαύνωση. Ένα αυτοκίνητο διασχίζει την πλατειούλα κορνάροντας δαιμονιωδώς. Κι ένα αεροπλάνο περνώντας πάνω απ' τον μιναρέ πνίγει τη γλυκόφθογγη μολπή του μουεζίνη κι εξανεμίζει το πανευτυχισμένο μου όνειρο. Αναστενάζω πικρά. Και ρουφώ με μανία τον ναργιλέ μου, να πάνε τα φαρμάκια κάτω...»



*** 



Το κείμενο που διαβάσατε ανήκει στα «ταξιδιωτικά» του Μ. Καραγάτση. Κάθε λέξη του αναβλύζει από το άρωμα μιας άλλης εποχής. Άρωμα παλαιών πολιτειών, άρωμα ναργιλέ, άρωμα επίγειων απολαύσεων, άρωμα αρχέγονων ονείρων, άρωμα κοριτσιών, άρωμα χαύνωσης, άρωμα ανατολής, άρωμα καφέ.

Και για λίγο, φίλε Μ. Καραγάτση, ταξιδέψαμε παρέα μες στα λόγια σου και ανασάναμε με αχόρταγη ηδονή το θεσπέσιο άρωμα του Καφενέ της Σμύρνης…


Για την παρουσίαση και ψηφιοποίηση του κειμένου: το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης 18.



Φωτογραφία του Μ.Καραγάτση στο γραφείο του / M. Karagatsis

15 Νοεμβρίου 2017

Μ.Καραγάτση: Επιθυμία





«Τριανταοχτώ χρονών. Πέρασαν τα νιάτα με τα όνειρα, κυλάει κι’ ο χρόνος που φέρνει το μεστωμένο άντρα στο κατώφλι του χινόπωρου. Τα γερατιά; Είναι ακόμα μακριά. Μα που είναι και τα νιάτα; Τι απομένει από τη φλόγα της ψυχής, αυτή που φώτιζε τη ζωή με αντιφεγγίσματα πορφυρά; Τι κέρδισα, τι έχασα στο μεγάλο τριανταοχτάχρονο παζάρι της ζωής μου;

Και τότε είδα, και τότε ένιωσα — καθώς ο ήλιος του απομεσήμερου έγειρε κουρασμένος στο δρόμο της νυχτός — πως κύλησαν ανόητα τα χρόνια τα τριανταοχτώ, πως σπαταλήθηκαν δίχως λογισμό και κρίση, δίχως στοχασμό και πείρα, δίχως ηδονή και πίκρα, σε μια τελμάτωση ζωής καθημερινής, καθεωρινής, κουρντισμένης ωσάν ρολόι μ' ελατηρια που δε λένε να σπάσουν ποτέ. Σπατάλησα τα κέρδητά μου δίχως να τα χαρώ. Κ’ ήταν ζημιές τα κέρδη, κέρδη οι ζημιές, που ισοσκέλιζαν απελπιστικά όλα τα φύλλα του μεγάλου βιβλίου... Καμιά μεταφορά εις νέον. Καμιά ανωμαλία στους λογαριασμούς. Κατάντησε μαγαζάκι η επιχείρηση, που πούλαγε αφιόνι με το δράμι σ' όσους ήθελαν να αποχτηνωθούν, όπως εγώ, όπως ο κόσμος όλος …

Τι κέρδισα; Τι χάρηκα; Τριγύρισα τις θάλασσες της γης, έσκισα πέλαγα κι' ωκεανούς, είδα χώρες κι' ακρογιάλια, παράλλαξα νησιά, αντίκρισα ουρανούς κι’ αστέρια στις μακριές αγρύπνιες της γέφυρας, μίλησα με ανθρώπους στους σταθμούς των λιμανιών, έσφιξα γυναίκες στην αγκαλιά μου, που μου ζήτησαν ένα κομμάτι χρυσάφι για να στενάξουν όταν στέναζα. Μα τι κέρδισα; Τι χάρηκα;

Όλ’ αυτά, και θάλασσες, και χώρες, κι’ ανθρώποι, κι’ ουρανοί, περάσαν μπροστά στις νεκρωμένες μου αισθήσεις ωσάν εικόνες ξέμακρες, αδιάφορες, που δεν άφησαν τίποτε εντός μου, αφού εντός μου δεν υπήρχε τίποτα. Τριγύρισα χρόνια τριανταοχτώ τον άδειο εαυτό μου στον έρημο τον κόσμο, ξένος κι’ απόκοσμος, άχρωμος κι’ ουδέτερος, μηδέν, τίποτα. Μου ξέφυγε η πικρή γεύση της θάλασσας, το αψύ άρωμα της στεριάς, το νόημα των ουρανών, το πάθος των ανθρώπων. Δε γεύτηκα τίποτα, γιατί δεν είχα εντός μου τίποτα.

Τη ζωή, αντίθετ’ από την τροφή, μόνον ο χορτάτος τη χορταίνει. Αυτός που βούτηξε ως τα ρουθούνια μέσα στο βουρκωμένο αγιασμό των πόθων της. Αυτός, που γέρος πια, σκυμμένος στο φως του λυχναριού με το λιγοστό το λάδι, κοιτάει να ταξινομήσει τα συντρίμμια, τα κουρέλια, τ' ατίμητα σκουπίδια, που ξέσυρε μαζί της η ψυχή κ’ ή θύμηση ως το χείλος του τάφου.

Και γω, ήμουν γυμνός από ερείπια, άδειος από καταστροφές, με γλώσσα κολλημένη στο στεγνό, τον πεινασμένο ουρανίσκο. Διψασμένος κι’ άσιτος, ζωντανός κι’ αζώητος, πουλημένος στο μηδέν, χαραμισμένος στο τίποτα. Και καθώς ο ήλιος έγερνε και πήγαινε να βασιλέψει, σκίζοντας τον άνεμο με αχτίνες κυματιστές, κατά την πρόσκαιρη νύχτα της γης, είδα κ' ένιωσα και κατάλαβα, πως του ανθρώπου το νυχτερινό σβύσιμο, δεν έχει αυγή να προσμένει, ούτε όρθρο ούτε ανατολή. Κ’ είναι βαρύ το μακρύ σκοτάδι δίχως φορτίο μάταιης χαράς...

Σηκώθηκα βαρύς, άθυμος, και πήρα το μονοπάτι της ρεματιάς. Φόβος κι’ αγωνία είχαν κυριέψει την ψυχή μου. Φόβος της ανέσπερης ζωής. Αγωνία του μάταιου θανάτου.

Ήθελα να ζήσω... Ήθελα να σφυροκοπήσω την ψυχή μου στο αμόνι του καημού με τη βαριά του πόνου. Ήθελα να χαρώ ό,τι δεν χάρηκα, πριν έρθουν ακόμα οι απελπισμένες χρονιές των γερατιών. Ήθελα να βρω, μέσα στον ελάχιστο χρόνο και τόπο, ό,τι δεν βρήκα τόσα χρόνια τώρα σ' όλα τα στίγματα της γης. Ήθελα να συναπαντήσω αυτό που θάφερνε και τ’ άλλα, αυτό που είναι όλα τ’ άλλα, και ηδονή κι’ οδύνη, και χαρά και πόνος, και γνώση κι’ ανοησία. Αυτό που είναι αιτία και πλήρωση, σκοπός και τέρμα, φτάσιμο και φυγή… Την αγάπη ...

Ν’ αγαπήσω... Όχι ν' αγαπηθώ, μα ν’ αγαπήσω… 

Τι μου πρόσφεραν οι γυναίκες που μ’ αγκάλιαζαν με τρικυμισμένη ψυχή, όταν εγώ τρυγούσα τη γλύκα τους με δόντια σφιχτά από αδιαφορία; Τι ένιωσα εγώ από τις θύελλες που γέννησα με όργια γαλήνης; Τι κι’ αν μ’ αγάπησαν; Τ’ αμέτοχα πάθη δε μπορούν να ρυτιδώσουν το θολό καθρέφτη του στεκάμενου βάλτου… Κοχλάζει μονάχα η ματαιότης κ’ εξατμίζεται αφήνοντας μέσα σου κενό καταθλιπτικότατο. Τι κι’ αν μ’ αγάπησαν — αν με αγάπησαν —... Εγώ ζητάω την αγάπη... Εγώ ζητάω να σκορπίσω την ψυχή μου στους αντίθετους ανέμους, να φθαρώ στα αντίξοα ρέματα. Εγώ γυρεύω να σπείρω τις αγωνίες μου για να θερίσω πικρίες. Εγώ θέλω τη στυφή χαρά που μόνο η συντριβή χαρίζει...

Εγώ θέλω...»


***


Το απόσπασμα που διαβάσατε είναι από τα αγαπημένα μου του Μ. Καραγάτση και προέρχεται από το μυθιστόρημά του «Το Χαμένο Νησί» [πρώτη δημοσίευση 1943, Βιβλιοπωλείο της Εστίας].


Ως τίτλο ανάρτησης επέλεξα τη μία εκείνη λέξη που νομίζω το εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη. Πέραν αυτού το κείμενο μιλάει από μόνο του – ανασαίνει, πάλλεται, δονείται… σαν χτύπος καρδιάς. Ποιος ξέρει… ίσως να είναι ο δικός σου. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.


Nighthawks, 1942 by Edward Hopper

27 Μαρτίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #4: Υπαρξισμός και Έκσταση



Λαγούμι της Λογοτεχνίας, υπαρξισμός και έκσταση. Αποσπάσματα από Σαρτρ, Μποβουάρ, Μπλέηκ, Κάφκα, Καραγάτση, Ρόμπινς, Τόμας Μουρ




Τα αποψινά αποσπάσματα στο «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε σε δυο κατηγορίες – εξ’ ού και ο τίτλος της ανάρτησης. Τα «υπαρξιακά» από τη μία. Τα «εκστατικά» από την άλλη. Απολλώνια και ιστορικά τα πρώτα... διονυσιακά και ονειρικά τα δεύτερα. Στα πρώτα βρίσκεις τον εαυτό σου... στα δεύτερα τον χάνεις. Στα πρώτα είσαι εκείνη η λεπτή γραμμή που αιωρείται μέσα στις αβύσσους... στα δεύτερα είσαι η ίδια η άβυσσος που μεταμορφώνεται σε θάλασσα ονείρων. Στα πρώτα λες «Εγώ»... στα δεύτερα «Εμείς»...



Κατασκευάζοντας τον εαυτό σου. Σαρτρ και Υπαρξισμός




Πορτραίτο του Ζαν-Πολ Σαρτρ




«Τι είναι εκείνο που λέμε "υπαρξισμός"; [...] Στην πραγματικότητα είναι εύκολο να τον ορίσουμε. Εκείνο που κάνει τα πράγματα λίγο πολύπλοκα είναι πως υπάρχουν δύο είδη υπαρξισμών: οι πρώτοι είναι οι χριστιανοί υπαρξιστές και σε αυτούς συμπεριλαμβάνω τον Jaspers και τον Gabriel Marcel, της καθολικής πίστης. Και από την άλλη είναι οι άθεοι υπαρξιστές, όπως ο Heidegger, οι Γάλλοι υπαρξιστές κι εγώ. Το κοινό σημείο ανάμεσα τους είναι απλά ότι θεωρούν πως η ύπαρξη προϋπάρχει της ουσίας, ή, αν προτιμάτε, πως πρέπει να ξεκινούμε πάντα από την υποκειμενικότητα...

Τι εννοούμε όταν λέμε πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας; Σημαίνει πως ο άνθρωπος πρώτα υπάρχει, βιώνει τον εαυτό του, ανατρέφεται και ζει μέσα στον κόσμο και μετά ορίζει ποιός είναι [...]. Στην αρχή, στη γέννησή του, κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Θα έχει γίνει κάτι στην πορεία της ζωής του και εκείνο που θα γίνει θα είναι εκείνο που ο ίδιος θα έχει χτίσει. Δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση, καθώς δεν υπάρχει κάποιος Θεός να την ορίσει. Ο άνθρωπος είναι, όχι μόνο εκείνο που αντιλαμβάνεται ο ίδιος για τον εαυτό του, αλλά και εκείνο που καθορίζει για τον εαυτό του, όσο ζει: Ο άνθρωπος φτιάχνει τον εαυτό του. Αυτό είναι το πρώτο αξίωμα του υπαρξισμού. [...]

Εάν η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, τότε κάθε ένας είναι υπεύθυνος γι' αυτό που είναι. Επομένως το πρώτο βήμα του υπαρξισμού είναι να καταδείξει πως κάθε άνθρωπος έχει στην πραγματικότητα, ο ίδιος, τον έλεγχο εκείνου που είναι, και γι' αυτό χρειάζεται να αναλάβει την απόλυτη ευθύνη για τις πράξεις του [...] Και όταν λέμε πως ο καθένας από μας ορίζει αυτό που είναι, εννοούμε επίσης πως, επιλέγοντας για τον εαυτό μας, επιλέγουμε για όλο τον κόσμο παράλληλα [...] Εκείνο που θα έπρεπε να θέτει ο καθένας σαν ερώτημα στον εαυτό του είναι: "τι θα συνέβαινε αν όλοι έπρατταν όπως εγώ;»...


***


Kάπως έτσι ξεκινάει το κείμενο του Ζαν Πωλ Σαρτρ, με τίτλο "Ο Υπαρξισμός είναι Ανθρωπισμός", του 1948 [Jean-Paul Sartre, “L'existentialisme est un humanism”].

Ο 20ος αιώνας είχε βρει την κυρίαρχη φιλοσοφία του. "Είσαι οι πράξεις σου, είσαι ό,τι αποφασίζεις να γίνεις, ο εαυτός σου δεν είναι μια φύση που προϋπάρχει από σένα, μα τον δημιουργείς ο ίδιος".



Από το Ημερολόγιο της Σιμόν ντε Μποβουάρ




Πορτραίτο της Σιμόν ντε Μποβουάρ




2 Απριλίου του 1947. Κάπου στον αμερικανικό Νότο


«Σήμερα ξεκινάμε για ένα μακρύ ταξίδι. Το λεωφορείο φεύγει στις εννέα το πρωί και θα φτάσουμε στο Τζάκσονβιλ στις δύο τη νύχτα. Θα ταξιδέψουμε με ένα "εξπρές" που κάνει μόνο μία ή δύο στάσεις. Πουλάνε σάντουιτς και Κόκα-Κόλα στη διαδρομή. Οι θέσεις είναι ανακλινόμενες και τη νύχτα όλοι ανάβουν μια μικρή ατομική λαμπίτσα, όπως στα αεροπλάνα. Ο συνοδός μας ενθαρρύνει, εντοπίζοντας το που βρισκόμαστε από καιρού εις καιρόν, αναγγέλοντας την επόμενη στάση και εξηγώντας το τοπίο.

Διασχίζουμε τη Λουιζιάνα, το Μισισιπή, την Αλαμπάμα και τη Φλόριντα. Οι διακλαδώσεις του δέλτα είναι σαν μεγάλες λίμνες – αστράφτουν στον ήλιο και ο Κόλπος του Μεξικού είναι γαλάζιος σαν όνειρο το μήνα του μέλιτος. Φοινικιές, κάκτοι, αζαλέες, ανθισμένες πόλεις, τροπικά δάση με πυκνή βλάστηση, ρομαντικά σπίτια που ξεπροβάλλουν μέσα από ειρηνικά παρτέρια, μοναχικές ρημαγμένες καλύβες στα δάση, εκτυφλωτική θάλασσα, άτονες λιμνοθάλασσες, ισπανικά βρύα, πλούσια και άσχημα – όλη τη μέρα, σύμπας ο Νότος μας αποκαλύπτεται στις στρεβλές του αντιθέσεις.

Κι όλη τη μέρα η μεγάλη τραγωδία του Νότου μας ακολουθεί σαν εμμονή. Ακόμη και ο καρφωμένος σ' ένα πούλμαν ταξιδιώτης δεν μπορεί να την αποφύγει. Ανά διαστήματα μπαίνουμε στο Τέξας, κι όπου πηγαίνουμε, η μυρωδιά του μίσους βαραίνει την ατμόσφαιρα – το αλαζονικό μίσος των λευκών, το σιωπηλό μίσος των μαύρων.

Στις στάσεις, οι αξιοσέβαστες, κακοντυμένες ματρόνες της κατώτερης αστικής τάξης κοιτάζουν με φθονερό θυμό τα όμορφα μαύρα κορίτσια, ντυμένα με λαμπερά χρώματα και χαρούμενα κοσμήματα, και οι άνδρες ζηλεύουν την αδιάφορη ομορφιά των νεαρών μαύρων με τα ελαφρά κοστούμια. Η αμερικανική καλοσύνη δεν έχει θέση εδώ.

Στον συνωστισμό έξω από το λεωφορείο, οι μαύροι σπρώχνονται στην άκρη. "Δε φαντάζομαι ν' αφήσεις αυτήν τη νέγρα να σε προσπεράσει", λέει σ' έναν άντρα μια γυναίκα με φωνή που τρέμει από οργή».



Από το Ημερολόγιο του Κάφκα




Γυναίκες εργάτριες σε εργοστάσιο στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου




Από το Ημερολόγιο του Κάφκα. Περιγραφή μιας εργάσιμης μέρας γυναικών, σ' ένα εργοστάσιο. 5 Φεβρουαρίου του 1912


«Χθες στο εργοστάσιο. Τα κορίτσια, με τα αφόρητα βρώμικα και ακατάστατα ρούχα τους, τα μαλλιά αχτένιστα, λες και μόλις σηκώθηκαν από τον ύπνο, την έκφραση του προσώπου τους παγωμένη στον ασταμάτητο θόρυβο των ιμάντων και των μηχανών, που φυσικά είναι αυτόματες, αλλά συχνά χαλάνε εντελώς απρόοπτα, δεν είναι άνθρωποι, δεν τις χαιρετάς, δεν ζητάς συγγνώμη όταν σκοντάφτεις πάνω τους, αν τους ζητήσεις να κάνουν κάτι το κάνουν, αλλά επιστρέφουν στις μηχανές τους αμέσως, στέκονται εκεί, με τα μισοφόρια τους, στο έλεος της αθλιότερης εξουσίας και δεν έχουν αρκετή αντίληψη για να αναγνωρίσουν αυτή την εξουσία και να την κατευνάσουν, με μια ματιά, με μια κίνηση.

Όταν όμως το ρολόι δείξει έξι και αρχίζουν να το γνωστοποιούν η μία στην άλλη, όταν λύνουν τα μαντίλια τους από τα μαλλιά, ξεσκονίζονται με μια βούρτσα που περνάει από χέρι σε χέρι και διεκδικείται έντονα από τις πιο ανυπόμονες, όταν βγάζουν τα πουκάμισα τους και καθαρίζουν τα χέρια τους όσο καλύτερα μπορούν – τότε επιτέλους ξαναγίνονται γυναίκες, παρά τη χλομάδα και τα χαλασμένα δόντια, μπορούν να χαμογελούν και να κουνάνε τα άκαμπτα κορμιά τους, και τότε δεν σου επιτρέπεται πια να σκοντάφτεις πάνω τους, να τις περιεργάζεσαι, να τις περιφρονείς... Παραμερίζεις για να περάσουν, κρατάς το καπέλο σου στο χέρι όταν σου λένε καληνύχτα και δεν ξέρεις πως να φερθείς όταν μία απ' αυτές σου κρατάει το παλτό για να το φορέσεις.»



Ουίλιαμ Μπλέικ. Ύμνος στην τίγρη




Ευγένιου Ντελακρουά, Νεαρή Τίγρης παίζει με τη Μητέρα της
Delacroix -  Jeune tigre jouant avec sa mère



«Τίγρη, τίγρη, πυρωμένη λάμψη,
Μέσα στης νυχτός τα δάση,
Ποιο θα μπορούσε χέρι αθάνατο ή μάτι
Απ' τη φοβερή σου συμμετρία ν' αντιγράψει
κάτι;

Σε τι βάθη ή ουρανούς ψηλά
Άστραψε η φλόγα των ματιών σου
μακρυά;

Σε ποια φτερά με τόλμη ν' ανεβεί γυρεύει;
Ποιο χέρι τολμηρό τη φλόγα κυριεύει;
Και ποιος ώμος, και ποια τέχνη, θα
μπορούσε
Της καρδιάς τους μύες να λυγούσε;


Κι όταν η καρδιά σου άρχισε να πάλλει,
Τι χέρι τρομερό; Και τι πόδι πάλι;
Ποιο το σφυρί; Ποιο τ' αμόνι;
Σε ποιο καμίνι το μυαλό σου λιώνει;
Ποια αλυσίδα; Ποια τρομερή αποτολμά
Λαβή να σου περάσει τα φοβερά δεσμά;


Όταν τ' άστρα έριξαν καταγής τα δόρατά
τους,
Και πότισαν τα Ουράνια με τα δάκρυά τους,
Χαμογέλασε θωρώντας ό,τι είχε πράξει;
Αυτός που έπλασε τ' αρνί και σένα είχε
φτιάξει;


Τίγρη, τίγρη, πυρωμένη λάμψη,
Μέσα στης νυχτός τα δάση,
Ποιο θα μπορούσε χέρι αθάνατο ή μάτι,
Απ' τη φοβερή σου συμμετρία ν' αντιγράψει
κάτι;»



Γουίλιαμ Μπλέηκ, "Η Τίγρη". Aπό τα "Τραγούδια της Αθωότητας και της Πείρας" [William Blake, “Songs of Innocence and Experience”, 1789-94]

Η έλξη απέναντι στο εξωτικό, το αδάμαστο, το ελεύθερο. Αυτό υπήρξε το πνεύμα του Ρομαντισμού. Ο πίνακας στην εικόνα είναι του Ντελακρουά και χρονολογείται από το 1830. Τίτλος του: " Jeune tigre jouant avec sa mère" / "Νεαρή τίγρης παίζει με την μητέρα της".




Στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου




Κολλάζ με φωτογραφίες από τη Σύρο, από το φονικό κουνέλι
Syros, to foniko kouneli



«Οι βιολόγοι απέδειξαν πως η ζωή γεννήθηκε στο αρμυρό νερό, για να ξεστρατίσει αργότερα στη στεριά. Το ίδιο κι οι κοινωνιολόγοι επιμένουν ότι ο χερσαίος άνθρωπος έγινε αμφίβιος και χίμηξε στην θάλασσα, να βρει τον πολιτισμό. Πως ό,τι ωραίο και ανώτερο κερδίσαμε, η θάλασσα μας τό δωσε - ο μεγάλος τούτος δρόμος της πανανθρώπινης επικοινωνίας, που μας ανοίγει τις πύλες της γνώσης.

Πάνω στα κύματα της δεν κυκλοφορεί μονάχα ο υλικός, μα κι ο ηθικός πλούτος της γης. Ο ναύτης, στα μακρινά λιμάνια, μαζί με τη σερμαγιά, εμπορεύεται και τις ιδέες του. Γυρνώντας στην πατρίδα, δεν φέρνει μόνο το καράβι του φορτωμένο πραμάτειες ξωτικές, αλλά και το μυαλό του γεμάτο νοήματα ενός άλλου κόσμου. Πάνω στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου [...]

Στη Σύρα, ο φτωχός κόσμος ζει ξένοιαστα, με γλύκα και χαρά. Οι άντρες δουλεύουν για το ψωμί τους με το χαμόγελο στα χείλη, και γλεντούν με την αμεριμνησία της ευκολοχόρταστης ψυχής. Οι γυναίκες πάλι έχουν τη χάρη από τα τόσα αίματα που κυλάν στις φλέβες τους: αίμα ελληνικό της ειδωλολατρίας, και του βυζαντινού χριστιανισμού. Αίμα λατινικό, γεμάτο ορθολογισμένη θέληση. Αίμα σαρακηνό, φλογισμένο στους άμμους της Αφρικής. Αίμα ιταλικό, ποτισμένο ύπουλο αισθησιασμό. Αίμα φράγκικο, περήφανο κι ερωτιάρικο. Είναι μικρόσωμες, πλούσια σαρκωμένες, με ψυχή παιγνιδιάρα [...]

Περί το βράδυ, στις κάτασπρες ανηφοριές, τις χρωματισμένες από το βαθυγάλανο της ερχόμενης νύχτας, θα ιδείτε τα ζευγαράκια να περιδιαβάζουν τη σμιχτή τους ευτυχία».


Από τη "Η Μεγάλη Χίμαιρα" (1953) του Μ. Καραγάτση. Οι φωτογραφίες από τη πανέμορφη, τη μπολιασμένη με τόσες καταγωγές και τόσες ιδιοσυγκρασίες Σύρο, και η σύνθεση στην εικόνα, δική μου.




«Αν οι θεοί φορολογούν την έκσταση, είμαι πρόθυμος να πληρώσω»


Boris Vallejo, Full Moon painting. Το γνωστό εξώφυλλο από το Άρωμα του Ονείρου του Τομ Ρόμπινς
'Full Moon" by Boris Vallejo



«Σίγουρα, στον κόσμο υπάρχει πολλή δυστυχία, αλλά υπάρχει και αρκετή απόλαυση. Αν κάποιος αποδιώξει την απόλαυση για ν' αποφύγει τη δυστυχία, τότε τι έχει κερδίσει; Μια ζωή δίχως δυστυχία και δίχως ευχαρίστηση είναι μια ουδέτερη, άδεια ζωή, είναι το τίποτα του κενού [...] Το να επιζητείς πραγματικά τη μηδαμινότητα του τίποτα είναι χειρότερο κι από ήττα. Είναι στενοκαρδία, είναι μια ατιμωτική υποχώρηση και παράδοση άνευ όρων. Σαν τα μωρά παιδιά που φοβούνται τόσο πολύ τον πόνο, ώστε απορρίπτουν τα μύρια γλυκά θαύματα της ζωής για να προστατευθούν από το πλήγωμα. Πώς μπορείς να σεβαστείς μια τέτοια αδυναμία, πώς μπορείς να θαυμάσεις έναν άνθρωπο που συνειδητά ενστερνίζεται την κενότητα, τη μετριότητα και την ασφάλεια, αντί να ρισκάρει την πιθανή οδύνη που μπορεί να προκύψει από κάποιες απογοητεύσεις; […]

Αν η επιθυμία προκαλεί οδύνες, ίσως αυτό να γίνεται επειδή δεν επιθυμούμε με σύνεση, ή επειδή είμαστε αδέξιοι στο να αποκτήσουμε εκείνο που επιθυμούμε. Αντί να κρυβόμαστε μέσα σ' ένα πέπλο από προσευχές χτίζοντας τοίχους ολόγυρά μας, ενάντια στον πειρασμό, γιατί να μην γινόμαστε πιο επιδέξιοι στην εκπλήρωση της επιθυμίας; Η σωτηρία είναι για τους αδύναμους, αυτό τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Δε τη θέλω τη σωτηρία. Εγώ θέλω ζωή, ζωή στην πληρότητά της, τόσο τη μιζέρια της, όσο και το μεγαλείο της.

Αν οι θεοί φορολογούν την έκσταση, είμαι πρόθυμος να πληρώσω. Αλλά και σε κάθε ευκαιρία, θα διαμαρτυρηθώ για τους φόρους τους, κι αν ο Οντίν, ή ο Σίβα, ή ο Βούδας, ή αυτός ο – πως τον λένε; – ο Χριστιανός, δε δεχτούν τη διαμαρτυρία μου, τότε κι εγώ θα δεχτώ την οργή τους. Στο κάτω κάτω, θα έχω γευτεί αυτό το συμπόσιο που έχουν απλώσει μπροστά μου, πάνω σ' αυτόν τον πλούσιο, στρογγυλό πλανήτη, αντί ν' απομακρύνομαι σαν φαφούτης γερολαγός. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα πιο απολαυστικά πράγματα της ζωής απλώθηκαν μπροστά μας, μόνο και μόνο για να μας βάλουν σε δοκιμασία και να κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την απόκτηση του μεγάλου βραβείου: της ασφάλειας του τίποτα. Ένα τέτοιο φτηνό παιχνίδι με τη ζωή είναι ανάξιο, τόσο για τον άνθρωπο, όσο και για τους θεούς.»



Τομ Ρόμπινς. Από το "Άρωμα του Ονείρου" [“Jitterbug Perfume", πρώτη δημοσίευση το 1984. To κείμενο είναι σε μετάφραση Γ. Κωστόπουλου, εκδόσεις Αίολος].

Βιβλίο που διάβασα πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο μοναχικό καλοκαίρι, και ένιωσα να με κατακλύζει η πολύχρωμη, ανατρεπτική, ευφάνταστη ευωδιά του πνεύματος των 60's. Χρόνια μετά, και ο κόσμος του Τομ Ρόμπινς παραμένει ένας από τους απολαυστικότερους λογοτεχνικούς κόσμους στον οποίο έτυχε να κόψω βόλτες.

Ο πίνακας στην εικόνα, έργο που κοσμεί το εξώφυλλο της παλιότερης ελληνικής έκδοσης του "Αρώματος του Ονείρου", είναι του περίφημου εικονογράφου ερωτικού (και όχι μόνο) fantasy, Boris Vallejo. Ο τίτλος του “Full Moon”.




Τόμας Μουρ. Κλέβοντας ώρες απ’ τη νύχτα...




Η βάρκα των ονείρων




«Την ώρα που ο νυσταγμένος κόσμος ονειρεύεται, αγαπημένη,
Την ώρα τούτη, ξύπνησε! - Ο ουρανός λαμποκοπά, αγαπητή μου,
Ποτέ δεν είναι αργά για τέρψη, αγαπητή μου.


Και ο καλύτερος από όλους τους τρόπους
για να μακρύνουμε τις μέρες μας,
είναι να κλέψουμε μερικές ώρες από τη νύχτα, αγαπητή μου.»


Του Thomas Moore, Ιρλανδού ποιητή του 19ου αιώνα. Το απόσπασμα από το ποίημα "The Young May Moon". Κάπως έτσι, τα φώτα στο Λαγούμι χαμηλώνουν... Η αποψινή μας περιήγηση έφτασε στο τέλος της... Καλή αντάμωση.


Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένων: Το φονικό κουνέλι, 2016-18


Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες


~

30 Νοεμβρίου 2015

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #2: Τσουκνίδες και ποτά





Βραδινή ώρα, κι ενώ το ημερολόγιο σημαίνει επίσημα χειμώνα. Και για δες, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τις πόρτες του για άλλη μια φορά. Ένας υποχθόνιος κόσμος, σκαμμένα τούνελ ξέχειλα χαρτόδετους χαρακτήρες και φλογερές ιδέες, απευθυνόμενα σε σένα, ανήσυχε, βιβλιοφάγε· σε σένα, άγνωστε συνοδοιπόρε επισκέπτη.

Να λοιπόν που βρίσκεσαι πάλι στο αχνοφώτιστο, φορτωμένο με βιβλία λημέρι. Το πλήθος των έργων που σε περιβάλλουν είναι ανεξάντλητο, μα ο χρόνος που μπορείς να αφιερώσεις στο λαγούμι λίγος. Αλίμονο – ακόμα και εδώ ο χρόνος κυλάει! Δεν μπορώ παρά να σου προσφέρω, τουλάχιστον (σαν καλός οικοδεσπότης), μια γεύση από κάποια αγαπημένα έργα και συγγραφείς. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά δική σου. Μόνο ερεθίσματα μπορώ να σου δώσω – το εισιτήριο, όχι το ταξίδι. Μα για αυτό το λίγο έστω, θα χαρώ να σε δω να βαδίζεις στο πλευρό μου. Και αν οι δρόμοι μας χωρίσουν, να είσαι βέβαιος πως θα ανταμώσουμε πάλι – κάπου, στις σελίδες κάποιου αγαπημένου συγγραφέα.

Πάμε λοιπόν να δούμε τι καλό έχουμε σήμερα.


Το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων






«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω, είναι μια διανοητική τοποθέτηση που υποτιμά τον πονόδοντο. Αισθάνομαι, άρα υπάρχω, είναι μια αλήθεια με πολύ γενικότερο βεληνεκές, που αφορά και κάθε ζωντανό πλάσμα. Το εγώ μου δε διακρίνεται ουσιωδώς από το δικό σας με τη σκέψη. Πολλοί άνθρωποι, λίγες ιδέες: σκεπτόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα, λίγο πολύ, μεταθέτοντας, δανειζόμενοι, κλέβοντας ο ένας τις ιδέες του άλλου. Αν όμως κάποιος με πατήσει στον κάλο, είμαι εγώ μόνο που νιώθω τον πόνο. Το θεμέλιο του εγώ δεν είναι η σκέψη, αλλά ο πόνος, το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων. Μέσα στον πόνο ούτε μια γάτα δε μπορεί να αμφιβάλλει για το μοναδικό της και μη ανταλλάξιμο εγώ.

Ο πόνος είναι η μεγάλη του εγωκεντρισμού Σχολή.»


Μίλαν Κούντερα. Από την "Αθανασία" [Nesmrtelnost], σε μετάφραση Κ.Δασκαλάκη. Πρώτη δημοσίευση το 1990.


Ο Ουγκώ, η Αράχνη και η Τσουκνίδα






«Την αράχνη αγαπώ και την τσουκνίδα,
Επειδή όλος ο κόσμος τις μισεί,
Τους πόθους τους κανείς δεν εισακούει
Και πάντοτε γι' αυτούς τις τιμωρεί.
Καταραμένες, λεν πως είναι, τιποτένιες,
Έρποντα όντα, σκοτεινά,
Στην ίδια την παγίδα τους πιασμένες,
Αιχμάλωτες, έρμαια θλιβερά.
Κατάδικοι στο ίδιο τους το έργο,
Στης μοίρας τους μπλεγμένες τον ιστό,
Με φίδι λεν πως μοιάζει η τσουκνίδα,
κι η αράχνη με ρακένδυτο πτωχό.
Της αβύσσου η σκιά πως τις βαραίνει,
κι όλοι τις προσπερνούν μ' αποστροφή,
Πως θύματα κι οι δυο τους έχουν πέσει
Μέσα σε μαύρη νύχτα, ζοφερή...
Διαβάτες, σπλαχνιστείτε το τριβόλι,
κι αυτό το άμοιρο το ζωντανό
Για την ασχήμια και το τσίμπημά τους!
Δείξτε το έλεός σας στο κακό!
Παντού δε βρίσκεται η μελαγχολία;
κι όλοι ένα φιλί δεν προσδοκούν;
Στη φρίκη τους την άγρια φτάνει μόνο
Να πάψουν πια να τα πατούν,
Με καταφρόνια πια να πάψουν να τα βλέπουν,
Εκεί, στη σκοτεινή τους τη γωνιά,
Τόσο το ζωύφιο, όσο και το ζιζάνιο,
"Αγάπη θέλω!", λεν ψιθυριστά.»


Βίκτωρ Ουγκώ, "Les Contemplations" [1856]. Μετάφραση Γιάννη Στρίγκου.

Ήταν το κίνημα του Ρομαντισμού εκείνο που, για πρώτη φορά, έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε εκείνους που, ως τότε, ανήκαν στο περιθώριο και τα ψιλά γράμματα της τέχνης και της λογοτεχνίας... Στους απόκληρους. Τους άρρωστους. Τους άσχημους. Τους ανάπηρους. Τους αδικημένους.

Τους μετέτρεψε όχι μόνο σε πρωταγωνιστές – μα σε ανθρώπους αναβλύζοντες μιας βαθύτερης, γνήσιας ομορφιάς.

Ο Ουγκώ θα το αποδείκνυε εξάλλου με τον Κουασιμόδο της "Παναγίας των Παρισίων"... Περισσότερα για το σπουδαίο αυτό έργο είπαμε πρόσφατα εδώ:





Τολστόι, Εκκλησία και Επανάσταση


Art: Ilja Jefimowitsch Repin, 1893


«Ακόμα και στην κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, δύο και δύο δεν κάνουν έξι.»


Έτσι είπε ο Τολστόι, ενώ διένυε τις τελευταίες του στιγμές, αρνούμενος να συμφιλιωθεί με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, που τον είχε αφορίσει.

Ο συγγραφέας των "Άννα Καρένινα" και "Πόλεμος και Ειρήνη" είχε αναπτύξει μια δική του, προσωπική φιλοσοφία και στάση ζωής, πέρα από τους δογματισμούς της Εκκλησίας. Βαθιά επηρεασμένος από τον χριστιανισμό (όχι στην εκκλησιαστική, μα στην ουσιαστική του, αρχέγονη μορφή), μα και από την σκέψη της Ανατολής (βουδισμός, ινδουισμός, κομφουκιανισμός), υπήρξε επίσης υποστηρικτής των προοδευτικών και ριζοσπαστικών κοινωνικών θεωριών της εποχής του. Οραματιζόταν μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, στα πρότυπα κυρίως της αναρχικής σκέψης – η επιρροή του Προυντόν και του Κροπότκιν υπήρξε καθοριστική πάνω του.

Ωστόσο διέφερε από σημαντική μερίδα των αναρχικών πάνω στο θέμα της επαναστατικής βίας. «Οι Αναρχικοί έχουν δίκιο σε όλα», έγραφε προς το τέλος της ζωής του. «Στην άρνηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και στη διαπίστωση πως, χωρίς Εξουσία, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερη βία, απ' ότι ήδη εμφανίζεται κάτω από τις παρούσες εξουσιαστικές δομές. Μόνο τους λάθος είναι πως η Αναρχία θα μπορούσε να επέλθει βίαια με επανάσταση. Θα καθιερωθεί, αντίθετα, όταν περισσότερος και περισσότερος κόσμος δεν θα έχει πια ανάγκη από την προστασία κάποιας κυβερνητικής εξουσίας...

Μια μονάχα μόνιμη επανάσταση μπορεί να υπάρχει – μία επανάσταση ηθική: η διαρκής ανανέωση του ανθρώπου μέσα μας».

Μεταξύ άλλων, η επιρροή του Τολστόι υπήρξε καθοριστική στη σκέψη και πρακτική του Μαχάτμα Γκάντι, με τον οποίο και αλληλογραφούσαν. «Ο μεγαλύτερος απόστολος της μη-βίας της εποχής μας», είχε πει ο Γκάντι για τον Τολστόι.


Ο Ένας στους Χίλιους







«Αν ήμουν χριστιανός, ίσως ξομολογιόμουν το μαρτύριό μου. Αυτό είναι το πλεονέκτημα των θρησκειών. Μπορείς ν' ανοίγεις την ψυχή σου σ' έναν άνθρωπο, προετοιμασμένο ν' ακούσει τα πιο παράξενα πράματα, και που προσπαθεί να σε γαληνέψει με άφθονες παρηγοριές. Μα αυτό το ξαλάφρωμα είναι δυσκολόβρετο έξω από τις μεταφυσικές λατρείες. Ο συνάνθρωπός σου - ο κοινωνικός σου σύντροφος, με τη τετράγωνη, υγιή λογική - θα γελάσει με τις εκμυστηρεύσεις σου. Κι ίσως φροντίσει να προφυλάξει την κοινωνία από τις αιρετικές σου σκέψεις και τα παράξενα αισθήματα σου, κλείνοντας σε στη φυλακή, ή το φρενοκομείο.

Ίσως πάλι να υπάρχει κάποιος, σ' ολόκληρο τον κόσμο, που να μπορεί να καταλάβει την περίεργη ψυχοτροπία μου. Μα είναι δύσκολο να τον βρω. Θα έπρεπε να ‘ρθω σ' επαφή με χίλιους κοινούς ανθρώπους, για να βρω τον ένα, τον εξαιρετικό.

Το έπαθλο δεν αξίζει τον κόπο..."


Μ. Καραγάτσης, δια στόματος του χαρακτήρα του Κωστή Ρούση, από το μυθιστόρημα "Ο Κίτρινος Φάκελος". Γραμμένο το 1956, ένα από τα πλέον ιδιαίτερα μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (σε επίπεδο αφηγηματικής τεχνικής και ύφους)...

Ήταν εξάλλου το μοναδικό, από όλα τα μυθιστορήματα του Καραγάτση, που ο ίδιος είχε πει πως "αδυνατεί να περιγράψει"...



Περί Βαρεμάρας ο λόγος...





"Τα ανθρώπινα όντα κάνουν τη ζωή τόσο ενδιαφέρουσα. Αφού να καταλάβεις, σ' ένα σύμπαν γεμάτο με τόσα θαύματα, κατόρθωσαν να εφεύρουν τη βαρεμάρα".

Terry Pratchett


"Δεν πιστεύω στη ζωή μετά το θάνατο, επομένως δεν χρειάζεται όλη μου τη ζωή να φοβάμαι την κόλαση, ή ακόμα περισσότερο, να φοβάμαι τον παράδεισο. Γιατί όποια και αν είναι τα μαρτύρια της κόλασης, νομίζω πως η βαρεμάρα του παραδείσου θα ήταν ακόμα χειρότερη".

Isaac Asimov


"Βαρεμάρα. Η επιθυμία για επιθυμίες".

Λέων Τολστόι


"Ένα θέμα για κάποιον μεγάλο ποιητή θα μπορούσε να είναι η βαρεμάρα του Θεού μετά την έβδομη μέρα της δημιουργίας".

Φρίντριχ Νίτσε


"Βαρεμάρα είναι να αισθάνεσαι πως τα πάντα είναι χάσιμο χρόνου. Γαλήνη είναι το ακριβώς αντίθετο".

Thomas Szasz


"Aυτή είναι η κατάρα της εποχής μας, ακόμα και οι πιο παράξενες παρεκκλίσεις δε θεραπεύουν τη βαρεμάρα".

Σταντάλ



"Στις ΗΠΑ πρέπει ή να παρεκκλίνεις απ' τη νόρμα, ή να πεθάνεις απ' τη βαρεμάρα".

William Burroughs


"'Ισως το δεύτερο μεγαλύτερο έγκλημα του κόσμου να είναι η βαρεμάρα. Το πρώτο είναι να είσαι βαρετός".

Ζαν Μπωντριγιάρ



"Μονάχα οι βαρετοί άνθρωποι βαριούνται".

Τσαρλς Μπουκόφσκι



Πίνοντας παρέα με τον Μπουκόφσκι





«Το να πίνεις είναι μια συναισθηματική κατάσταση. Σε ταρακουνά πέρα από τις νόρμες της καθημερινής ζωής, έξω από κάθε τι που είναι ίδιο. Σε βγάζει από το σώμα και το νου σου και σε πετά στον τοίχο.

Έχω την αίσθηση πως το να πίνεις είναι μια μορφή αυτοκτονίας, κατά την οποία όμως μπορείς να επιστρέψεις πίσω στη ζωή και να ξεκινήσεις πάλι απ' την αρχή, την επόμενη μέρα. Είναι σα να σκοτώνεις τον εαυτό σου και μετά ν' αναγεννιέσαι.

Υποθέτω έχω ζήσει γύρω στις δέκα ή δεκαπέντε χιλιάδες ζωές ως τώρα».

Τσαρλς Μπουκόφσκι


Συνεχίζεται...............


ΥΓ – Για όσους το έχασαν, το πρώτο μέρος της καθόδου στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας εδώ:


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1: Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που δαγκώνουν



Επιλογή κειμένων και σχεδιασμός banner: το φονικό κουνέλι