Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάφκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάφκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Μαρτίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #4: Υπαρξισμός και Έκσταση



Λαγούμι της Λογοτεχνίας, υπαρξισμός και έκσταση. Αποσπάσματα από Σαρτρ, Μποβουάρ, Μπλέηκ, Κάφκα, Καραγάτση, Ρόμπινς, Τόμας Μουρ




Τα αποψινά αποσπάσματα στο «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε σε δυο κατηγορίες – εξ’ ού και ο τίτλος της ανάρτησης. Τα «υπαρξιακά» από τη μία. Τα «εκστατικά» από την άλλη. Απολλώνια και ιστορικά τα πρώτα... διονυσιακά και ονειρικά τα δεύτερα. Στα πρώτα βρίσκεις τον εαυτό σου... στα δεύτερα τον χάνεις. Στα πρώτα είσαι εκείνη η λεπτή γραμμή που αιωρείται μέσα στις αβύσσους... στα δεύτερα είσαι η ίδια η άβυσσος που μεταμορφώνεται σε θάλασσα ονείρων. Στα πρώτα λες «Εγώ»... στα δεύτερα «Εμείς»...



Κατασκευάζοντας τον εαυτό σου. Σαρτρ και Υπαρξισμός




Πορτραίτο του Ζαν-Πολ Σαρτρ




«Τι είναι εκείνο που λέμε "υπαρξισμός"; [...] Στην πραγματικότητα είναι εύκολο να τον ορίσουμε. Εκείνο που κάνει τα πράγματα λίγο πολύπλοκα είναι πως υπάρχουν δύο είδη υπαρξισμών: οι πρώτοι είναι οι χριστιανοί υπαρξιστές και σε αυτούς συμπεριλαμβάνω τον Jaspers και τον Gabriel Marcel, της καθολικής πίστης. Και από την άλλη είναι οι άθεοι υπαρξιστές, όπως ο Heidegger, οι Γάλλοι υπαρξιστές κι εγώ. Το κοινό σημείο ανάμεσα τους είναι απλά ότι θεωρούν πως η ύπαρξη προϋπάρχει της ουσίας, ή, αν προτιμάτε, πως πρέπει να ξεκινούμε πάντα από την υποκειμενικότητα...

Τι εννοούμε όταν λέμε πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας; Σημαίνει πως ο άνθρωπος πρώτα υπάρχει, βιώνει τον εαυτό του, ανατρέφεται και ζει μέσα στον κόσμο και μετά ορίζει ποιός είναι [...]. Στην αρχή, στη γέννησή του, κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Θα έχει γίνει κάτι στην πορεία της ζωής του και εκείνο που θα γίνει θα είναι εκείνο που ο ίδιος θα έχει χτίσει. Δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση, καθώς δεν υπάρχει κάποιος Θεός να την ορίσει. Ο άνθρωπος είναι, όχι μόνο εκείνο που αντιλαμβάνεται ο ίδιος για τον εαυτό του, αλλά και εκείνο που καθορίζει για τον εαυτό του, όσο ζει: Ο άνθρωπος φτιάχνει τον εαυτό του. Αυτό είναι το πρώτο αξίωμα του υπαρξισμού. [...]

Εάν η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, τότε κάθε ένας είναι υπεύθυνος γι' αυτό που είναι. Επομένως το πρώτο βήμα του υπαρξισμού είναι να καταδείξει πως κάθε άνθρωπος έχει στην πραγματικότητα, ο ίδιος, τον έλεγχο εκείνου που είναι, και γι' αυτό χρειάζεται να αναλάβει την απόλυτη ευθύνη για τις πράξεις του [...] Και όταν λέμε πως ο καθένας από μας ορίζει αυτό που είναι, εννοούμε επίσης πως, επιλέγοντας για τον εαυτό μας, επιλέγουμε για όλο τον κόσμο παράλληλα [...] Εκείνο που θα έπρεπε να θέτει ο καθένας σαν ερώτημα στον εαυτό του είναι: "τι θα συνέβαινε αν όλοι έπρατταν όπως εγώ;»...


***


Kάπως έτσι ξεκινάει το κείμενο του Ζαν Πωλ Σαρτρ, με τίτλο "Ο Υπαρξισμός είναι Ανθρωπισμός", του 1948 [Jean-Paul Sartre, “L'existentialisme est un humanism”].

Ο 20ος αιώνας είχε βρει την κυρίαρχη φιλοσοφία του. "Είσαι οι πράξεις σου, είσαι ό,τι αποφασίζεις να γίνεις, ο εαυτός σου δεν είναι μια φύση που προϋπάρχει από σένα, μα τον δημιουργείς ο ίδιος".



Από το Ημερολόγιο της Σιμόν ντε Μποβουάρ




Πορτραίτο της Σιμόν ντε Μποβουάρ




2 Απριλίου του 1947. Κάπου στον αμερικανικό Νότο


«Σήμερα ξεκινάμε για ένα μακρύ ταξίδι. Το λεωφορείο φεύγει στις εννέα το πρωί και θα φτάσουμε στο Τζάκσονβιλ στις δύο τη νύχτα. Θα ταξιδέψουμε με ένα "εξπρές" που κάνει μόνο μία ή δύο στάσεις. Πουλάνε σάντουιτς και Κόκα-Κόλα στη διαδρομή. Οι θέσεις είναι ανακλινόμενες και τη νύχτα όλοι ανάβουν μια μικρή ατομική λαμπίτσα, όπως στα αεροπλάνα. Ο συνοδός μας ενθαρρύνει, εντοπίζοντας το που βρισκόμαστε από καιρού εις καιρόν, αναγγέλοντας την επόμενη στάση και εξηγώντας το τοπίο.

Διασχίζουμε τη Λουιζιάνα, το Μισισιπή, την Αλαμπάμα και τη Φλόριντα. Οι διακλαδώσεις του δέλτα είναι σαν μεγάλες λίμνες – αστράφτουν στον ήλιο και ο Κόλπος του Μεξικού είναι γαλάζιος σαν όνειρο το μήνα του μέλιτος. Φοινικιές, κάκτοι, αζαλέες, ανθισμένες πόλεις, τροπικά δάση με πυκνή βλάστηση, ρομαντικά σπίτια που ξεπροβάλλουν μέσα από ειρηνικά παρτέρια, μοναχικές ρημαγμένες καλύβες στα δάση, εκτυφλωτική θάλασσα, άτονες λιμνοθάλασσες, ισπανικά βρύα, πλούσια και άσχημα – όλη τη μέρα, σύμπας ο Νότος μας αποκαλύπτεται στις στρεβλές του αντιθέσεις.

Κι όλη τη μέρα η μεγάλη τραγωδία του Νότου μας ακολουθεί σαν εμμονή. Ακόμη και ο καρφωμένος σ' ένα πούλμαν ταξιδιώτης δεν μπορεί να την αποφύγει. Ανά διαστήματα μπαίνουμε στο Τέξας, κι όπου πηγαίνουμε, η μυρωδιά του μίσους βαραίνει την ατμόσφαιρα – το αλαζονικό μίσος των λευκών, το σιωπηλό μίσος των μαύρων.

Στις στάσεις, οι αξιοσέβαστες, κακοντυμένες ματρόνες της κατώτερης αστικής τάξης κοιτάζουν με φθονερό θυμό τα όμορφα μαύρα κορίτσια, ντυμένα με λαμπερά χρώματα και χαρούμενα κοσμήματα, και οι άνδρες ζηλεύουν την αδιάφορη ομορφιά των νεαρών μαύρων με τα ελαφρά κοστούμια. Η αμερικανική καλοσύνη δεν έχει θέση εδώ.

Στον συνωστισμό έξω από το λεωφορείο, οι μαύροι σπρώχνονται στην άκρη. "Δε φαντάζομαι ν' αφήσεις αυτήν τη νέγρα να σε προσπεράσει", λέει σ' έναν άντρα μια γυναίκα με φωνή που τρέμει από οργή».



Από το Ημερολόγιο του Κάφκα




Γυναίκες εργάτριες σε εργοστάσιο στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου




Από το Ημερολόγιο του Κάφκα. Περιγραφή μιας εργάσιμης μέρας γυναικών, σ' ένα εργοστάσιο. 5 Φεβρουαρίου του 1912


«Χθες στο εργοστάσιο. Τα κορίτσια, με τα αφόρητα βρώμικα και ακατάστατα ρούχα τους, τα μαλλιά αχτένιστα, λες και μόλις σηκώθηκαν από τον ύπνο, την έκφραση του προσώπου τους παγωμένη στον ασταμάτητο θόρυβο των ιμάντων και των μηχανών, που φυσικά είναι αυτόματες, αλλά συχνά χαλάνε εντελώς απρόοπτα, δεν είναι άνθρωποι, δεν τις χαιρετάς, δεν ζητάς συγγνώμη όταν σκοντάφτεις πάνω τους, αν τους ζητήσεις να κάνουν κάτι το κάνουν, αλλά επιστρέφουν στις μηχανές τους αμέσως, στέκονται εκεί, με τα μισοφόρια τους, στο έλεος της αθλιότερης εξουσίας και δεν έχουν αρκετή αντίληψη για να αναγνωρίσουν αυτή την εξουσία και να την κατευνάσουν, με μια ματιά, με μια κίνηση.

Όταν όμως το ρολόι δείξει έξι και αρχίζουν να το γνωστοποιούν η μία στην άλλη, όταν λύνουν τα μαντίλια τους από τα μαλλιά, ξεσκονίζονται με μια βούρτσα που περνάει από χέρι σε χέρι και διεκδικείται έντονα από τις πιο ανυπόμονες, όταν βγάζουν τα πουκάμισα τους και καθαρίζουν τα χέρια τους όσο καλύτερα μπορούν – τότε επιτέλους ξαναγίνονται γυναίκες, παρά τη χλομάδα και τα χαλασμένα δόντια, μπορούν να χαμογελούν και να κουνάνε τα άκαμπτα κορμιά τους, και τότε δεν σου επιτρέπεται πια να σκοντάφτεις πάνω τους, να τις περιεργάζεσαι, να τις περιφρονείς... Παραμερίζεις για να περάσουν, κρατάς το καπέλο σου στο χέρι όταν σου λένε καληνύχτα και δεν ξέρεις πως να φερθείς όταν μία απ' αυτές σου κρατάει το παλτό για να το φορέσεις.»



Ουίλιαμ Μπλέικ. Ύμνος στην τίγρη




Ευγένιου Ντελακρουά, Νεαρή Τίγρης παίζει με τη Μητέρα της
Delacroix -  Jeune tigre jouant avec sa mère



«Τίγρη, τίγρη, πυρωμένη λάμψη,
Μέσα στης νυχτός τα δάση,
Ποιο θα μπορούσε χέρι αθάνατο ή μάτι
Απ' τη φοβερή σου συμμετρία ν' αντιγράψει
κάτι;

Σε τι βάθη ή ουρανούς ψηλά
Άστραψε η φλόγα των ματιών σου
μακρυά;

Σε ποια φτερά με τόλμη ν' ανεβεί γυρεύει;
Ποιο χέρι τολμηρό τη φλόγα κυριεύει;
Και ποιος ώμος, και ποια τέχνη, θα
μπορούσε
Της καρδιάς τους μύες να λυγούσε;


Κι όταν η καρδιά σου άρχισε να πάλλει,
Τι χέρι τρομερό; Και τι πόδι πάλι;
Ποιο το σφυρί; Ποιο τ' αμόνι;
Σε ποιο καμίνι το μυαλό σου λιώνει;
Ποια αλυσίδα; Ποια τρομερή αποτολμά
Λαβή να σου περάσει τα φοβερά δεσμά;


Όταν τ' άστρα έριξαν καταγής τα δόρατά
τους,
Και πότισαν τα Ουράνια με τα δάκρυά τους,
Χαμογέλασε θωρώντας ό,τι είχε πράξει;
Αυτός που έπλασε τ' αρνί και σένα είχε
φτιάξει;


Τίγρη, τίγρη, πυρωμένη λάμψη,
Μέσα στης νυχτός τα δάση,
Ποιο θα μπορούσε χέρι αθάνατο ή μάτι,
Απ' τη φοβερή σου συμμετρία ν' αντιγράψει
κάτι;»



Γουίλιαμ Μπλέηκ, "Η Τίγρη". Aπό τα "Τραγούδια της Αθωότητας και της Πείρας" [William Blake, “Songs of Innocence and Experience”, 1789-94]

Η έλξη απέναντι στο εξωτικό, το αδάμαστο, το ελεύθερο. Αυτό υπήρξε το πνεύμα του Ρομαντισμού. Ο πίνακας στην εικόνα είναι του Ντελακρουά και χρονολογείται από το 1830. Τίτλος του: " Jeune tigre jouant avec sa mère" / "Νεαρή τίγρης παίζει με την μητέρα της".




Στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου




Κολλάζ με φωτογραφίες από τη Σύρο, από το φονικό κουνέλι
Syros, to foniko kouneli



«Οι βιολόγοι απέδειξαν πως η ζωή γεννήθηκε στο αρμυρό νερό, για να ξεστρατίσει αργότερα στη στεριά. Το ίδιο κι οι κοινωνιολόγοι επιμένουν ότι ο χερσαίος άνθρωπος έγινε αμφίβιος και χίμηξε στην θάλασσα, να βρει τον πολιτισμό. Πως ό,τι ωραίο και ανώτερο κερδίσαμε, η θάλασσα μας τό δωσε - ο μεγάλος τούτος δρόμος της πανανθρώπινης επικοινωνίας, που μας ανοίγει τις πύλες της γνώσης.

Πάνω στα κύματα της δεν κυκλοφορεί μονάχα ο υλικός, μα κι ο ηθικός πλούτος της γης. Ο ναύτης, στα μακρινά λιμάνια, μαζί με τη σερμαγιά, εμπορεύεται και τις ιδέες του. Γυρνώντας στην πατρίδα, δεν φέρνει μόνο το καράβι του φορτωμένο πραμάτειες ξωτικές, αλλά και το μυαλό του γεμάτο νοήματα ενός άλλου κόσμου. Πάνω στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου [...]

Στη Σύρα, ο φτωχός κόσμος ζει ξένοιαστα, με γλύκα και χαρά. Οι άντρες δουλεύουν για το ψωμί τους με το χαμόγελο στα χείλη, και γλεντούν με την αμεριμνησία της ευκολοχόρταστης ψυχής. Οι γυναίκες πάλι έχουν τη χάρη από τα τόσα αίματα που κυλάν στις φλέβες τους: αίμα ελληνικό της ειδωλολατρίας, και του βυζαντινού χριστιανισμού. Αίμα λατινικό, γεμάτο ορθολογισμένη θέληση. Αίμα σαρακηνό, φλογισμένο στους άμμους της Αφρικής. Αίμα ιταλικό, ποτισμένο ύπουλο αισθησιασμό. Αίμα φράγκικο, περήφανο κι ερωτιάρικο. Είναι μικρόσωμες, πλούσια σαρκωμένες, με ψυχή παιγνιδιάρα [...]

Περί το βράδυ, στις κάτασπρες ανηφοριές, τις χρωματισμένες από το βαθυγάλανο της ερχόμενης νύχτας, θα ιδείτε τα ζευγαράκια να περιδιαβάζουν τη σμιχτή τους ευτυχία».


Από τη "Η Μεγάλη Χίμαιρα" (1953) του Μ. Καραγάτση. Οι φωτογραφίες από τη πανέμορφη, τη μπολιασμένη με τόσες καταγωγές και τόσες ιδιοσυγκρασίες Σύρο, και η σύνθεση στην εικόνα, δική μου.




«Αν οι θεοί φορολογούν την έκσταση, είμαι πρόθυμος να πληρώσω»


Boris Vallejo, Full Moon painting. Το γνωστό εξώφυλλο από το Άρωμα του Ονείρου του Τομ Ρόμπινς
'Full Moon" by Boris Vallejo



«Σίγουρα, στον κόσμο υπάρχει πολλή δυστυχία, αλλά υπάρχει και αρκετή απόλαυση. Αν κάποιος αποδιώξει την απόλαυση για ν' αποφύγει τη δυστυχία, τότε τι έχει κερδίσει; Μια ζωή δίχως δυστυχία και δίχως ευχαρίστηση είναι μια ουδέτερη, άδεια ζωή, είναι το τίποτα του κενού [...] Το να επιζητείς πραγματικά τη μηδαμινότητα του τίποτα είναι χειρότερο κι από ήττα. Είναι στενοκαρδία, είναι μια ατιμωτική υποχώρηση και παράδοση άνευ όρων. Σαν τα μωρά παιδιά που φοβούνται τόσο πολύ τον πόνο, ώστε απορρίπτουν τα μύρια γλυκά θαύματα της ζωής για να προστατευθούν από το πλήγωμα. Πώς μπορείς να σεβαστείς μια τέτοια αδυναμία, πώς μπορείς να θαυμάσεις έναν άνθρωπο που συνειδητά ενστερνίζεται την κενότητα, τη μετριότητα και την ασφάλεια, αντί να ρισκάρει την πιθανή οδύνη που μπορεί να προκύψει από κάποιες απογοητεύσεις; […]

Αν η επιθυμία προκαλεί οδύνες, ίσως αυτό να γίνεται επειδή δεν επιθυμούμε με σύνεση, ή επειδή είμαστε αδέξιοι στο να αποκτήσουμε εκείνο που επιθυμούμε. Αντί να κρυβόμαστε μέσα σ' ένα πέπλο από προσευχές χτίζοντας τοίχους ολόγυρά μας, ενάντια στον πειρασμό, γιατί να μην γινόμαστε πιο επιδέξιοι στην εκπλήρωση της επιθυμίας; Η σωτηρία είναι για τους αδύναμους, αυτό τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Δε τη θέλω τη σωτηρία. Εγώ θέλω ζωή, ζωή στην πληρότητά της, τόσο τη μιζέρια της, όσο και το μεγαλείο της.

Αν οι θεοί φορολογούν την έκσταση, είμαι πρόθυμος να πληρώσω. Αλλά και σε κάθε ευκαιρία, θα διαμαρτυρηθώ για τους φόρους τους, κι αν ο Οντίν, ή ο Σίβα, ή ο Βούδας, ή αυτός ο – πως τον λένε; – ο Χριστιανός, δε δεχτούν τη διαμαρτυρία μου, τότε κι εγώ θα δεχτώ την οργή τους. Στο κάτω κάτω, θα έχω γευτεί αυτό το συμπόσιο που έχουν απλώσει μπροστά μου, πάνω σ' αυτόν τον πλούσιο, στρογγυλό πλανήτη, αντί ν' απομακρύνομαι σαν φαφούτης γερολαγός. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα πιο απολαυστικά πράγματα της ζωής απλώθηκαν μπροστά μας, μόνο και μόνο για να μας βάλουν σε δοκιμασία και να κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την απόκτηση του μεγάλου βραβείου: της ασφάλειας του τίποτα. Ένα τέτοιο φτηνό παιχνίδι με τη ζωή είναι ανάξιο, τόσο για τον άνθρωπο, όσο και για τους θεούς.»



Τομ Ρόμπινς. Από το "Άρωμα του Ονείρου" [“Jitterbug Perfume", πρώτη δημοσίευση το 1984. To κείμενο είναι σε μετάφραση Γ. Κωστόπουλου, εκδόσεις Αίολος].

Βιβλίο που διάβασα πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο μοναχικό καλοκαίρι, και ένιωσα να με κατακλύζει η πολύχρωμη, ανατρεπτική, ευφάνταστη ευωδιά του πνεύματος των 60's. Χρόνια μετά, και ο κόσμος του Τομ Ρόμπινς παραμένει ένας από τους απολαυστικότερους λογοτεχνικούς κόσμους στον οποίο έτυχε να κόψω βόλτες.

Ο πίνακας στην εικόνα, έργο που κοσμεί το εξώφυλλο της παλιότερης ελληνικής έκδοσης του "Αρώματος του Ονείρου", είναι του περίφημου εικονογράφου ερωτικού (και όχι μόνο) fantasy, Boris Vallejo. Ο τίτλος του “Full Moon”.




Τόμας Μουρ. Κλέβοντας ώρες απ’ τη νύχτα...




Η βάρκα των ονείρων




«Την ώρα που ο νυσταγμένος κόσμος ονειρεύεται, αγαπημένη,
Την ώρα τούτη, ξύπνησε! - Ο ουρανός λαμποκοπά, αγαπητή μου,
Ποτέ δεν είναι αργά για τέρψη, αγαπητή μου.


Και ο καλύτερος από όλους τους τρόπους
για να μακρύνουμε τις μέρες μας,
είναι να κλέψουμε μερικές ώρες από τη νύχτα, αγαπητή μου.»


Του Thomas Moore, Ιρλανδού ποιητή του 19ου αιώνα. Το απόσπασμα από το ποίημα "The Young May Moon". Κάπως έτσι, τα φώτα στο Λαγούμι χαμηλώνουν... Η αποψινή μας περιήγηση έφτασε στο τέλος της... Καλή αντάμωση.


Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένων: Το φονικό κουνέλι, 2016-18


Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες


~

22 Φεβρουαρίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #3: Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες



Λαγούμι της λογοτεχνίας από το φονικό κουνέλι, μέρος 3 - Πινόκιο, Καρκαβίτσας, Κάφκα, Νίτσε, Μπάιρον, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι




Το φως της μέρας φεύγει· η σκόνη της καθημερινότητας μαζί της· και τα φώτα στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανάβουν για άλλη μια φορά. Μικρά, θερμά φώτα που τρεμοπαίζουν παιχνιδιάρικα, τέτοια που αποκαλύπτουν πάντα λιγότερα από εκείνα που φαντάζεσαι – γιατί στον κόσμο του βιβλίου η φαντασία είναι σημαντικότερη από την άμεση αίσθηση. Και αν η φαντασία απουσιάζει από μεγάλη μερίδα κόσμου, να ξέρεις πως δεν είναι τυχαίο – λίγοι απ’ αυτούς επισκέπτονται, μεμονωμένα έστω, τον κόσμο του βιβλίου.

Το Λαγούμι ξεδιπλώνει τις σπείρες με τα ράφια του μπροστά σου – κάθε βιβλιοθήκη και μια άλλη κατεύθυνση, ένας διαφορετικός προορισμός. Από τον αρχέγονο Κήπο της Εδέμ στα Τάρταρα, από το ουτοπικό Ελ Ντοράντο στη δυστοπία του Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου, από τα πέρατα της γης στα πέρατα της ανθρώπινης ψυχής - κάποιες φορές είναι εξίσου μεγάλες οι αποστάσεις, μα και το ίδιο κοντινές. Θα συναντήσεις βιβλιοθήκες κάθε είδους. Άλλες είναι ευθείες, όπως ευθεία και άμεσα είναι τα βιβλία που περιέχουν. Άλλες θα τις δεις με κλίση, καθώς περιλαμβάνουν βιβλία που μιλούν με πλάγιο τρόπο για πράγματα και καταστάσεις. Κάποιες είναι σε σπιράλ: οι μισές έχουν ανηφορική κατεύθυνση και τα βιβλία τους είναι μια μικρή ανηφόρα από μόνα τους – θέλουν προσοχή και κόπο, μα στο τέλος βγαίνεις δυνατότερος. Άλλες έχουν κατηφορική κλίση και η ανάγνωση των βιβλίων τους σε παρασύρει και σε ξεκουράζει – μόνο που είναι ευκολότερο να πέσεις. Εν τέλει κατήφορος και ανήφορος είναι ο ίδιος δρόμος, όπως έλεγε εκείνος ο σοφός (θα βρεις βιβλίο δικό του στο Ράφι υπ’ αριθμόν 3244, παράρτημα 6).

Δεν ξέρω ποιος είναι ο δρόμος ο δικός σου, φίλε αναγνώστη. Στον κόσμο του βιβλίου κανένας δρόμος ποτέ δεν είναι ίδιος. Μπορώ όμως να σου παρέχω κάποιους μικρούς ταξιδιωτικούς προορισμούς – βιβλία για να αράξεις τα πανιά σου... και βιβλία για να ξεχυθείς στο πέλαγο. Η τελική επιλογή είναι δική σου.


H σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού




Ο Πινόκιο του Κάρλο Κολόντι σε παλιά εικονογράφηση




«Γύρισε να κοιτάξει και είδε μέσα στο σκοτάδι δυο μαύρες φιγούρες, σκεπασμένες με δυο τσουβάλια από κάρβουνα, που χοροπηδούσαν πίσω του στη μύτη των ποδιών τους, σαν δυο φαντάσματα [...]. Ύστερα δοκίμασε να το βάλει στα πόδια. Δεν είχε όμως προλάβει να κάνει ούτε το πρώτο βήμα, όταν ένιωσε να τον αρπάζουν από τα χέρια και άκουσε δύο φριχτές, βραχνές φωνές, να του λένε: "Ή τη τσάντα σου, ή τη ζωή σου!" [...]

Τότε ο πιο κοντός δολοφόνος, αφού έβγαλε ένα μαχαίρι, προσπάθησε να το βάλει ανάμεσα στα χείλη του... Αυτός όμως, γρήγορος σαν αστραπή, του δάγκωσε αμέσως το χέρι και αφού του το έκοψε με τα δόντια, το έφτυσε. Και φανταστείτε την έκπληξη του όταν, αντί για χέρι κατάλαβε πως είχε φτύσει ένα γατίσιο πoδάρι [...].

Παίρνοντας θάρρος από την πρώτη αυτή νίκη, λευτερώθηκε βάζοντας όλη του τη δύναμη, από τα νύχια των δολοφόνων, και πηδώντας τον φράχτη του δρόμου, το βαλε στα πόδια μέσα στα χωράφια [...]. Ύστερα από ένα απελπισμένο τρέξιμο που κράτησε σχεδόν δύο ώρες, έφτασε τέλος λαχανιασμένος μπροστά στο σπίτι και χτύπησε.

Δεν πήρε καμία απάντηση.

Ξαναχτύπησε ακόμα πιο δυνατά, γιατί άκουγε να πλησιάζουν τα βήματα και η βαθιά και πνιγμένη ανάσα των δύο που τον κυνηγούσαν. [...] Τότε βγήκε στο παράθυρο ένα όμορφο κοριτσάκι με γαλάζια μαλλιά και ένα πρόσωπο άσπρο, σαν κέρινη κούκλα, με τα μάτια κλειστά και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Το κοριτσάκι, δίχως διόλου να σαλέψουν τα χείλη του, είπε με μια φωνούλα που έμοιαζε να ‘ρχεται απ' τον άλλο κόσμο:

— Σ' αυτό το σπίτι δεν υπάρχει κανείς. Όλοι είναι πεθαμένοι.

— Άνοιξέ μου τουλάχιστον εσύ! φώναξε, κλαίγοντας και παρακαλώντας.

— Και εγώ πεθαμένη είμαι.

— Πεθαμένη; Και τότε τι κάνεις εκεί στο παράθυρο;

— Περιμένω το φέρετρο που θα ‘ρθει να με πάρει.

Μόλις είπε αυτά τα λόγια το κοριτσάκι χάθηκε και το παράθυρο ξανάκλεισε χωρίς κανένα θόρυβο».



***


Κι όμως, το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε δεν προέρχεται από κάποιο σύγχρονο βιβλίο τρόμου, αλλά από τον "Πινόκιο" του Κάρλο Κολόντι [Carlo Collodi, “Le avventure di Pinocchio”]

Έργο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1881-83.

Γιατί στα παραμύθια και τα παιδικά βιβλία του παλιού καιρού υπήρχαν πολύ περισσότερες σκοτεινές στιγμές από όσες τελικά άφησαν να φανούν οι καλογυαλισμένες, εξιδανικευμένες διασκευές τους του 20ου αιώνα. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε, μελλοντικά.


Μια εξομολόγηση του Διαβόλου




Ο Ντοστογιέφσκι σε πίνακα του Κονσταντίν Βασίλιεφ




«Είμαι άνθρωπος συκοφαντημένος. Να, εσύ μου κοπανάς κάθε λεπτό πως είμαι βλάκας. Πως φαίνεται πως είσαι νέος. Φίλε μου, το μυαλό δεν είναι το παν! Είμαι από του φυσικού μου καλόκαρδος και χαρούμενος [...], κι όμως η τύχη μου είναι πολύ πιο σοβαρή. Από κάποιον προαιώνιο καθορισμό, που δεν μπόρεσα ποτέ μου να τον καταλάβω, έχω ταχθεί "ν' αρνιέμαι", τη στιγμή που είμαι ειλικρινά καλόκαρδος και καθόλου ικανός για άρνηση.

Όχι, τράβα ν' αρνιέσαι, χωρίς άρνηση δεν μπορεί να υπάρχει κριτική και τι σόι περιοδικό θα βγαίνει αν δεν έχει "στήλη κριτικής"; Χωρίς κριτική θα υπάρχει μονάχα "ωσαννά". Για τη ζωή όμως δεν αρκεί η "ωσαννά", πρέπει αυτή η "ωσαννά" να περάσει από το καμίνι της αμφιβολίας, και ούτω καθεξής, στο ίδιο στυλ. Εδώ που τα λέμε δεν ανακατώνομαι, δεν είμαι εγώ ο δημιουργός, δεν είμαι εγώ ο υπεύθυνος. Βρήκανε, λοιπόν, έναν αποδιοπομπαίο τράγο, τον βάλανε να γράφει τη στήλη της κριτικής και δημιουργήθηκε η ζωή.

Εμείς την καταλαβαίνουμε αυτήν την κωμωδία. Εγώ, λ.χ., απαιτώ απλά και σκέτα την εκμηδένισή μου. Όχι, μου λένε, πρέπει να ζήσεις, γιατί χωρίς εσένα δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αν πήγαιναν όλα καλά στη γη, δε θα συνέβαινε τίποτα. Χωρίς εσένα δε θα υπάρχει κανένα γεγονός, χρειάζεται όμως να γίνονται γεγονότα. Υπηρετώ, λοιπόν, με σφιγμένη την καρδιά, για να συμβαίνουν γεγονότα και φτιάχνοντας παράλογα πράγματα κατ' εντολή. Οι άνθρωποι παίρνουν όλη αυτή την κωμωδία για κάτι σοβαρό, παρά την αναμφισβήτητη νοημοσύνη τους. Αυτή είναι η τραγωδία τους...

Υποφέρουν φυσικά... Ζουν όμως, ζουν πραγματικά κι όχι φανταστικά, γιατί ο πόνος είναι ακριβώς η ζωή. Τι ευχαρίστηση θα υπήρχε χωρίς πόνο. Τα πάντα θα μεταβάλλονταν σε μιαν ατελείωτη δέηση: είναι βέβαια, άγια πράγματα, αλλά κάπως ανιαρά.

Και γω; Υποφέρω, κι όμως, δε ζω. Είμαι το χι σε μιαν ακαθόριστη εξίσωση. Είμαι ένα φάσμα της ζωής που έχει απολέσει όλες τις αρχές κι όλα τα τέλη και που ξέχασε και ο ίδιος τελικά πως να ονομάσει τον εαυτό του...»


***


Λόγια ενός κυρίου, σωστού τζέντλεμαν, ντυμένου σ’ ένα "ντεμοντέ καφέ σακάκι και έχοντας ένα μυτερό γενάκι", που επισκέφτηκε σ’ έναν εφιάλτη τον Ιβάν Καραμάζοφ, κάποιο κρύο βράδυ του χειμώνα... Τον έχουν πει και "διάβολο" – σε μία από τις κλασικότερες εμφανίσεις του στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Από τους "Αδερφούς Καραμαζόφ" του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι [Fyodor Dostoyevsky/ Фёдор Михайлович Достоевский, “Бра́тья Карама́зовы”]. Πρώτη έκδοση 1879-80. Η μετάφραση είναι της Κίρας Σίνου.


Η παραδοξότητα του Ωραίου



Henry Fuseli - Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries 1794
Henry Fuseli - Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries



"Το ωραίο είναι πάντα παράδοξο. Δεν θέλω να πω ότι είναι ηθελημένα, ψυχρά παράδοξο, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση θα ήταν ένα τέρας, που ξεφεύγει από τις γραμμές της ζωής. Λέω ότι περιέχει πάντα λίγη παραδοξότητα, παραδοξότητα απλοϊκή, όχι ηθελημένη, και ότι είναι ακριβώς αυτή η παραδοξότητα που δημιουργεί το Ωραίο".


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Περί της Σύγχρονης Ιδέας της Προόδου στον Χώρο των Καλών Τεχνών" [1868]. Στην εικόνα ο πίνακας του Henry Fuseli "Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries" του 1794.



Από το Ημερολόγιο του Κάφκα




Φωτογραφία του Κάφκα με καπέλο και σκύλο




Από το ημερολόγιο του Κάφκα. 15 Αυγούστου του 1913. Το “γράμμα” που αναφέρει αρχικά αφορά τη μνηστή του, Felice Bauer, σχετικά με τον γάμο τους.


«Αγωνία στο κρεβάτι, καθώς πλησίαζε η αυγή. Η μόνη λύση που έβλεπα ήταν να πηδήξω απ' το παράθυρο. Η μητέρα μου ήρθε στο κρεβάτι μου και ρώτησε αν είχα στείλει το γράμμα και αν αυτό περιείχε το αρχικό μου κείμενο. Απάντησα ότι ήταν το αρχικό κείμενο, με μερικές αλλαγές για να γίνει ακόμη οξύτερο. Είπε πως δε με καταλαβαίνει. Απάντησα ότι σίγουρα δε με καταλαβαίνει, και όχι μόνο σ' αυτό το ζήτημα.

Αργότερα με ρώτησε αν είχα γράψει στο θείο Άλφρεντ. “Δικαιούται ένα γράμμα”, είπε. Ρώτησα γιατί. “Έχει τηλεγραφήσει, έχει γράψει, έχει πάντα στην καρδιά του εσένα και την ευτυχία σου”. “Αυτές είναι τυπικότητες”, είπα, “μου είναι παντελώς ξένος, έχει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για μένα, δεν ξέρει τι επιθυμώ και τι χρειάζομαι, δεν έχω τίποτα κοινό μαζί του”.

“Δηλαδή κανείς δεν σε καταλαβαίνει εσένα”, είπε η μητέρα μου. “Υποθέτω ότι κι εγώ σου είμαι ξένη, το ίδιο και ο πατέρας σου. Άρα όλοι θέλουμε το κακό σου”.

“Ασφαλώς και δεν θέλετε το κακό μου. Ωστόσο, μου είστε όλοι ξένοι. Συνδεόμαστε μονάχα εξ’ αίματος, όμως το αίμα ούτε φαίνεται, ούτε μπορεί να εκφραστεί”».


Νίτσε και ελευθερία




Ο Νίτσε σε σχέδιο του Έντβαρντ Μουνκ
Nietzsche by Edvard Munch



"To πάθος είναι καλύτερο από τη στωικότητα και την υποκρισία. Η ειλικρίνεια, ακόμη και στο κακό, είναι καλύτερη από το να χαίρεσαι μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός ή κακός, αλλά ο ανελεύθερος άνθρωπος είναι όνειδος για τη φύση και δεν έχει μερίδιο σε καμιά ουράνια ή επίγεια παρηγοριά.

Τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος, πρέπει να γίνει ελεύθερος από μόνος του. Η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ σαν θαυμαστό δώρο στα χέρια κανενός".



Φρίντριχ Νίτσε. Από τους "Παράκαιρους Στοχασμούς" [“Untimely Meditations” / “Unzeitgemässe Betrachtungen”, 1873-76]. Στην εικόνα σχέδιο του Νίτσε από τον Έντβαρτ Μουνκ.




Το παλάτι με τα Ζώα του Λόρδου Βύρωνα




Edwin Henry Landseer - Isaac van Amburgh and his Animals
Edwin Henry Landseer - Isaac van Amburgh and his Animals



«Στην έπαυλή του, εκτός από τους αμέτρητους υπηρέτες, κατοικούν δέκα άλογα, οκτώ πελώρια σκυλιά, τρεις πίθηκοι, πέντε γάτες, ένας αετός, ένα κοράκι και ένας γύπας, και όλα αυτά τα ζώα, με εξαίρεση τα άλογα, κυκλοφορούν ελεύθερα στο σπίτι, το οποίο όπως φαντάζεσαι αντηχεί από τις παράξενες φωνές τους...

Ωστόσο, αφού είχα σφραγίσει αυτό το γράμμα, διαπίστωσα ότι η καταμέτρηση των ζώων, σ' αυτό το παλάτι της Κίρκης, ήταν λανθασμένη, διότι μόλις διασταυρώθηκα στις σκάλες με πέντε παγώνια, έξι φασιανούς, δύο ινδικά χοιρίδια και έναν αιγυπτιακό γερανό.

Αναρωτιέμαι ποιοί ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προτού μεταμορφωθούν σε αυτά τα αλλόκοτα όντα».



***



Λόγια του ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ, περιγράφοντας τη βίλα του φίλου του, λόρδου Βύρωνα, στην οποία και φιλοξενούνταν τον καιρό εκείνο. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.

Ο Σέλλεϋ και ο Μπάιρον ανήκαν στους βασικούς εκπροσώπους του ρομαντικού κινήματος. Και ο Ρομαντισμός είχε ανυψώσει τη Φύση ως το απόλυτο αντικείμενο του δέους και του θαυμασμού του. Μα η "φύση" των ρομαντικών δεν ήταν οι βόλτες στα πάρκα ή στην εξοχή, οι βουτιές στη θάλασσα και μερικές γλάστρες στο μπαλκόνι. Τα ζώα των ρομαντικών δεν ήταν κατοικίδια κλεισμένα σε κλουβιά.

Φύση ήταν το υψηλό, το ανείπωτο, εκείνο που είναι αδύνατο να περιγράψουμε απόλυτα με λόγια - δε μπορούμε παρά να το ιχνηλατήσουμε, σαν εξερευνητές ή θαλασσοπόροι σε θάλασσες άγριες και αφιλόξενες. Φύση είναι ελευθερία, μα μια ελευθερία πέρα από νόμους και συμβάσεις, μακριά απ' το καλό και το κακό. Και ο άνθρωπος, δεν είναι παρά μέρος της, ένα ζώο όπως όλα, κλεισμένο στο κλουβί που ο ίδιος έχτισε, παλεύοντας να απελευθερωθεί.

Στην εικόνα ο πίνακας του ρομαντικού ζωγράφου Edwin Henry Landseer, τιτλοφορούμενος "Ο Isaac van Amburgh και τα Ζώα του", του 1839.



H θάλασσα του Καρκαβίτσα




Ένας πίνακας που απεικονίζει τη θάλασσα και ένα πολύχρωμο ελληνικό νησί



«Από µικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήµατά µου να ειπείς, στο νερό τα έκαµα. Το πρώτο µου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουµίνια µ' ένα ξυλάκι ορθό στη µέση για κατάρτι, µε δυο κλωστές για παλαµάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και µε την πύρινη φαντασία µου που το έκανε µπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα µε καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήµουν και γω εκεί µέσα. Μόλις όµως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάµω άλλο µεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιµανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυµπώντας ως την εµπατή του λιµανιού που το πήρε το ρέµα µακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύµπι πρώτος – τα λέπια µου έλειπαν.

— Μωρέ, γεια σου, και συ θα µας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν µ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.

Εγώ καµάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους [...]

Ναι – την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα να απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα µακριά, να χάνεται στα ουρανοθέµελα σαν ζαφειρένια πλάκα, στρωτή, βουβή και πάσχιζα να µάθω το µυστικό της. Την έβλεπα, οργισµένη άλλοτε, να δέρνει µε αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κ' έτρεχα µεθυσµένος να παίξω µαζί της, να τη θυµώσω, να την αναγκάσω να µε κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω µου, όπως πειράζουµε αλυσοδεµένα τ' αγρίµια».



***


Ανδρέας Καρκαβίτσας. Από το διήγημα "Η Θάλασσα", γραμμένο το 1898. Περιλαμβάνεται στα "Λόγια της Πλώρης".

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής νατουραλιστικής σχολής – διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό νιώθεις σχεδόν λες και βρίσκεσαι εκεί. Αισθάνεσαι τον αέρα, νιώθεις την άμμο κάτω απ' τα πόδια σου, ακούς τον παφλασμό του κύματος, ενώ παρατηρείς τις ψαρόβαρκες που φεύγουν.



Συνεχίζεται....



Οι προηγούμενες περιπλανήσεις μας στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας:



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά




20 Οκτωβρίου 2015

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #1: Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


©the Lethal Rabbit



Κάποτε η Αλίκη ακολούθησε έναν βιαστικό κούνελο σ' ένα απύθμενο τούνελ. Αποζητώντας όμως τη διέξοδο στον κήπο των ονείρων της, δεν πρόσεξε μια πόρτα που οδηγούσε σ' ένα βαθύ λαγούμι. Το συγκεκριμένο λαγούμι έχει το εξής χαρακτηριστικό: ξεχειλίζει βιβλία κάθε μορφής και είδους. Βιβλία προερχόμενα απ' όλες τις εποχές και όλους τους τόπους – κάποια μάλιστα, λένε, από μέρη που δεν γνωρίζουμε καν πως υπάρχουν.

Τα βιβλία βρίσκονται ολόγυρά σου· τα βλέπεις σε ράφια που χάνονται στο σκοτάδι της οροφής – ή μήπως είναι το μαύρο του ουρανού εκείνο που αντικρίζεις; Δεν είσαι βέβαιος. Η αίσθηση του μέσα και του έξω, του πάνω και του κάτω, φαίνεται να ξεθωριάζει, οι αντιθέσεις της απαλύνονται. Το ίδιο και η αίσθηση του χρόνου. Δεν γνωρίζεις πια αν είσαι εδώ λίγα λεπτά ή ολάκερους μήνες. Ίσως χρόνια, ίσως αιώνες.

Οι βιβλιοθήκες δεν μοιάζουν με καμία που έχεις συναντήσει. Άλλες περιστρέφονται, άλλες τυλίγονται σε σχήμα σπιράλ, άλλες απλώνονται προς ποικίλες κατευθύνσεις. Σπάνε τη σοβαροφάνεια που έχεις συνηθίσει – ίσως ξεχωρίσεις μουσικές νότες να σκορπίζουν απ' τις χαραγματιές του τοίχου. Ίσως είναι πυγολαμπίδες αυτές οι λάμψεις που ξεπηδούν απ' τα βιβλία. Κάποιες βιβλιοθήκες μοιάζουν με τρενάκι ρόλερ κόστερ.

Λένε πως το μέρος αυτό δημιουργήθηκε πριν πολλές χιλιετίες. Όταν ο πρώτος Δικτάτορας, του πρώτου Κράτους, του πρώτου Πολιτισμού, σκέφτηκε πως τα βιβλία αποτελούσαν απειλή για τον ίδιο – μεγαλύτερη από το μεγαλύτερο στρατό. Λένε πως κάποτε το μέρος αυτό αποτελούσε έναν περίλαμπρο ναό, μα τώρα πια χώθηκε κάτω από τη γη, προκειμένου να διαφυλάξει την κληρονομιά του. Μα σάμπως δε μοιάζει με ουρανό εκείνη η οροφή που αντικρίζεις; Και τα απειράριθμα φωτάκια της, θαρρείς λάμψεις κεριών, σάμπως δεν μοιάζουν με αστέρια;

Μα τώρα είσαι εδώ. Το μέρος αυτό σου φαίνεται φιλόξενο - οικείο. Και αυτό συμβαίνει γιατί αγαπάς τα βιβλία. Γιατί η συντροφιά τους απαλύνει τη μοναξιά σου. Γιατί ανήκεις σ' εκείνη τη φευγάτη, πάντα ανήσυχη κατηγορία των βιβλιοφάγων. Και να – εκεί, πέρα, βλέπεις και έναν Κούνελο, σκυμμένο πάνω στο τραπέζι, το φως τρεμοπαίζοντας στη γούνα του, διατεθειμένο να μοιραστεί μαζί σου αποσπάσματα από βιβλία κλασικά και αγαπημένα.

Είναι λες και τραβάς στην τύχη ένα βιβλίο από κάποιο ράφι. Το ανοίγεις και πέφτεις σε κάποιο χαρακτηριστικό απόσπασμα. Μα αυτός είναι ο σκοπός αυτής της νέας σειράς αναρτήσεων.


***


“Το Λημέρι της Λογοτεχνίας” θα έχει δεκάδες συνέχειες. Σκοπός του είναι να μας δώσει μία γεύση από κλασικά – κατά κύριο λόγο – λογοτεχνικά έργα. Εδώ κι εκεί θα εμπλουτίζω τα κείμενα με ορισμένες αφηγήσεις σχετικές με συγγραφείς, αποσπάσματα από ημερολόγια ή κάποια ιστορικά στοιχεία. Στο επίκεντρο όμως της σειράς βρίσκονται τα αποσπάσματα, που είναι επιλεγμένα προσεκτικά μέσα από τα βιβλία – η επιλογή αποσπασμάτων δεν είναι εύκολο έργο. Στόχος μου η ενθάρρυνση στο ψάξιμο, μα και η άντληση του ιδιαίτερου αρώματος του βιβλίου. Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει το βιβλίο προκειμένου να απολαύσει το απόσπασμα.

Θα χωρίζω κάθε παρουσίαση σε μικρές ενότητες, από τις οποίες η καθεμιά είναι αφιερωμένη σε έναν διαφορετικό συγγραφέα/βιβλίο. Σαν σταθμούς σ' ένα ταξίδι. Ή σφήνες από διαφορετικά είδη κρασιού – κάποια εύγεστα, άλλα γλυκόπικρα, άλλα μεθυστικά.

Τώρα λοιπόν που είπαμε τα εισαγωγικά, μπορούμε να ξεκινήσουμε την περιπλάνησή μας. Να ξέρεις, επισκέπτη. Το Λαγούμι αυτό δεν έχει τέλος.



Πλήθος κόσμων





"Χαράζουμε τα όρια της προσωπικότητάς μας πάντοτε πολύ στενά! Υπολογίζουμε στο πρόσωπό μας πάντοτε μόνο αυτό που ξεχωρίσαμε σαν ατομικό, μόνο ότι αναγνωρίζουμε σαν διαφορετικό από τους άλλους. Όμως αποτελούμαστε από την όλη υπόσταση του κόσμου. Ακριβώς όπως ο καθένας μας κουβαλάει μέσα στο κορμί του την εξέλιξη από το ψάρι και πολύ πιο πίσω, έχουμε στην ψυχή μας όλα όσα ποτέ έζησαν σε ανθρώπινες ψυχές. Όλοι οι θεοί και οι διάβολοι που υπήρξαν ποτέ, είτε στους Έλληνες και στους Κινέζους, είτε στους Ζουλού και στους Κάφρους, όλοι τους είναι μέσα μας, είναι παρόντες, σαν δυνατότητες, σαν επιθυμίες, σαν διέξοδοι.

Αν η ανθρωπότητα πέθαινε και δεν έμενε παρά ένα και μόνο μέτριας νοημοσύνης παιδί που δε θα είχε διδαχτεί κανενός είδους μάθημα, αυτό το παιδί θα ξανάβρισκε πάλι όλη την πορεία των πραγμάτων, θα μπορούσε να δημιουργήσει πάλι θεούς, δαίμονες, παραδείσους, εντολές και απαγορεύσεις, Παλαιές και Καινές διαθήκες, όλα αυτά".

"Καλά", αντέτεινα, "σε τι συνίσταται τότε ακόμα η αξία του ατόμου; Γιατί πασχίζουμε ακόμα αν τα έχουμε ήδη όλα έτοιμα μέσα μας;"

"Aλτ!", φώναξε τότε ο Πιστόριους ζωηρά. "Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο αν κουβαλάτε μέσα σας τον κόσμο και στο αν το ξέρετε επίσης! Ένας παράφρονας μπορεί να εκφράσει σκέψεις που θυμίζουν τον Πλάτωνα και ένα μικρό ευλαβικό παιδί του σχολείου σκέφτεται σ' ένα ινστιτούτο Χερνχούτερ δημιουργικά βαθιές μυθολογικές συναρτήσεις που απαντώνται στους γνωστικιστές ή στον Ζωροάστρη. Αλλά δεν ξέρει τίποτα γι' αυτό! Είναι ένα δέντρο ή μια πέτρα, στην καλύτερη περίπτωση ένα ζώο, για όσον καιρό δεν ξέρει. Ύστερα όμως, όταν υποφώσκει ο πρώτος σπινθήρας αυτής της επίγνωσης, γίνεται άνθρωπος.

Γιατί δε θα θεωρήσετε, βέβαια, ανθρώπους όλα τα δίποδα που κυκλοφορούν στον δρόμο απλώς και μόνο επειδή στέκονται σε όρθια στάση και επειδή κουβαλάνε μέσα τους, επί εννέα μήνες, τα μικρά τους. Βλέπετε, βέβαια, πόσοι πολλοί απ' αυτούς είναι ψάρια ή πρόβατα, σκουλήκια ή βδέλλες, πόσοι πολλοί είναι μυρμήγκια, πόσοι πολλοί είναι μέλισσες! Μέσα στον καθένα τους όμως υπάρχουν οι δυνατότητες να γίνουν άνθρωποι, αλλά αυτές οι δυνατότητες τους ανήκουν μόνο από τη στιγμή που τις διαισθάνονται, μόνο από τη στιγμή μάλιστα που μαθαίνουν να τις συνειδητοποιούν".



Χέρμαν Έσσε. Από το μυθιστόρημα "Ντέμιαν" του 1919. Η μετάφραση είναι της Ε.Χατζηγιάννη.



Ο Κάφκα και τα βιβλία που δαγκώνουν


Kafka by Robert Crumb



"Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο βιβλία που μας δαγκώνουν και μας τσιμπούν. Εάν το βιβλίο που διαβάζουμε δε μας ταρακουνάει βίαια, σα γροθιά στο κεφάλι, τότε γιατί να μπούμε καν στον κόπο να αρχίσουμε να το διαβάζουμε; Για να μας κάνει χαρούμενους; Θεέ και κύριε, θα ήμασταν εξίσου χαρούμενοι και αν δεν είχαμε καθόλου βιβλία - βιβλία που μας κάνουν χαρούμενους θα μπορούσαμε να τα γράψουμε και οι ίδιοι.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι βιβλία που μας χτυπούν, σα την μεγαλύτερη κακοτυχία (...). Ένα βιβλίο πρέπει να είναι ο πέλεκυς για την παγωμένη θάλασσα που κουβαλάμε μέσα μας. Αυτό πιστεύω."

Από γράμμα του Φραντς Κάφκα σε ένα φίλο του. Το έτος ήταν 1904.



Όταν ο Τζόυς συνάντησε ένα θαυμαστή






Κάποια μέρα, ένας νεαρός φοιτητής τον σταματά στον δρόμο, κάπου στη Ζυρίχη. Ο φοιτητής ανήκε στους ενθουσιώδεις θαυμαστές του. Τον πλησιάζει και του λέει με χαρά:

"Μπορώ να φιλήσω το χέρι που έγραψε τον Οδυσσέα;"

Τότε ο Τζόυς του απαντά:

"Όχι. Το χέρι έχει κάνει και πολλά άλλα πράγματα".


Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.




Φωτιά στο Μπιτ






Ήταν ο συγγραφέας του περίφημου "On The Road" και εισηγητής του όρου "Beat". Η γραφή και το ύφος του θα στέκονταν καθοριστικά για την εναλλακτική γενιά των αμερικανών Beatniks, εκεί στη δεκαετία του 50 - το πρώτο, ουσιαστικά, κίνημα εναλλακτικής κουλτούρας που εξαπλώθηκε στις χώρες της Δύσης του 20ου αιώνα. Το "On The Road" γράφτηκε εξ' ολοκλήρου στον δρόμο, όπως λέει και το όνομα του, οδηγώντας μεταξύ Αμερικής και Μεξικού, διασχίζοντας ερήμους και σκόρπιες πολιτείες...

Και ένα μάλλον κωμικό περιστατικό. Στις αρχές των 50'ς είχε βρει δουλειά ως δασοφύλακας στην πολιτεία της Ουάσινγκτον. Λίγοι μόλις μήνες πέρασαν και απολύθηκε. Τι είχε συμβεί; Ένα βράδυ ο διευθυντής της δασικής υπηρεσίας τον βρήκε να κοιμάται του καλού καιρού στο φυλάκιο. Αυτό ενώ η πυρκαγιά μαινόταν λίγα μόλις βήματα πιο πέρα.


Ο λόγος για τον Τζακ Κέρουακ.



Ένα διάλειμμα για κρασάκι






Πάμε πίσω μερικούς αιώνες. Ήταν 1670, όταν ο Μολιέρος παρουσίασε για πρώτη φορά στην αυλή του Λουδοβίκου του 14ου της Γαλλίας το θεατρικό “Ο Αρχοντοχωριάτης”... Το απόσπασμα που ακολουθεί συνιστά μια ωδή στην κρασοκατάνυξη. Θα μπορούσε να είχε γραφτεί και χθες.


ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ


Φύλλις, πιές μια γουλιά,
ν' αρχίσει ο χορός
Αχ, πόσο όμορφη μοιάζει μες
στα χέρια σου, μια κούπα με κρασί!
Αυτά τα δύο, το κρασί
κι η ομορφιά σου,
μες στην καρδιά μου
άναψαν φωτιά.
Μπροστά στο πιόμα, εμείς οι δυο,
καρδιά μου,
πως θ' αγαπούμε ο ένας τον άλλο,
ας ορκιστούμε αιώνια.

Σαν στάζει αυτό στα χείλη σου,
ακόμη πιο πολύ τα νοστιμεύει
και πώς το στόμα σου γίνεται
ακόμη πιο γλυκό!
Αυτό ή το άλλο μου ανοίγει
την όρεξη ακόμη πιο πολύ.
Πίνω κρασί, εσένα φιλώ και
περισσότερο μεθώ.
Μπροστά σε κείνο, αγάπη μου,
πως θ' αγαπάμε ο ένας τον άλλο
ας ορκιστούμε αιώνια.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ


Εμπρός, φίλοι, να πιούμε,
αυτόν τον χρόνο τον καλό,
χαρείτε να χαρούμε,
όσο έχουμε καιρό.
Στη σκοτεινιά του Άδη
σαν βρεθούμε,
θα χάσουμε για πάντα αγάπες
και κρασί.
Εμπρός λοιπόν, να πιούμε,
όσο κρατάει η ανάσα μας αυτή.

Παράλογος είναι όποιος ποθεί
ν' αναζητά αλλού χαρά!
Εμείς πως σ' ένα βαρέλι μέσα
νομίζουμε πως ολόκληρη χωρά.
Φήμη, μόρφωση και πλούτη
τις στενοχώριες της ζωής δεν
καταφέρνουν να σκορπούν.
Μονάχα μέσα στο ποτήρι τούτο
οι έγνοιες σκορπούν.

Εμπρός, λοιπόν, παιδιά, τον κόσμο
όλο κερνάτε με κρασί!
φέρνετε αδιάκοπα κούπες
κερνάτε εδώ γραμμή.



Σαλπάροντας στο Υπερωκεάνειο του έρωτα





Ο λόγος για ένα καράβι του οποίου πολύ θα θέλαμε να είμαστε επιβάτες. Έχοντας μάλιστα απολαύσει το κρασί που μας κέρασε ο Μολιέρος, τι καλύτερο από το να απολαμβάναμε τις θεσπέσιες ηδονές που περιέγραψε ο Ανδρέας Εμπειρίκος.



"Ενώ ο Ρώσσος ωμιλούσε ακόμη, ο Άγγλος εκοίταζε το μέγα υπερωκεάνειον, όπως κοιτάζει κανείς έναν φίλον με τον οποίον συνεννοείται απολύτως. Τα μάτια του έλαμπαν πολύ και το όλον ύφος του έδειχνε έξαρσιν μεγάλην. Έπειτα κατευθύνων το βλέμμα του, οτέ μεν προς τον ηδονιζόμενον ναυτικόν και την μικράν Ελληνίδα, οτέ δε προς τον Ρώσσον, ο Άγγλος είπε:

"Nαι, φίλε μου, διότι για μένα, ο έρωτας με όλα του τα φαινόμενα, και όχι ως μία έννοια ανεδαφικώς τυποποιημένη από την ηθική, ο έρωτας λοιπόν εν τη πληρότητί του, ο έρωτας ο αληθινός, ο έρωτας ο βιολογικός και πάσα ωστική φορά η δύναμις είναι εν και το αυτό - δηλαδή ενέργεια ερωτική και ηδονική του σώματος και της ψυχής, τουτέστιν η πλήρης, ενιαία και αδιαίρετη ουσία, όχι μόνο του ατόμου, αλλά και της καθολικής υπάρξεως του κόσμου. Η ζωή, για μένα Σέργιε, είναι ο Έρως, αλλά ο Έρως πλήρης, με όλα του τα φαινόμενα αλληλένδετα, συνυφασμένα και συγκροτούντα την ολοκληρωτικήν υπόστασιν και μορφήν του. 

Ενώ εσύ, φίλε μου, βλέπεις με άγχος τα επι μέρους, στοιχεία και ζητήματα ενός πλήρους και ακεραίου συνόλου, εν ω επιτυγχάνομεν ή αποτυγχάνομεν, αναλόγως με τον βαθμό εις τον οποίον δεχόμεθα ή δε δεχόμεθα το σύνολον τούτο, και το άγχος σου αυτό, αγαπητέ μου, που δεν διαφέρει καθόλου από τον φόβο της κολάσεως των χριστιανών, σε εμποδίζει, Σέργιε, να δης τον έρωτα στα μάτια, δηλαδή να δης τη ζωή εν τη υπερόχω και συμπαγεί, άνευ Καλού ή Κακού ακεραιότητί της, όταν, εν θριάμβω, μέσα από τους έρωτας και μέσα από τας μάχας, εν ηδονή και εν δυνάμει ολοκληρούμεθα."

Ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα του Ρώσσου συζητητού, επί τω ακούσματι των τελευταίων λέξεων του Αγγλοσάξονος φίλου του. Διά μίαν στιγμήν του εφάνη ότι, εκεί, δίπλα του, και επί της αναπεπταμένης προκυμαίας, εν τω μέσω του βοώντος πλήθους, που απεθαύμαζε τον "Μέγαν Ανατολικόν", του εφάνη ότι ίστατο υπό τα ενδύματα ενός ανδρός του 19ου αιώνος, ουχί ο Άγγλος φίλος του, αλλά, ως παρουσία ενός θεού ενσαρκωμένου, του εφάνη ότι ίστατο εκεί, μέσα εις την δόξαν του εκθαμβωτικού εαρινού ηλίου, στιλπνός και παντοδύναμος ο Παν".


Από το πρώτο κεφάλαιο του “Μεγάλου Ανατολικού”.


συνεχίζεται....





31 Οκτωβρίου 2014

H Μεταμόρφωση του Κάφκα συνεχίζεται ακόμα






"Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε πελώρια κατσαρίδα. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στη σκληρή ράχη του που ‘μοιαζε με πανοπλία και είδε, όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι, την τουρλωτή, καφετιά κοιλιά του, που ήταν χωρισμένη σε σκληρές, καμπυλωτές δίπλες και μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματα για να μην ξεγλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα πόδια του, αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.

«Τι μου συνέβη;», αναρωτήθηκε. Όνειρο δεν ήταν (…). Η ματιά του Γκρέγκορ γύρισε στο παράθυρο και ο συννεφιασμένος ουρανός – σαν ν’ άκουγες τις στάλες της βροχής να χτυπάνε στο περβάζι του παραθύρου – τον έριξε σε βαθιά μελαγχολία. «Γιατί να μην ξανακοιμηθώ λιγάκι και να λησμονήσω όλες ετούτες τις ανοησίες;», σκέφτηκε, μα αυτό ήταν τελείως αδύνατο, γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται γυρισμένος στο δεξί πλευρό και, στην κατάσταση που βρισκόταν, του ήταν αδύνατο να στρίψει. Όσο κι αν πάσχιζε να γυρίσει στο δεξί του πλευρό, ξαναγυρνούσε ανάσκελα. (…)

«Θεέ μου», συλλογίστηκε, «τι εξοντωτική δουλειά πήγα και διάλεξα!» (…) Γλίστρησε πάλι κάτω, στην προηγούμενη θέση του. «Αυτό το ξύπνημα απ’ τα χαράματα», σκέφτηκε, «αποβλακώνει για τα καλά τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από κανονικό ύπνο. Άλλοι περιοδεύοντες αντιπρόσωποι ζούνε σαν τις γυναίκες στα χαρέμια. Όταν εγώ, λόγου χάρη, γυρίζω στο ξενοδοχείο μετά το πρωινό τρέξιμο, οι κύριοι αυτοί μόλις έχουν καθίσει να πάρουν το πρωινό τους. Ας δοκίμαζα να κάνω κι εγώ το ίδιο στ’ αφεντικό μου! Θα με απέλυε αυτοστιγμεί. Ίσως αυτό να μου ‘κανε καλό, ποιος ξέρει. Αν δεν έπρεπε να συγκρατιέμαι για χάρη των γονιών μου, θα χα παραιτηθεί από καιρό, θα πήγαινα στ’ αφεντικό και θα του ‘λεγα έξω απ’ τα δόντια όσα σκέφτομαι (…) Μόλις μαζέψω τα χρήματα για να ξεπληρώσω τα χρέη των γονιών μου – άλλα πέντε με έξι χρόνια – θα το κάνω, το δίχως άλλο. Τότε θ’ απελευθερωθώ για τα καλά. Τώρα πάντως θα πρέπει να σηκωθώ, γιατί το τρένο μου φεύγει στις πέντε».


The Metamorphosis, by jezabel7


Κι έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι που ήταν πάνω στην κασέλα. «Μεγαλοδύναμε Θεέ!», σκέφτηκε. Ήταν εξήμισι, πλησίαζε εφτά παρά τέταρτο (…) Λες να μην χτύπησε το ξυπνητήρι; Μα τι να κάνει τώρα; Το επόμενο τρένο έφευγε στις εφτά. Αν ήθελε να προλάβει, θα ‘πρεπε να τρέξει σαν παλαβός, και τα δείγματα δεν ήταν ακόμα μαζεμένα στην τσάντα του και ο ίδιος δεν ένιωθε τόσο ζωηρός και ευδιάθετος. Κι αν ακόμα προλάβαινε το τρένο, πάλι δεν θα τη γλίτωνε την κατσάδα απ’ το αφεντικό, γιατί ο θυρωρός του μαγαζιού, που περίμενε να τον δει στο τρένο των πέντε, θα χε κιόλας γνωστοποιήσει την αργοπορία του. (…)

Να απαλλαγεί απ’ τα σκεπάσματα ήταν απλό. Φούσκωσε λιγάκι και τα σκεπάσματα έπεσαν από μόνα τους. Μα η επόμενη κίνηση ήταν δύσκολη, ιδιαίτερα δύσκολη, γιατί ο Γκρέγκορ ήταν ασυνήθιστα φαρδύς. Θα του χρειαζόταν μπράτσα και χέρια για ν’ ανασηκωθεί. Αντί γι’ αυτά όμως, είχε μόνο τούτα τα πολυάριθμα ποδαράκια, που δεν έλεγαν να σταματήσουν να σαλεύουν προς όλες τις διευθύνσεις και που του ήταν αδύνατο να τα κουμαντάρει (…) «Πριν σημάνει εφτά και τέταρτο», συλλογίστηκε, «πρέπει οπωσδήποτε να ‘χω σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Άλλωστε, ίσαμε τότε κάποιος θα ‘χει έρθει απ’ το μαγαζί για να ρωτήσει για μένα, αφού το μαγαζί ανοίγει πριν από τις εφτά». Και βάλθηκε να κουνάει μία από δω και μία από κει, συντονισμένα, όλο του το κορμί, με σκοπό να πεταχτεί ολόκληρος έξω απ’ το κρεβάτι."



***


Ένα απόσπασμα από την περίφημη «Μεταμόρφωση» [Franz Kafka, “Die Verwandlung”, 1915] του Φραντς Κάφκα. Το μυθιστόρημα βρίσκεται ακόμα στην αρχή… μα θα μπορούσε κάλλιστα να τελειώνει εδώ, στο απόσπασμα που παραθέσαμε. Ένας άντρας που ξυπνάει, διαπιστώνει πως έχει μεταμορφωθεί σε ένα φρικτό έντομο... μα η κυρίαρχη σκέψη και λαχτάρα του είναι να προλάβει να πάει στη δουλειά.

Οι υποχρεώσεις, τα χρέη, το ωράριο, το αφεντικό… αυτά μόνο γυροφέρνουν στο νου του.

Ναι. Με αυτό το μικρό απόσπασμα και μόνο, ο Κάφκα είχε πει τόσα και τόσα για τον άνθρωπο των σύγχρονων καιρών.