12 Μαρτίου 2017

鴨 長明: Η Καλύβα στο βουνό, του Κάμο νο Τσομέι





«Τα ψάρια δεν βαριούνται το νερό, αλλά μόνο τα ψάρια ξέρουν το γιατί. Τα πουλιά αγαπούν τα δάση, αλλά μόνο εκείνα ξέρουν το γιατί. Οι χαρές της μοναξιάς είναι παρόμοιες. Ποιος μπορεί να τις καταλάβει αν δεν ζήσει έτσι;»


Στα παλιά χρόνια, την ιαπωνική περίοδο των Καμακούρα, ένας αυλικός αποφάσισε να γίνει ερημίτης. Η ζωή στην τότε ιαπωνική πρωτεύουσα, το Κιότο, ήταν ασταθής και γεμάτη αγωνίες. Οι φυσικές καταστροφές (σεισμοί, λιμοί, πυρκαγιές) διαδέχονταν η μία την άλλη και έπλητταν εξίσου φτωχούς και αριστοκράτες – η φύση δεν έκανε διακρίσεις. Και η κοινωνική ζωή ήταν εμποτισμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις και την υποκρισία.

Σε αυτό το κλίμα ήταν που ο αυλικός συγγραφέας, ποιητής και μουσικός Κάμο νο Τσομέι [Kamo no Chōmei, 長明] αποφάσισε ν’ απαρνηθεί την κοσμική ζωή και να ζήσει μόνος, σε μια καλύβα στο βουνό. Ήταν κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών: συνήθως αν κάποιος εγκατέλειπε την κοσμική ζωή κλεινόταν σε κάποιο μοναστήρι. Ωστόσο ο Κάμο νο Τσομέι προτίμησε να χτίσει μόνος του μια καλύβα, στα βάθη του βουνού Hino, και να ζήσει μέσα στη φύση, με μόνη συντροφιά του τα λιγοστά βιβλία του, τα μουσικά του όργανα, και την ίδια τη φύση – τα ζώα, τα δέντρα, τα ποτάμια, τον ξάστερο ουρανό.

Έτσι έζησε λοιπόν, μονάχος του, βυθισμένος στην απεραντοσύνη της φύσης, κάνοντας καθημερινές εργασίες, παίζοντας αυτοσχέδια μουσική – με μοναδικό κοινό του τα πουλιά και τα ψάρια – και υμνώντας τον Βούδα.

Μα όλα αυτά θα είχαν παραδοθεί στην αιώνια ροή του ποταμού της λήθης, αν δεν υπήρχε εκείνη η μικρή λεπτομέρεια που έκανε τη διαφορά: το ημερολόγιό του. Εκεί ήταν που κατέγραψε τις εμπειρίες και τις σκέψεις του… και εν έτει 1212, μας χάρισε το “Hōjōki– ένα από τα διαμάντια της μεσαιωνικής ιαπωνικής λογοτεχνίας.

Από αυτό λοιπόν το έργο σας παρουσιάζω σήμερα ένα εκτεταμένο απόσπασμα. Στα ελληνικά είναι μεταφρασμένο ως «Η Καλύβα Μου» και συμπεριλαμβάνεται στην «Ανθολογία Ιαπωνικής Λογοτεχνίας» [μετάφραση: Αλεξάνδρα Σωτηρίου, εκδόσεις Μέδουσα].

Καλή ανάγνωση, φίλε αναγνώστη. Και αν κάπου νιώσεις κάποιας μορφής ταύτιση με τα λεγόμενα του συγγραφέα, να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος. Ίσως ο αντίλαλος της φωνής του να έσμιξε τελικά με τον άνεμο που φυσάει στ’ ανατολικά, και να μας ψιθυρίζει τους σκοπούς του, αιώνες μετά, κάποιες χαραυγές – εδώ, καταμεσής της πολύβουης και μοναχικής πόλης του 21ου αιώνα.






Ένα απόσπασμα από το “Hōjōki” [«Η Καλύβα Μου»] του Κάμο νο Τσομέι



«Η ροή του ποταμού είναι αδιάκοπη και τα νερά του αλλάζουν συνεχώς. Οι φυσαλίδες, που επιπλέουν στις λίμνες, πότε χάνονται και πότε σχηματίζονται, και δεν κρατάνε πολύ: Έτσι είναι και στον κόσμο ο άνθρωπος και η κατοικία του. Μπορεί να φανταζόμαστε πως τα μικρά και τα μεγάλα σπίτια, που οι περήφανες στέγες τους στην πρωτεύουσα συναγωνίζονται η μία την άλλη, παραμένουν αναλλοίωτα από τη μια στην άλλη γενιά, αλλά αν εξετάσουμε το θέμα, θα δούμε πως ελάχιστα είναι τα παλιά σπίτια που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα. Μερικά κάηκαν τον περασμένο χρόνο και ξαναχτίστηκαν, μεγάλα σπίτια κατάντησαν χαμόσπιτα και οι κάτοικοι τους ξέπεσαν και αυτοί. Η πόλη είναι ίδια, ο κόσμος πολυάριθμος όπως πάντα, αλλά από αυτούς που ήξερα έχουν απομείνει ένας ή δυο στους είκοσι. Πεθαίνουν το πρωί γεννιούνται το βράδυ, όπως ο αφρός στην επιφάνεια του νερού.

Από που έρχεται και που πάει, ο άνθρωπος που γεννιέται και πεθαίνει; Για ποιανού το όφελος βασανίζεται και χτίζει σπίτια που διαρκούν μια στιγμή, και γιατί το μάτι χαίρεται να τα βλέπει; Αυτό δεν το ξέρουμε. Ποιος θα φύγει πρώτος, ο κύριος ή η κατοικία του; Την ίδια ερώτηση κάνουμε για τη δροσιά επάνω στην περικοκλάδα. Η δροσιά μπορεί να πέσει από το λουλούδι και εκείνο να μείνει – να μείνει μέχρι να το μαράνει ο πρωινός ήλιος. Το λουλούδι μπορεί να μαραθεί πριν εξατμιστεί η δροσιά, αλλά παρ' όλο που δεν εξατμίζεται, το λουλούδι δεν περιμένει το βράδυ.»


Σημείωση δική μου: Ο πρόλογος που είδατε είναι χαρακτηριστικός της βουδιστικής “mujō” – της περατότητας των πραγμάτων, της αδιάκοπης ροής του κόσμου, στον οποίο τίποτα δε μένει σταθερό και αναλλοίωτο.

 Στη συνέχεια του κειμένου ο Κάμο νο Τσομέι μας εξιστορεί με ανατριχιαστική γλαφυρότητα τις καταστροφές που έπληξαν την ιαπωνική πρωτεύουσα, το Κιότο, στις αρχές του 13ου αιώνα – και στις οποίες υπήρξε μάρτυρας ο ίδιος. Πυρκαγιές, λιμοί, σεισμοί, ανεμοστρόβιλοι… η πρωτεύουσα θαρρείς και ήταν έρμαιο γιγαντιαίων δράκων, και σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρεε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων της.

Δεν συμπεριλαμβάνω το συγκριμένο μέρος του κειμένου, μπορείτε όμως να το διαβάσετε στη μεταφρασμένη «Ανθολογία Ιαπωνικής Λογοτεχνίας» [εκδ. Μέδουσα], ή εναλλακτικά να το αναζητήσετε στην αγγλική του έκδοση.

Έχοντας ζήσει όλες τις φυσικές καταστροφές, ο Κάμο νο Τσομέι είχε ν’ αντιμετωπίσει επίσης την πληθώρα των κοινωνικών συμβάσεων που βάραιναν σαν περιττό ένδυμα την καθημερινή ζωή. Εδώ, λοιπόν, παραχωρώ για άλλη μια φορά τη σκυτάλη στο συγγραφέα – ως το τέλος της αφήγησής του, τη μετακόμισή του στο βουνό και την περιγραφή της ζωή του εκεί.






ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



«Όλα είναι όπως τα περιέγραψα -τα πράγματα που δυσκολεύουν τη ζωή μας, η δική μας ανημποριά και το αναξιόπιστο των κατοικιών μας. Και αν σε αυτά προσθέσουμε τα βάσανα που προέρχονται από το χώρο ή από τις ιδιαίτερες συνθήκες, το σύνολό τους είναι ανυπολόγιστο.

Αν κάποιος, που δεν ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη, τύχει να ζει πλάι σε έναν ισχυρό άρχοντα, όσο ευτυχισμένος και αν είναι δεν μπορεί να γιορτάσει πολύ εντυπωσιακά• όσο λυπημένος και αν είναι δεν μπορεί να θρηνήσει μεγαλόφωνα. Ό,τι και αν κάνει νιώθει άβολα• σε κάθε ενέργειά του τρέμει σαν το σπουργίτι που πλησιάζει τη φωλιά του αετού. Ο φτωχός γείτονας μιας εύπορης οικογένειας ντρέπεται πάντοτε για την άθλια εμφάνισή του και μπαινοβγαίνει στο σπίτι του ξεσπώντας σε κολακείες. Και όταν βλέπει πόσο ζηλεύουν η γυναίκα, τα παιδιά και οι υπηρέτες του, ή όταν ακούει πόσο τον περιφρονεί η πλούσια οικογένεια, ταράζεται και δεν ησυχάζει ούτε ένα λεπτό. Ο άνθρωπος που το σπίτι του βρίσκεται σε πολυκατοικημένο μέρος, κινδυνεύει όταν ξεσπάει πυρκαγιά στη γειτονιά του. Αν μένει κάπου απόμερα, πρέπει να υφίσταται την ταλαιπωρία του πήγαινε-έλα στην πόλη και διατρέχει τον κίνδυνο να τον ληστέψουν.

Αυτοί που διαθέτουν εξουσία είναι άπληστοι• και αυτοί που δεν έχουν προστάτες περιφρονούνται. Η περιουσία προκαλεί πολλές στενοχώριες και η φτώχεια φέρνει θλίψη. Αυτός που ζητάει τη βοήθεια ενός άλλου ανθρώπου γίνεται σκλάβος του• όποιος συντηρεί άλλους πνίγεται από τη στοργή με την οποία τον περιβάλλουν. Όποιος συμμορφώνεται με τις συνήθειες του κόσμου θα φτωχύνει• αυτός που δεν συμμορφώνεται μοιάζει τρελός. Οπουδήποτε και αν ζει κάποιος, όποια δουλειά και αν κάνει, είναι δυνατόν να βρει καταφύγιο για το σώμα του και λίγη πνευματική ηρεμία, έστω και για ένα λεπτό;»



ΈΤΣΙ ΑΠΑΡΝΗΘΗΚΑ ΤΑ ΕΓΚΟΣΜΙΑ



«Κληρονόμησα το σπίτι της γιαγιάς του πατέρα μου και για μεγάλο διάστημα έζησα εκεί. Έπειτα έχασα τη θέση μου και με βρήκαν δύσκολοι καιροί. Πολλά πράγματα με ανάγκασαν να ζήσω μακριά από τον κόσμο, και τελικά, μην μπορώντας πια να μείνω στο προγονικό σπίτι μου, όταν έγινα τριάντα χρονών έχτισα με δικά μου σχέδια μια μικρή αγροικία. Το εμβαδόν της δεν ξεπερνούσε το ένα δέκατο της έκτασης του σπιτιού που ζούσα. Γύρω του ύψωσα ένα χωματένιο τοίχο, αλλά δεν είχα τα μέσα να τοποθετήσω διακοσμητική πύλη. Έχτισα επίσης ένα πρόχειρο υπόστεγο από μπαμπού για το αμάξι μου. Πρέπει να ομολογήσω ότι ανησυχούσα όταν χιόνιζε και όταν ξεσπούσαν θύελλες• και αφού το σπίτι ήταν κοντά στον ποταμό Κάμο, κινδύνευα από τις πλημμύρες και από τους ληστές.        

Για περισσότερο από τριάντα χρόνια είχα βασανιστεί υπομένοντας όλα τα πράγματα αυτού του δυστυχισμένου κόσμου. Όλο αυτό το διάστημα, τα χτυπήματα της μοίρας με ανάγκασαν φυσικά να συνειδητοποιήσω το εύθραυστο της ζωής μου. Στα πενήντα μου έγινα ιερέας και τότε γύρισα την πλάτη μου στον κόσμο. Δεν είχα οικογένεια, ούτε και δεσμούς που θα με δυσκόλευαν να εγκαταλείψω τα εγκόσμια. Δεν ήμουν έμμισθος κληρικός – τι μπορούσε να με κρατήσει; Πόσα χρόνια είχα δαπανήσει μάταια ανάμεσα στους νεφοσκέπαστους λόφους του Οχάρα!»


Landscape of Mountains and River by Soga Shohaku (1730–1781)


Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΩΝ ΕΝΝΙΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ



«Τώρα που έφτασα τα εξήντα και η ζωή μου είναι έτοιμη να εξατμιστεί σαν τη δροσιά, διαμόρφωσα μια κατοικία για την τελευταία περίοδο της ζωής μου. Είναι μια καλύβα όπου ένας ταξιδιώτης μπορεί ίσως να περάσει μια νύχτα μόνο• μοιάζει με το κουκούλι που υφαίνει ένας γέρικος μεταξοσκώληκας. Η έκταση της καλύβας μου δεν είναι ούτε το ένα εκατοστό της αγροικίας όπου έζησα όταν ήμουν μεσήλικας.

Προτού το καταλάβω, είχα βαρύνει από τα χρόνια και σε κάθε μετακόμιση το σπίτι μου ήταν πιο μικρό από το προηγούμενο. Η τωρινή καλύβα μου έχει ασυνήθιστη εμφάνιση. Είναι ένας χώρος που έχει εμβαδόν εννιά τετραγωνικά μέτρα και το ύψος του δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Δεν διάλεξα το συγκεκριμένο σημείο, κι έχτισα το σπίτι χωρίς να συμβουλευτώ μάντεις. Έριξα μια βάση κι έφτιαξα μια στοιχειώδη καλαμοσκεπή. Έβαλα μεντεσέδες στις ενώσεις των σανιδιών, ώστε αν δεν μου αρέσει κάτι, να μετακομίσω εύκολα αλλού. Μήπως είναι δύσκολο να αλλάξω κατοικία; Δύο κάρα φτάνουν να μεταφέρουν όλα τα πράγματά μου, και εκτός από την αμοιβή του καροτσέρη δεν θα έχω άλλα έξοδα.

Από τον καιρό που έκρυψα τα ίχνη μου εδώ στην καρδιά του όρους Χίνο, πρόσθεσα στη νότια πλευρά ένα στηθαίο και μια βεράντα από μπαμπού. Στα δυτικά έχτισα ένα ράφι για το αγίασμα, και μέσα στην καλύβα, κατά μήκος του δυτικού τοίχου, εγκατέστησα την εικόνα του Αμίντα. Το φως του ήλιου που δύει φωτίζει το μέτωπό του ανάμεσα στα φρύδια. Στις πόρτες της λειψανοθήκης κρέμασα εικόνες του Φούγκεν και του Φούντο. Επάνω από τη συρόμενη πόρτα που βλέπει στο βορρά έχτισα ένα μικρό ράφι όπου έχω τρία ή τέσσερα μαύρα δερμάτινα πανέρια που περιέχουν βιβλία ποίησης και αποσπάσματα από ιερές γραφές. Πλάι τους υπάρχει ένα πτυσσόμενο κότο κι ένα λαούτο.

Κατά μήκος του ανατολικού τοίχου αντί για κρεβάτι άπλωσα μακριά φύλλα φτέρης και άχυρο. Στον ανατολικό τοίχο άνοιξα ένα παράθυρο και από κάτω έκανα ένα γραφείο. Κοντά στο μαξιλάρι μου υπάρχει ένα τετράγωνο μαγκάλι όπου καίω χαμόκλαδα. Στη βορεινή πλευρά της καλύβας έφραξα με πασσάλους ένα μικρό κομμάτι γης και σ' αυτόν τον κήπο καλλιεργώ πολλά είδη χορταρικών.

Αυτή είναι η προσωρινή καλύβα μου. Τώρα θα προσπαθήσω να περιγράψω τους τριγύρω χώρους. Στη νότια πλευρά ένας σωλήνας από μπαμπού φέρνει νερό στη βραχολίμνη που έφτιαξα. Κοντά στο σπίτι μου υπάρχει ένα δάσος όπου εύκολα μαζεύω χαμόκλαδα. Το βουνό λέγεται Τογιάμα. Διάφορα αναρριχητικά φυτά κλείνουν τα περάσματα και οι κοιλάδες είναι γεμάτες άγρια βλάστηση, αλλά στα δυτικά υπάρχει ένα ξέφωτο, οπότε το περιβάλλον μου προσφέρει μια πνευματική παρηγοριά. Την άνοιξη, οι γλυσίνες στη δυτική πλευρά μοιάζουν με άλικα, λαμπερά σύννεφα. Το καλοκαίρι ακούω τον κούκο, που υπόσχεται να με οδηγήσει στο δρόμο του θανάτου. Το φθινόπωρο φτάνουν στ' αυτιά μου οι φωνές των νυχτερινών εντόμων που θρηνούν γι' αυτόν τον άθλιο κόσμο. Το χειμώνα βλέπω με βαθιά συγκίνηση το χιόνι να συσσωρεύεται και να λιώνει σαν τις αμαρτίες και τα εμπόδια για τη σωτηρία.

'Όταν δεν έχω τη διάθεση να απαγείλλω το νεμπούτσου και δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να διαβάσει τις Σούτρα, κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει να ξεκουραστώ και να τεμπελιάσω, και δεν υπάρχει φίλος να ντρέπεται για εμένα. Παρ' όλο που δεν προσπαθώ ιδιαίτερα και δεν ακολουθώ την πειθαρχία της σιωπής, αφού ζω μόνος αυτομάτως απέχω από τις αμαρτίες του λόγου• και παρ' όλο που δεν προσπαθώ απαραίτητα να υπακούω στις Εντολές, εδώ όπου δεν υπάρχουν πειρασμοί ποιος θα με παρακινήσει να τις παραβώ;

Τα πρωινά που νιώθω πρόσκαιρος σαν τα άσπρα απόνερα που ακολουθούν τα πλοία, πηγαίνω στις όχθες του ποταμού, παρακολουθώ τα σκάφη που κάνουν δρομολόγια πέρα-δώθε και συνθέτω —στο στυλ του ιερέα Μανσέι. Το βράδυ, όταν ο αέρας θροίζει στα φύλλα, θυμάμαι τον ποταμό Τζινιό και παίζω το λαούτο με τη μέθοδο του Μιναμότο νο Τσουνενόμπου. Αν δεν φτιάξει το κέφι μου, συντονίζω το λαούτο μου με την ηχώ των πεύκων και παίζω το «Τραγούδι του Φθινοπωρινού Ανέμου», ή τη «Μελωδία του Ρέοντος Ρυακιού» - τροποποιώντας τον τόνο ανάλογα με τον ήχο του νερού. Είμαι μέτριος μουσικός, αλλά δεν παίζω για να αρέσω στους άλλους. Παίζω μόνος, τραγουδάω μόνος, και η καρδιά μου χαίρεται.






Στους πρόποδες του βουνού υπάρχει ένα πρόχειρο φτιαγμένο σπιτάκι όπου μένει ο δασοφύλακας. Έχει ένα γιο που καμιά φορά έρχεται και με βλέπει. Όταν βαριέμαι τη δουλειά που κάνω, πηγαίνω μια βόλτα μαζί του. Είναι δεκάξι χρονών κι εγώ εξήντα: και παρ' όλο που οι ηλικίες μας διαφέρουν, απολαμβάνουμε πολύ ο ένας τη συντροφιά του άλλου.

Καμιά φορά μαζεύω ανθισμένα καλάμια ή άγρια αχλάδια, ή γεμίζω το πανέρι μου με μούρα και κάρδαμο. Άλλοτε πηγαίνω στα ρυζοχώραφα, στους πρόποδες του βουνού, και πλέκω στεφάνια με τα πεσμένα στάχυα. Όταν ο καιρός είναι καλός, σκαρφαλώνω στην κορυφή και κοιτάω προς το Κιότο, όπου ήταν το παλιό μου σπίτι, μακριά, πολύ μακριά. Η θέα είναι κοινό αγαθό και τίποτε δεν εμποδίζει την ευχαρίστησή μου.

Όταν νιώθω δραστήριος και έτοιμος για ένα φιλόδοξο ταξίδι, ακολουθώ τις κορυφές και πηγαίνω να προσκυνήσω στο ναό Iγουάμα ή Ισιγιάμα. Ή διασχίζω τα χωράφια του Αγουάζου για να υποβάλω τα σέβη μου σε ο,τι έχει απομείνει από την καλύβα του Σεμιμαρού, και περνάω τον ποταμό Ταναγκάμι για να επισκεφθώ τον τάφο του Σαρουμάρου. Στην επιστροφή, ανάλογα με την εποχή, θαυμάζω τις ανθισμένες κερασιές ή τα φθινοπωρινά φύλλα και μαζεύω βλαστάρια η φρούτα, για να προσφέρω στον Βούδα αλλά και για το σπίτι μου.

Τα ήσυχα βράδια, μέσα στο φεγγαρόφωτο που πλημμυρίζει το παράθυρο, νοσταλγώ τους παλιούς φίλους ή μουσκεύω το μανίκι μου με δάκρυα ακούγοντας τις κραυγές των πιθήκων. Βλέπω τις πυγολαμπίδες στις πυκνές συστάδες του γρασιδιού και νομίζω πως βλέπω τα φώτα των ψαράδων έξω από το νησί Μακί• οι βροχές της αυγής ακούγονται σαν φθινοπωρινές καταιγίδες που χτυπούν επάνω στα φύλλα. Και όταν ακούω τις φωνές τον φασιανών, αναρωτιέμαι αν φωνάζουν τον πατέρα ή τη μητέρα τους• όταν τα άγρια ελάφια του βουνού με πλησιάζουν άφοβα, συνειδητοποιώ πόσο μακριά βρίσκομαι από τον κόσμο. Και όταν καμιά φορά, όπως συνηθίζουν οι ηλικιωμένοι, ξυπνάω στη μέση της νύχτας, σκαλίζω τα αναμμένα κάρβουνα της χόβολης που συντροφεύουν τη μοναξιά μου. Το βουνό δεν είναι επιβλητικό, αλλά το σκηνικό του μου δίνει ατέλειωτη ευχαρίστηση άσχετα από την εποχή, ακόμα και όταν ακούω το κρώξιμο της κουκουβάγιας.

'Όταν άρχισα να ζω εδώ, πίστευα πως δεν θα ήταν για πολύ καιρό, αλλά έχουν κιόλας περάσει πέντε χρόνια. Η προσωρινή κατοικία μου πάλιωσε μάλλον: τα μαραμένα φύλλα έχουν συσσωρευτεί στις μαρκίζες και τα μούσκλια κάλυψαν το πάτωμα. Όταν έφταναν τυχαία στ' αυτιά μου νέα από την πρωτεύουσα, μάθαινα πόσοι μεγάλοι και τρανοί είχαν πεθάνει από τότε που αποσύρθηκα στο βουνό. Και πως να υπολογίσεις τον αριθμό των ανθρώπων κατώτερης τάξης; Πόσα σπίτια κάηκαν στις αναρίθμητες καταστρεπτικές πυρκαγιές; Μόνο σε μια καλύβα που χτίστηκε για πρόχειρο κατάλυμα μπορείς να ζεις χωρίς φόβους. Είναι πολύ μικρή, αλλά χωράει ένα κρεβάτι όπου ξαπλώνω το βράδυ και το χρησιμοποιώ για κάθισμα την ημέρα• τίποτε δεν λείπει από αυτό το σπίτι. Ο ερημίτης κάβουρας προτιμά να ζει σε μικρές φωλιές, επειδή ξέρει καλά το μέγεθος του σώματός του. Ο ψαραετός μένει σε έρημες ακτές επειδή φοβάται τους ανθρώπους. Είμαι κι εγώ σαν αυτούς• Ξέρω τον εαυτό μου και τον κόσμο, δεν έχω φιλοδοξίες ούτε και πάρε-δώσε με τον κόσμο. Θέλω μόνο την ησυχία μου• χαίρομαι για την απουσία της θλίψης.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χτίζουν σπίτια για τον εαυτό τους. Μερικοί χτίζουν για τις οικογένειες και τους συγγενείς τους• άλλοι για τους φίλους και τις γνωριμίες τους. Κάποιοι άλλοι χτίζουν για τους κυρίους ή τους δασκάλους τους και μερικοί για να στεγάσουν υπάρχοντα και ζώα. Εγώ έχτισα για τον εαυτό μου και όχι για τους άλλους. Γιατί τώρα, έτσι όπως ζω, δεν έχω σύντροφο ή υπηρέτη για να με βοηθάει. Αν υποθέσουμε πως είχα χτίσει ένα ευρύχωρο σπίτι θα στέγαζα; Ποιος θα ζούσε σ' αυτό;

Οι φίλοι ενός ανθρώπου τον εκτιμούν για την περιουσία του και δείχνουν μεγάλη αγάπη σ’ αυτούς που τους κάνουν χάρες. Δεν νιώθουν απαραίτητα αγάπη για άτομα που τρέφουν απέναντί τους θερμά φιλικά αισθήματα ή που έχουν τίμιο χαρακτήρα. Είναι καλύτερα να έχεις για φίλο τη μουσική και την φύση. Οι υπηρέτες των ανθρώπων θέλουν να δέχονται ακριβά δώρα και δείχνουν σεβασμό σε αυτούς που τους φέρονται με απλοχεριά. Αλλά όσο μεγάλη και αν είναι η φροντίδα και η στοργή που τους παρέχει ο κύριός τους, εκείνοι δεν νοιάζονται καθόλου για τη γαλήνη και την ευτυχία του. Είναι καλύτερα να είσαι υπηρέτης του εαυτού σου.



Landscape of the Four Seasons by Tenshō Shūbun (1414–1463)


Όταν πρέπει να γίνει μια δουλειά, φυσικά την κάνω μόνος μου. Καμιά φορά η δουλειά με κουράζει, αλλά μου φαίνεται πιο απλό να δουλεύω παρά να έχω υπηρέτη και να τον φροντίζω. Όταν πρέπει να περπατήσω, περπατάω. Μερικές φορές είναι δυσάρεστο, αλλά είναι προτιμότερο από το να ανησυχώ για τα φάλαρα ενός αλόγου ή για μια βοϊδάμαξα. Διαιρώ το σώμα μου και το χρησιμοποιώ διπλά: τα χέρια μου είναι υπηρέτες, τα πόδια μου είναι ένα βολικό αμάξι. Όταν κουράζεται το μυαλό η το σώμα μου, το καταλαβαίνω αμέσως και ξεκουράζομαι. Χρησιμοποιώ τους υπηρέτες μου όταν είναι δυνατοί. Λέω «χρησιμοποιώ», αλλά δεν τους εξαντλώ. Αν δεν έχω διάθεση να εργαστώ, δεν ανησυχώ. Το περπάτημα και η εργασία ωφελούν το σώμα. Τι νόημα έχει να κάθεσαι και να τεμπελιάζεις; Είναι αμαρτία να προκαλείς σωματικό ή διανοητικό κόπο: πως μπορούμε να χρησιμοποιούμε την εργασία του άλλου;

Τα ρούχα και η τροφή μου είναι εξίσου απλά με την κατοικία μου. Σκεπάζω τη γύμνια μου με πρόχειρα ρούχα υφασμένα από νήματα γλυσίνας και τα παπλώματά μου είναι από κανναβάτσο. Συμπληρώνω τη διατροφή μου με μούρα από τους αγρούς και καρύδια από τα δέντρα της βουνοκορφής. Δεν ντρέπομαι για την εμφάνισή μου, γιατί δεν έχω κοινωνικές σχέσεις. Η έλλειψη αφθονίας νοστιμίζει και την πιο απλή τροφή.

Δεν συνιστώ τον τρόπο που ζω σε ανθρώπους που είναι ευτυχισμένοι και έχουν περιουσία, αλλά διηγήθηκα τις εμπειρίες μου απλώς για να δείξω τις διαφορές της παλιάς και της νέας ζωής μου. Από τότε που άφησα τον κόσμο και έγινα ιερέας, δεν ξέρω τι θα πει μίσος και φόβος. Για τη διάρκεια της ζωής μου ας αποφασίσει ο Ουρανός. Δεν κρέμομαι από τη ζωή, ούτε μεμψιμοιρώ για το τέλος της. Το σώμα μου είναι σαν ένα σύννεφο που φεύγει – δεν ζητάω τίποτε, δεν θέλω τίποτε. Η μεγαλύτερη χαρά μου είναι ένας ήσυχος υπνάκος• η μόνη μου επιθυμία γι' αυτή τη ζωή είναι να βλέπω τις ομορφιές κάθε εποχής.

Οι Τρεις Κόσμοι ενώνονται με ένα πνεύμα. Αν το πνεύμα δεν είναι ήρεμο, τα υποζύγια και τα υπάρχοντα δεν προσφέρουν τίποτε, όπως δεν φέρνουν τη χαρά τα παλάτια και τα μέγαρα. Αυτό το μοναχικό σπίτι είναι μια τόση δα καλύβα, όμως εγώ κατά κάποιο τρόπο το αγαπώ. Όταν πηγαίνω στην πρωτεύουσα και πρέπει να ζητιανέψω ντρέπομαι, αλλά όταν επιστρέφω και κάθομαι εδώ νιώθω οίκτο γι' αυτούς που είναι δεμένοι ακόμα με τον κόσμο της σκόνης. Αν κάποιος αμφιβάλλει για την αλήθεια των λόγων μου, ας κοιτάξει τα ψάρια και τα πουλιά. Τα ψάρια δεν βαριούνται το νερό, αλλά μόνο τα ψάρια ξέρουν το γιατί. Τα πουλιά αγαπούν τα δάση, αλλά μόνο εκείνα ξέρουν το γιατί. Οι χαρές της μοναξιάς είναι παρόμοιες. Ποιος μπορεί να τις καταλάβει αν δεν ζήσει έτσι;

Στον ουρανό, το φεγγάρι της ζωής μου χαμηλώνει και τώρα βρίσκεται κοντά στην άκρη του βουνού. Σύντομα θα πρέπει να κατευθυνθώ στο σκοτάδι των Τριών Δρόμων: γιατί να κλαψουρίζω για τον εαυτό μου; Η ουσία της διδασκαλίας του Βούδα στον άνθρωπο είναι πως δεν πρέπει να συνδεόμαστε με κανένα αντικείμενο. Είναι αμαρτία που αγαπάω τη μικρή καλύβα μου, και η προσκόλληση στη μοναξιά μου μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη σωτηρία μου. Γιατί λοιπόν να χάνω και άλλο πολύτιμο χρόνο αναφέροντας τέτοιες μηδαμινές απολαύσεις;

Μια ήρεμη αυγή, καθώς σκεφτόμουν τους λόγους αυτής της αδυναμίας μου, είπα στον εαυτό μου πως είχα παρατήσει τα εγκόσμια για να ζήσω σ' ένα δάσος στα βουνά ώστε να βάλω μια τάξη στις σκέψεις μου και να εφαρμόσω το Δρόμο. «Κι όμως, παρά την όψη καλόγερου που έχεις, η καρδιά σου δεν είναι αγνή. Η καλύβα σου μπορεί να είναι σαν του Τζομιό, αλλά τηρείς το Νόμο χειρότερα και από τον Χαντοκού. Αν η κοινωνική κατάστασή σου είναι ανταπόδοση για τις αμαρτίες μιας προηγουμένης ζωής, είναι σωστό να θλίβεσαι γι' αυτή; Γιατί επιτρέπεις να σε ταράζει η αυταπάτη;» Σε αυτές τις ερωτήσεις το μυαλό μου δεν είχε να δώσει καμιά απάντηση. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα μου και να απαγγείλω δύο ή τρεις φορές το νεμπούτσου έστω κι αν κάτι τέτοιο είναι απαράδεκτο από μια ατιμασμένη καρδιά.

Είναι τώρα το τέλος του τρίτου φεγγαριού του 1212 και γράφω αυτό το κείμενο στην καλύβα μου στο Τογιάμα.»


Artwork by Katsushika Hokusai (1839)

8 Μαρτίου 2017

Οι Παροιμίες της Κόλασης του Ουίλιαμ Μπλέικ



Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης, σε εικονογράφηση του Ουίλιαμ Μπλέικ / William Blake's The Marriage of Heaven and Hell




«Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τις πλίνθους της Θρησκείας.»


«Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.»


«Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.»


«Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.»




Στα τέλη του 18ου αιώνα, κι ενώ η Γαλλική Επανάσταση θέριζε σαν στάχυα τις αποξηραμένες αντιλήψεις του κόσμου, κάπου βορειότερα, στην Αγγλία, ένας κεραυνός έσκιζε στα δυο τον συννεφιασμένο νυχτερινό ουρανό. Από τη μία ξεχύθηκε βροχή, από την άλλη φως. Και κάπου εκεί, στο πάντρεμά τους, ξεπρόβαλλε, δαιμονισμένος προφήτης με μάτια που έλαμπαν, ο William Blake.

Τον καιρό που έζησε λίγοι τον θαύμασαν και αφουγκράστηκαν με προσοχή τα λόγια του. Οι περισσότεροι προσπέρασαν, όπως θα προσπερνούσαν έναν τρελό στο δρόμο. Μα στον Μπλέικ ανήκε το μέλλον, όχι το παρόν. Σε μια εποχή που κήρυττε το πάθος του συστήματος, ο Μπλέικ θέλησε να γκρεμίσει κάθε σύστημα. Σε μια κοινωνία βουτηγμένη στην άβυσσο της θρησκευτικής υποκρισίας, ο Μπλέικ επιχείρησε να παντρέψει τους αγγέλους με τους διαβόλους. Σε ένα περιβάλλον διαποτισμένο από την κοινωνική αδικία, στάθηκε υπέρμαχος της εξέγερσης.

Στο βάθρο της λογικής, ο Μπλέικ τοποθέτησε τη φαντασία. Τέχνη του ήταν η ενόραση, το όραμα. Οι στίχοι του ξεπρόβαλαν από μέσα του σαν όνειρο. Η ζωγραφική του έμοιαζε περισσότερο με έκσταση. Αυτός δεν ήταν καλλιτέχνης, δεν ήταν ποιητής. Ήταν ο κεραυνός ο ίδιος· τα μάτια της τίγρης στο σκοτάδι. Όσο τρομαχτικά, άλλο τόσο θεϊκά στην ομορφιά τους.

Μεταξύ 1790 και 1793 έγραψε τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» [“The Marriage Of Heaven And Hell”]. Από το βιβλίο θα σας παρουσιάσω ένα απόσπασμα: ο λόγος για τις «Παροιμίες της Κόλασης», μια σειρά αφορισμών, αποκαλυπτικών και αινιγματικών ταυτόχρονα, που μοιάζουν βγαλμένες από κάποιο άδυτο. Ένα μέρος που ξεχειλίζει ηδονή, δύναμη, φόβο, σοφία και πραότητα – όλα μαζί. Το κείμενο συνοδεύουν ορισμένες από τις χαρακτηριστικές χαλκογραφίες με τις οποίες έντυσε τους στίχους του ο Μπλέικ.

Οι γάμοι του ουρανού με την κόλαση έχουν αρχίσει – και είσαι καλεσμένος.



Μια Αξιομνημόνευτη Φαντασίωση




«Καθώς περπατούσα ανάμεσα στις φλόγες της κόλασης, γοητευμένος από τις απολαύσεις του Πνεύματος, που οι Άγγελοι θεωρούν μαρτύριο και παραφροσύνη, συνέλεξα μερικές από τις Παροιμίες τους• με τη σκέψη ότι όπως τα γνωμικά ενός λαού φωτίζουν τον χαρακτήρα του, έτσι και οι Παροιμίες της Κόλασης φανερώνουν τη φύση της Δαιμονικής σοφίας καλύτερα από οποιαδήποτε περιγραφή κτιρίων η ενδυμάτων.

Όταν επέστρεψα: στην άβυσσο των πέντε αισθήσεων, όπου ένα απόκρημνο βάραθρο στέκει απειλητικό πάνω από τον παρόντα κόσμο, είδα έναν παντοδύναμο Διάβολο τυλιγμένο σε μαύρα σύννεφα, να περιφέρεται στην άκρη του βράχου, και με διαβρωτικές φλόγες να γράφει τον ακόλουθο λόγο που συνέλαβε ο νους των ανθρώπων, και τώρα διαβάζεται απ' αυτούς στη γη:

Πως ξέρεις αν κάθε Πουλί που σκίζει τους δρόμους τ’ ουρανού,

Δεν είναι ένας απέραντος κόσμος ηδονής, περίκλειστος στις πέντε σου αισθήσεις;»



Οι Παροιμίες της Κόλασης, λόγια και εικονογράφηση του Ουίλιαμ Μπλέικ / Proverbs of Hell, by William Blake



Παροιμίες της Κόλασης




Τον καιρό της σποράς μάθαινε, τον καιρό του θερισμού δίδασκε, τον χειμώνα απολάμβανε.


Οδήγησε το κάρο και το αλέτρι σου πάνω από τα κόκαλα των νεκρών.


Ο δρόμος της υπερβολής καταλήγει στο παλάτι της σοφίας.


Η Σύνεση είναι μια πλούσια άσχημη γεροντοκόρη, που τη φλερτάρει η Ανικανότητα.


Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.


Το κομμένο σκουλήκι δίνει άφεση στο αλέτρι.


Βούτηξε στο ποτάμι εκείνον που αγαπάει το νερό.


Ο ηλίθιος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο που βλέπει ο σοφός.


Αυτός που το πρόσωπο του δεν αναδίνει φως, δεν θα γίνει ποτέ άστρο.


Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τους καρπούς του χρόνου.


Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για θλίψη.


Τις ώρες της τρέλας τις μετράει το ρολόι• της σοφίας όμως κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.


Η τροφή που χορταίνει δεν πιάνεται με δίχτυ ή παγίδα.


Την κακή χρονιά βγάλε το τεφτέρι, το ζύγι και το μέτρο.


Κανένα πουλί δεν ανεβαίνει στα ύψη αν πετάει με τις δικές του φτερούγες.


Το νεκρό κορμί δεν παίρνει εκδίκηση για τις πληγές του.


Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.


Αν ο τρελός επέμενε στην τρέλα του θα γινόταν σοφός.


Η τρέλα είναι ο μανδύας της απάτης.


Η ντροπή είναι ο μανδύας της Έπαρσης.


Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τις πλίνθους της Θρησκείας.


Η έπαρση του παγονιού είναι η δόξα του Θεού.


Η λαγνεία του τράγου είναι η γενναιοδωρία του Θεού.


Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.


Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.


Η υπερβολική λύπη γελάει. Η υπερβολική χαρά θρηνεί.



Από τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης του Γουίλιαμ Μπλέικ / From the Marriage of Heaven and Hell by William Blake




Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.


Η αλεπού καταριέται το δόκανο, όχι τον εαυτό της.


Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.


Ο άντρας ας φορέσει το τομάρι του λιονταριού, η γυναίκα την προβιά του αμνού.


Το πουλί μια φωλιά, η αράχνη έναν ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.


Ο τρελός με το αυτάρεσκο χαμόγελο και ο σκυθρωπός βαρύθυμος τρελός μια μέρα θα νομιστούν σοφοί• για όλους, ράβδος.


Αυτό που σήμερα είναι αποδεδειγμένο, κάποτε δεν ήταν παρά γέννημα της φαντασίας.


Ο αρουραίος, ο ποντικός, η αλεπού, ο λαγός κοιτάζουν τις ρίζες• το λιοντάρι, η τίγρη, το άλογο, ο ελέφαντας κοιτάζουν τους καρπούς.


Η στέρνα περιέχει• η κρήνη ξεχειλίζει.


Μια σκέψη γεμίζει το άπειρο.


Λέγε πάντα ελεύθερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφύγει.


Ό,τι πιστευτό, είναι μια εικόνα της αλήθειας.


Ο αετός δεν έχασε ποτέ του τόσο χρόνο όσο τότε που βάλθηκε να μάθει απ' το κοράκι.


Η αλεπού προνοεί για τον εαυτό της, αλλά ο Θεός προνοεί για το λιοντάρι.


Το πρωί να σκέφτεσαι. Το μεσημέρι να πράττεις. Το βράδυ να τρως. Τη νύχτα να κοιμάσαι.


Αυτός που άφησε να τον εξαπατήσεις, σε γνωρίζει.


Όπως το αλέτρι υπακούει στις λέξεις, έτσι και ο Θεός ανταμείβει τις προσευχές.


Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της μάθησης.


Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.


Ποτέ δεν θα μάθεις τι είναι αρκετό αν δεν μάθεις τι είναι περισσότερο από αρκετό.


Ν' ακούς τις κατηγόριες του τρελού. Είναι βασιλικός τίτλος!


Τα μάτια της φωτιάς, τα ρουθούνια του αέρα, το στόμα του νερού, τα γένια της γης.


Ο άτολμος είναι τολμηρός στον δόλο.


Η μηλιά δεν ρωτάει ποτέ την οξιά πως να μεγαλώσει• ούτε το λιοντάρι το άλογο πως να πιάσει τη λεία του.




Εικαστικό και στίχοι του Ουίλιαμ Μπλέικ για τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης / William Blake's art for The Marriage of Heaven and Hell





Ο ευγνώμων αποδέκτης χαίρεται πλούσια σοδειά.


Αν άλλοι δεν ήταν ανόητοι, θα 'πρεπε να 'μασταν εμείς.


Η ψυχή της γλυκιάς ηδονής ποτέ δεν μιαίνεται.


Όταν κοιτάζεις έναν Αετό, κοιτάζεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ύψωσε το βλέμμα σου!


Όπως η κάμπια διαλέγει τα πιο όμορφα φύλλα για ν' αποθέσει τ’ αυγά της, έτσι και ο παπάς εξαπολύει την κατάρα του πάνω στις πιο όμορφες χαρές.


Για να γεννηθεί ένα αγριολούλουδο χρειάζεται τοκετός αιώνων.


Η κατάρα δυναμώνει• η ευχή χαλαρώνει.


Το καλύτερο κρασί είναι το πιο παλιό, το καλύτερο νερό είναι το πιο φρέσκο.


Οι προσευχές δεν οργώνουν! Οι ύμνοι δεν θερίζουν! Οι χαρές δεν γελούν! Οι θλίψεις δεν κλαίνε!


Το κεφάλι Ευγένεια, η καρδιά Πάθος, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.


Ό,τι ο αέρας για το πουλί κι η θάλασσα για το ψάρι, έτσι κι η καταφρόνια για τον αξιοκαταφρόνητο.


Το κοράκι θα ήθελε όλα να είναι μαύρα• η κουκουβάγια όλα να είναι λευκά.


Το Σφρίγος είναι Ομορφιά.


Αν το λιοντάρι έπαιρνε συμβουλές από την αλεπού, τότε θα γινόταν πονηρό.


Η Πρόοδος φτιάχνει ίσιους δρόμους• αλλά οι ανώμαλοι δρόμοι χωρίς την Πρόοδο είναι οι δρόμοι της Ιδιοφυΐας.


Καλύτερα να πνίξεις ένα μωρό στην κούνια του παρά να τρέφεις ανικανοποίητους πόθους.


Εκεί που απουσιάζει ο άνθρωπος, η φύση είναι στείρα.


Η Αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί έτσι που να είναι κατανοητή, αλλά όχι πιστευτή.


Φτάνει! ή Περισσεύει.»



Ήταν ένα απόσπασμα από τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» του Ουίλιαμ Μπλέικ, οι οποίοι κυκλοφορούν σε μετάφραση και εισαγωγή του Χάρη Βλαβιανού από τις εκδόσεις Νεφέλη. Για την παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, 2017-19.



Η φωνή του διαβόλου, εικονογράφηση και στίχοι του Ουίλιαμ Μπλέικ, από τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης / The voice of the devil, by William Blake

5 Μαρτίου 2017

Καλώς ήρθες στον κόσμο των ανθρώπων, μικρούλη





«Νομίζω πως βλέπω κάτι βαθύτερο, πιο απέραντο, περισσότερο αιώνιο απ’ τον ωκεανό στην έκφραση των ματιών ενός μικρού μωρού, όταν ξυπνάει το πρωί και γουργουρίζει ή γελάει επειδή βλέπει τον ήλιο να αντικαθρεφτίζεται στην κούνια του».Vincent Van Gogh


Το πλασματάκι που βλέπετε είναι ο ανιψιός μου. Μένει στο εξωτερικό, κάπου στο μακρινό βορρά, μα επισκέφτηκε για πρώτη φορά μαζί με τη μαμά και το μπαμπά του τη χώρα μας πρόσφατα. Είχα λοιπόν την ευκαιρία να τον δω, να του μιλήσω (προσπαθώντας να θυμηθώ την αιώνια γλώσσα των μωρών), να τον τραβήξω άφθονες φωτογραφίες – και να διαπιστώσω πόσο μικροσκοπικό είναι το χεράκι και πόσο παρδαλά είναι τα ποδαράκια ενός μωρού. Είναι ένας ανιψιός που σκορπάει παντού χαμόγελα και τα μάτια του πετούνε σπίθες – με κάνει περήφανο σαν θείο.

Το σημερινό κείμενο είναι γι’ αυτόν λοιπόν – μα και για τα μωρά όλου του κόσμου. Τα μικρά αυτά πλασματάκια που ξεφυτρώνουν κάθε μέρα εδώ κι εκεί, σαν τα άνθη στις κερασιές του Μάρτη, ή σαν πολύχρωμες πιτσιλιές στην επιφάνεια ενός καμβά. Μένει το πινέλο να περάσει απαλά από πάνω τους και να δημιουργήσει κάτι μέσα απ’ το ανέμελό τους χάος. Ελπίζω κάτι καλόγουστο.

Μα δεν θα δείτε πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες γι’ αυτά τα πλασματάκια, ή πηχυαίους τίτλους στα δελτία ειδήσεων. Τα δεύτερα προτιμούν να δείχνουν όσους φεύγουν, όχι όσους έρχονται. Ο δείκτης θεαματικότητάς τους μένει αγκυλωμένος στο τέλος του χειμώνα, όχι στις απαρχές της άνοιξης. Όσο αφορά τη γλώσσα τους; Μεταξύ μας, βρίσκω ευφυέστερα τα «γκου γκου» ενός μωρού, από τα επαναλαμβανόμενα κλισέ ενός τυπικού τηλεοπτικού ρεπορτάζ.

Ένας λόγος παραπάνω να μιλήσω για σένα, λοιπόν, μικρούλη. Γιατί η γλώσσα σου μοιάζει με τη γλώσσα κάποιου ξεχασμένου, προαιώνιου πολιτισμού. Ή με τα κύματα μιας θάλασσας. Ή με το γουργουρητό μιας γάτας. Και το κλάμα σου; Η αρχή των πάντων – γιατί πάντα όταν ξεκινάς η όραση είναι θολή από τα δάκρυα. Σταδιακά, μονάχα, βλέπεις. Βλέπεις χρώματα, βλέπεις χαμόγελα, βλέπεις παράξενες κινούμενες μορφές – εγώ είμαι αυτά; σκέφτεσαι. Βλέπεις και νιώθεις. Νιώθεις το κρύο, νιώθεις τη ζεστασιά. Νιώθεις την έλλειψη, νιώθεις την πλήρωση. Νιώθεις την αγκαλιά της μάνας σου, βυθίζεσαι στη θάλασσα των ματιών της. Μια θάλασσα που σου θυμίζει εκείνη που στερήθηκες. Κι έτσι – μέσα απ’ τις αισθήσεις σου – μαθαίνεις.





Σταδιακά θα μάθεις να μιλάς τη δική μας γλώσσα – θα μάθεις να κατηγοριοποιείς με λέξεις τις ανάγκες σου, να συμπιέζεις σε γράμματα τις επιθυμίες σου, να περιχαρακώνεις σε κωδικοποιημένες φράσεις τα όνειρά σου. Ποιος ξέρει. Ίσως κάποιες από τις λέξεις αυτές να βρουν τη διέξοδο και να διαπεράσουν το κλουβί – να μάθουν στην πορεία να πετούν. Να γίνουν, όχι πια λέξεις, μα νότες, ενωμένες σε μια μοναδική μουσική.

Αυτός εδώ είναι ο κόσμος των ανθρώπων, μικρούλη. Ή αλλιώς, των πλασμάτων που μια ζωή προσπαθούν να καταλάβουν τι στο καλό συμβαίνει γύρω τους. Συνήθως δεν βγάζουν και πολύ νόημα – ή αν βγάζουν, αυτό είναι λανθασμένο. Ίσως θα έπρεπε να μιλήσουν ξανά στη γλώσσα σου, μικρούλη. Μπορεί να καταλάβουν περισσότερα έτσι.

Θυμάμαι, μικρούλη, που σε είδα μια μέρα να κοιμάσαι – μια μακάρια έκφραση αποτυπωμένη στα χαρακτηριστικά του προσώπου σου. Μια υποψία ενός ελαφρού προβληματισμού – μάλλον έβλεπες όνειρο. Ένας μικρός εξερευνητής που κάνει τις πρώτες εξορμήσεις του. Ένας τοσοδούλης Μαγγελάνος που μπήγει τη σημαία του στην επιφάνεια μιας ανεξερεύνητης ηπείρου. Τι να ονειρεύεται ένα μωράκι άραγε;

Σε έβλεπα, μικρούλη, ανάμεσα στους γονείς και τους παππούδες και τους θείους και τους φίλους. Ένα νέο πρόσωπο σ’ ένα γνώριμο περιβάλλον ανθρώπων. Ένα προσωπάκι που δεν ήταν εδώ πριν – μα τώρα είναι. Δεν ήταν πριν – μα τώρα είναι. Επαναλαμβάνω αυτή τη φράση, αναμασώ το νόημά της, προσπαθώ να την συνειδητοποιήσω. Μα κάτι μέσα της με ξεπερνάει. Πριν δεν ήταν – τώρα είναι.

Πριν δεν ήταν – τώρα είναι.

Υπάρχει κάτι εδώ, κάτι ασύλληπτο. Ξαφνικά αισθάνομαι μικρός – μικρότερος και από σένα, μικρούλη. Μα ως εκεί φτάνει η δύναμη της σκέψης μου. Αδυνατώ να πλάσω με λέξεις το άμορφο, να του δώσω σχήμα και μορφή. Ο πηλός είναι απέραντος και τα χέρια μου πολύ μικρά. Μα είναι όμορφη η αίσθηση. Ναι, αυτό είναι το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα.

Καλώς ήρθες, λοιπόν, στον κόσμο των ανθρώπων, μικρούλη. Είναι ένας τρελός κόσμος κάποιες φορές, ένας κόσμος που το πάνω δεν είναι πάντα πάνω και το κάτω δεν είναι πάντα κάτω… ένας κόσμος που ενίοτε βρέχει στη λιακάδα και κάνει ζέστη στη βροχή. Μα αν οχυρωθείς με άφθονη αγάπη δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς. Θα γελάς με τη λιακάδα, θα υπομένεις τη βροχή. Και θα αντιστέκεσαι στον άνεμο. Θα χτίζεις καταφύγιο με τη σκέψη και τη φαντασία σου. Και θα προσδοκάς καλύτερες μέρες.

Σου το εύχομαι, μικρούλη. Και ίσως, κάποια μέρα που θα έχεις μεγαλώσει, θα μου πεις αν θυμάσαι κάτι από τα όνειρα αυτά που έβλεπες, εκεί, στη μακάρια απανεμιά της κούνιας σου.


Ο θείος σου ο Κούνελος


27 Φεβρουαρίου 2017

Στα Χνάρια του Κούνελου #1: Από τους Dropkick Murphys στο Ασχημόπαπο





Ακολουθώντας το κουνέλι ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: θα βρεθείς στα πιο παράξενα και ασυνήθιστα μέρη. Σε μια σύγχρονη punk συναυλία, για παράδειγμα – μόνο που στο τέρμα του διαδρόμου, στέκεται ένα παράξενο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Ο ίδιος ο Φρόυντ, μάλιστα, γυροφέρνει εκεί κοντά, κρατώντας σημειώσεις. Για κάποιο λόγο ξαπλώνεις στο ντιβάνι (πάντα ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο), κλείνεις τα μάτια σου – και ξεχύνονται μπροστά σου παπάκια και κοτόπουλα που κακαρίζουν ξέφρενα. Τα ανοίγεις και διαπιστώνεις πως βρίσκεσαι σ’ ένα πολύχρωμο παραμύθι – από εκείνα που έγραφε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Μα το παραμύθι μιλάει για κοινωνικές διακρίσεις και αποξένωση – αυτός δεν είναι ο ανέμελος κόσμος της παιδικής ηλικίας, φίλε μου! Κι ενώ έχεις αρχίσει να συγχύζεσαι με όσα συμβαίνουν γύρω σου, οι νότες από μια γνώριμη τρομπέτα σκορπούν παρηγοριά στις έγνοιές σου… Κι ένας νεαρός νέγρος γυρίζει εκεί κοντά, σαν άλλος Μάγος του Χάμελιν, μαγεύοντας με τη μουσική του ζώα και ανθρώπους. «Πως σε λένε, παλικάρι;». «Miles», απαντά. Για δες, κάπου το έχω ακούσει αυτό το όνομα…

Όλα μοιάζουν με όνειρο. Ή ενδεχομένως με μια βουτιά στα άδυτα της Κουνελοχώρας. Τι ήθελες να ακολουθήσεις το κουνέλι;



Dropkick Murphys live in Athens. Μία όχι ακριβώς ανταπόκριση.






Δεν πέρασε πολύς καιρός από την συναυλία των Dropkick Murhpys, κάπου εκεί στη διάρκεια του Φλεβάρη, κι ακόμα σιγοτραγουδώ τη μελωδία του Rose Tattoo” (click). Παρέα με το πλήθος των φίλων που τους αγκάλιασαν, θυμίζοντάς μου πως, τουλάχιστον όσο αφορά ξένους καλλιτέχνες, δεν έχουμε ξεχάσει σα λαός να εκδηλώνουμε τη φιλοξενία και την αγάπη μας. Εκείνη, για την οποία λέγαν κάποτε πως φημιζόμαστε σαν λαός. Καλά θα ήταν να το εφαρμόζαμε και σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις βέβαια.

Μεταφέρομαι πίσω στο μπαρουτοκαπνισμένο, κατάμεστο χώρο του live – πείθοντας τον εαυτό μου πως η ατμόσφαιρα παραπέμπει στο εσωτερικό κάποιας ιρλανδέζικης pub, μετά από κάποια μάχη των δρόμων ίσως, όταν οι εργάτες έχουν αποθέσει τα όπλα τους στην άκρη κι έχουν πιάσει τις μπύρες – στην ατμόσφαιρα μιας pub και όχι στον κάκιστο εξαερισμό του χώρου. Θυμάμαι τα τραγούδια, νιώθω τον παλμό, παρασύρομαι απ’ το κέφι που μας μεταφέρει στα παλιά – όταν το πρώτο από τα συγκροτήματα που προσέμιξαν την παραδοσιακή κέλτικη μουσική με το Punk, οι Pogues, έδιναν τα εναρκτήρια live τους μπροστά στο απορημένο, μα και ενθουσιώδες, βρετανικό punk κοινό. Και ακόμα πιο πίσω, δεκαετίες πριν – όταν ιρλανδέζικες μπάντες όπως οι Dubliners, οι Chieftains, οι Planxty και οι Clancy Brothers αντλούσαν από την τόσο πλούσια μουσική παράδοση της χώρας τους και αναβίωναν τις κέλτικες μελωδίες που πιάνουν ρίζες στο χρόνο, σαν κάποιο καταπράσινο δέντρο φυτεμένο στα άδυτα της γης.

Μα δεν είναι μόνο η παράδοση, ούτε εκείνο το πνεύμα του καταπράσινου θεού του δάσους, που γυροφέρνει με τον αυλό του ντυμένος με μια αρμαθιά φύλλα – ένας θεός που μας είναι γνώριμος απ’ τα παλιά, τα πολύ παλιά. Είναι και οι στίχοι – τραγούδια που μιλούν για μάχη, για οδοφράγματα, για εξέγερση, για επανάσταση. Συνδέονται αυτά με το πνεύμα του θεού του δάσους; Ασφαλώς και συνδέονται, και το γνωρίζουμε καλά.

Θα σταθώ στο φινάλε της συναυλίας. Στη διάρκεια του τελευταίου τους τραγουδιού, κάποιες μεθυσμένες με κέφι (ή ενδεχομένως με διονυσιακό πνεύμα) κοπέλες ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή και αρχίζουν το χορό. Κάποιες άλλες τις ακολουθούν. Δεν ήθελε πολύ – ένας μετά τον άλλο, πλήθος κόσμου από τις πρώτες σειρές της συναυλίας ανεβαίνει πάνω στη σκηνή, πιάνει το χορό και τραγουδάει παρέα με τους μουσικούς. Έχω πάει σε πολλά live, στη χώρα μας και στο εξωτερικό – μα πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο.
Μου θύμισε πως υπάρχουν δύο μορφές τέχνης. Εκείνη που έχουμε συνηθίσει – η τέχνη της παράδοσης, που απαιτεί μια μορφή αποστασιοποίησης ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό του· μια ενατένιση από μακριά, μια σχέση πομπού και δέκτη, το έργο από τη μία και ο καταναλωτής από την άλλη…

Και υπάρχει και η τέχνη που έχουμε ξεχάσει: εκείνη στην οποία δημιουργός και δέκτης σμίγουν σε μια διονυσιακή ενότητα – παραπέμποντας στον Νίτσε. Πλέον δεν είναι το έργο τέχνης «κάπου εκεί έξω» κι εσύ ο θεατής που το παρατηρείς… μα συναποτελείτε το έργο τέχνης, μαζί, από κοινού. Είναι ο χορός που μοιράζεστε, τα τραγούδια που τραγουδάτε, η κοινή ενέργεια που μοιράζεστε. Δεν υπήρχε αμφιβολία: στο φινάλε της συναυλίας τέχνη δεν ήταν η μουσική του συγκροτήματος πάνω στη σκηνή – μα όλος αυτός ο κόσμος που χόρευε και τραγουδούσε μαζί του. Όλος ο παλμός ενός κλειστού χώρου που είχε μεταμορφωθεί σε ένα ενιαίο μουσικό ψηφιδωτό.

Για λίγο έστω. Μέχρι οι νότες να σιγήσουν και να επανέλθει ο κόσμος στα κουκούλια του.

Σε μια εποχή αναζήτησης εκείνων που μπορούν να μας ενώσουν – γιατί αυτά που μας χωρίζουν είναι τόσο εύκολο να τα διατυμπανίζει ο καθένας – η αίσθηση που μου μετέδωσε το φινάλε αυτής της συναυλίας, ήταν εκείνη μιας απάντησης: εδώ βρίσκεται ο δρόμος, λοιπόν. Στην αναβίωση της δημόσιας τέχνης· στη συμμετοχή του κόσμου· στο ζωντάνεμα της γειτονιάς, της κοινότητας, της πολιτείας. Όταν χιλιάδες φωνές τραγουδούν και χορεύουν – ξεχνώντας για λίγο το άχθος και τις έγνοιες που τους βασανίζουν.

Όταν θυμούνται αυτά που τους ενώνουν. Πόδια που πατούν στη γη. Βλέμματα που ατενίζουν τ’ αστέρια. Και λίγη μπύρα να δροσίσει τις στεγνές καρδιές.







Ο Φρόυντ και οι γυναίκες



Ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Sigmund Freud, ποτέ δεν είχε κατανοήσει σε βάθος τα μυστικά της γυναικείας φύσης. Οι αναλύσεις του πάνω στο γυναικείο φύλο υπήρξαν αμφιλεγόμενες και γεννούσαν περισσότερα ερωτηματικά, παρά έδιναν απαντήσεις. Πολλοί μίλησαν για "φαλλοκρατισμό" - δεν είχαν και εντελώς άδικο, εδώ που τα λέμε, μα δε πρέπει να ξεχνάμε το χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο, εντός του οποίου έκανε τις έρευνες του ο Φρόυντ... Το πλαίσιο της βαθύτατα συντηρητικής στα ήθη (και βαθιά καταπιεστικής) βικτωριανής εποχής.

Ωστόσο οι κατήγοροι είχαν παραβλέψει το εξής: Ο Φρόυντ ποτέ δεν ισχυρίστηκε πως "γνωρίζει" τις γυναίκες. Αρκετές φορές επαναλάμβανε στα γραπτά του για το "ανεξιχνίαστο της γυναικείας φύσης" και η στάση που υιοθετούσε ήταν εκείνη ενός σκεπτικιστή. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα, με το οποίο κλείνει η παράδοση του πάνω στο θέμα της "Θηλυκότητας" - μία από τις τελευταίες παραδόσεις του, στις αρχές της δεκαετίας του 30. Η τελευταία πρόταση ειδικά, ίσως λέει περισσότερα απ' όσα θα μπορούσαν να πουν όλες οι επιστήμες μαζεμένες…

«Αυτά ήταν όλα όσα είχα να σας πω σχετικά με τη θηλυκότητα. Οπωσδήποτε είναι ατελή και αποσπασματικά, και όχι πάντα ευχάριστα. Μην ξεχνάτε όμως ότι περιέγραψα την γυναίκα μόνο στον βαθμό που καθορίζεται από τη σεξουαλική λειτουργία της. [...]. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τη θηλυκότητα, ψάξτε στις προσωπικές σας εμπειρίες, στραφείτε στους ποιητές, ή περιμένετε ώσπου να σας δώσει η επιστήμη βαθύτερες και πιο σαφείς πληροφορίες».

Το απόσπασμα προέρχεται από τη "Νέα Σειρά των Παραδόσεων για την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση".  Στη φωτογραφία ο Φρόυντ με την κόρη (και συνεχιστή του έργου του) Anna Freud.







Miles. Εξομολογήσεις στα χρόνια της (ρατσιστικής) χολέρας



«Η παλιότερη ανάμνηση μου, από τότε που ήμουν μικρό παιδί, ήταν ένας λευκός άντρας να με κυνηγάει στον δρόμο και να φωνάζει: «Nέγρε! Νέγρε!», είχε πει σε μια συνέντευξη του το 1962 ο Miles Davis.

Ευκατάστατος πλέον, αναγνωρισμένος και περιζήτητος από όλο το μουσικόφιλο κοινό, θυμόταν τα παλιά και μια λάμψη αχνόφεγγε στα μάτια του. Εν έτει 1962 ο Miles ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής. Μα την εποχή εκείνη οι μαύροι καλλιτέχνες και μουσικοί στην πλειοψηφία τους εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται σαν “entertainers” από το λευκό κοινό, όργανα ψυχαγωγίας, αντανακλώντας παραδόσεις που βυθίζονταν πίσω στα χρόνια της υποδούλωσης τους.

Ο Miles δεν ήταν τέτοιος. Πάντα σοβαρός, σπάνια χαμογελούσε στις κάμερες. Δεν έπαιζε θέατρο, δε πουλούσε κάποιο image. Του άρεσαν οι γυναίκες και τα γρήγορα αμάξια. Κάποιοι τον κατηγορούσαν πως το έπαιζε πολύ «σκληρός»... Ο Miles αδιαφορούσε. Ήταν απλά ο εαυτός του.

Σε αντίθεση με πλήθος άλλων μαύρων μουσικών της Jazz, που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια μες στη φτώχεια, o Miles μεγάλωσε σε μια ευυπόληπτη αστική οικογένεια – ήταν γιος οδοντίατρου. Ήταν επίσης ομορφόπαιδο. Αυτά δεν υπήρξαν αρκετά ωστόσο για να γλιτώσει από τις κοροϊδίες των συμμαθητών του – ίσως μάλιστα να τις ενίσχυσαν. “Pretty boy, pretty boy!”, τον φώναζαν κοροϊδευτικά. Προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή, ο νεαρός Miles το έπαιζε σκληρός. Ίσως για τον λόγο αυτόν, μεγαλώνοντας, απέκτησε ένα τόσο αρρενωπό, σοβαρό image.








«Ήμουν ο καλύτερος στη τάξη της μουσικής στην τρομπέτα. Το ήξερα – το ξέραμε όλοι. Μα όλα τα βραβεία των διαγωνισμών πήγαιναν στα παιδιά με τα γαλάζια μάτια. Με εξόργιζε τόσο πολύ αυτό, που πήρα απόφαση να ξεπεράσω κάθε λευκό μουσικό στα πνευστά... Έαν δεν είχα βιώσει τόση προκατάληψη, ίσως το κίνητρο μου στη μουσική να ήταν μικρότερο».

Στο εξώφυλλο του δίσκου του “Someday My Prince Will Come” του 1961 (το βλέπουμε στη φωτογραφία πάνω δεξιά), ο Miles απαίτησε να απεικονίζεται η γυναίκα του – όπως και έγινε. Ήταν κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών – ένα εξώφυλλο δίσκου με μια μαύρη γυναίκα ως μοντέλο, χωρίς να είναι η ίδια μουσικός ή τραγουδίστρια. Η κυρίαρχη τάση ήταν τα μοντέλα να είναι πάντα λευκά, ακόμα και σε δίσκους μαύρων μουσικών. Και αυτό δε συνέβαινε μόνο στη μουσική, μα παντού στον χώρο του θεάματος. «Εάν οι ταινίες ή η τηλεόραση υποτίθεται αντανακλούν αυτή τη χώρα, και αν η χώρα αυτή είναι δημοκρατική, γιατί δε το κάνουν; Ας βλέπουμε όλους τους ανθρώπους να χορεύουν και να τραγουδούν. Εγώ τους βλέπω συνεχώς στους δρόμους, κάτω στην πόλη, μα στην τηλεόραση και τις ταινίες μόνο οι λευκοί κάνουν την εμφάνιση τους».

Τέτοια έλεγε ο Miles Davis, εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 60. Και, εν συνεχεία, έπιανε την τρομπέτα του και ύφαινε νότες σε σκοπούς σα τον ακόλουθο...




Το Ασχημόπαπο. Λόγια και μια εικονογράφηση.






Πιθανό να έρθει κάποια στιγμή η μέρα που θα μιλάμε όχι μόνο μέσα από κείμενα, μα και από κάποια εικαστικά δικά μου. Ή, ακόμα καλύτερα, μέσα από τον συνδυασμό τους. Όπως θα κάνουμε τώρα, για παράδειγμα. Η εικονογράφηση που βλέπετε είναι πρόσφατη - την προορίζω (μα όχι στη μορφή που βλέπετε) για ένα παιδικό βιβλίο.

Όπως όλα τα κλασικά παραμύθια, έτσι και το "Ασχημόπαπο" του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν μπορεί να μιλήσει σε πολλαπλά επίπεδα. Ένα παιδί θα ευχαριστηθεί τις περιπέτειες του μικρού ασχημόπαπου και το χαρούμενο φινάλε - όταν πια έχει γίνει ένας όμορφος κύκνος, και τα παπάκια, που άλλοτε το κορόιδευαν, απομένουν να το κοιτάζουν με θαυμασμό.

Μα σε ένα διαφορετικό επίπεδο, τι άλλο συμβολίζει το παραμύθι αν όχι τις κοινωνικές διακρίσεις και την αντιμετώπισή τους; Σκεφτείτε λίγο. Οι πάπιες που εμπαίζουν το μέλος της οικογένειας που είχε την ατυχία να μη μοιάζει με αυτές... η απομόνωση του ασχημόπαπου, ως μοναδική διέξοδος στον εμπαιγμό... μα και το σημαντικότερο όλων: η αναζήτηση του μοναχικού, προσωπικού του δρόμου.

Σε αυτό το τελευταίο βρίσκω ο ίδιος και το σημαντικότερο νόημα του παραμυθιού. Στο γεγονός πως το ασχημόπαπο πήρε το δρόμο του. Μονάχο του - μα πήρε το δρόμο του. Ακολούθησε την πορεία του. Έζησε την περιπέτειά του.

Σκεφτείτε λοιπόν πόσο επίκαιρο θα μπορούσε να είναι αυτό το παραμύθι στις μέρες μας. Οι κοινωνικές διακρίσεις έχουν πολλαπλές μορφές: μπορεί να είναι διακρίσεις εξωτερικής εμφάνισης, μα μπορεί επίσης να είναι διακρίσεις φύλου, φυλής, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης, τρόπου ζωής, συνηθειών, ή επαγγέλματος.

Και μόνο εκείνος που έχει νιώσει μόνος και διαφορετικός από όλους τους υπόλοιπους (γιατί ΕΚΕΙΝΟΙ τον έκαναν να νιώσει έτσι), ξέρει τι σημαίνει αυτό.

Μα αν γραφόταν ξανά στις μέρες μας το "Ασχημόπαπο", έχω την αίσθηση πως δεν θα χρειαζόταν καν να εξελιχθεί σε πανέμορφο κύκνο μεγαλώνοντας... Η μεταμόρφωση θα ήταν διαφορετικής φύσης. Μεγαλώνοντας, θα συνειδητοποιούσε αυτό και μόνο: πως η ανακάλυψη του εαυτού του είναι το σημαντικότερο όλων.

Και οι άλλοι - όλοι εμείς - θα το αποδεχόμασταν γι' αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητά του.

"Γίνε αυτός που είσαι" - Φρίντριχ Νίτσε



Υστερόγραφο. Για την αυξανόμενη απήχηση του Κουνελιού.



Ο Φλεβάρης του 17 υπήρξε ο μεγαλύτερος σε επισκέψιμοτητα μήνας στα χρονικά της Κουνελοχώρας. Καταλύτης στάθηκε η αναδημοσίευση στη σελίδα στο Facebook της μελέτης για τον Βίλχελμ Ράιχ και το φασισμό – από εκείνα τα κείμενα που έχω πει πως επιθυμώ να αναδημοσιεύω χρόνο με το χρόνο, για όσο χρειαστεί, και είναι ευχάριστο να βλέπω μια σημαντική μερίδα του κόσμου να ανταποκρίνεται θετικά. Πέραν αυτού όμως, και με μια χούφτα αναρτήσεις όλες κι όλες, ήταν χιλιάδες οι φίλοι που επισκέφτηκαν το Λαγούμι μέσα στο μήνα που μας πέρασε.

Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες ήθελα να πω. Και αυτό με μια χούφτα μηνιαίες αναρτήσεις κι όλες. Σκέψου να έγραφα κάθε μέρα. Σε μια κοινωνική πραγματικότητα που θα διέθετε, όχι έξι ή εφτά, μα 17 ώρες καθημερινού ελεύθερου χρόνου, πιθανό να συνέβαινε.

Από την άλλη όμως, γιατί να γράφει κάποιος κάθε μέρα; Μου αρέσει που ανεβάζω κάποιο κείμενο και μένει αρκετές μέρες πρωτοσέλιδο, μέχρι να πάμε στο επόμενο – μεστώνει, σαν κρασί. Εδώ δεν είναι εφημερίδα (μη σας παραπλανεί η εικόνα στο ξεκίνημα!), να ανανεώνονται κάθε τρεις και λίγο οι ειδήσεις – και να έχεις ξεχάσει τι διάβασες πριν πέντε λεπτά. Στο Λαγούμι του κούνελου τα ρολόγια των συμβατικών ρυθμών και της διαρκώς ανανεώσιμης, αγχώδους καθημερινής εναλλαγής, είναι άχρηστα.

Μια χούφτα αναρτήσεις, λοιπόν. Μεστές όμως, φτιαγμένες με μεράκι. Συνοδευόμενες, ενίοτε, από εικαστικά που έχω επιμεληθεί ο ίδιος, σε μάκρος χρόνου. Τίποτα εδώ μέσα δεν γίνεται γρήγορα. Τίποτα δεν τρέχει σε ρυθμούς διαφημιστικών σποτ, σε φευγαλέα ένστικτα μιας λεζάντας, σε ρυθμούς μαζικής παραγωγής. Κάποια πράγματα θέλουν το χρόνο τους. Και υπάρχει μια μερίδα κόσμου που το γνωρίζει και το εκτιμάει. Άσε τους άλλους να τρέχουν, να χοροπηδούν σαν βάτραχοι, ο ένας στο κεφάλι του άλλου, προσπαθώντας να φτάσουν πιο ψηλά. Εμένα οι ήρεμοι δημιουργικοί ρυθμοί μου ταιριάζουν περισσότερο. Το καλό κρασί δεν το απολαμβάνεις μονοκοπανιά…

Ως Φονικό Κουνέλι δεν σκοπεύω να αλλάξω πολλά πράγματα εδώ μέσα. Ό,τι κάνω μέχρι σήμερα, θα το συνεχίσω με τη μορφή που βλέπετε, για όσο καιρό με ικανοποιεί δημιουργικά και διαπιστώνω πως έχει ανταπόκριση στους αναγνώστες. Πέραν αυτού όμως, υπάρχουν και κάποια κρυμμένα τραπουλόχαρτα στο μανίκι – κάποια δημιουργικά project που έχω στα σκαριά και ξεφεύγουν από τα πλαίσια των blogs, των κοινωνικών δικτύων και του ίντερνετ. Μα αυτά με τον καιρό – καλά να είμαστε.


Για την ώρα, συνεχίζουμε!