14 Φεβρουαρίου 2016

Το Χρονικό της Τζαζ, μέρος ΙΙΙ: Οι Νύχτες του Σικάγο






Σικάγο, 1923. Νύχτες νοτισμένες με ποτό και απολαύσεις. Ένα μαγαζί παραδομένο στον καπνό απ’ τα τσιγάρα, βυθισμένο θα ‘λεγες σε όνειρο. Αινιγματικοί τύποι που γνέφουν με νόημα στο σκιόφως. Σκοτεινά βλέμματα που αντανακλούν τη λάμψη του χρυσού. Μια γυναίκα με κοντό μαλλί και λαμπερά δόντια, όμοια με διαμάντια. Μάτια γάτας, γουργούρισμα πάνθηρα. Ένα στέκι κατάμεστο από κόσμο, όπως φαντάζεσαι, αν και δυσκολεύεσαι να διακρίνεις τον διπλανό σου μες στην καταχνιά.

Μα είναι όλοι τους εδώ – το ξέρεις. Μιλούν, χορεύουν, γελούν και πίνουν, πίνουν ασταμάτητα· κόντρα στο νόμο, κόντρα στα ήθη. Ήταν 1919 όταν κηρύχθηκε παράνομη στη χώρα η παρασκευή, η διακίνηση και η πώληση αλκοολούχων ποτών – ήταν η Ποτοαπαγόρευση. Μα ο νόμος έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα: σαν μανιτάρια ξεφύτρωναν τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, το ένα μετά το άλλο, και οι ιδιοκτήτες τους έτριβαν τα χέρια τους με ικανοποίηση. Το παράνομο χρήμα έδινε κι έπαιρνε και τα κέρδη φούσκωναν τις τσέπες (και τις κοιλιές) των βασιλιάδων της νύχτας. Η Ποτοαπαγόρευση έμοιαζε με φράγμα που προσπαθούσε να εμποδίσει το χείμαρρο μιας εποχής ολόκληρης – γιατί στα χρόνια της Δεκαετίας του 20 η κοινωνία μεταμορφωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς, πέρα από νόμους και διατάξεις που κατόρθωναν μόλις να ξύσουν την επιφάνεια ενός κοχλάζοντος ηφαιστείου, έτοιμου να εκραγεί. Θέλοντας ν’ αποτινάξει από πάνω του το βάρος ενός Παγκοσμίου Πολέμου, γυρίζοντας σελίδα στο παρελθόν και αδιαφορώντας για το μέλλον, ο κόσμος επέλεξε να αφεθεί στην ασυδοσία – ή τη λησμονιά – της νύχτας. Το ποτό ήταν το έμβλημα της νέας εποχής. «Ξέχασε τά όλα!», το σύνθημά της.

Το Lincoln Gardens ήταν τον καιρό εκείνο το μεγαλύτερο κέντρο χορού του Σικάγο. Τα βράδια τα πλήθη συνωστίζονταν για να πιουν, να ερωτοτροπήσουν, να αφεθούν, να λογομαχήσουν, να ζυγιάσουν βλέμματα, να κάνουν μπίζνες. Μα και για να παρακολουθήσουν την πιο καυτή μπάντα των καιρών: τη μπάντα του Joe “King” Oliver. Έχοντας μεταναστεύσει στο Σικάγο απ’ τη Νέα Ορλεάνη, όπως έκαναν χιλιάδες μαύροι τον καιρό εκείνο, ο Τζόε Όλιβερ μετέφερε στις αποσκευές του τον ανανεωτικό αέρα της μουσικής της πολιτείας του. Ήταν μια καινούργια μουσική που συνάρπαζε τα πλήθη. Ορισμένοι την αποκαλούσαν «Τζας» ή «Τζαζ» - μια λέξη ριζωμένη στη σλανγκ ορολογία των καιρών – μα ο περισσότερος κόσμος την ονόμαζε απλά “Hot Music”. Και αν τα περασμένα χρόνια οι λευκοί μουσικοί είχαν πρώτοι ηχογραφήσει μια εκδοχή αυτής της μουσικής, οι γνώστες ήξεραν καλά πως η αυθεντική Hot Music ήταν υπόθεση των μαύρων και πως η Νέα Ορλεάνη ήταν η πατρίδα της. Ανάμεσά τους, ο Τζόε Όλιβερ ήταν ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς – εξ’ ού και το παρατσούκλι «Κινγκ» Όλιβερ, με το οποίο έγινε γνωστός.

Ο Κινγκ Όλιβερ ήταν ένας γιγαντόσωμος, εντυπωσιακός τύπος μ’ ένα σημάδι πάνω από το αριστερό του μάτι. Εισήγαγε άφθονες καινοτομίες στο παίξιμο της κορνέτας όπως τα mutes ή η μίμηση ανθρωπίνων ήχων, όπως για παράδειγμα ο ήχος ενός μωρού που κλαίει. Και η μπάντα του υπήρξε η πρώτη αφροαμερικανική πετυχημένη μπάντα, σε μια εποχή που στις ηχογραφήσεις κυριαρχούσαν οι μπάντες των λευκών – απομιμήσεις, οι περισσότερες, του στυλ που πρώτοι καθιέρωσαν οι μαύροι. Ασφαλώς ούτε λόγος να γίνεται για μεικτά συγκροτήματα, απαρτιζόμενα από λευκούς και μαύρους μουσικούς μαζί · η δεκαετία του 20 έφερε πολλές ελευθερίες μεν, μα κάτι τέτοιο φάνταζε ακόμα αδιανόητο.


King Oliver's Creole Jazz band


Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μουσικής του Κινγκ Όλιβερ ήταν η δημιουργία ηχητικών υφών (textures), όμοιες με τις υφές που διέπουν μια ζωγραφική σύνθεση. Οι μουσικοί του έμοιαζαν περισσότερο με εικαστικούς: συνέθεταν ήχους που έμοιαζαν με αναλογίες και προσμίξεις χρωμάτων. Βασίζονταν περισσότερο στη διαίσθηση, όχι στην κωδικοποιημένη δομή της νότας και της κλίμακας που χαρακτηρίζει τη δυτική παράδοση. Ήταν μουσική που έφερνε κατά νου τα αρχέγονα χαρακτηριστικά της αφρικανικής μουσικής – που φάνταζε σαν φυσική συνέχεια μιας ιστορίας χιλιετιών. Ήταν η αυθεντική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης.

Υπήρχε κι ένας ακόμα μουσικός που ξεχώριζε στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ, παίζοντας δεύτερη κορνέτα. Ήταν ένας μάλλον παχουλός νεαρός, λίγο μαζεμένος, του οποίου το όνειρο από μικρός ήταν να παίξει στο πλευρό του ινδάλματός του – και νά που τα κατάφερε τελικά. Ο νεαρός αυτός είχε δύο χαρακτηριστικά. Το ένα ήταν πως έτεινε να παίζει τόσο δυνατά την κορνέτα, που έφτανε κάποιες φορές ως και να επισκιάζει με το παίξιμό του τον ίδιο τον αρχηγό της μπάντας – κάτι ανεπίτρεπτο! Το άλλο ήταν το χαμόγελό του: ένα χαμόγελο που κυριολεκτικά άστραφτε, σκορπίζοντας την καταχνιά, φεγγοβολώντας στο σκοτάδι.

Ήταν ο Λούις Άρμστρονγκ. Και σήμερα, στο τρίτο μέρος του ταξιδιού μας στην Ιστορία της Τζαζ, θα μιλήσουμε γι’ αυτόν – μα όχι μόνο. Επιβιβαστείτε.






Η Μεγάλη Μετανάστευση – Από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο



«Μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της μουσικής της Νέας Ορλεάνης είναι πως το μεγαλύτερο μέρος της συνέβη στο Σικάγο», αναφέρει ο ιστορικός Ted Giola στο βιβλίο του για την Ιστορία της Τζαζ. Πραγματικά, αν η Νέα Ορλεάνη υπήρξε η σπίθα, η εστία απ’ την οποία ξεπήδησε η φλόγα, ήταν το Σικάγο το μέρος στο οποίο η φλόγα έγινε φωτιά.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 είδαν μία από τις μεγαλύτερες εσωτερικές μεταναστεύσεις στη σύγχρονη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Πάνω από 50.000 Αφροαμερικανοί εγκατέλειψαν το Νότο και κατέφτασαν στο Σικάγο, αποζητώντας ευκαιρίες για δουλειά και μια καλύτερη ζωή. Στο Νότο οι συνθήκες έφταναν να γίνουν ανυπόφορες. Ο αποκλεισμός απέναντι στους μαύρους ήταν στοιχείο της καθημερινότητας, ενώ τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 10 είχαν γνωρίσει μια αλματώδη άνοδο της δημοτικότητας της Κου Κλουξ Κλαν. Απέναντι στη φρικτή πραγματικότητα τα μοναδικά εφόδια που είχε συνήθως ένας νεαρός μαύρος, ήταν το ταλέντο του στη μουσική και μια τρομπέτα στο χέρι. Μα στην ανεμοδαρμένη πολιτεία του Σικάγο, κάποιες φορές, τα εφόδια αυτά ήταν αρκετά – τουλάχιστον για τους ικανότερους ή τους πιο τυχερούς.

Δεν ήταν όμως κάποια επίσημη κρατική πολιτική, ή κάποια κοινωνική μεταρρύθμιση εκείνη που καθιστούσε το Σικάγο μια πόλη γεμάτη ευκαιρίες· όχι, ήταν το οργανωμένο έγκλημα εκείνο που επέτρεψε την άνθιση της μουσικής στην πόλη. Γιατί στα χρόνια της Ποτοαπαγόρευσης δεν υπήρχε μεγαλύτερη επιχειρηματική ευκαιρία για τους Νονούς της νύχτας, από την ενασχόληση με τα κέντρα διασκέδασης και την παράνομη διακίνηση ποτού. Και ασφαλώς μπορούμε να φανταστούμε όλοι πως κέντρο διασκέδασης ή μπαρ δίχως ζωντανή μουσική είναι αδιανόητο. Νά λοιπόν πως αναπτύχθηκε η Τζαζ στην πόλη – και πως βρήκαν δουλειές τόσοι και τόσοι μουσικοί την εποχή εκείνη.



Nightlife by Archibald John Motley, Jr.


Στο Σικάγο κατευθύνονταν οι πάντες – η πόλη προσέλκυε τις μάζες σαν φωτεινή πηγή μες στο σκοτάδι. Οι επαγγελματικές ευκαιρίες αφορούσαν λευκούς και μαύρους. Μα όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, ήταν αδιανόητο να δει κάποιος τον καιρό εκείνον κάποια μεικτή φυλετικά μπάντα. Υπήρχαν τα συγκροτήματα των λευκών από τη μία· και των μαύρων ή των μιγάδων απ’την άλλη. Σε δισκογραφικό επίπεδο αντίστοιχα, υπήρχαν οι δίσκοι των λευκών και οι δίσκοι των μαύρων – γνωστοί και ως “Race Records”. 

Οι τελευταίοι είχαν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση – ο κόσμος διψούσε για «μαύρη» μουσική, κόντρα στις ανησυχητικές κωδωνοκρουσίες των συντηρηρητικών ηθικολόγων, που θεωρούσαν πως η μουσική αυτή αντανακλά την γενικευμένη κατάπτωση των ηθών. Ήδη εν έτει 1913 μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης προειδοποιούσε: «Υπάρχει η τάση η Αμερική να γίνει θύμα του συλλογικού πνεύματος των Νέγρων, μέσα από τη λεγόμενη Ragtime μουσική; Εάν ναι, τότε πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για να προφυλαχτεί η χώρα από τον επικείμενο κίνδυνο... εκτός κι αν είναι πια αργά. Η Ragtime μουσική συμβολίζει την πρωτόγονη νέγρικη μουσική και τους ηθικούς περιορισμούς του νεγρικού τύπου».

Δυστυχώς για τους ηθικολόγους, ήταν πια αργά. Το Ragtime είχε μετεξελιχτεί σε Jazz – και κόντρα στις απαγορεύσεις, τα κέντρα που άνθιζε αυτή η μουσική έκαναν χρυσές δουλειές στα χρόνια της δεκαετίας του 20. Και το «επικίνδυνο νέγρικο στοιχείο» κατέκλυζε ολοένα και περισσότερο τη ζωή και τα ήθη των Αμερικανών και της νεολαίας· μιας νεολαίας διψασμένης για διασκέδαση, για μουσική, για έρωτα, μα πάνω απ’ όλα... για ελευθερία. Σε τελική ανάλυση ο κόσμος των γονιών τους – ο κόσμος που συμβόλιζε την κυρίαρχη ηθική μιας παλαιότερης εποχής είχε καταλήξει στο αιματοκύλισμα ενός γενικευμένου Πολέμου. Ας γίνουμε ανήθικοι λοιπόν! φαίνεται να σκέφτηκαν τα πλήθη των καιρών. Και δίχως ενοχές παραδόθηκαν στις απολαύσεις μιας εποχής με έμβλημα τους ήχους της Τζαζ.







Οι Μεγάλες Κυρίες των Μπλουζ



Οι πρώτες μαζικά αναγνωρίσιμες μορφές της μαύρης μουσικής ήταν οι μεγάλες κυρίες των Μπλουζ. Σε μια εποχή που μια γυναίκα με μαύρο χρώμα δέρματος ταυτιζόταν ή με στερεότυπα νοικοκυράδων και ευτραφών υπηρετριών (“Big Mama”), ή με φορείς ελαφράς ψυχαγωγίας και πόρνες, οι πρώτες αυτές κυρίες των Μπλουζ ανέδειξαν μια περισσότερο δυναμική πτυχή του γυναικείου φύλου: εκείνου της γυναίκας που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και τραγουδά, με πάθος, για την πραγματικότητα που ζει. Εδώ δεν υπάρχει επιτήδευση, δεν υπάρχει σκέρτσο, εδώ η γυναίκα δεν υποδύεται κάποιο θεατρικό ρόλο. Είναι ο εαυτός της· τα λόγια ξεπηδούν ωμά από το στόμα της, ξέχειλα με την συνειδητοποίηση της πραγματικότητας που ζει. Μα το άρωμα γυναίκας είναι πανταχού παρόν – ίσως περισσότερο από ποτέ.

Τα λόγια τους ήταν η πραγματικότητα που εξιστόρησαν, σε στίχους, τα Blues. Γεννημένα στον αμερικανικό Νότο, όμοια με πίνακες κοινωνικού ρεαλισμού ή με τα έργα κάποιου νατουραλιστή συγγραφέα, τα πρώιμα αγροτικά Μπλουζ δεν προορίζονταν για διασκέδαση – μα για έκφραση, για εκφόρτιση, για λύτρωση μέσα από τη μουσική και τον προσωπικό στίχο. Αναφερθήκαμε στην αρχική ανάπτυξη των Μπλουζ στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ). Ο W.C. Handy, καταγράφοντας τη μουσική και μπολιάζοντάς τη με τις ισχύουσες μουσικές φόρμες των καιρών, γεφύρωσε τις αποστάσεις ανάμεσα στον κόσμο της επαρχίας και στον κόσμο της πόλης – ανάμεσα στο προσωπικό και το δημοφιλές. Το επόμενο βήμα δεν άργησε να γίνει. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 τα Μπλουζ του Δέλτα μετανάστευσαν κι αυτά με τη σειρά τους. Από τα χωράφια, τις αλέες, τους χωματόδρομους και τα κακόφημα μπαρ μετακόμισαν στα θέατρα και τα καμπαρέ. Είχαν γίνει παιδιά της Πόλης και της Νύχτας και αφέθηκαν να μεταμορφωθούν, υπό τους προβολείς και τη λάμψη των φώτων. Μα η αυθεντικότητα που χαρακτήριζε την αρχέγονη μορφή τους ήταν ακόμα εκεί.

Η αστικοποιημένη νέα εκδοχή των Μπλουζ καθιερώθηκε με την ονομασία «Κλασικά Μπλουζ» (Classic Blues). Δύο υπήρξαν τα προεξέχοντα χαρακτηριστικά τους: η παρουσία μιας μπάντας από χάλκινα, συχνά απαρτιζόμενης από μουσικούς της Τζαζ (ενώ στην αυθεντική μορφή τους τα Μπλουζ δεν ήταν παρά ο τραγουδιστής και η κιθάρα του) · και η κεντρική θέση μιας γυναίκας τραγουδίστριας.


Ma Rainey and fan


Εν μέρει ήταν μια στροφή στην παράδοση του αμερικανικού Vaudeville και των θεατρικών Minstrel Show. Σκοπός της μπάντας ήταν πρωτίστως να διασκεδάσει – η παρουσία της γυναίκας στον κεντρικό ρόλο προσέδιδε το αναγκαίο σεξ απίλ και τη λάμψη που χρειαζόταν για να προσελκύσει τα πλήθη. Βρισκόμαστε στις πόλεις εξάλλου, και στον κόσμο των νυχτερινών κέντρων δεν έχει σημασία η καλλιτεχνική ή η προσωπική έκφραση – μα η ψυχαγωγία. Τα Μπλουζ, έχοντας εγκατασταθεί στα αστικά κέντρα, φόρεσαν το ένδυμα που τους αναλογούσε: πλουμισμένο με αστραφτερά κοσμήματα και υποσχόμενο ηδονές.

Μα ο ίδιος ο Ρόμπερτ Τζόνσον, παίζοντας μοναχός με την κιθάρα του, αποζητούσε να μαγέψει το γυναικείο κοινό της εποχής του· τα μπλουζ έβριθαν πάντα από μια μυστηριώδη σεξουαλική δύναμη, πρωτόγονη μα βαθιά μαγνητική, σχεδόν ζωώδης. Τα Κλασικά Μπλουζ έφεραν τις γυναίκες τραγουδίστριες στο προσκήνιο, ενισχύοντας στο έπακρο τον αρχέγονο αυτό μαγνητισμό τους, μπολιάζοντάς τον με το στοιχείο της προσωπικής αφήγησης. Όταν τραγουδούσε η Μπέσσυ Σμιθ (Bessie Smith) ο κόσμος κρεμόταν απ’ τα χείλη της· ένιωθες κάθε λέξη της να πάλλεται, να αιωρείται στον ρυθμό της νύχτας, σαν καπνός από τσιγάρο που σε περιτυλίγει. Γνώριζες πως κάθε στίχος, κάθε ιστορία που ξεπηδούσε απ’ τα χείλη της, ήταν αυθεντική. Σχεδόν λες και σου εξομολογούνταν κάποιο περιστατικό της ζωής της. Δεν είχε σημασία αν το είχε όντως ζήσει ή όχι – αρκούσε η αίσθηση που σου μετέδιδε, η υποψία πως μπροστά στα μάτια σου ξετυλίγεται κάποια αληθινή ιστορία.

Ήταν κάτι διαφορετικό από όσα είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε. Ήταν ψυχαγωγία – μα ήταν και πολλά περισσότερα. Ήταν το άρωμα γυναίκας που έφεραν οι πρώτες αυτές Κυρίες των Μπλουζ – της αληθινής γυναίκας, όχι της γυναίκας κακέκτυπο, όχι της γυναίκας στερεότυπο. Της γυναίκας που αγαπάει, ερωτεύεται, υποφέρει, μένει μόνη, καταστρέφεται, ελπίζει. Της γυναίκας που δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από μάσκες, μα λέει αυτό που νιώθει, πράττει εκείνο που αισθάνεται, παίρνει τη ζωή στα χέρια της. Ακούγοντας τη Μπέσσυ Σμιθ, βλέποντας την επιβλητική παρουσία της πάνω στη σκηνή, ήξερες πως όλα αυτά είναι αληθινά – τα ύψη και τα βάθη, κάθε στίχος, κάθε εγκατάλειψη, κάθε προσδοκία. Τίποτα δεν είναι απλά ψυχαγωγία εδώ, τίποτα δεν είναι μόνο σόου.



Bessie Smith


Στην εφηβεία της η Μπέσσυ Σμιθ περιόδευε με τη μπάντα της Μα Ρέινι (Ma Rainey). H Μα Ρέινι θεωρείται, όχι άδικα, ως «μητέρα» των Μπλουζ και η επιρροή που είχε στη νεαρή Μπέσσυ ήταν σίγουρα υψηλή. Σημαντικός σταθμός υπήρξε εξάλλου η πρώτη ηχογράφηση μίας άλλης μεγάλης κυρίας των Μπλουζ, της Mamie Smith, εν έτει 1920. Το τραγούδι “Crazy Blues” σημείωσε τεράστια επιτυχία και καθιέρωσε, ουσιαστικά, όχι μόνο τα Κλασικά Μπλουζ, μα και το σύνολο των “Race Records” – των φυλετικών δίσκων, από τους οποίους πολλές δισκογραφικές άρχισαν να έχουν παραρτήματα, βλέποντας πόσο μεγάλη απήχηση είχαν. Μια διαφήμιση των Black Swan Records ανέφερε χαρακτηριστικά: “the only records using exclusively negro voices”, περήφανη για την παρουσία «αυθεντικών νέγρικων φωνών» στους δίσκους της.

Η Έθελ Γουότερς (Ethel Waters) ήταν μία ακόμα από τις μεγάλες κυρίες των καιρών. Σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία τόσο ως τραγουδίστρια, όσο και ως ηθοποιός, ήταν η αγαπημένη του λευκού κοινού. Η καθαρή φωνή της ερχόταν σε αντίθεση με την βραχνάδα της Μπέσσυ Σμιθ. H απήχησή της υπήρξε τόσο μεγάλη, που έφτασε να εμφανιστεί headliner στο Palace της Νέας Υόρκης – ήταν η πρώτη φορά που μια μαύρη καλλιτέχνις κατόρθωνε κάτι τέτοιο. Άραγε να γνώριζε το καλοντυμένο κοινό που συνωστιζόταν στο πολυτελές κέντρο πως η Έθελ είχε γεννηθεί από βιασμό; Λογάριαζαν άραγε οι φιλήσυχοι αστοί πως το κορίτσι αυτό ήταν στα 10 της χρόνια αρχηγός μιας συμμορίας παιδιών που έκλεβαν για να ζήσουν και επόπτευαν τους δρόμους, προειδοποιώντας τις πόρνες και τους προαγωγούς τους για τυχών ύποπτες κινήσεις; «Δεν είχα ποτέ παιδική ηλικία, ποτέ δεν με αγκάλιασε, δεν με χάιδεψε, δεν με κατάλαβε η οικογένειά μου», είχε πει η Έθελ – μία από τις πρώτες ντίβες, αυθεντική όσο ελάχιστες.

Και η πραγματικότητά της δεν ήταν η εξαίρεση – μα ο κανόνας για την πλειοψηφία των μαύρων την εποχή εκείνη. Ευτυχώς, κάποιοι είχαν το ταλέντο και την τύχη να αναδειχτούν, όπως η Έθελ. Άλλοι – οι περισσότεροι – απλά χάθηκαν μες στην αφάνεια.


Ethel Waters

Για να επιζήσεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο χρειαζόταν όχι μόνο τύχη, μα πυγμή, δυναμισμός. Και ήταν ο δυναμισμός εκείνος από τον οποίο ξεχείλιζε η προσωπικότητα της  Μπέσσυ Σμιθ. Ήταν Ιούλιος του 1927 όταν μια ομάδα μελών της Κου Κλουξ Κλαν επιχείρησαν να αναστατώσουν μια παράστασή της. Η Μπέσσυ δεν πτοήθηκε· βγήκε έξω με τις γροθιές της σηκωμένες, προκαλώντας τους, υψώνοντας τη βροντερή φωνή της. Τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν το έβαλαν στα πόδια.

Η Μπέσσυ ήταν μια γυναίκα κυριολεκτικά ασυγκράτητη. Συχνά επιθετική, πίνοντας ασταμάτητα, απολύτως ανοιχτή απέναντι στη σεξουαλικότητά της, διατηρώντας σχέσεις τόσο με άντρες όσο και με γυναίκες, και ερμηνεύοντας τραγούδια με τίτλους όπως “Empty Bed Blues”, “Need A Little Sugar In My Bowl” και “You’ve Got To Give Me Some”, σκανδάλισε τα πλήθη των καιρών της – δίνοντας ταυτόχρονα πάτημα στους ηθικολόγους για να καταδικάσουν τα Blues και τη Τζαζ, παρουσιάζοντάς τα σαν μουσικές «εκφυλισμένες», συνώνυμες της «παρακμής της εποχής». Πρώτη έδωσε το καλούπι πάνω στο οποίο θα έκτιζαν αργότερα τη μορφή τους μορφές όπως η Billie Holiday και η Janis Joplin. Ήταν μια γυναίκα που γύρεψε να ζήσει ελεύθερα σ’ έναν κόσμο που σκανδαλιζόταν και μόνο στη σκέψη. Μια μαύρη που θέλησε να εκφραστεί σ’ έναν κόσμο λευκών. Έναν κόσμο παραδομένο στο χρήμα και στα κέρδη, που έβλεπε σ’ εκείνην το σκάνδαλο και την παρακμή – και τη φοβόταν δίχως να το παραδέχεται.

Η ίδια αυτή γυναίκα έδινε μεγάλο μέρος απ’ τα έσοδά της σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ δεν δίσταζε ποτέ να βοηθήσει κάποιο φίλο σε ανάγκη. Η παρουσία της ενέπνευσε πλήθος άλλων – γυναικών και αντρών – που αισθάνονταν καταπιεσμένοι και γύρευαν κάποια διέξοδο σ’ ένα περιβάλλον που δεν ήταν πλασμένο στα μέτρα τους. Καθιερώθηκε όχι μόνο σαν η σημαντικότερη Μπλουζ τραγουδίστρια των καιρών της, μα ως μία από τις μεγαλύτερες παρουσίες της εποχής. Πέθανε σε ηλικία 43 χρόνων.

Κι επιστρέφουμε στα χρόνια που περιγράφουμε... Κάπου στα μισά της δεκαετίας του 20 η Bessie Smith συνεργάστηκε με τον αναδυόμενο, τα χρόνια εκείνα, Louis Armstrong. H Μπέσσυ στη φωνή, ο Λούις στην τρομπέτα. Ο Άρμστρονγκ βρισκόταν σε μια καμπή της ιστορίας του – έχοντας σταδιακά αναπτύξει το δικό του προσωπικό ύφος και νιώθοντας πως οι μπάντες με τις οποίες είχε συνεργαστεί δεν κάλυπταν πλέον τις δημιουργικές ανάγκες του. Η επαφή με την Μπέσσυ ενδεχομένως να στάθηκε καταλυτική για τον νεαρό Λούις. Η ερμηνεία των δυο τους στο “Saint Louis Blues” παραμένει, κατά τη γνώμη μου, η βαθύτερη και η πιο ανατριχιαστική εκδοχή του περίφημου αυτού τραγουδιού – ανάμεσα στις τόσες και τόσες που υπάρχουν. Ακούγοντας τη φωνή της Μπέσσυ νιώθεις να σε κατακλύζει μια βαθιά αισθαντικότητα, ένα πηγαίο συναίσθημα μιας γυναίκας που υποφέρει. Και ακούγοντας την τρομπέτα του Λούις Άρμστρονγκ να τη συνοδεύει, συχνά μιμούμενη τη φωνή της, κάνοντας να ξεπηδούν ήχοι που δε θυμίζουν μουσικό όργανο... συνειδητοποιείς πως εκείνο που ακούς δεν είναι παρά ο αντίλαλος της δικής σου, προσωπικής φωνής, μεταμφιεσμένης σε νότες. Άκου πως χορεύουν αρμονικά, τρομπέτα και φωνή, πως σμίγουν και χωρίζουν, πως συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, πως τυλίγονται σ’ έναν αδιάσπαστο δεσμό.

Έτσι έκαναν τα Μπλουζ και η Τζαζ την εποχή εκείνη. Γι’ αυτό και η ιστορία τους είναι τόσο στενά συνυφασμένη.



Bessie Smith


Το πλατύ χαμόγελο της μουσικής



Όταν η Αλίκη συνάντησε τη Γάτα του Τσέσαϊρ στην «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων» της έκανε εντύπωση το πλατύ χαμόγελό της· κι ενώ η γάτα γινόταν σταδιακά αόρατη, το χαμόγελό της ήταν το τελευταίο που έσβηνε – έμενε να αιωρείται, λευκή ημισέληνος που λαμποκοπούσε στο σκοτάδι. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να λέει πάντα περισσότερα από εκείνα που φανέρωνε. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να δανείζει το φως του στα άστρα που το περιέβαλαν, πλουμίζοντας λάμψη το μαύρο ουρανό.

Ο ουρανός της μουσικής θα φέρει για πάντα τη λάμψη απ’ το ζωογόνο, πλατύ χαμόγελο του Louis Armstrong. Ήταν πάντα εκεί – στους καλούς καιρούς και στους δύσκολους καιρούς, το ίδιο πλατύ, το ίδιο ζωογόνο. Και η μουσική Τζαζ έμελλε να γνωρίσει σε αυτόν το πρώτο μεγάλο της αστέρι – ένα από τα μεγαλύτερα που στεφάνωσαν ποτέ τον πολύφωτό της ουρανό.

Πολύς κόσμος σήμερα γνωρίζει τον Λούις Άρμστρονγκ μέσα από τα τραγούδια του. Και είναι γεγονός πως η χαρακτηριστική βραχνάδα της φωνής του επηρέασε πλήθος τραγουδιστών την εποχή εκείνη. Ωστόσο ο Άρμστρονγκ ήταν πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας πελώριος μουσικός – ένας πραγματικός καινοτόμος της τρομπέτας, ένας τολμηρός πρωτοπόρος που άνοιξε νέους δρόμους στη μουσική του 20ου αιώνα. Με τον Άρμστρονγκ ουσιαστικά ξεκινά η εποχή του σολίστα – τίποτα ποτέ δεν θα ήταν ξανά ίδιο, αφού ο «Σάτσμο» είχε πια κάνει το πέρασμά του, σκορπώντας γύρω του εύθυμες νότες και μουσικά χαμόγελα...






Γεννήθηκε σ’ ένα τόσο βίαιο μέρος της Νέας Ορλεάνης που ονομάστηκε «πεδίο μάχης». Η μητέρα του δούλευε συχνά σαν πόρνη για να τα βγάλει πέρα, ενώ ο πατέρας του είχε εγκαταλείψει από νωρίς την οικογένεια, για να ζήσει με την ερωμένη του. Η ζωή του δρόμου ήταν η καθημερινότητα του μικρού Λούι. Εφτά χρονών παρέδιδε κάρβουνο στις κακόφημες συνοικίες του περίφημου Storyville – και κάποιες φορές έστηνε αυτί πίσω από τις πόρτες, ακούγοντας τη μουσική που ξεχυνόταν από κάποιο παλιό πιάνο ή καμιά ξεχαρβαλωμένη κορνέτα, πνιγμένη πίσω από ξεφτισμένα βογκητά ηδονής. Έτσι ήταν που ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική του Τζόε Όλιβερ – του ινδάλματός του. Έτσι ήταν που αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική και ο ίδιος.

Στα 11 του χρόνια παράτησε το σχολείο και δημιούργησε την πρώτη του μπάντα. Το Storyville (γνωστό και ως «Συνοικία των Κόκκινων Φώτων») υπήρξε το πεδίο εξόρμησής τους, ο πρώτος συναυλιακός τους χώρος. Οι πόρνες και οι θαμώνες των μπουρδέλων πιθανό να αποτέλεσαν το πρωταρχικό κοινό του. Δες πως χαμογελούσε ο μικρός! Λες και παρέδιδε κονσέρτο σε κάποιο πολυτελές μέγαρο! Το χαμόγελο ήταν από τότε χαραγμένο στα χείλη του.

Το 1914, τον καιρό που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο έφηβος Λούις έπαιζε σε κακόφημα μπαρ και παρελάσεις, προκαλώντας ήδη εντυπώσεις με το δυνατό του παίξιμο. «Έχει ταλέντο ο μικρός», φαίνεται σκέφτηκε αρκετός κόσμος την εποχή εκείνη. Τα επόμενα χρόνια δοκίμασε την τύχη του παίζοντας μουσική σε ατμόπλοια που διέσχιζαν τον Μισσισσιπή – το ταξιδιάρικο πνεύμα είχε εισχωρήσει για τα καλά μέσα του και η μουσική του έμοιαζε να διαχέεται απ’ την μια πολιτεία στην άλλη, όμοια με τα ρέοντα νερά του ποταμού.

Κάποια στιγμή μάλιστα παντρεύτηκε τον πρώτο του έρωτα, μια νεαρή που ονομαζόταν Νταίζυ. Η σχέση τους δεν κράτησε πολύ. Παρά τις αντιξοότητες δεν το έβαζε κάτω ο νεαρός Λούις – και πάντα έβρισκε λόγους να χαμογελάει – ακόμα και όταν διαπίστωσε πως τα θέλγητρα του γάμου δεν ήταν όπως τα είχε φανταστεί. Μα αν η συζυγική ζωή του χαρακτηριζόταν από μια γενικότερη αστάθεια, τα μουσικά του βήματα τον έφερναν πάντα ένα βήμα παραπέρα. Κάπως έτσι λοιπόν, βήμα στο βήμα, ταξίδι στο ταξίδι, κατέληξε κι αυτός στο Σικάγο εν έτει 1922, παρέα με το πελώριο κύμα της μετανάστευσης που αναφέραμε. Κάπως έτσι η μουσική που γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη έκανε το επόμενό της βήμα.







Λούις και Λιλ. Ο χρυσός στην πέτρα.



Τον καιρό εκείνο η Τζαζ υπήρξε μια κατεξοχήν συλλογική μουσική έκφραση· όπως αναφέραμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ), η πρωταρχική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης χαρακτηριζόταν από μια διάθεση ομαδικότητας, στην οποία δεν ξεχώριζε ακόμα η ατομική φωνή του σολίστα. Από τη μία υπήρχαν οι μπάντες των λευκών, γνωστές και ως «Ντίξιλαντ» (Dixieland)· και από την άλλη οι μπάντες των μαύρων (η μουσική των οποίων συχνά αποκαλούνταν “hot music”). Μα αν σε κάθε μπάντα υπήρχαν κάποια μέλη που ξεχώριζαν ή ένας αρχηγός, ήταν η συλλογική αίσθηση εκείνη που είχε σημασία εν τέλει, όχι η ατομική φωνή του κάθε μουσικού. Αν υπήρχαν σόλο, ήταν όλα μικρής διάρκειας, δημιουργημένα ώστε να προσαρμόζονται αρμονικά στην σφαιρική σύνθεση, όχι να ξεχωρίζουν.

Έτσι είχε η κατάσταση και στη μπάντα του Τζόε «Κινγκ» Όλιβερ, που όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, υπήρξε η δημοφιλέστερη μαύρη μπάντα των καιρών. Ο Όλιβερ υπήρξε διορατικός: είχε ακούσει για το παίξιμο του νεαρού Λούις και είχε συνειδητοποιήσει πως ο ταλαντούχος αυτός μουσικός μπορεί να συνεισφέρει θετικά στο συγκρότημά του. Γνώριζε εξάλλου πως ο νεαρός τον θαύμαζε και τι καλύτερο για ένα δάσκαλο, από το να παίζει στην ίδια μπάντα με έναν χαρισματικό του μαθητή – αρκεί να μην ξεπερνάει τα όρια και να θυμάται φυσικά πως δεν παύει να είναι ένας μαθητής. Σε τελική ανάλυση ήταν η μπάντα του King Oliver – και αυτός ήταν ο βασιλιάς της.






O Armstrong εμαθε πολλά από το δάσκαλό του – κάποιες φορές μάλιστα απογοητευόταν, καθώς αδυνατούσε να αναπαράγει τον ήχο της κορνέτας του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που προσπάθησε να μιμηθεί το σόλο του Oliver στο “Dippermouth Blues”, δίχως όμως επιτυχία. Οι μικρές αυτές αποτυχίες ενίοτε τον αποθάρρυναν, άλλες φορές όμως τον πείσμωναν. Ήθελε να γίνει καλύτερος, να ξεπεράσει το δάσκαλό του, να φτάσει ακόμα ψηλότερα.

Όλοι κάποιες φορές έχουμε ανάγκη από μια ώθηση· έναν άνθρωπο που θα μας σπρώξει προς την σωστή κατεύθυνση· κάποιον που θα εντοπίσει το πολύτιμο μέταλλο που κρύβουμε, σε ακατέργαστη μορφή, μέσα στο σκληρό μας πέτρωμα και θα μας βοηθήσει να το εξορύξουμε· εκείνον που θα δώσει διέξοδο στις θετικές πλευρές του εαυτού μας, που συχνά κρύβουμε και ενίοτε αγνοούμε πως υπάρχουνε. Σε έναν κόσμο που συχνά πράττει το ακριβώς αντίθετο, καλλιεργώντας ό,τι ανούσιο και αρνητικό υπάρχει στους εαυτούς μας, λειτουργώντας σαν καθρέπτης που αντανακλά μόνο τις ελαττωματικές πλευρές μας (γιατί ίσως έτσι αισθάνεται ανώτερος ο ίδιος), το να αναδεικνύεις τις θετικές πτυχές των άλλων συνιστά έργο σπάνιο, μα πολύτιμο. Έχουμε περισσότερη ανάγκη από τέτοιους σκαπανείς, τέτοιους εκσκαφείς πολύτιμων μετάλλων... και λιγότερους λιθοβολιστές. Περισσότερη ενθάρρυνση και λιγότερη επίθεση. Γιατί από πέτρες, κούφιες, σκληρές και αδιάφορες... έχουμε γεμίσει.

Τέτοιος εκσκαφέας στάθηκε για τον Λούις Άρμστρονγκ μια γυναίκα: η Λιλ Χάρντιν (Lil Hardin). Μουσικός η ίδια, πιανίστα, και συμπαίχτης του στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ. Ήταν εκείνη που συνειδητοποίησε όσο κανένας άλλος το μέγεθος των ικανοτήτων του και το γεγονός πως στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ είχε φτάσει πλέον να περιορίζεται. Λένε πως στις ηχογραφήσεις τον έβαζαν να παίζει σε απόσταση από όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, προκειμένου να μην τους θάβει με το παίξιμό του – τόσο δυνατό ήταν, τόσο επιβλητικό. Μα αν η επίσημη γραμμή του συγκροτήματος ήταν πως ο Άρμστρονγκ όφειλε να αυτοπεριορίζεται προκειμένου να μην διαταραχτεί η μουσική ισορροπία (ή ιεραρχία, αν προτιμάτε), η Λιλ διαπίστωσε πως η πολιτική αυτή κατέληγε να στερεί έναν άνθρωπο από το πλήρες ξεδίπλωμα των ικανοτήτων του.

Μα ήταν και κάτι ακόμα: Η Λιλ είχε ερωτευτεί τον ταλαντούχο, πλην ατσούμπαλο αυτόν μουσικό.




Όταν τον είχε δει για πρώτη φορά, έχοντας καταφτάσει στο Σικάγο με μια βαλίτσα στο χέρι κι ένα αφελές χαμόγελο στο πρόσωπο, της είχε κάνει εντύπωση η προχειρότητα των ρούχων του, η επαρχιώτικη διάθεση που αναδείκνυε με την εμφάνισή του. Έμοιαζε με χωριατόπουλο που είχε καταφτάσει στη μεγάλη πόλη – εκτός τόπου και χρόνου. Και σα να μην έφταναν αυτά, τον είχε θεωρήσει χοντρό – πολύ χοντρό. Ναι, η πρώτη εντύπωση που έκανε ο χοντρο-Λούι στη Λιλ κάθε άλλο παρά θετική ήταν.

Μέχρι που ξεκίνησαν οι συναυλίες της μπάντας – και τότε η Λιλ άρχισε να συνειδητοποιεί πως το ακατέργαστο, άγαρμπο, ατσούμπαλο αυτό κομμάτι πέτρας με το πλατύ χαμόγελο κρύβει μέσα του χρυσάφι. Και τον αγάπησε. Και θέλησε να τον βοηθήσει. «Μπορείς να κάνεις περισσότερα απ’ αυτό, πολύ περισσότερα», του είπε. Και ο Λούις την κοιτούσε με μάτια που πετούσαν σπίθες, όμοιες με τη λάμψη της τρομπέτας του.

Ο Λούις και η Λιλ τελικά παντρεύτηκαν – ήταν ο δεύτερος γάμος του Άρμστρονγκ. Και η Λιλ στο εξής θα λεγόταν κυρία Λιλ Άρμστρονγκ.



H Lil Hardin και ο Louis Armstrong μετά από χρόνια...


Η ανάδειξη των Hot Five



Ο άνεμος της μουσικής εξάπλωνε τις νότες του σαν κύματα στη θάλασσα. Κι εκείνες διέσχιζαν τις πολιτείες, από τη μία στην άλλη, σκορπίζοντας γύρω τους άφθονες προσδοκίες. Κάπως έτσι ξεδιπλώθηκε ο πρωταρχικός καμβάς της Τζαζ, από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο... και από το Σικάγο στη Νέα Υόρκη. Ήταν εκεί εν έτει 1924 ένας φιλόδοξος συνθέτης που ονομαζόταν Fletcher Henderson. O Χέντερσον επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα μουσικό κράμα που θα ενσωματώνει στοιχεία της μαύρης «χοτ» μουσικής απ’ τη μία, μα εντός ενός περισσότερο κομψευόμενου «λευκού» περιτυλίγματος απ’ την άλλη. Κάλεσε λοιπόν τον Άρμστρονγκ στη μπάντα του κι εκείνος πήρε το τρένο για τη Νέα Υόρκη...

Δεν έμελλε να κάτσει για καιρό. «Ο Φλέτσερ δεν με πήγαινε όπως ο Κινγκ Όλιβερ», είπε αργότερα ο Άρμστρονγκ. «Είχε ταλέντο αξίας ενός εκατομμυρίου στη μπάντα του, μα ποτέ δεν σκέφτηκε να με αφήσει να τραγουδήσω». Τον καιρό εκείνο, βλέπετε, ο Άρμστρονγκ είχε αρχίσει να δοκιμάσει πράγματα – καθοδηγούμενος απ’ τις συμβουλές της, γυναίκας του πλέον, Λιλ, επιθυμούσε να ξεφύγει απ’ το συνοδευτικό ρόλο της δεύτερης τρομπέτας. Το τραγούδι ήταν ένας απ’ τους τομείς που τον ενδιέφεραν – άγνωστος, ακόμα, στον ίδιο. Μα τα πράγματα στη μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον ήταν περισσότερο σφικτά από πριν, περισσότερο περιοριστικά.

Τότε ήταν που αντήχησε στ’ αυτιά του μια κουβέντα της Λιλ – μια φράση που θα τον συνόδευε για πάντα: «Δεν θέλω να είμαι παντρεμένη με έναν δεύτερο».



Lil Hardin


Ο Άρμστρονγκ εγκατέλειψε τη μπάντα του Χέντερσον – και αποφάσισε πια ν’ ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Το μεγάλο Ρολόι της Τζαζ φτάνει σ’ ένα κομβικό σημείο· οι δείκτες σμίγουν με νόημα· και τίποτα πια δεν θα ήταν ίδιο, ποτέ ξανά, για τη μουσική του εικοστού αιώνα.

Τον καιρό εκείνο ο Άρμστρονγκ συμμετείχε σε μια σειρά συνθέσεων του Clarence Williams και της μπάντας του, των Blue Five. Πλάι στον Άρμστρονγκ έπαιζε ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος κλαρινετίστας και σαξοφωνίστας, ο Σίντνεϊ Μπεσέτ (Sidney Bechet). Θα επανέλθουμε στον Μπεσέτ στο επόμενο μέρος του αφιερώματός μας – για την ώρα αρκεί να αναφέρουμε πως η συνύπαρξη των δυο τους στην ίδια μπάντα στάθηκε μία από τις κορυφαίες συναντήσεις μουσικών της δεκαετίας – λίγο πριν αποκαλύψουν στον κόσμο το πραγματικό τους μεγαλείο.

Τελικά ο ήρωας της ιστορίας μας επιστρέφει στο Σικάγο – πίσω στη γυναίκα του που τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Και τότε ήταν που αποφάσισαν να σχηματίσουν μια μπάντα, καλώντας μουσικούς της δικής τους επιλογής, γράφοντας οι ίδιοι τη μουσική, με τον Άρμστρονγκ πλέον να είναι μπροστάρης. Αυτό μετά από πρόταση του συναδέλφου μουσικού και παραγωγού Richard M. Jones. Για πρώτη φορά το δικό του όνομα θα δέσποζε στο συγκρότημα, όχι κάποιου άλλου. Και η Λιλ χαμογελούσε με νόημα. «Εγώ θα παίζω πιάνο», του είπε... «εσύ τρομπέτα. Ο Τζόνι στο κλαρινέτο, ο Κιντ τρομπόνι, ενώ μπορούμε να έχουμε κι ένα μπάντζο για να με συνοδεύει στο ρυθμό. Τις συνθέσεις θα τις γράφουμε οι δυο μας, μαζί».

Έτσι γεννήθηκαν οι Hot Five. Ο Louis Armstrong στην τρομπέτα. Η Lil Hardin-Armstrong στο πιάνο. Ο ξακουστός Kid Ory στο τρομπόνι. Ο μοναδικός Johnny Dodds στο κλαρινέτο. Και ο Johnny St. Cyr στο μπάντζο και, ενίοτε, στην κιθάρα.

Κι εδώ πραγματικά δυσκολεύομαι. Δυσκολεύομαι να περιγράψω και να εξηγήσω τη σημασία αυτής της μπάντας. Πολύ απλά, χωρίς τους Hot Five (και τη μπάντα που τους διαδέχτηκαν τα επόμενα χρόνια, τους Hot Seven) δεν θα υπήρχε Τζαζ όπως την γνωρίζουμε. Και όχι μόνο – η σύγχρονη μουσική στο σύνολό της θα ήταν διαφορετική. Κι αυτό γιατί με τους Hot Five, εν έτει 1925, ξεκινά ουσιαστικά η εποχή του σολίστα.

Και ο Λούις Άρμστρονγκ ήταν ο πρωτοπόρος.



Hot Five

Οι Hot Five υπήρξαν ουσιαστικά μια μπάντα του στούντιο και των ηχογραφήσεων – σπάνια έπαιζαν ζωντανά μπροστά σε κόσμο. Μα ίσως αυτό να απελευθέρωσε κάποιες δημιουργικές δυνάμεις που, αλλιώς, θα παρέμεναν κρυμμένες. Οι πρώτες ηχογραφήσεις τους δεν ξεχωρίζουν ιδιαίτερα απ’ τις παλιότερες συνθέσεις του Κινγκ Όλιβερ και του συλλογικού αυτοσχεδιασμού της Νέας Ορλεάνης. Μάλλον ο Άρμστρονγκ εισχωρούσε, βήμα βήμα, από τα ρηχά στα βαθιά. Στην πορεία του προς την άγνωστη ενδόχωρα, διέσχιζε πρώτα τις γνώριμες σε όλους παραλίες.

Σταδιακά η τρομπέτα του Άρμστρονγκ άρχισε να αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο. Από το “Cornet Chop Suey” ως το “Oriental Strut”, το καινούργιο άρχιζε να ξεπροβάλλει μέσα από το παλιό. Τα κομμάτια, αν και σύντομα σε διάρκεια (πράγμα που σχετίζεται με τη χωρητικότητα των δίσκων της εποχής), παραχωρούσαν περιθώριο στους μουσικούς για να ελιχθούν, να αποδράσουν απ’ το πλαίσιο της ομάδας και να μιλήσουν με τη δική τους προσωπική φωνή. Το συλλογικό παίξιμο παραχωρούσε τη θέση του σε κάποιο σύντομο σόλο, μετά ένα άλλο, μέχρι που ξεκινούσαν πάλι να παίζουν όλοι μαζί – αυτά ενώ το πιάνο, το μπάντζο ή η κιθάρα κρατούσαν το ρυθμό.

Σύνθεση στη σύνθεση, ο Άρμστρονγκ ξεδίπλωνε όλο και περισσότερες πτυχές των ικανοτήτων του. Η τρομπέτα του έφτανε σταδιακά να ζωγραφίζει σε αόρατους καμβάδες ηχοτρόπια μοναδικής έμπνευσης. Και όσοι είχαν την τύχη να ακούσουν τη μουσική εκείνη συνειδητοποίησαν, για πρώτη ίσως φορά, πως η «Τζαζ» για την οποία τόσος κόσμος μιλούσε, δεν ήταν απλά μια μόδα ή ένα κατασκεύασμα της νυχτερινής ψυχαγωγίας ή της κουλτούρας της μάζας... μα μια νέα μορφή τέχνης. Πολλά έμελλε να γίνουν ακόμα... μα η αρχή είχε γίνει. Και εκείνο που κατόρθωσε ο Λούις Άρμστρονγκ τα χρόνια εκείνα δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία αυτής της μουσικής.





Κάποια στιγμή άρχισε και να τραγουδάει. Άλλοτε με εκείνο το χαρακτηριστικό «γρέτζο» της φωνής του, άλλοτε πάλι σε στυλ τενόρου. Και όπως όλοι οι μουσικοί τον καιρό εκείνο επηρεάστηκαν από το παίξιμό του, αντίστοιχα όλοι οι τραγουδιστές επηρέαστηκαν από το φωνητικό του στυλ. Μεταξύ άλλων, ξακουστό είναι και το τραγούδι “Heebie Jeebies” του 1926: ήταν το τραγούδι που καθιέρωσε το χαρακτηριστικό στη Jazz “scat singing” – το τραγούδι με τα ακατανόητα, δίχως λέξεις, παιχνιδιάρικα φωνητικά που μοιάζουν να απομιμούνται κάποιο μουσικό όργανο.

Και το χαμόγελο που έλαμπε σα μισοφέγγαρο αχτιδοβολούσε· και οι μουσικοί του απελευθέρωναν ολοένα και μεγαλύτερες δυνάμεις που, ως τότε, έμεναν κρυμμένες σε κάποιο ορυχείο μέσα τους. Ακούστε το ‘Gut Bucket Blues” του 1926 ή το “Willie The Weeper” του 1927, για παράδειγμα, δείτε πως τα σόλο διαδέχονται χαρούμενα το ένα το άλλο, από το τρομπόνι του Kid Ory και το κλαρινέτο του Johnny Dodds ως το πιάνο της Lil   και το μπάντζο του St. Cyr, και θα διαπιστώσετε πως η αλλαγή είχε πια γίνει – και είχαν επηρεαστεί οι πάντες. Το μισοφέγγαρο είχε απλώσει τη λάμψη του στα γειτονικά αστέρια.

Κι ενώ η δεκαετία του 20 καλπάζει με φρενίτιδα στις πιο ξέφρενες στιγμές της, η δική μας ιστορία φτάνει, για άλλη μια φορά, στο τέλος της. Μέχρι τη συνέχεια του αφιερώματός μας φυσικά... γιατί έχουμε πολλά ακόμα να πούμε, κύριοι.


Συνεχίζεται.............


Μουσικές επιλογές














Το Χρονικο της Τζαζ... μέχρι τώρα. Τα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος:




Μέρος ΙΙ – Τα Φώτα Της Νέας Ορλεάνης



από την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης

31 Ιανουαρίου 2016

Ένας Φόρος Τιμής στον Καρλ Μπαρκς, μέρος πρώτο





"Σύμφωνα με τα γράμματα που λαμβάνω, μπορώ να πω ότι οι περισσότεροι από τους αναγνώστες των ιστοριών μου είναι ενήλικοι. Δικηγόροι, γιατροί, συγγραφείς, καλλιτέχνες, καθηγητές κολλεγίων, αθλητές... Κατά τη γνώμη ορισμένων από αυτούς, τα σενάρια και οι διάλογοί μου απευθύνονται σε αναγνώστες με υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Επιτρέψτε μου να πω ότι ποτέ δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο! Δεν μου έχει τύχει ποτέ να γνωρίσω παιδί που να μην έχει την ελάχιστη γνώση ή το ενδιαφέρον σχετικά με τη φυσική, την τεχνολογία ή την γεωγραφία" – Καρλ Μπαρκς


Στην πραγματικότητα το μέσο παιδί έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα μυστήρια του κόσμου γύρω του, συγκριτικά με το μέσο ενήλικα. Ο τελευταίος όλα τα γνωρίζει πια· είναι πεπεισμένος πως η γνώση που έχει για τον κόσμο είναι η μόνη ορθή και απαιτεί να σκέφτονται όλοι σαν αυτόν. Κανένα μυστήριο, καμιά άγνωστη χώρα. Ο μικρός εξερευνητής παρέδωσε τη θέση του στο μεγάλο καταπατητή.

Σήμερα θα μιλήσουμε για ιστορίες με παπιά – ξέρετε, εκείνες που διαβάζαμε παιδιά. Και θα συζητήσουμε για ένα μεγάλο δημιουργό – έναν από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες του 20ου αιώνα, οι ιστορίες του οποίου μπορούν επάξια να σταθούν δίπλα στα έργα του Αισώπου, του Περώ, του Βερν ή του Μαρκ Τουέην.

Τί ήταν εκείνο που έκανε το θείο Σκρουτζ τόσο αγαπητό στα μάτια μας όταν διαβάζαμε τις ιστορίες του μικροί; Η δίψα του για χρήμα; Όχι βέβαια – ήταν τα ταξίδια εκείνα που μας μάγευαν· η περιπλάνηση στον κόσμο· η επαφή με άγνωστους πολιτισμούς· η εξερεύνηση· η περιπέτεια. Ο Σκρουτζ ωστόσο φάνταζε κάτι μακρινό στα μάτια μας – σχεδόν εξωτικό. Ταυτιζόμασταν περισσότερο με τον ανιψιό του, Ντόναλντ, και τα τρία ανιψάκια, τον Χιούη, τον Ντιούη και τον Λιούη. Και ρουφούσαμε αχόρταγα τις ιστορίες τους, γινόμασταν συνοδοιπόροι στα ταξίδια τους. Και τα ωραιότερα ταξίδια ήταν τα πιο εξωτικά – εκείνα που φανέρωναν πως άλλοι κόσμοι είναι δυνατοί, άλλες πραγματικότητες. Πόσο έθρεψαν τη φαντασία μας αυτές οι ιστορίες!

Ήμουν έξι χρονών όταν έπεσε στα χέρια μου ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού ΚΟΜΙΞ. «Επιτέλους! Οι κλασικές ιστορίες που έγραψε και σχεδίασε ο Καρλ Μπαρκς κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εξ’ ολοκλήρου πολύχρωμες και τυπωμένες σε χαρτί πολυτελείας» - έλεγε στο οπισθόφυλλο. Καρλ Μπαρκς; Ποιος είναι αυτός, άραγε – θα αναρωτήθηκε πλήθος κόσμου τον καιρό εκείνο. Μέχρι που άρχισε να διαβάζει τις ιστορίες... και η μνήμη του επανήλθε, σαν πλατωνική ανάμνηση, καταχωνιασμένη στα βάθη της συνείδησης, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να ξεπροβάλλει: «Α, ΑΥΤΟΣ είναι ο Καρλ Μπαρκς! Ναι, τον ξέρω. Στην πραγματικότητα διαβάζω τις ιστορίες του εδώ και καιρό... απλά δεν ήξερα το όνομά του». 






Ο Καρλ Μπαρκς, βλέπετε, γνωστός και ως «Παπιάνθρωπος», έγραφε και σχεδίαζε επί δεκαετίες τις ιστορίες του κρυμμένος στην ανωνυμία – ήταν η πολιτική της εταιρείας Disney οι δημιουργοί της να μένουν ανώνυμοι στο ευρύ κοινό – μόνο η υπογραφή «Ουώλτ Ντίσνεϋ» δέσποζε, κυριαρχικά, στα δεκάδες έντυπα και έργα της εταιρίας. Ποιος ήξερε τους σχεδιαστές, τους σεναριογράφους, τους animators, τους κομίστες – κανείς.

Μέχρι που δύο οπαδοί των ιστοριών του αναζήτησαν, κάπου στη διάρκεια της δεκαετίας του 60, κι ενώ σχεδόν έβγαινε στη σύνταξη, τον δημιουργό του Σκρουτζ Μακ Ντακ. Τον γνώρισαν και του πήραν μια συνέντευξη. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Ο κόσμος έμαθε το όνομα Καρλ Μπαρκς. Γνώρισε πως ένα μεγάλο μέρος των ιστοριών που είχε αγαπήσει ήταν δικές του. Έμαθε πως ο χαμογελαστός αυτός κύριος με το μουστάκι ήταν ο δημιουργός όχι μόνο του Σκρουτζ Μακ Ντακ, μα και των Μουργόλυκων, της Μάτζικα Ντε Σπελ, του Γκαστόνε, του Κύρου Γρανάζη, του Σκληρόκαρδου Χρυσοκούκη και πλήθους άλλων χαρακτήρων με τις οποίες είχε μεγαλώσει. 

Και συνειδητοποίησε το αφηγηματικό βάθος αυτού του δημιουργού, ξέχειλο νοήματα και πολλαπλές αποχρώσεις που συχνά υπερέβαιναν τα πλαίσια της Ντίσνεϋ. Γιατί μέσα από τις ιστορίες του Καρλ Μπαρκς αναβλύζει όχι μόνο χιούμορ, μα και μια κριτική ματιά πάνω στην κοινωνία του 20ου αιώνα - όπως θα διαπιστώσουμε στη διάρκεια του αφιερώματός μας. Τα παπιά του Μπαρκς αντανακλούν την κοινωνία που τα έθρεψε - και όπως σημειώνουν άφθονοι μελετητές του Παπιάνθρωπου, μέσα από τα κόμικς του αναδύεται όχι μόνο ένας έξοχος παραμυθάς, μα και ένας ανατόμος της κοινωνίας των καιρών του.

Αυτό το αφιέρωμα, χωρισμένο σε δύο συνέχειες, είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής μου στον «Παπιάνθρωπο». Γιατί οι ιστορίες του είναι θαμμένες στην καρδιά μου σαν σεντούκι θησαυρού – από εκείνα τα σεντούκια που ούτε ο θείος Σκρουτζ δεν θα μπορέσει να ξετρυπώσει!






Λίγα λόγια για τον Παπιάνθρωπο



Όπως συμβαίνει με τόσους και τόσους συγγραφείς και καλλιτέχνες, τα έργα τους είναι συνήθως προιόντα κοπιαστικής, μοναχικής δουλειάς, σε κάποιο ημιφωτισμένο χώρο, ένα μικρό δωμάτιο βαρυφορτωμένο με χαρτιά κι «ένα μεγάλο κάλαθο αχρήστων» - όπως έλεγε ο ίδιος ο Μπαρκς. Θα φανταζόμασταν, άραγε, μικροί, πως τα υπέροχα αυτά εικονογραφημένα ταξίδια σε μέρη όπως οι Άνδεις, η τροπική Γουινέα, η εξωτική Τράλλα-Λα, το παγερό Κλοντάικ, η αρχαία Περσία, οι ζούγκλες του Ελ Ντοράντο, η υποχθόνια Γη, ως και τα πέρατα του διαστήματος, ήταν στην πραγματικότητα προιόντα έμπνευσης και δημιουργίας σ’ ένα μικρό δωματιάκι, φωτισμένο από κάποια παλιά λάμπα; Πως ο δημιουργός τους είχε ταξιδέψει ελάχιστα και πως πηγή πληροφοριών (και τροφή στη φαντασία του) υπήρξε μια μεγάλη συλλογή από τεύχη του National Geographic;

Δες όμως – τι υπέροχα ταξίδια ήταν αυτά! Εξορμήσεις σε χαμένους πολιτισμούς και άγνωστες πολιτείες, μέχρι τα πέρατα της γης. Μα αυτό δεν αφορούσε παρά ένα μέρος των ιστοριών του· γιατί όταν ο Μπαρκς αποφάσιζε να ασχοληθεί με τη μικροκοινωνία των χαρακτήρων του, το σύνθετο πλαίσιο της πόλης και της γειτονιάς, το αποτέλεσμα ήταν ένα πλήθος από μικρές σε έκταση, ευφάνταστες δημιουργίες, ξέχειλες χιούμορ και πανέξυπνες ανατροπές: ήταν οι ξακουστές δεκασέλιδες ιστορίες του Μπαρκς, εξίσου διάσημες με τις μεγαλύτερές του περιπέτειες. Στις ιστορίες αυτές συχνά ξετυλίγεται το πλέγμα όχι μόνο της φαντασίας του δημιουργού τους, μα μια γενικότερη αίσθηση των καιρών. Σχεδόν αισθάνεσαι πως ψηλαφείς την κοινωνία της εποχής και πως χαρακτήρες όμως ο εκνευριστικά τυχερός Γκαστόνε, η ζηλόφθονη Νταίζυ, ο τσιγκούνης Σκρουτζ, μα πάνω απ’ όλα ο γκαντέμης, ματαιόδοξος, τεμπέλης, εγωιστής, συχνά άνεργος, μονίμως εκνευρισμένος και ηρωικός υπό συνθήκες, Ντόναλντ... αισθάνεσαι πως χαρακτήρες όπως αυτοί συνιστούν γνήσιες σκιαγραφήσεις ανθρωπίνων τύπων, απολύτως ρεαλιστικών και διαχρονικών, όμοιες με τις περιγραφές των μεγαλύτερων λογοτεχνών.

Δεν είναι τυχαία εξάλλου η επιτυχία του Ντόναλντ Ντακ – ο καθένας μπορούσε να ταυτιστεί μαζί του, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.






Ο Μπαρκς δεν δημιούργησε τον Ντόναλντ – εξέλιξε όμως σε σημαντικό βαθμό την προσωπικότητά του, περιπλέκοντας την, προσδίδοντας ποικιλόμορφες χροιές και αποχρώσεις, φανερώνοντας πως δεν υπάρχουν άσπροι και μαύροι χαρακτήρες – μόνο σύνθετοι. Το ίδιο ίσχυε και για τους «κακούς» του, όπως η Μάτζικα και οι Μουργόλυκοι – παραήταν συμπαθείς για να ταυτιστούν με το πλήθος των στερότυπων κακών που δέσποζαν στα κόμικς των καιρών. "Οι κακοί είχαν πάντα μια καλή πτυχή στο χαρακτήρα τους και οι καλοί μια δόση κακεντρέχειας... Οι χαρακτήρες μου δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατοι... ήταν ανθρώπινοι", είχε πει ο Μπαρκς σε κάποια συνέντευξή του. Και όταν είχε έρθει πια η σειρά του θείου Σκρουτζ, δανεισμένου απ’ το σύμπαν του Καρόλου Ντίκενς και της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του, ήταν πια καιρός να ανεβάσει τις περιπέτειες των παπιών σε άλλο επίπεδο – και να εκτοξεύσει τα κόμικς της Ντίσνεϋ σε πρωτόγνωρες δόξες.

Οι ιστορίες του Μπαρκς έχουν κάτι από το ύφος και το στυλ των μεγάλων παραμυθάδων της λογοτεχνίας. Μπορεί κάποιος να συναντήσει έναν Αίσωπο κρυμμένο σε κάποια γωνιά της Λιμνούπολης· έναν Λα Φονταίν να αφηγείται ιστορίες στον κήπο του Ντόναλντ· έναν Ιούλιο Βερν να συνοδεύει το θείο Σκρουτζ στις περιπλανήσεις του· κι έναν Μαρκ Τουέην να χαμογελά σαρκαστικά με τα μπλεξίματα και τις γκάφες των παπιών. Και ποιος ξέρει – ίσως στο μικροσκοπικό, θαυματουργό αυτό βιβλιαράκι των Μικρών Εξερευνητών – ένα βιβλιαράκι που περιλαμβάνει, κατά θαυματουργό τρόπο, τα πάντα, κάθε δυνατό τομέα της γνώσης, ξεπερνώντας ακόμα και τη Wikipedia! – ίσως στο βιβλιαράκι αυτό να δεσπόζει κάτι απ’ το πνεύμα ενός Δον Κιχώτη.

Η επιρροή του εξάλλου έφτασε να υπερβεί το πλαίσιο των κόμικς της Disney. Ένας απ’ τους μεγάλους θαυμαστές του Μπαρκς ήταν ο Osamu Tezuka, γνωστός και ως “πατέρας των Manga”. Τα γιαπωνέζικα κόμικς χρωστάνε πολλά στον Παπιάνθρωπο, η τέχνη του οποίου επηρέασε καθοριστικά τον Τεζούκα. Τα μάνγκα του τελευταίου αναμειγνύουν έντεχνα τεχνικές της ιαπωνικής παράδοσης με το νεότερο δυτικό στυλ, όπως αναπτύχθηκε από την καθαρή, καρτουνίστικη πέννα του Μπαρκς.


Προσωπική αφιέρωση του Osamu Tezuka στον Carl Barks


Ρωτήστε εξάλλου τον Matt Groening, τον δημιουργό των Simpsons, ποια είναι η γνώμη του για τον Καρλ Μπαρκς - και πόσο επηρέασε ο Ντόναλντ Ντακ το χαρακτήρα του Homer Simpson. Όσο αφορά τον George Lucas; Κάποιες από τις περιπέτειες του Indiana Jones μοιάζουν βγαλμένες μέσα από το σύμπαν των παπιών...

Ο Μπαρκς κουβαλούσε μια ιστορία πίσω του που θύμιζε σε έναν βαθμό τις περιπέτειες των ηρώων του. Μεγαλώνοντας σε ένα αγροτικό πλαίσιο, ένας «καουμπόυ του γλυκού νερού» όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του, έχοντας λάβει μια καλή εκπαίδευση μα αναγκάζοντας να την εγκαταλείψει λόγω ακουστικών προβλημάτων, ο Μπαρκς πέρασε από αρκετά στάδια μέχρι να ανακαλύψει το ρόλο που του ταίριαζε: αγρότης, ξυλοκόπος, τορναδόρος, κτηνοτρόφος, μηχανικός σε εκτυπώσεις... Η εναλλαγή από δουλειά σε δουλειά υπήρξε καθοριστική για την έμπνευση των ιστοριών του Ντόναλντ Ντακ... Οι συνεχείς αποτυχίες, το πλήθος των στραβοπατημάτων, σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα του – «έμαθε να είναι πιο σκληρός απ’ τους σκληρούς, πιο έξυπνος απ’ τους έξυπνους», όπως έλεγε ο θείος Σκρουτζ. Τέλος, η επαφή με ένα σύνθετο μωσαϊκό ανθρώπων, η λεπτή ειρωνεία και ο σαρκασμός με τον οποίο έβλεπε πως αντιμετώπιζαν την πραγματικότητά τους, το συχνά κωμικό πλέγμα των ανθρωπίνων καταστάσεων με τις οποίες ενεπλάκη... τον ώθησαν να συμπεράνει πως το χιούμορ είναι απαραίτητο για να τα βγάζει κάποιος πέρα.

Εν μέρει υπήρξε αυτοδίδακτος στο σχέδιο – και εν μέρει τον βοήθησαν κάποια μαθήματα αλληλογραφίας που έλαβε. Η πρώτη σταθερή δουλειά του ως εικονογράφου υπήρξε η συνεργασία με το περιοδικό Calgary Eye Opener, στα χρόνια μεταξύ 1928 και 1934. Ήταν ένα περιοδικό που απευθυνόταν, κατά κύριο λόγο, σε ενήλικες και τα σχέδια του Καρλ Μπαρκς της εποχής αντανακλούν αυτή τη διάθεση. Ποιος ξέρει – ίσως ήταν το περιοδικό που διάβαζε ο Ντόναλντ στα κρυφά, τις ώρες που τον είχε κουράσει η Νταίζυ και η γκρίνια της.






Ήταν 1935 όταν ξεκίνησε τη συνεργασία του με τη Ντίσνεϋ. Δούλευε στο τμήμα των κινουμένων σχεδίων τον καιρό εκείνο και μάλιστα, κάνοντας τη «λάντζα» - σχεδίαζε τα ενδιάμεσα frames, εκείνα που συνιστούν τη μεγαλύτερη απ’ τις αγγαρείες και μια απ’ τις πιο κουραστικές διαδικασίες του κινουμένου σχεδίου. Ο Μπαρκς δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος – ώσπου έστειλε μια ιδέα του για σενάριο σε καρτούν του Ντόναλντ: επρόκειτο για μια μηχανική καρέκλα-κουρέας, η οποία υποσχόταν το πιο φίνο ξύρισμα και κούρεμα – μέχρι που ο Ντόναλντ τα κάνει θάλασσα, ως συνήθως. Η ιδέα του είχε μεγάλη απήχηση και σύντομα ο Μπαρκς έμελλε να τη δει υλοποιημένη στην οθόνη: Το καρτούν «Μοντέρνες Εφευρέσεις» του 1936 παραμένει ένα από τα κλασικότερα καρτούν του Ντόναλντ Ντακ.

Αυτό ήταν – ο Μπαρκς ανήκε και επισήμως πλέον στη συγγραφική ομάδα των καρτούν του Ντόναλντ. Λίγα τον χώριζαν πλέον από την ανάληψη των ιστοριών σε κόμικς.

Ο επόμενος μεγάλος σταθμός ήταν η ιστορία σε κόμικς “Donald Duck Finds Pirate Gold” του 1942. Ο Μπαρκς ανέλαβε από κοινού τον σχεδιασμό της ιστορίας, παρέα με τον συνεργάτη του, Τζακ Χάννα. Υπήρξε η πρώτη ιστορία που σχεδίασε με ήρωα τον Ντόναλντ. Λίγο καιρό πριν είχε προηγηθεί η ιστορία “Pluto Saves The Ship” – η πρώτη ιστορία που σχεδίασε με ήρωες του Ντίσνεϋ. Λίγους μήνες μετά, τον Απρίλη του 1943, θα έγραφε και θα σχεδίαζε και την πρώτη δεκασέλιδη ιστορία του με ήρωα τον Ντόναλντ: το όνομά της ήταν “Victory Garden” – «Ονειρεμένο Περιβόλι» στα ελληνικά.

Τα υπόλοιπα είναι μια όμορφη ιστορία, το περιεχόμενο της οποίας βρίσκεται στα πλήθη εκείνα των περιοδικών με τα οποία μεγαλώσαμε  και με τα οποία μεγαλώνουμε ακόμα.







Οι 30 Ωραιότερες Ιστορίες του Καρλ Μπαρκς (Μέρος 1 - Θέσεις 30-21)




30 # Το Χρυσάφι Του Πειρατή (Donald Duck Finds Pirate Gold, 1942)






Νομίζω αξίζει να ξεκινήσω την αντίστροφη αυτή μέτρηση με την ιστορία με την οποία «ξεκίνησαν όλα». Πρόκειται για την πρώτη ιστορία με ήρωα τον Ντόναλντ που σχεδίασε ο Μπαρκς, καθώς και την πρώτη πολυσέλιδη περιπέτεια του Ντόναλντ που προοριζόταν για περιοδικό. Είχαν προηγηθεί οι συμμετοχές του Ντόναλντ στα στριπ του Μίκυ Μάους, που σχεδίασε ο Φλόυντ Γκόντφρεντσον, καθώς και τα περίφημα στριπ του Αλ Ταλιαφέρο – ο οποίος εξέλιξε σε καθοριστικό βαθμό την προσωπικότητα του Ντόναλντ. Μα ο πάπιος που πρωταγωνιστούσε στις μικρές, κωμικές αυτές ιστορίες, δεν είχε γίνει ακόμα ήρωας μιας αληθινής, εικονογραφημένης περιπέτειας... ήταν, λοιπόν, η ώρα για το «Χρυσάφι του Πειρατή».

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιστορία του Ντόναλντ, το «Χρυσάφι του Πειρατή» θυμίζει κινούμενα σχέδια παρά κόμικς. Η διαδοχή των εικόνων έχει κινηματογραφική ροή, τα πλάνα μοιάζουν με εκείνα της μεγάλης οθόνης, ενώ οι διάλογοι συχνά απουσιάζουν. Εχθρός του Ντόναλντ στην ιστορία είναι ο Μαύρος Πητ – όπως και σε πλήθος από τις παλιές του περιπέτειες, ακολουθώντας κι εδώ την παράδοση των κινουμένων σχεδίων – ήταν πολύ νωρίς ακόμα για την εμφάνιση των Μουργόλυκων ή της Μάτζικα.







Την ιστορία υπογράφει ο Bob Karp, ενώ το σχέδιο μοιράζονται από κοινού ο Carl Barks με τον Jack Hannah. Ο Μπαρκς είχε αναλάβει τα εξωτερικά πλάνα και ο Χάννα τα εσωτερικά. Το πρώιμο σχέδιο του Μπαρκς μοιάζει πολύ με εκείνο των κινουμένων σχεδίων – πλαστικό, στρογγυλεμένο, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Με την πάροδο των χρόνων θα μεταμορφωνόταν σημαντικά, παράλληλα με τη μεταμόρφωση των χαρακτήρων του.

Η ιστορία αναδύει έναν όμορφο, αλμυρό θαλασσινό αέρα και η πειρατική διάθεση παραπέμπει σε κλασικά μυθιστορήματα όπως το «Νησί των Θησαυρών»... Μα αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή.



29 # Το Ολόχρυσο Φεγγάρι  (Τhe Τwenty Four Carat Moon, 1958)



Σε μια από τις πιο εμβληματικές ανατροπές στην ιστορία των κόμικς, ο Σκρουτζ Μακ Ντακ παρακολουθεί δίχως λόγια το μοναχικό κάτοικο ενός πλανήτη να αποκτά την ευτυχία με μία χούφτα... χώμα. Ο πλανήτης στον οποίο κατοικεί είναι φτιαγμένος από καθαρό χρυσάφι και ο Σκρουτζ χρειάστηκε να υπερισχύσει από πλήθος ανταγωνιστές και αντιπάλους, μέχρι να απλώσει πρώτος τα πόδια του στον χρυσό αυτό πλανήτη και να μπήξει τη σημαία του, σαν άλλος κατακτητής μιας ολόχρυσης σελήνης. Μα ο εξωγήινος κάτοικος του πλανήτη αδιαφορεί για τον χρυσό – «μήπως σου βρίσκεται λίγο χώμα, να το ανταλλάξεις με τον πλανήτη μου;», ρωτά τον απορημένο Σκρουτζ, ο οποίος νομίζει πως έχει να κάνει με έναν τρελό – γιατί πως είναι δυνατόν, σε τελική ανάλυση, να μην είσαι ευτυχής κατέχοντας έναν πλανήτη από ατόφιο χρυσάφι.






Ο Σκρουτζ τυχαίνει να κουβαλά λίγο χώμα στις αποσκευές του. Ενθουσιασμένος ο εξωγήινος ευχαριστεί θερμά τον Σκρουτζ – ο οποίος χαμογελά νιώθοντας πως έχει να κάνει με κάποιον θεοπάλαβο. Τότε όμως ο εξωγήινος τοποθετεί το χώμα σε μια ιδιόμορφη μηχανή που την ονομάζει «Μαγνητικό Ελκυστή»· το χώμα μεγεθύνεται, έλκει γύρω του στοιχεία της ατμόσφαιρας και, σταδιακά, αρχίζει να μετασχηματίζεται σε μια μικροσκοπική υδρόγειο σφαίρα: τα ορυκτά και τα μέταλλα παραχωρούν τη θέση του σε νερό και βλάστηση – σύντομα έχει δημιουργηθεί ένας ολόφρεσκος, μικρός πλανήτης, όμοιος με τη γη. «Τι να το κάνω το χρυσό, όταν πάλι μπορώ και ζω σε έναν πλανήτη σαν αυτό, με τροφή, νερό και ζωή!», λέει χαρούμενος ο εξωγήινος, αναχωρώντας για άλλους ουρανούς.

Και ο Σκρουτζ αισθάνεται πως τελικά, τίποτα δεν κέρδισε στο τέλος.

Με ιστορίες σαν αυτή ο Μπαρκς επάξια θεωρήθηκε ένας απ’ τους μεγάλους παραμυθάδες του 20ου αιώνα.



28 # Βόρεια Του Γιούκον (North Of The Yukon, 1965)



Εν έτει 1965 ο Καρλ Μπαρκς βρισκόταν στο λυκόφως των αφηγήσεών του με ήρωες τα παπιά. Μα λίγο πριν το τέλος έμελλε να δώσει μία από τις πιο συγκινητικές του περιπέτειες, εξελίσσοντας ακόμα περισσότερο το χαρακτήρα του θείου Σκρουτζ και εμβαθύνοντας στο μύθο του. Το «Βόρεια του Γιούκον» επαναφέρει τον ήρωά μας στα μέρη που απέκτησε τον πλούτο του και τον φέρνει σε επαφή με έναν παλιό του αντίπαλο – τον Γλίτσα Λέρα. Ο σκληρός ανταγωνισμός μέσα από τα χιόνια, το ανήλεο κυνήγι του εύκολου πλουτισμού εκ μέρους του αντιπάλου του, μα και η αδίστακτη πραγματικότητα της δημοσιότητας και των δημοσιογράφων – όλα έχουν ένα μερίδιο στη συναρπαστική αυτή περιπέτεια του Μπαρκς.







Περισσότερο όλων όμως, ξεχωρίζει η παρουσία ενός ζώου: του Γάβγη, ενός γέρικου σκύλου, που με αυταπάρνηση σώζει το αφεντικό του και αποδεικνύει πως τα γλυκύτατα τετράποδα συχνά είναι κατά πολύ ανώτερα των δίποδων που τα σέρνουν με λουριά. Στην ωραιότερη στιγμή της ιστορίας ο Σκρουτζ εγκαταλείπει το στόχο του, και μαζί με αυτόν τα πλούτη του, προκειμένου να σώσει τον γέρικο σκυλάκο από βέβαιο πνιγμό – έχει συνειδητοποιήσει πλέον πως κάποια πράγματα αξίζουν περισσότερο απ’ το χρήμα.



27 # Το Δεύτερο Πιο Πλούσιο Παπί Του Κόσμου (The Second Richest Duck, 1956)



Στην ιστορία αυτή εισάγεται το αντίπαλο δέος του Σκρουτζ Μακ Ντακ: o Σκληρόκαρδος Χρυσοκούκης, ο μεγιστάνας απ’ την Αφρική, καθ’ όλα όμοιος με τον αντίζηλό του: όμοιος στα πλούτη, στον τρόπο ζωής, στην τσιγκουνιά, ως και στην εμφάνιση. Θα ‘λεγε κανείς πως βλέποντας τον εαυτό του στον καθρέπτη ο Σκρουτζ ενδεχομένως να έκανε και λίγη αυτοκριτική... μα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Αντίθετα, οι δύο εχθροί καταφεύγουν σ’ έναν ανηλεή αγώνα επίδειξης, μέχρι τελικής πτώσης, ώστε να αποδείξουν πως ένας και μόνο ένας χωράει στην κορυφή – ποτέ δύο. Πόσο μάλλον αν αυτοί οι δύο μοιάζουν τόσο πολύ ο ένας με τον άλλο – είναι γεγονός εξάλλου πως δεν αγαπούμε ποτέ εκείνους που μας μοιάζουνε πολύ, που φτάνουν να συνιστούν αντίγραφο του ίδιου του εαυτού μας.





Τα ανίψια του Σκρουτζ συνοδεύουν, ως συνήθως, τον εκκεντρικό θείο τους στον αφελή αυτό αγώνα, όντας η φωνή της λογικής και διαπιστώνοντας τη ματαιότητα του πράγματος. Τελικά ο αγώνας καταλήγει στη σύγκριση δύο κουβαριών από κλωστή – καθώς, βλέπετε, σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα, οι δυο αντίπαλοι ήταν απολύτως ίσοι. Έτσι λοιπόν όποιος έχει την περισσότερη κλωστή είναι και ο νικητής... Και ο Μπαρκς, με την κλωστή της φαντασίας του, υφαίνει το αναπάντεχο, μα εντελώς «μπαρκσικό» φινάλε.

Ο Μπαρκς έμελλε να δημιουργήσει έναν ακόμα πλούσιο αντίπαλο του Σκρουτζ – ο λόγος για τον Τζων Ρόμπαξ, ο οποίος όμως δεν έλαβε σημαντικό μερίδιο συμμετοχής στις ιστορίες του. Ωστόσο οι Ιταλοί συνάδελφοι του Μπαρκς αγάπησαν τον Ρόμπαξ, βλέποντας σε αυτόν κάτι από τον νεόπλουτο επιδειξία που τόσο ταιριάζει στη σύγχρονη πραγματικότητα... Τα υπόλοιπα τα γνωρίζουμε, νομίζω, όλοι οι αναγνώστες αυτού του αφιερώματος.



26 # Κατεψυγμένο Κελεπούρι (A Cold Bargain, 1957)



Το «Κατεψυγμένο Κελεπούρι» ανήκε στις αγαπημένες μου περιπέτειες του Σκρουτζ, όταν το είχα διαβάσει πρώτη φορά μικρός, 7 χρονών. Δεν είχα ιδέα για το σατιρικό περιεχόμενο της ιστορίας – δεν είχα ακούσει ποτέ για τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, δεν γνώριζα τι εστί «Ψυχρός Πόλεμος», ούτε μπορούσα να καταλάβω που βρίσκεται η σάτιρα: πως δύο υπερδυνάμεις φτάνουν να μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως η μία την άλλη για την απόκτηση ενός αγαθού, του οποίου καλά καλά δεν γνωρίζουν την αξία.






Μα τι σημασία έχει να γνωρίζεις την αξία κάποιου πράγματος, σωστά; Αρκεί να σου έχουν πει πως αυτό αξίζει πολλά – για να προσπαθείς, με κάθε τρόπο, να το κάνεις δικό σου. Οι αντίπαλες παρατάξεις της ιστορίας δεν γνωρίζουν τι είναι αυτό το αντικείμενο που διεκδικούν – άκουσαν όμως πως αξίζει πολλά, πάρα πολλά... επομένως, ναι, αυτό το αντικείμενο πρέπει να γίνει δικό τους, πάση θυσία, ακόμα και αν αγνοούν τη χρησιμότητά του!

Μικρός που ήμουν δεν μπορούσα να κατανοήσω τη σάτιρα της ιστορίας· μου άρεσε όμως πως αυτό το περίφημο αντικείμενο που όλοι διεκδικούσαν, το αποκαλούμενο «Βομβάστιο», ήταν μια παγωμένη μπάλα με γεύσεις... παγωτού! Αλλού γεύση φράουλα, αλλού βανίλια, αλλού σοκολάτα, αλλού μπανάνα, αλλού μέντα... το διάβαζα και μου έτρεχαν τα σάλια! Ναι, αυτό είναι ένα αντικείμενο για το οποίο θα άξιζε δυο κρατικές υπερδυνάμεις να σκοτωθούν αναμεταξύ τους!

Ο Καρλ Μπαρκς απέφευγε τις εύκολες διδαχές· πάνω απ’ όλα τον ενδιέφερε να εξιστορήσει μια κωμική περιπέτεια, τέτοια που να είναι αρεστή σε παιδιά και ενήλικες. Μα υπό το πρίσμα της παιδικής φαντασίας αυτό το περιβόητο Βομβάστιο – το αντικείμενο με τις άπειρες γεύσεις παγωτού – αξίζει περισσότερο απ’ όλα τα πλούτη του κόσμου... Είναι ένα αντικείμενο για το οποίο, πραγματικά, θα άξιζε δύο υπερδυνάμεις να ανταγωνιστούν και να βγάλουν, η μία, τα μάτια της άλλης.






25 # Οι Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα (The Seven Cities Of Cibola, 1954)




Οι πρώτες περιπέτειες του Σκρουτζ που έγραψε και σχεδίασε ο Carl Barks ανήκουν στις ωραιότερές του. Συντρέχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό· το σχέδιο ήταν περισσότερο λεπτομερές· οι περιπλανήσεις περισσότερο περιπετειώδεις· πάνω απ’ όλα όμως, ο χαρακτήρας του Σκρουτζ είχε μόλις αποκτήσει το δικό του, ξεχωριστό περιοδικό: και σαν άλλος πρωτοπόρος εξερευνητής, άνοιγε για πρώτη φορά πελώρια πεδία αφηγηματικής εξερεύνησης στο δημιουργό του. Επρόκειτο για ένα φρέκο, ολόφρεσκο ήρωα, η παρουσία του οποίου σχημάτιζε προοπτικές για το χτίσιμο πραγματικά συναρπαστικών ιστοριών. Και ο Μπαρκς εκμεταλλεύτηκε αυτές τις προοπτικές και με το παραπάνω.






Οι «Επτά Πόλεις της Τσιμπόλα» είναι μια ιστορία που θα θυμάμαι πάντα με συγκίνηση. Ήμουν 6 χρονών όταν τη διάβασα για πρώτη φορά – στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών μου, κι ενώ μόλις είχα ξεκινήσει, κουτσά στραβά, να διαβάζω τις πρώτες εξωσχολικές ιστορίες μου. Λέξη προς λέξη, πρόταση μετά την πρόταση, για πρώτη φορά δεν περιοριζόμουν στην παρατήρηση των εικόνων – όπως συνήθιζα ως τότε – μα διάβαζα, κανονικά, τα κείμενα και χανόμουν στα βάθη της πλοκής. Πριν από οποιοδήποτε εξωσχολικό βιβλίο, πριν απ’ όλα τα μυθιστορήματα... για μένα ήταν οι περιπέτειες του θείου Σκρουτζ.

Ήταν ένα ηλιόλουστο μεσημέρι που καθόμουν σε μια σκιερή δροσιά, στο κατώφλι του σπιτιού που νοικιάζαμε στην εξοχή, και διάβαζα στα μικρότερα ξαδέρφια μου, υπό τα τερετίσματα των τζιτζικιών, τις «Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα», που είχα δυο μέρες πριν αγοράσει απ’ το περίπτερο... Τα ξαδερφάκια μου, νήπια ακόμα και ανίκανα να διαβάσουν, με κοιτούσαν με τα μάτια ορθάνοιχτα, απορροφώντας σαν σφουγγάρι κάθε πρότασή μου – ακόμα και αν εγώ κάποιες στιγμές τα δούλευα και δεν διάβαζα μέσα απ’ το κόμιξ, μα αυτοσχεδίαζα, λέγοντας ό,τι εξυπνάδα μου κατέβαινε στο κεφάλι! Δεν είχε σημασία – και οι τρεις απολαμβάναμε την εμπειρία.

Οι «Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα», μεταξύ άλλων, στάθηκαν η εκείνη η ιστορία που επηρέασε τον σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας σε μια απ’ τις πλέον εμβληματικές σκηνές του «Ιντιάνα Τζόουνς» - ο λόγος για τη σκηνή με τον πελώριο, στρογγυλό βράχο, που απειλεί να ποδοπατήσει τον Ίντυ...

Αλήθεια, πόση παιδική ηλικία βρίσκεται στις μαγικές σελίδες αυτής της ιστορίας.



24 # Το Δαχτυλίδι Της Μούμιας (The Mummy's Ring, 1943)



Πρόκειται για μία από τις ιστορικότερες στιγμές στην πορεία του Ντόναλντ Ντακ στα κόμικς. Ο Καρλ Μπαρκς έχει πλέον αναλάβει όχι μόνο τον σχεδιασμό, μα και τη συγγραφή του σεναριού των ιστοριών του· και για πρώτη φορά ο χαρακτήρας που είχε γίνει ξακουστός απ’ τα κινούμενα σχέδια και τα χιουμοριστικά στριπ συμμετέχει σε μία πολυσέλιδη «σοβαρή» περιπέτεια, με αποχρώσεις που φέρνουν κατά νου τις εξορμήσεις του Τεν Τεν. 






Ο Ντόναλντ στο «Δαχτυλίδι της Μούμιας» είναι ένας πολύ διαφορετικός Ντόναλντ από τον οξύθυμο, ιδιόρρυθμο πάπιο που είχε συνηθίσει ο κόσμος μέχρι τότε. Γίνεται πρωταγωνιστής μιας περιπλάνησης μέχρι την Αίγυπτο, εμπλέκεται σε μυστήρια και κινδύνους και αντιμετωπίζει τρομακτικούς εχθρούς. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το «Δαχτυλίδι της Μούμιας» σηματοδοτεί την ενηλικίωσή του στα κόμικς. Στο εξής θα υπήρχαν δύο διαφορετικοί Ντόναλντ: εκείνος της μεγάλης οθόνης... και εκείνος του Καρλ Μπαρκς.

Η ατμόσφαιρα απέχει πολύ από την ανάλαφρη διάθεση που επικρατούσε στο «Χρυσάφι του Πειρατή» - ο γενικός τόνος είναι σκοτεινότερος, τα πλάνα περισσότερο κινηματογραφικά, ενώ κάποιες σκηνές παραπέμπουν ως και σε ταινίες τρόμου της εποχής. Η επιρροή του Φλόυντ Γκόντφρεντσον και των στριπ του Μίκυ Μάους είναι εμφανής – μόνο που εδώ πρωταγωνιστές είναι ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια. Το ατμοσφαιρικό στυλ της ιστορίας εξάλλου και η κινηματογραφική αισθητική της ανήκουν εξ’ ολοκλήρου στον δημιουργό της. Το «Δαχτυλίδι της Μούμιας» έμελλε να είναι η πρώτη ανάμεσα σε πολλές από τις εξορμήσεις των παπιών σε εξωτικά περιβάλλοντα – όπως για παράδειγμα σε αφιλόξενες χώρες και μακρινούς πολιτισμούς. Ήταν ένας χώρος στον οποίο ο Καρλ Μπαρκς θα παρέδιδε πολλά διαμάντια ακόμα, αρκετά απ’ τα οποία θα τα δούμε στη συνέχεια της γραπτής μας περιπλάνησης.



23 # Η Χώρα Των Ηφαιστείων (Volcano Valley, 1947)



Τα χρόνια ανάμεσα στο 1943 και το 1949 σηματοδότησαν την εξέλιξη του Ντόναλντ Ντακ ως ήρωα των κόμικς και παράλληλα, την εξέλιξη του ίδιου του Καρλ Μπαρκς ως δημιουργού. Στα χέρια του Μπαρκς ο νευρικός πάπιος εν μέρει παρέμεινε ο εγωιστής, οξύθυμος, γκαντέμης και αλαζόνας χαρακτήρας που είχε γνωρίσει ο κόσμος στα κινούμενα σχέδια... μα μονάχα εν μέρει. Στις πολυσέλιδές του περιπέτειες ο Μπαρκς ανέδειξε σταδιακά μια περισσότερο πολύπλευρη πτυχή του χαρακτήρα, αποδεικνύοντας πως το Μέσο, σε τελική ανάλυση, επηρεάζει καθοριστικά το Μήνυμα: στην προκειμένη περίπτωση η εκτεταμένη αφήγηση μέσω των κόμικς επιτρέπει πολύ μεγαλύτερα χαρακτηρολογικά ανοίγματα συγκριτικά με τα περιορισμένης διάρκειας κινούμενα σχέδια (κάτι που φαίνεται ακόμα περισσότερο αν συγκρίνουμε τον μάλλον άχρωμο χαρακτήρα του Μίκυ Μάους στα καρτούν με τον συναρπαστικό δισδιάστατο ήρωα των στριπ του Γκόντφρεντσον).






Η «Χώρα των Ηφαιστείων» ανήκει στις αγαπημένες μου περιπέτειες του Ντόναλντ με τα ανιψάκια. Σε αντίθεση με τις πρώτες πολυσέλιδες ιστορίες όπως το «Δαχτυλίδι της Μούμιας», το χιούμορ εδώ εξισορροπείται ιδανικά με το στοιχείο της περιπέτειας. Πρόκειται για μία από τις πλέον «σουρεαλιστικές» εξορμήσεις των παπιών, ξέχειλη με μια σατιρική διάθεση τρέλας. Ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια καταλήγουν σε μια χώρα που περιβάλλεται από ηφαίστεια και από την οποία δεν μπορούν να δραπετεύσουν – μόνος τρόπος να φύγουν είναι να κάνουν μια πράξη που να τους αναδείξει σε... εθνικούς ήρωες! Αυτό σε μια χώρα στην οποία οι πάντες... κοιμούνται του καλού καιρού και στην οποία με ευκολία ο εθνικός ήρωας μετατρέπεται σε... εθνικός κίνδυνος! 

Δε νομίζω πως ο Μπαρκς είχε υπόψη του την πολιτική πραγματικότητα των κοινωνιών που ζούμε όταν έγραφε την ιστορία, μα είναι εξόχως ενδιαφέρουσες οι αναλογίες: Όταν μια κοινωνία κοιμάται, εύκολα κάποιος αποζητά ήρωες σε μεμονωμένα πρόσωπα, τους οποίους με ανάλογη ευκολία μετατρέπει σε κινδύνους.



22 # Η Τύχη Του Βορρά (The Luck Of The North, 1949)



Βρισκόμαστε πλέον στο έτος 1949 – κατά τη γνώμη μου μια κομβική στιγμή. Οι ιστορίες του Μπαρκς είχαν εισέλθει στο στάδιο της ωρίμανσής τους και η περίοδος ανάμεσα στο 1949 και το 1954 έμελλε να αποβεί η πλέον καρπερή για τον δημιουργό – δεν είναι τυχαίο πως από τις 21 ιστορίες που ακολουθούν στην κατάταξη, οι 15 προέρχονται από εκείνα τα χρόνια. Μεταξύ άλλων, ο χαρακτήρας του Ντόναλντ είχε εξελιχθεί και το σύμπαν των παπιών επεκτεινόταν διαρκώς με καινούργιους χαρακτήρες – ένας από τους οποίους ήταν και ο εκνευριστικά τυχερός Γκαστόνε. Η «Τύχη του Βορρά» περιστρέφεται γύρω από την αιώνια τύχη του και την προσπάθεια του Ντόναλντ να της πάει κόντρα – εις μάτην, άραγε;






Όλα ξεκινούν απ’ την επιθυμία του Ντόναλντ να καταστρώσει μια φάρσα στον ξάδερφό του, δημιουργώντας έναν ψεύτικο χάρτη θησαυρού και στέλνοντάς τον να περιπλανηθεί άσκοπα μέχρι τον παγωμένο Βορρά. Μα όπως αναφέραμε, ο Ντόναλντ δεν ήταν πλέον ένας μονοδιάστατος χαρακτήρας – σύντομα τον πιάνουν οι ενοχές και αποφασίζει να ακολουθήσει τον Γκαστόνε στο επικίνδυνο ταξίδι του και να του αποκαλύψει πως ήταν όλα μία φάρσα. Το αποτέλεσμα είναι μια περιπέτεια που συνδυάζει χιούμορ, χιόνια, Εσκιμώους, καράβια των Βίκινγκς και την σπαστική τύχη του Γκαστόνε. Τι καλύτερο, αλήθεια.



21 # Ο Χρυσός Ποταμός (The Golden River, 1958)



Μεταβαίνουμε πάλι στην δεκαετία του 50 και στις ιστορίες του Σκρουτζ. Ο «Χρυσός Ποταμός» είναι μια ιστορία που ισορροπεί, αριστοτεχνικά, ανάμεσα στο ρεαλισμό και το μύθο. Το μυθικό στοιχείο εμφανίζεται παράπλευρα, ως αφήγηση μέσα στην αφήγηση, ως θρύλος που αμφισβητείται και μοιάζει να χάνει κάθε νόημα, απορροφημένος στη δίνη της στυγνής αλήθειας: εκείνη της πεζής, οικονομικής πραγματικότητας που ζούμε. Μα εκεί που όλα μοιάζουν ρηχά και στερημένα κάποιας μορφής «μαγείας», ο μύθος επανεμφανίζεται και σμίγει με την πραγματικότητα, δίνοντας μια κατάληξη όμοια με εκείνη των παλιών παραμυθιών.







Ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια ζητούν ένα μικρό οικονομικό ποσό από τον σπαγγοραμένο θείο τους Σκρουτζ· εκείνος αρχικά αρνείται να το δώσει, μα στη συνέχεια αποφασίζει να γίνει γενναιόδωρος, επιζητώντας να αντλήσει ακόμα περισσότερα κέρδη από ένα ποτάμι που «ξεχειλίζει χρυσάφι όταν κάποιος κάνει μια καλή πράξη» - σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο του θρύλου. Ασφαλώς τίποτα τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει στην πραγματικότητα – και αν το ποτάμι δείχνει να αναβλύζει χρυσό κάποιες στιγμές, αυτό δεν είναι παρά ένα τέχνασμα των ανιψιών, που προσπαθούν να πείσουν το θείο τους να τους δώσει τα χρήματα. Ο μύθος λειτουργεί ως πλαίσιο εξαπάτησης, προκάλυμμα της οικονομικής πραγματικότητας που διέπει κάθε ηθική, κάθε συμπεριφορά.


Μα η ιστορία δεν έχει πει την τελευταία της κουβέντα... Γιατί αν κάποιες φορές τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται να είναι, ισχύει και το ακριβώς αντίθετο: κάποιες φορές εκείνο που φαίνεται, δια γυμνού οφθαλμού, είναι και η πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να πάμε παραπέρα. Κάποιες φορές οι σκιές στο πλατωνικό σπήλαιο αποδεικνύονται πιο ζωντανές απ’ την υποτιθέμενη αλήθεια. Δεν είναι ο μύθος εκείνος που μας εξαπατά· μα η πραγματικότητα που αποκρύβει την αληθινή διάσταση του μύθου.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...........



Η αντίστροφη καταμέτρηση των ωραιότερων ιστοριών του Καρλ Μπαρκς έχει συνέχεια... Ποιες είναι οι 20 αγαπημένες ιστορίες του; Διαβάζετε τη συνέχεια και το τέλος του αφιερώματος κάνοντας κλικ στον ακόλουθο σύνδεσμο:


Ένας Φόρος Τιμής στον Καρλ Μπαρκς, μέρος 2