![]() |
| On the road to Woodstock |
Νυχτερινή ανάρτηση. Λέξεις που ανήκουν στις μικρές
τις ώρες, φτερά που ξετυλίγονται σε σκοτεινό ουρανό. Δε βλέπεις μπροστά σου, δε
ξέρεις τι γράφεις. Μόνο ανασαίνεις τον αέρα της νύχτας και θέλεις να γίνεις ένα
με τα σύννεφα και τη βροχή. Πετώ λέξεις σχεδόν στην τύχη και εσύ, ο αναγνώστης,
τις βλέπεις να παρατάσσονται μπροστά σου, σε μια επίπεδη οθόνη, στρατιωτάκια
στη σειρά, γράμματα, λέξεις και προτάσεις, το ένα μετά το άλλο – πως η αναρχία
των συναισθημάτων παρατάσσεται τόσο συντεταγμένα μπρος στα μάτια σου!
Μα έρχονται οι στιγμές που θες να τους δώσεις μία
και να φύγουν όλα πέρα. Τα γράμματα, οι λέξεις – να αντιστραφεί το νόημα τους,
να αναποδογυρίσουν τα ίδια πάντα σχήματα τους! Οι μικρές λέξεις να γίνουν
μεγάλες και σπουδαίες και να σε καταλάβουν με την απόλυτη ουσία τους… Και οι
μεγάλες λέξεις να συρθούν ντροπιασμένες στη γωνιά τους, γυμνές μες στη
μικρότητά τους…
***
Τι είναι αυτά που λέω, θα αναρωτηθείς. Μα δεν είμαι
εγώ εκείνος που μιλάει – είναι ο νυχτερινός ουρανός μέσα μου – και μέσα σου
επίσης. Και μη βιαστείς να απορρίψεις το κείμενο ως λόγια ενός ρομαντικού. Δεν
είναι ρομαντισμός αυτός – είναι ο ήχος της καταιγίδας που ακούς. Μια δυνατή
φωνή και ένα μελωδικό τραγούδι, όμοιο με βροχή. Μια ξαφνική ανάμνηση, η
αφύπνιση μιας ζωηρής επιθυμίας, το τσίμπημα που νιώθεις μέσα σου. Το τσίμπημα
που σε πονάει, το τσίμπημα που τον περισσότερο καιρό έχεις θαμμένο – κάτω από
ενασχολήσεις της καθημερινότητας, υποχρεώσεις, ωράρια, προγράμματα, εργασίες,
συνήθειες και επαφές με ανθρώπους που ξέρεις, μα θα προτιμούσες να μην ήξερες
και άλλους που δεν ξέρεις, μα θα προτιμούσες να μη μάθαινες.
Το τσίμπημα που, στην ενόχληση του, σου θυμίζει πως
είσαι ζωντανός.
Ο νυχτερινός αέρας που φυσάει απ’ το παράθυρο,
κάνοντας τις κουρτίνες ν’ ανεμίσουν. «Κλείσε το παράθυρο, κρυώνουμε!», σου
λένε. Μα εσύ αφήνεσαι να σε χτυπάει ο κρύος αέρας και νιώθεις τη δροσιά του.
Και σκέφτεσαι πως θα ήταν να τ’ άφηνες όλα πίσω σου… Κάθε δουλειά, κάθε
υποχρέωση, κάθε δέσμευση, κάθε ταυτότητα («είμαι ο Τάδε, επαγγέλλομαι το Τάδε,
είμαι με την Τάδε, ψηφίζω το Τάδε, η ομάδα μου είναι η Τάδε», κλπ)… τα πάντα.
Και να έπαιρνες τους δρόμους και να έχτιζες ξανά απ’ την αρχή. Να πας στο Σαν
Φρανσίσκο και να φορέσεις λουλούδια στα μαλλιά σου – που θα τ’ αφήσεις πάλι να
μακρύνουν. Και να γυρνάς με μια κιθάρα στην πλάτη, παρατηρώντας τις ωραίες
παρουσίες γύρω σου. Και να μη φοβάσαι μήπως πουν πως είσαι άνω των 30 – άνω της
επιτρεπτής ηλικίας για να αλλάξεις τον κόσμο. Γιατί ο χρόνος ο ίδιος θα έχει
αλλάξει, άρα ο κόσμος είναι το λιγότερο. Και συ θα ζεις. Θα ζεις – θα αναπνέεις
– θα πετάς. Τι άλλο θέλεις επιτέλους.
***
Ήταν απλά μια νυχτερινή ανάρτηση. Και αν δεν έγινα
κατανοητός, δεν ήμουν εγώ εκείνος που μιλούσε ούτως ή άλλως… Μα ο νυχτερινός
ουρανός μέσα μου – και μέσα σου επίσης. Αύριο πρωί τα σύννεφα θα έχουνε ξανά
σκορπίσει και θα γίνουμε ξανά ρεαλιστές.












