Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Ιανουαρίου 2015

Λουλούδια στα Μαλλιά σου


On the road to Woodstock



Νυχτερινή ανάρτηση. Λέξεις που ανήκουν στις μικρές τις ώρες, φτερά που ξετυλίγονται σε σκοτεινό ουρανό. Δε βλέπεις μπροστά σου, δε ξέρεις τι γράφεις. Μόνο ανασαίνεις τον αέρα της νύχτας και θέλεις να γίνεις ένα με τα σύννεφα και τη βροχή. Πετώ λέξεις σχεδόν στην τύχη και εσύ, ο αναγνώστης, τις βλέπεις να παρατάσσονται μπροστά σου, σε μια επίπεδη οθόνη, στρατιωτάκια στη σειρά, γράμματα, λέξεις και προτάσεις, το ένα μετά το άλλο – πως η αναρχία των συναισθημάτων παρατάσσεται τόσο συντεταγμένα μπρος στα μάτια σου!

Μα έρχονται οι στιγμές που θες να τους δώσεις μία και να φύγουν όλα πέρα. Τα γράμματα, οι λέξεις – να αντιστραφεί το νόημα τους, να αναποδογυρίσουν τα ίδια πάντα σχήματα τους! Οι μικρές λέξεις να γίνουν μεγάλες και σπουδαίες και να σε καταλάβουν με την απόλυτη ουσία τους… Και οι μεγάλες λέξεις να συρθούν ντροπιασμένες στη γωνιά τους, γυμνές μες στη μικρότητά τους…


***


Τι είναι αυτά που λέω, θα αναρωτηθείς. Μα δεν είμαι εγώ εκείνος που μιλάει – είναι ο νυχτερινός ουρανός μέσα μου – και μέσα σου επίσης. Και μη βιαστείς να απορρίψεις το κείμενο ως λόγια ενός ρομαντικού. Δεν είναι ρομαντισμός αυτός – είναι ο ήχος της καταιγίδας που ακούς. Μια δυνατή φωνή και ένα μελωδικό τραγούδι, όμοιο με βροχή. Μια ξαφνική ανάμνηση, η αφύπνιση μιας ζωηρής επιθυμίας, το τσίμπημα που νιώθεις μέσα σου. Το τσίμπημα που σε πονάει, το τσίμπημα που τον περισσότερο καιρό έχεις θαμμένο – κάτω από ενασχολήσεις της καθημερινότητας, υποχρεώσεις, ωράρια, προγράμματα, εργασίες, συνήθειες και επαφές με ανθρώπους που ξέρεις, μα θα προτιμούσες να μην ήξερες και άλλους που δεν ξέρεις, μα θα προτιμούσες να μη μάθαινες.

Το τσίμπημα που, στην ενόχληση του, σου θυμίζει πως είσαι ζωντανός.

Ο νυχτερινός αέρας που φυσάει απ’ το παράθυρο, κάνοντας τις κουρτίνες ν’ ανεμίσουν. «Κλείσε το παράθυρο, κρυώνουμε!», σου λένε. Μα εσύ αφήνεσαι να σε χτυπάει ο κρύος αέρας και νιώθεις τη δροσιά του. Και σκέφτεσαι πως θα ήταν να τ’ άφηνες όλα πίσω σου… Κάθε δουλειά, κάθε υποχρέωση, κάθε δέσμευση, κάθε ταυτότητα («είμαι ο Τάδε, επαγγέλλομαι το Τάδε, είμαι με την Τάδε, ψηφίζω το Τάδε, η ομάδα μου είναι η Τάδε», κλπ)… τα πάντα. Και να έπαιρνες τους δρόμους και να έχτιζες ξανά απ’ την αρχή. Να πας στο Σαν Φρανσίσκο και να φορέσεις λουλούδια στα μαλλιά σου – που θα τ’ αφήσεις πάλι να μακρύνουν. Και να γυρνάς με μια κιθάρα στην πλάτη, παρατηρώντας τις ωραίες παρουσίες γύρω σου. Και να μη φοβάσαι μήπως πουν πως είσαι άνω των 30 – άνω της επιτρεπτής ηλικίας για να αλλάξεις τον κόσμο. Γιατί ο χρόνος ο ίδιος θα έχει αλλάξει, άρα ο κόσμος είναι το λιγότερο. Και συ θα ζεις. Θα ζεις – θα αναπνέεις – θα πετάς. Τι άλλο θέλεις επιτέλους.


***



Ήταν απλά μια νυχτερινή ανάρτηση. Και αν δεν έγινα κατανοητός, δεν ήμουν εγώ εκείνος που μιλούσε ούτως ή άλλως… Μα ο νυχτερινός ουρανός μέσα μου – και μέσα σου επίσης. Αύριο πρωί τα σύννεφα θα έχουνε ξανά σκορπίσει και θα γίνουμε ξανά ρεαλιστές.





12 Οκτωβρίου 2012

Φαντάσματα






Δε θα μιλήσω για αιωρούμενα πλάσματα κάτω από λευκά σεντόνια. Για πνεύματα και στοιχειά που σέρνουν αλυσίδες. Ή για μυστήριους δαίμονες με μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι.

Θα μιλήσω για τα αληθινά φαντάσματα... Όχι εκείνα του μύθου, όχι αυτά που δεσπόζουν στις ταινίες. Τα άλλα. Τα υπαρκτά. Εκείνα που με ωθούν να ξενυχτήσω, με τα χέρια μου βαριά και τα μάτια μου μισόκλειστα, εκείνα που με σπρώχνουν να γράψω τέτοια ώρα (είναι 3.30 τα ξημερώματα).

Τα φαντάσματα έρχονται σε σένα όταν είσαι μόνος με τις σκέψεις σου. Αγαπούν τη νύχτα και τα μοναχικά μέρη, γιατί είναι ευκολότερο τότε να αφεθείς σ' αυτές. Η μέρα, η κίνηση της, οι δουλειές, τα τρεξίματα, δεν ευνοούν τον ερχομό τους. Η γλυκιά νύχτα όμως είναι αλλιώτικη. Σαν έναν παλιό φίλο τα προσκαλεί, τα υποδέχεται, αφήνεται στη συντροφιά τους. Τους σερβίρει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί - γιατί όχι.






Είναι τα πρόσωπα που συνάντησες, με τα οποία διασταυρώσατε τους δρόμους σας, τα πρόσωπα που ζήσατε στιγμές μαζί και ανήκουν πια στο παρελθόν. Από εκείνον τον μισοξεχασμένο καφέ, με ένα άτομο που βγήκατε μόνο μια φορά και τέλος... μέχρι την σχέση με την οποία μοιραστήκατε τόσα και τόσα. Τα φαντάσματα είναι η σκέψη τους μέσα σου, η σκέψη που δε μπορεί να σε αφήσει. Είναι οι αναμνήσεις σου.

Είναι η παρουσία των άλλων μέσα σου που σε στοιχειώνει και σε λυτρώνει παράλληλα.

Τα φαντάσματα δεν είναι πάντα φοβερά στην όψη. Συχνά η παρουσία τους μπορεί να σε γεμίσει με χαρά. Το λέμε και "γλυκιά αναπόληση". Αυτό συμβαίνει όταν αισθάνεσαι πως τα πάντα κυλάνε όπως πρέπει, πως το τρένο της ζωής προχωράει με σωστούς ρυθμούς και εσύ καταλαμβάνεις τη θέση στο βαγόνι που σου αρμόζει, τρέχοντας μαζί του, από τον έναν σταθμό στον άλλο, προχωρώντας μπροστά, ατενίζοντας τη θέα... Θυμάσαι τότε τα παλιά και αναπολείς γλυκά τις στιγμές του παρελθόντος.






Τι γίνεται όμως όταν το τρένο δείχνει να έχει σταματήσει? Όταν η βελόνα του χρόνου φαίνεται να έχει κολλήσει σε ένα ατελείωτο σημείο? Όταν αισθάνεσαι πως δεν προχωράς μπροστά, μα μένεις στάσιμος?

Τότε τα φαντάσματα παύουν να είναι ευχάριστα. Οι αναμνήσεις αρχίζουν να πονάνε. Ο Άλλος μέσα σου ζει στην απουσία του και η απουσία γίνεται επώδυνη. Τα φαντάσματα γίνονται τρομερά όταν έχεις μείνει μόνος, όταν νιώθεις μόνος. Το παρελθόν καταλαμβάνει τη σκέψη σου.

Ο ίδιος γίνεσαι το στοιχειωμένο σπίτι του μύθου.

Και τι λένε τα φαντάσματα-αναμνήσεις στο μονότονο, επαναλαμβανόμενο τραγούδι τους? "Τότε, τότε, τότε...". Και συ απομένεις να τραγουδάς μονάχος το τραγούδι των αναμνήσεων, ενώ στάχτες κυλάνε από το στόμα σου.

Αυτά είναι τα αληθινά φαντάσματα, κύριοι. Οι Άλλοι που ήταν και τώρα πια δεν είναι. Και φροντίζουν να σου υπενθυμίζουν την παρουσία τους στις πιο μοναχικές, στις σκοτεινότερες σου στιγμές.





Σκέφτομαι τον κόσμο που έχω γνωρίσει. Πόσος έχει έρθει, πόσος έχει φύγει. Υπάρχουν άτομα με τα οποία μπορεί να βγήκαμε χρόνια πριν και δε θυμάμαι το όνομα τους. Κάποιο υποψήφιο φλερτ ίσως, όχι τόσο ισχυρό ώστε να αντέξει το πέρασμα του χρόνου... Πήγαμε για έναν-δυο καφέδες, και αυτό ήταν. Ή μια καλή παρέα με την οποία μπορεί να έτυχε να σμίξουν για λίγο οι δρόμοι μας, να ανταλλάξαμε ορισμένες απόψεις, να περάσαμε μαζί κάποιες στιγμές και μετά να χαθήκαμε. Σκέφτομαι εκείνους και εκείνες με τους οποίους έλεγες "ήταν πολύ καλή η σχέση για να τελειώσει", και όμως τελικά τελείωσε. Ορισμένοι παραμένουν για σένα ένα όνομα, μια ψηφιακή παρουσία, χωμένοι σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο τύπου facebook. Αυτών το όνομα δε μπορείς να το ξεχάσεις - μαθαίνεις συνέχεια μέσα από ηλεκτρονικά notifications την πορεία τους.

Φαντάσματα στο διαδίκτυο. Φαντάσματα στη σκέψη μας. Ακούς τη φωνή τους μέσα σου. Κλείνεις τα μάτια και είναι εκεί. Τα ανοίγεις και διαπιστώνεις πως είσαι μόνος. Ουουουουυυυυυυ, απλώνεται ο αντίλαλος τους, ακούγεται πέρα ως πέρα η ηχώ.






Ξέρω ναι. Είναι σκοτεινή αυτή η ανάρτηση. Αντανακλά ωστόσο μια στιγμή στον προσωπικό μου χρόνο, μια γνήσια αίσθηση... Και τα ίδια φαντάσματα που μπορεί να σε στοιχειώσουν, έχουν τη δυνατότητα να σε λυτρώσουν επίσης. Σκέψου τι θα ήταν ένας άνθρωπος χωρίς αναμνήσεις? Μπορεί οι άλλοι να έφυγαν, τουλάχιστον όμως υπήρξαν. Και αν το τρένο αρχίσει πάλι να τσουλάει στους γνώριμους ρυθμούς του, τότε οι αναμνήσεις σε πλημμυρίζουν με μια νεοαποκτηθείσα ζεστασιά, σαν φωτιά που λειτουργεί ως καύσιμο, για να τρέξει το τρένο γρηγορότερα, ξέφρενα, να γίνει ένα με τον άνεμο. Το παρελθόν παύει πια να σε πλακώνει. Το σκέφτεσαι και νιώθεις χαρούμενος, που έζησες όσα έζησες, και τώρα κάνεις την επόμενη σου κίνηση... Γιατί ο χρόνος δε σταματά ποτέ.

Είναι 4.20 τα ξημερώματα. Ακούω τον γλυκό, χαλαρωτικό ήχο του ενυδρείου πλάι στο κρεββάτι μου. Η γάτα είναι ξαπλωμένη στην κουβέρτα - περιμένει. Άφθονα βιβλία παρατημένα δίπλα, ιδανικά για ανάγνωση λίγο πριν τον ύπνο. Πείνασα, μάλλον θα φάω κάτι πριν κοιμηθώ. Ίσως βάλω να δω κάτι στο pc, να χαλαρώσω. Και μετά άφεση στον κόσμο του Μορφέα.

Τα φαντάσματα χαμογελάνε. Τους ανταποδίδω το χαμόγελο...